Πριγκιπάτο της Αντιόχειας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πριγκιπάτο της Αντιόχειας, 1135.

Το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας, του οποίου τα εδάφη βρίσκονταν στην Τουρκία και την Συρία, ήταν ένα από τα Σταυροφορικά κράτη τα οποία ιδρύθηκαν στη διάρκεια των Σταυροφοριών.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ίδρυση του πριγκιπάτου πηγάζει από την προσωπική επιθυμία του Βοημούνδου του Τάραντα να ιδρύσει δικό του Κράτος στους Αγίους Τόπους. Προτού συμμετάσχει στην Σταυροφορία, ο Βοημούνδος του Τάραντα, μεγαλύτερος γιος του Ροβέρτου Γισκάρδου, είχε δει να προτιμάται στην θέση του ο μικρότερος ετεροθαλής αδερφός του Ροζέ Μπορσά ως Δούκας της Απουλίας και της Καλαβρίας.

Η Αντιόχεια ήταν παλιά βυζαντινή πόλη η οποία είχε κατακτηθεί από τους Μουσουλμάνους μονάχα μερικές δεκαετίες νωρίτερα, συγκεκριμένα το 1084. Έτσι, στη διάρκεια του περάσματος των Σταυροφόρων από την Κωνσταντινούπολη, ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός είχε απατήσει μέσω όρκου από τους κυριότερους ηγέτες τους να του παραδώσουν τα εδάφη που είχαν προσφάτως χαθεί από τους Βυζαντινούς - και μόνος ο Ραϊμόνδος Δ΄ της Τουλούζης είχε αρνηθεί να δώσει τέτοιον όρκο.

Η κατάληψη της Αντιόχειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απέναντι στις δυσκολίες που παρουσιάζονταν για την πολιορκία της Αντιόχειας, ο Βοημούνδος είδε σε αυτές την ιδανική ευκαιρία για να ιδρύσει δικό του φέουδο. Αρχικώς απείλησε, εμφανίζοντας ως δικαιολογία το μακρύ χρονικό διάστημα της πολιορκίας, να επιστρέψει στην Ιταλία να φέρει ενισχύσεις, όμως οι στρατηγικές του ικανότητες καθώς και ο σημαντικός αριθμός στρατιωτών που ήταν μαζί του ήσαν απαραίτητες για τους Σταυροφόρους, οι οποίοι του υποσχέθηκαν να κάνουν πράξη κάθε του επιθυμία προκειμένου να παραμείνει στους Αγίους Τόπους. Έπειτα, η αναχώρηση του Τατίκιου, του εκπροσώπου του Βυζαντινού Αυτοκράτορα του έδωσε την αφορμή για να κάνει λόγο για προδοσία εκ μέρους των Βυζαντινών, η οποία, αυτομάτως, απάλλασσε τους Σταυροφόρους από την τήρηση του όρκου που είχαν δώσει στην Κωνσταντινούπολη παρουσία του Αυτοκράτορα. Τέλος, έχοντας σιγουρευτεί - μέσω δικού του ανθρώπου εντός της πόλης - ότι θα κατόρθωνε να εισέλθει στην Αντιόχεια, έβαλε τους αρχηγούς της Σταυροφορίας να υποσχεθούν ότι ο πρώτος εισελθών στην πόλη θα την έπαιρνε και υπό τον έλεγχό του. Με αυτόν τον τρόπο, τα ξημερώματα της 3ης Ιουνίου 1098, όταν η πόλη κατελήφθη, μονάχα η σημαία του Βοημούνδου κυμάτιζε στα τείχη της.

Μόλις είχαν εισέλθει στην πόλη, οι Σταυροφόροι βρέθηκαν, με την σειρά τους, στην θέση του πολιορκημένου, καθώς βρέθηκαν να πολιορκούνται από στράτευμα Σελτζουκίδων το οποίο επεχείρησε να ανακαταλάβει την πόλη. Η ανακάλυψη της Αγίας Λόγχης έδωσε στους Σταυροφόρους το απαραίτητο κουράγιο ώστε να απωθήσουν τον στρατό αυτό. Ο Βοημούνδος κατέστη, τότε, αδιαμφισβήτητος κύριος της πόλης και αρνούμενος τον βυζαντινό τίτλο του Δούκα της Αντιόχειας, αυτοανακυρήχτηκε Πρίγκιπας της Αντιόχειας, σηματοδοτώντας, έτσι, την ανεξαρτητοποίησή του απέναντι στο Βυζάντιο.

Οι πρώτες δεκαετίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης των Λατινικών Κρατών της Ανατολής.

Στις 13 Ιουνίου 1098, τα σταυροφορικά στρατεύματα ξαναπήραν τον δρόμο τους με κατεύθυνση την Ιερουσαλήμ, με εξαίρεση τον Βοημούνδο, ο οποίος έπρεπε, πλέον, να ασχοληθεί με το φέουδό του, αν όχι να το επεκτείνει. Ωστόσο, πιάστηκε αιχμάλωτος το 1100 και ο ανιψιός του Τανκρέδος ανέλαβε επίτροπος και μεγάλωσε την επικράτεια του κράτους, καταλαμβάνοντας τις πόλεις της Ταρσού και της Λαοδίκειας από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο Βοημούνδος αφέθηκε ελεύθερος το 1103, και άφησε την θέση του επιτρόπου στον Τανκρέδο ώστε να ζητήσει ενισχύσεις στην Ιταλία. Χρησιμοποίησε τα στρατεύματά του για να επιτεθεί στο Βυζάντιο το 1107 και ηττήθηκε στο Δυρράχιο και υποχρεώθηκε από τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό να υπογράψει την Συνθήκη της Δεάβολης στην οποία αναγνώριζε την Αντιόχεια ως κράτος υποτελές στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία έως τον θάνατο του Βοημούνδου, ενώ δεχόταν την επιστροφή στο Βυζάντιο των κατακτημένων από τους Σταυροφόρους εδαφών μετά το πέρασμά τους από την Κωνσταντινούπολη το 1097. Ο Βοημούνδος επιτέθηκε, επίσης, στο Χαλέπι με τους Βαλδουίνο Α΄ της Ιερουσαλήμ και Ζοσλέν Α΄ της Έδεσσας, και όταν ο Βαλδουίνος και ο Ζοσλέν πιάστηκαν αιχμάλωτοι, ο Τανκρέδος ανέλαβε και χρέη επιτρόπου στην Έδεσσα. Ο Βοημούνδος άφησε για μια ακόμη φορά την θέση του επιτρόπου στον Τανκρέδο για να ξαναγυρίσει στην Ιταλία, όπου και πέθανε το 1111.

Ο Αλέξιος Α΄ απαίτησε, τότε, την επιστροφή του Πριγκιπάτου στο Βυζάντιο, όμως ο Τανκρέδος, έχοντας την στήριξη του Κόμη της Τρίπολης και του Βασιλιά της Ιερουσαλήμ, αρνήθηκε. Πέθανε το 1112 και ο Βοημούνδος Β΄ τον διαδέχτηκε, υπό την αντιβασιλεία του ανιψιού του Τανκρέδου, Ρογήρου του Σαλέρνο, ο οποίος νίκησε τους Σελτζουκίδες το 1113.

Ωστόσο, στις 27 Ιουνίου 1119, ο Ρογήρος σκοτώθηκε στο Ager Sanguinis και η Αντιόχεια κατέστη κράτος υποτελές στην Ιερουσαλήμ με τον Βασιλιά Βαλδουίνο Β΄ ως επίτροπο μέχρι το 1126. Ο Βοημούνδος Β΄, ο οποίος παντρεύτηκε την Αλίκη, κόρη του Βαλδουίνου Β΄, δεν κυβέρνησε παρά τέσσερα χρόνια, προτού σκοτωθεί το 1130, και ο Βαλδουίνος Β΄, και στη συνέχεια ο γαμπρός του Φούλκων του Ανζού αναλάβουν χρέη αντιβασιλέων στο όνομα της Κωνσταντίας, κόρης του Βοημούνδου Β΄. Το 1136, η Κωνσταντία, σε ηλικία μόλις 10 ετών, νυμφεύθηκε τον Ραϊμόνδο του Πουατιέ, ο οποίος ήταν 36.

Ο Ραϊμόνδος, όπως και οι προκάτοχοί του, επιτέθηκε στην βυζαντινή επαρχία της Κιλικίας. Ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Β΄ Κομνηνός πέρασε στην αντεπίθεση και πολιόρκησε την Αντιόχεια, υποχρεώνοντας τον Ραϊμόνδο να αναγνωρίσει την κυριαρχία του πρώτου και να τεθεί υπό βυζαντινή διοίκηση, η οποία όμως εκδιώχτηκε έπειτα από σε βάρος της εξέγερση που είχε οργανώσει ο Ζοσλέν Β΄ της Έδεσσας. Ο Ιωάννης Β΄ σχεδίαζε την ανακατάληψη των Σταυροφορικών Κρατών όταν πέθανε το 1142.

Το Πριγκιπάτο, μεταξύ Βυζαντίου και Αρμενίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την πτώση της Έδεσσας το 1144, η Αντιόχεια δέχτηκε την επίθεση του Νουρ αντ-Ντιν. Δεχόμενο μικρή βοήθεια από την Β΄ Σταυροφορία, το μεγαλύτερο μέρος του ανατολικού τμήματος του Πριγκιπάτου χάθηκε και ο Ραϊμόνδος σκοτώθηκε στην μάχη του Ινάμπ το 1149. Ο Βαλδουίνος Γ΄ της Ιερουσαλήμ ανέλαβε καθήκοντα αντιβασιλέα στο όνομα της χήρας του Ραϊμόνδου, μέχρι το 1153 όταν και αυτή παντρεύτηκε τον Ρενώ ντε Σατιγιόν. Ο Ρενώ ενεπλάκη αμέσως σε πολεμική σύγκρουση με το Βυζάντιο, λεηλατώντας την βυζαντινή κτήση της Κύπρου. Δέχτηκε επίθεση το 1158 από τον Μανουήλ Α΄ και υποχρεώθηκε σε συνθηκολόγηση και αναγνώριση της ανωτερότητας του αντιπάλου του.

Ο Ρενώ πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Μουσουλμάνους το 1160 και η αντιβασιλεία ανατέθηκε στον Πατριάρχη της Αντιόχειας (ο Ρενώ δεν απελευθερώθηκε παρά μόνο το 1176, και δεν επέστρεψε ποτέ στην Αντιόχεια). Ο Μανουήλ νυμφεύθηκε την Μαρία, κόρη του Ραϊμόνδου και της Κωνσταντίας. Το 1163, ο Βοημούνδος Γ΄ διαδέχτηκε την μητέρα του, αιχμαλωτίστηκε, όμως, κι αυτός λίγο καιρό αργότερα και τα νερά του ποταμού Ορόντη έγιναν τα οριστικά σύνορα μεταξύ του Χαλεπιού και της Αντιόχειας. Ο Βοημούνδος επέστρεψε το 1165 και νυμφεύθηκε μια νύφη του Μανουήλ Α΄, ενώ επέτρεψε, επίσης, την εγκατάσταση στην πόλη Ελληνορθόδοξου Πατριάρχη.

Χάρη στην βοήθεια ιταλικών ναυτικών στόλων, το κράτος της Αντιόχειας κατόρθωσε να επιβιώσει της ανακατάληψης των Αγίων Τόπων από τον Σαλαντίν. Ούτε η Αντιόχεια, ούτε η Τρίπολη δεν συμμετείχαν στην Γ΄ Σταυροφορία, αν και τα υπολείμματα του στρατού του Φρειδερίκου Βαρβαρόσα σταμάτησαν για λίγο καιρό στην Αντιόχεια το 1190 για να θάψουν τον βασιλιά τους. Ο μεγαλύτερος γιος του Βοημούνδου Γ΄, με την ονομασία Ραϊμόνδος έγινε Κόμης της Τρίπολης μετά την Μάχη του Χαττίν και νυμφεύθηκε μια Αρμένια πριγκίπισσα το 1194, όμως πέθανε το 1199. Ο Βοημούνδος Γ΄ πέθανε το 1201.

Η διαδοχή του σήμανε την απαρχή ενός εμφύλιου πολέμου διαδοχής μεταξύ του Βοημούνδου Δ΄, δεύτερου γιου του Βοημούνδου Γ΄, ο οποίος είχε την υποστήριξη των Λατίνων της Αντιόχειας, και του Ραϊμόνδου-Ρουπέν, γιου του Ραϊμόνδου και εγγονού του Βοημούνδου Γ΄, ο οποίος είχε την υποστήριξη των Αρμενίων. Δεν ήταν παρά το 1221 με τον θάνατο του Ραϊμόνδου-Ρουπέν που ο εμφύλιος έληξε. Ο Βοημούνδος Δ΄ πέθανε το 1233 και η Αντιόχεια, υπό την διακυβέρνηση του γιου του, Βοημούνδου Ε΄, δεν πήρε ενεργά μέρος ούτε στην Ε΄ Σταυροφορία, ούτε στην διαμάχη μεταξύ του Φρειδερίκου Β΄ και των βαρόνων της Δύσης, ούτε στην Ζ΄ Σταυροφορία υπό τον Άγιο Λουδοβίκο. Ο Βοημούνδος Δ΄ κατόρθωσε με επιδεξιότητα να αποφύγει την υποταγή στον Γερμανό Αυτοκράτορα, επαναλαμβάνοντας την αφοσίωση του Πριγκιπάτου στο Βυζάντιο.

Η πτώση του Πριγκιπάτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1254, ο Βοημούνδος ΣΤ΄ νυμφεύθηκε την Σίβυλλα, μια Αρμένια πριγκίπισσα, βάζοντας τέλος στην πολεμική σύγκρουση μεταξύ των δύο κρατών, αν και στην πραγματικότητα η Μικρή Αρμενία ήταν το ισχυρότερο από τα δύο αυτά κράτη, ενώ η Αντιόχεια ήταν υποτελής σε αυτήν. Τότε ήταν που ξεκίνησε η αντιπαράθεση μεταξύ των Μαμελούκων και των Μόγγολων. Όταν οι Μόγγολοι ηττήθηκαν στη μάχη του Αΐν Τζαλούτ το 1260, ο Μπαϊμπάρ στράφηκε ενάντια στους συμμάχους τους, την Αντιόχεια και την Αρμενία. Η πόλη κατελήφθη το 1268 μαζί με το σύνολο του βόρειου τμήματος της Συρία που βρισκόταν υπό φράγκικο έλεγχο. Τριάντα τρία χρόνια αργότερα, ήταν η σειρά της Άκκρας και τα Σταυροφορικά Κράτη αφανίστηκαν. Ο τίτλος του Πρίγκιπα της Αντιόχειας πέρασε μετά τον αφανισμό των Κόμητων της Τρίπολης, στους Βασιλείς της Κύπρου, οι οποίοι προέρχονταν από ένα παρακλάδι της οικογένειας των Πουατιέ-Αντιόχειας.

Γεωγραφία και δημογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Πριγκιπάτο ήταν, ακόμη και κατά το απόγειο της εδαφικής του επέκτασης, αισθητά μικρότερο της Κομητείας της Έδεσσας και του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Εκτεινόταν στα βορειοανατολικά των ακτών της Μεσογείου, και συνόρευε με την Κομητεία της Τρίπολης στα νότια, την Κομητεία της Έδεσσας στα βορειοανατολικά, τα Μουσουλμανικά Κράτη (κυρίως τους Αγιουβίδες και τους Μαμελούκους) στα ανατολικά, για σύντομη περίοδο με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και κυρίως το Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας στα βορειοδυτικά.

Πιθανολογείται ότι η Αντιόχεια διέθεται πληθυσμό της τάξεως των 20.000 κατοίκων κατά τον 12ο αιώνα, κυρίως Αρμένιους και Χριστιανούς Ορθοδόξους, με λίγους Μουσουλμάνους οι οποίοι κατοικούσαν στο εξωτερικό των τειχών της πόλης. Υπήρχαν πολύ λίγοι Ρωμαιοκαθολικοί με εξαίρεση τους Σταυροφόρους, αν και ένα Λατινικό Πατριαρχείο ιδρύθηκε στην Αντιόχεια το 1100.

Θεσμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανεξαρτησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Από όλα τα φραγκικά κράτη της Ανατολής, μόνο το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας δεν ήταν υποτελές στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ[1] : ο Πρίγκιπας της Αντιόχειας δεν υποχρεούνταν να ορκίζεται πίστη στον Βασιλιά της Ιερουσαλήμ και διέθετε πλήρη αυτονομία. Όσον αφορά τις σχέσεις του Πριγκιπάτου με την Κωνσταντινούπολη, η κατάσταση ήταν σχετικά απλή. Ο Βοημούνδος του Τάραντα το 1108 (Συνθήκη της Δεάβολης) είχε τελικώς αναγνωρίσει τον εαυτό του ως υποτελή στον Βυζαντινό Αυτοκράτορα. Όμως ο Τανκρέδος, ο οποίος ήταν αντιβασιλέας μέχρι την ενηλικίωση του Βοημούνδου Β΄, δεν υπέκυψε στις απαιτήσεις των Βυζαντινών. Θα πρέπει να φτάσει η εκστρατεία του 1137, υπό την ηγεσία του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού, για να αναγνωρίσει ο Πρίγκιπας της Αντιόχειας την βυζαντινή κυριαρχία.
  • Ωστόσο, αν και το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας δεν αποτελούσε τμήμα του Βασιλείου, συνέβαινε, ορισμένες φορές, να κυβερνάται από τον Βασιλιά της Ιερουσαλήμ όταν ο Πρίγκιπάς του έλειπε[1] · [Note 1]

Υποτελή φέουδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κυριότερα υποτελή φέουδα του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας ήταν :

  • το φέουδο της Βαλενί και του Μαρκάμπ,
  • το φέουδο της Σον και της Σαρντουάν,
  • το φέουδο του Αράν,
  • το φέουδο του Κερέπ,
  • το φέουδο του Καφαρντά.

Επίσης, συνέβαινε οι Πρίγκιπες της Αντιόχειας να ζητούν την υποταγή των γειτόνων τους: ο Τανκρέδος αιτήθηκε κάτι τέτοιο από την Κομητεία της Έδεσσας, ενώ υπήρξε για ορισμένο χρονικό διάστημα κύριος του Κόμη της Τρίπολης, Γκιγιώμ Ζουρνταίν[2].

Σημείωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Έτσι, ο Βαλδουίνος Β΄ της Ιερουσαλήμ ανέλαβε την διακυβέρνηση με τον θάνατο του Ρογήρου του Σαλέρνο, και αργότερα με τον θάνατο του Βοημούνδου Β΄. Ο Βασιλιάς Φούλκων της Ιερουσαλήμ ανέλαβε την αντιβασιλεία του Πριγκιπάτου, για λογαριασμό της Κωνσταντίας, κόρης του Βοημούνδου Β΄.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Élisabeth Crouzet-Pavan, Le Mystère des rois de Jérusalem (1099-1187), Albin Michel, 2013, p. 246.
  2. Claude Cahen, La Syrie du Nord à l'époque des Croisades et la principauté franque d'Antioche], thèse de doctorat ès-Lettres, Université de Paris, éditions P. Geuthner (1940), p. 437.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • René Grousset, L'Empire du Levant : Histoire de la Question d'Orient, Paris, Payot, coll. « Bibliothèque historique », 1949 (réimpr. 1979), 648 p. (ISBN 2-228-12530-X)
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Principauté d'Antioche της Γαλλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).