Μιλιταρισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Μιλιταρισμός (εκ του "militarism"), ή κατά τον αντίστοιχο ελληνικό όρο στρατοκρατία, χαρακτηρίζεται γενικά ο υπερτονισμός των στρατιωτικών αξιών, έναντι άλλων κοινωνικών, πολιτικών ακόμα και ηθικών αξιών. Ως όρος πρωτοεμφανίσθηκε στη Γαλλία το 1860.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χρήση του όρου απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, με δεδομένο ότι διαφέρει κατ΄ έννοια και ερμηνεία τόσο κατά βαθμό πολιτισμού των λαών, (π.χ. πρωτόγονους λαούς και φυλές και σε νεότερους χρόνους), όσο ακόμα και διαχρονικά, δηλαδή ένεκα εκτάκτων καταστάσεων που μπορεί να αντιμετωπίσουν κάποιοι λαοί που και αυτές μπορεί να είναι πρόσκαιρες ή συνεχείς. Πολύ συχνά παρατηρείται η κακή χρήση, είτε εξ άγνοιας, είτε επί τούτου, προκειμένου να εξυπηρετηθούν διάφορες σκοπιμότητες ασκούμενης προπαγάνδας.

Πολλοί θεωρούν τον μιλιταρισμό ως κύριο αίτιο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου καθώς και του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Και οι δύο αυτές απόψεις είναι λανθασμένες, ή αποδίδονται επί τούτου προκειμένου να συγκαλυφθεί αφενός ο αποικιοκρατισμός που προηγήθηκε αυτού με αντίδραση τον μιλιταρισμό, στον Α' Π.Π. και αφετέρου ο ρεβανσισμός επί του πρώτου που οδήγησε στον μιλιταρισμό κατά τον Β' Π.Π.

Συστατικά του μιλιταρισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το Λεξικό Κοινωνικών Όρων της UNESCO, ο όρος Μιλιταρισμός αποτελεί ένα κράμα τεσσάρων βασικών συστατικών εννοιών - επιμέρους όρων, όπου αν δεν συνυπάρχουν και οι τέσσερις δεν στοιχειοθετείται αυτός. Οι επιμέρους συστατικοί όροι είναι:

1. Εκδήλωση μαχητικότητας, ή ορθότερα εξωτερικής μαχητικότητας.
2. Εκδήλωση υπεροχής των Ενόπλων Δυνάμεων, έναντι των πολιτικών, μέσα στο ίδιο το κράτος.
3. Έντονη εξύμνηση των στρατιωτικών αρετών.
4. Στρατιωτικοποίηση, (militarization), που όμως να μην έχει προκληθεί από κάποιο φανερό εξωτερικό κίνδυνο.

Στην έννοια "μαχητικότητα" περιλαμβάνεται η έννοια της επιθετικής εξωτερικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της πρόκλησης ή ετοιμασίας προσφυγής σε πόλεμο. Συνεπώς μία στράτευση, ή συστράτευση π.χ. σε μια υπόθεση, ή ένα αγωνιστικό πνεύμα που αφορά εσωτερική υπόθεση, χωρίς κίνδυνο διατάραξης διεθνούς σχέσης δεν περιλαμβάνεται στην παραπάνω έννοια, ενώ σ΄ άλλες περιπτώσεις μπορεί να είναι συνώνυμες.
Ο δεύτερος συστατικός επιμέρους όρος συνεπάγεται υποχρεωτικά την ύπαρξη του διαφορισμού μεταξύ του πολιτικού και του στρατιωτικού διοικητικού προσωπικού μέσα στο ίδιο το κράτος. Συνεπώς ο όρος μιλιταρισμός δεν μπορεί ν΄ αναζητηθεί σε λαούς ή φυλές ή πρωτόγονα κράτη που είναι ανύπαρκτος ο διαφορισμός αυτός. Σημαντικό διακριτικό γνώρισμα του μιλιταρισμού είναι οι στρατιωτικοί να υπερέχουν στην εξουσία άλλων πολιτικών προσώπων, ή ακόμα και η έκταση της εξουσίας του συνόλου του στρατεύματος επί του συνόλου του πληθυσμού. Μια παραλλαγή επίσης είναι η στρατιωτική οργάνωση μεγάλου μέρους των πολιτών και χρησιμοποίηση αυτού

  • Σημειώνεται ότι αν υφίσταται μόνιμα ένας όρος (π.χ. στρατιωτικοποίηση) και σε κάποια ημερομηνία ή ετήσια εβδομαδιαία εορτή (π.χ. εθνική εορτή, στρατιωτική ή ναυτική εβδομάδα) συνυπάρξουν εκδηλούμενοι και οι άλλοι τρεις όροι επίσης δεν στοιχειοθετείται ο όρος.
    Η εκδήλωση και των τεσσάρων όρων πρέπει να είναι συνεχής και κατά πολλούς διπλωμάτες ιδιαίτερα έντονη.

Παραδείγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα μιλιταρισμού ήταν κατά τον Β' Π.Π. στην Ιαπωνία του Τόγιο, του στρατηγού που ανέλαβε πρωθυπουργός τον Οκτώβριο του 1941 επικεφαλής στρατιωτικού κόμματος, όπου και κηρύχθηκε υπέρ του πολέμου κατά των συμμάχων, παρασύροντας σ΄ αυτόν και τον Αυτοκράτορα. Στην περίπτωση αυτή συνυπήρξαν και οι τέσσερις συστατικοί όροι.
Παραδείγματα μιλιταριστικών κρατών μπορούν να ανιχνευτούν καθ' όλη τη διάρκεια της παγκόσμιας ιστορίας, με πολλές όμως επιφυλάξεις. Για παράδειγμα στην αρχαία ελληνική πόλη της Σπάρτης, αν και περιέχει έντονα τον τρίτο και τέταρτο συστατικό όρο δεν υφίσταται ο δεύτερος, ενώ ο πρώτος προκλήθηκε από την Αρχαία Αθήνα. Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, προσεγγίζεται η έννοια του μιλιταρισμού στη τελευταία φάση της όπου παρουσιάζει την παραλλαγή οι στρατιώτες της ν΄ αποτελούν προνομιούχο σώμα στο σύνολο των πολιτών. Στους δε Αζτέκους, την Πρωσία, τη Βρετανική και Ιαπωνική Αυτοκρατορία, καθώς και το πολιτικό καθεστώς Ιταλίας και Γερμανίας επί Μουσολίνι και Χίτλερ αντίστοιχα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών - UNESCO" τομ. 3 Εκδ. Ελληνική Παιδεία Α.Ε. - Αθήνα 1972, τομ.2ος, σελ.568.
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.42ος, σελ.197.