Μιχαήλ Ζ΄ Δούκας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
ΜΙΧΑΗΛ ΕΝ ΧΩ ΠΙΣΤΟC ΒΑCΙΛΕΥC ΡΩΜΑΙΩΝ Ο ΔΟΥΚΑΣ

Ο Μιχαήλ Ζ΄ Δούκας, γνωστός και ως ο Παραπινάκης (περ. 10501090), ήταν Αυτοκράτορας του Βυζαντίου το 1067 (για λίγους μήνες) και από το 1071 μέχρι το 1078.

Η ενθρόνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν πρωτότοκος γιος του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα (1059-1067) και της Ευδοκίας. Νήπιο σχεδόν εστέφθη συμβασιλεύς από τον πατέρα του και δεκαετής περίπου τον διαδέχθηκε, όταν εκείνος πέθανε το Μάιο του 1067. Μετά λίγους μήνες η μητέρα του παντρεύτηκε το στρατηγό Ρωμανό Διογένη, οπότε τον Ιανουάριο του 1068 του παρέδωσε τη βασιλική αρχή.

Το φθινόπωρο του 1071, όταν έγινε γνωστό ότι οι Τούρκοι αιχμαλώτισαν τον Αυτοκράτορα Ρωμανό, οι φίλοι του Δούκα πρωτοστατούντος του καίσαρα Ιωάννη Δούκα αναγόρευσαν Αυτοκράτορα τον Μιχαήλ και εξόρισαν την Ευδοκία στο μοναστήρι της Πιπερούς, που η ίδια είχε ιδρύσει στην Προποντίδα, όπου δια της βίας εκάρη μοναχή. Στο μεταξύ ο Ρωμανός ελευθερωθείς από τον Σουλτάνο Άλπ Αρσλάν ερχόταν να διεκδικήσει το θρόνο. Τότε ο Μιχαήλ Ζ΄ θορυβηθείς εξαπέστειλε στρατεύματα τα οποία συνέλαβαν τον Ρωμανό και τον τύφλωσαν.

Πρώτες αποφάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μιχαήλ αναλαμβάνοντας την Αρχή προσέλαβε ως λογοθέτη των δρόμων τον ευνούχο Νικηφόρο (Νικηφορίτζη), ο οποίος απομάκρυνε από τα ανάκτορα όλους τους συγγενείς και φίλους του Αυτοκράτορα. Είχε καταστεί δε πανίσχυρος κυβερνήτης με αδικίες και καταχρήσεις. Έφθασε δε να πουλά το σίτο στο λαό αντί ενός μεδίμνου και τούτο ελλιπή «παρά πινακίω», εξ ου και το προσωνύμιο "ο Παραπινάκης".

Σημαντικά προβλήματα στη θητεία του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη σιτοδεία και τον λιμό που ενέσκηψαν ήρθε να προστεθεί και η επιδρομή των Τούρκων, που θεώρησαν άκυρες τις συνομολογηθείσες συμφωνίες με τον Ρωμανό και εισβάλλοντας στη Μικρά Ασία κατέλαβαν τις εκεί χώρες. Τον ίδιο καιρό συνέβη και η ανταρσία του Φράγκου Ουρσιλίου, η επανάσταση της Βουλγαρίας, η επιδρομή των Χρωβατών (Κροατών) στην Ιλλυρία και των Νορμανδών στην κάτω Ιταλία, οι οποίοι στη συνέχεια στράφηκαν στα αλβανικά παράλια. Εναντίον αυτών εστάλη ο στρατηγός Δαμιανός Δαλασσηνός, ο οποίος ηττήθηκε κατά κράτος από τους Βούλγαρους και τους συμμάχους τους Σέρβους. Αποσταλείς στη συνέχεια ο στρατηγός Νικηφόρος Βρυέννιος κατόρθωσε να ειρηνεύσει τις χώρες εκείνες και να καθυποτάξει τους Βούλγαρους και να εκδιώξει τους Χρωβάτες, τους Σέρβους και τους Νορμανδούς. Νέες όμως θύελλες εξερράγησαν.

Ο στρατηγός Νέστωρ στη Δρίστρια (σημερ. Σιλίστρια) της Βουλγαρίας, δυσαρεστηθείς για την αργοπορία της μισθοδοσίας του και του στρατού του, απαίτησε τη καθαίρεση του Νικηφορίτζη. Αρνούμενος ο Μιχαήλ, στασίασε προσλαμβάνοντας για συμμάχους του τους Πατσινάκες ή Πατσενέγκες φθάνοντας στα προάστια της Κωνσταντινούπολης, όπου οι κάτοικοι πέθαιναν σωρηδόν από τον λοιμό μένοντας άταφοι.

Εγκατάλειψη του θρόνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μπροστά σ' αυτές τις συμφορές ο Μιχαήλ παρέμεινε ανάλγητος και προχώρησε στην καθαίρεση του δαφνοστεφή στρατηγού Νικηφόρου Βρυέννιου και του στρατηγού Βασιλάκιου. Τότε ο Βρυέννιος στασίασε και αναγορεύθηκε «Αυτοκράτορας πασών των επαρχιών από Δυρραχίου μέχρι Αδριανούπολης» και αυτής της Κωνσταντινουπόλεως. Τότε στασίασε και ο Νικηφόρος Βοτανειάτης από τη Μικρά Ασία που έφθασε στη Χαλκηδόνα και Χρυσόπολη κυριεύοντας τα στενά του Βοσπόρου. Τότε εξερράγη λαϊκή εξέγερση: πρόκριτοι και λαός πήραν τα όπλα την Κυριακή του Λαζάρου 1078, επιτέθηκαν στη φρουρά των ανακτόρων και τελικά αιχμαλώτισαν τον Μιχαήλ και εξανάγκασαν αυτόν και την αυτοκράτειρα Μαρία να καρούν μοναχοί. Τη μεθεπομένη εισήλθε στη πόλη επευφημούμενος ο νέος Αυτοκράτορας Νικηφόρος Γ΄ Βοτανειάτης.

Μετά κάποιο χρόνο ο Μιχαήλ προεχειρίσθη Μητροπολίτης Εφέσου, αλλά μεταμεληθείς επέστρεψε στη μονή Στουδίου, κατ΄ άλλους στη Μονή του Μανουήλ (1071 -1078) όπου παρέμεινε μέχρι το θάνατό του. Ο Μιχαήλ Ζ’ από το γάμο του με τη Μαρία απέκτησε ένα γιο, τον Κωνσταντίνο, τον οποίο σε μικρή ηλικία μνήστευσε με την κόρη του Ηγεμόνα της Κάτω Ιταλίας Νορμανδού Ροβέρτου Γισκάρδου. Ο Αλέξιος Α' Κομνηνός, ανεβαίνοντας στο θρόνο το 1081, εμνήστευσε αυτόν με τη κόρη του, Άννα. Από αυτό λαμβάνοντας αφορμή ο Ροβέρτος Γισκάρδος επιχείρησε το 1081 την κατά του Βυζαντίου μεγάλη εκστρατεία.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μιχαήλ Ζ' ενυμφεύθη τη Martha (Μαρία) Bagrationi, κόρη του Bagrat IV ηγεμόνος Γεωργίας. Μητέρα της ήταν η Βorena της Αλανίας, αδελφή του Durgulel ηγεμόνος των Αλανών. Υιός τους ήταν ο

  • Κωνσταντίνος (1074-1095) ο πορφυρογέννητος.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ. 13ος, σελ. 680.


Προηγούμενος
Ρωμανός Δ΄ Διογένης
Αυτοκράτορας του Βυζαντίου
Επόμενος
Νικηφόρος Γ΄ Βοτανειάτης