Λατινοκρατία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τα άλογα με τα οποία κοσμούν τον Άγιο Μάρκο οι Βενετοί, τα "διέσωσαν" το 1204 μ.Χ. από τον ιππόδρομο της Πόλης
O Eνετικός πτερωτός λέοντας, έμβλημα των Ενετών.

Με τον όρο Λατινοκρατία χαρακτηρίζεται η χρονική περίοδος κατά την οποία κυριάρχησαν στο Βυζάντιο οι δυτικοευρωπαίοι, καθώς οι Βυζαντινοί τότε ονόμαζαν Φράγκους και Λατίνους σχεδόν αδιακρίτως όλους τους μη σλάβους Ευρωπαίους που ζούσαν δυτικά και βόρεια των Βαλκανίων.
Έναρξη της Λατινοκρατίας θεωρείται το 1204 (μ.Χ.), τότε που οι Ενετοί και οι Σταυροφόροι σύμμαχοί τους κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη. Τέλος της θεωρείται το 1566 μ.Χ., όταν πια κυριάρχησαν παντού στην περιοχή οι Τούρκοι και καταλύθηκαν τα ενετικά φεουδαλικά κράτη, που είχαν συσταθεί στον ελληνικό χώρο, δηλαδή μία περίοδος 3,5 αιώνων.

  • Ειδικότερα όμως, με τον όρο Λατινοκρατία καθιερώθηκε τελικά να χαρακτηρίζεται η παλαιότερη περίοδος επί εποχής Βυζαντίου, ενώ με τον όρο Ενετοκρατία να χαρακτηρίζεται η νεότερη περίοδος της κυριαρχίας των ελληνικών χωρών από τους λαούς της Δύσης, μετά την πτώση του Βυζαντίου.[εκκρεμεί παραπομπή]

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη Λατινοκρατία με την επίσημη πράξη Partitio Terrarum Imperii Romaniae (= διανομή του εδάφους της Ρωμανικής Αυτοκρατορίας), της επομένης της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης από την Δ' Σταυροφορία, η βυζαντινή αυτοκρατορία διαμελίσθηκε και τα εδάφη της μοιράστηκαν μεταξύ των νικητών. Την μερίδα του λέοντος πήραν οι Ενετοί, και γι' αυτό συχνά χρησιμοποιείται ο όρος ενετοκρατία, χωρίς όμως να είναι και ταυτόσημος με την Φραγκοκρατία που είχε τελικά μικρότερη διάρκεια, ενώ το υπόλοιπο έλαβαν οι Λομβαρδοί, οι Γερμανοί και οι Γάλλοι.
Την ίδια περίοδο σχηματίστηκαν σε διάφορες περιοχές και ελληνικά κράτη, με στόχο την ανατροπή και εκδίωξη των Φράγκων και των Ενετών, αλλά και παράλληλα την άμυνα εναντίον άλλων εχθρών, όπως των τουρκικών φυλών.

Η διανομή των περιοχών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λέων, σύμβολο της Βενετίας, περιστοιχισμένος από λόγχες της εποχής. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα

Το Μάρτιο του 1204, ένα μήνα περίπου πριν την κατάληψη της Πόλης[1] Ενετοί και Σταυροφόροι της Δ΄ Σταυροφορίας είχαν ήδη συμφωνήσει στη μοιρασιά λείας, προνομίων, τίτλων και εδαφών της αυτοκρατορίας που ετοιμάζονταν να καταλύσουν.

H επίσημη πράξη διαμελισμού, η "Partitio Imperii Romanae", αρχίζει με την φράση "Εν ονόματι του Χριστού πρέπει να καταλάβουμε δια των όπλων την Πόλι"[2] και προχωρεί στό ότι αμέσως μετά την κατάληψη τα λάφυρα θα μοιραστούν σύμφωνα με προγενέστερη συμφωνία και θα συσταθεί μια 6μελης επιτροπή (3 Ενετοί και 3 Γάλλοι) η οποία "θα εκλέξει ως νέο Αυτοκράτορα μεταξύ των Λατίνων εκείνον που θα υπηρετεί πιο καλά τη χώρα, προς δόξα του Θεού, της Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας και της Αυτοκρατορίας".

Σύμφωνα με τον Βασίλιεφ στο έργο του "Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας" ο Αυτοκράτωρ (αρχικά) είχε συμφωνηθεί να πάρει μόνον το 1/4 της Πόλης και της περιοχής έξω από την Πόλη καθώς και δύο ανάκτορα μέσα σε αυτήν. Τα άλλα 3/4 θα μοιράζονταν εξ ίσου στους Ενετούς και στους υπόλοιπους Σταυροφόρους. Οσοι Σταυροφόροι έπαιρναν μεγάλες ή μικρές κτήσεις θα ορκίζονταν πίστη στον Αυτοκράτορα και η Βενετία θα έπαιρνε την Αγία Σοφία και το δικαίωμα ορισμού του Καθολικού πλέον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

O ενετικός στόλος σπάζει τις αλυσίδες του Κεράτιου

Οταν ο Βονιφάτιος ενημέρωσε και τυπικά τον Πάπα για τις επιτυχίες των Σταυροφόρων, εκείνος απάντησε ψυχρά "αν και χαιρόμαστε που η Κωνσταντινούπολη επανήλθε στη μητέρα της, την Αγια Καθολική Εκκλησία, θα είμαστε ακόμα ευτυχέστεροι αν επανήρχετο η Ιερουσαλήμ στην εξουσία των Χριστιανών" -φράση που δείχνει ότι ίσως ο Ιννοκέντιος ο ΙΙΙ[3] πράγματι να διαφωνούσε με το όλο εγχείρημα, καθώς και οι κατοπινές επιστολές του δείχνουν εξάλλου ότι μόλις έμαθε τη λεηλασία και τα παραλειπόμενα εξοργίστηκε. Μπορεί λοιπόν ο Δόγης της Βενετίας να προέτασσε το θρησκευτικό ζήτημα και τον διορισμό καθολικού Πατριάρχη όχι τόσο επειδή του είχε ζητηθεί από τον Πάπα, όσο για να δώσει με δική του πρωτοβουλία θρησκευτική χροιά στην καθαρά εμπορική πράξη του και να ξαναβρεί την εύνοια του Πάπα - την οποία είχε χάσει μετά την επίσης αποτρόπαια άλωση της πόλης Ζάρα.

Η λεηλασία της Κωνσταντινούπολης με πυρετώδεις ρυθμούς αρπαγών κράτησε 3 μέρες. Τώρα όμως έπρεπε να μοιραστούν πολύ πιο τυπικά και επίσημα τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Επί τούτου οι Φράγκοι και οι Ενετοί χρησιμοποίησαν τα φορολογικά έγγραφα του Σεπτεμβρίου 1203, που βρέθηκαν στο κατά τα άλλα άδειο Θησαυροφυλάκιο του αυτοκράτορα (είχε πάρει μαζί τα πάντα όταν εγκατέλειψε την Πόλη). Την 1η Οκτωβρίου θεωρητικά, διένειμαν μεταξύ τους όσα νόμιζαν ότι ανήκαν στους Βυζαντινούς.

Εντούτοις διαπίστωσαν σύντομα στην πράξη ότι πολλές περιοχές δεν ανήκαν πλέον αδιαφιλονίκητα στο Βυζάντιο, ενώ όσες ανήκαν θα χρειάζονταν να κατακτηθούν με μάχες, γεγονός που οδήγησε πολλούς ηγέτες της Σταυροφορίας να συμμαχήσουν μεταξύ τους ή να χαρίσουν δικές τους γαίες σε άλλους Σταυροφόρους και "ευγενείς", με αντάλλαγμα την παροχή στρατού. Ο αρχικός χάρτης και η πρώτη διανομή, κατά συνέπεια, γρήγορα άλλαξε. Το Βυζάντιο κατακερματίστηκε σε δουκάτα, βαρωνίες και άλλα κρατίδα υποτελή, συχνά υπό τη διοίκηση τοπικών βυζαντινών αρχόντων (κεφαλάδες), άλλα από αυτά στο Λατίνο αυτοκράτορα, άλλα στους Ενετούς και άλλα σε Φράγκους που είχαν πάρει τίτλους ευγενείας επειδή είχαν διαθέσει στρατιώτες και άλογα για την κατάληψη χωριών και κωμοπόλεων.

Από το διαμελισμό της αυτοκρατορίας προέκυψαν ποικίλες σφαίρες επιρροής με διαφορετική διάρκεια ζωής και σημασία η κάθε μία. Οι Ενετοί πήραν τα περισσότερα εδάφη, κατακερματισμένα κι αυτά σε όλη την αυτοκρατορία, αλλά κομμάτια ενός καθαρού χάρτη εμπορικών οδών και ναυσιπλοϊας. Κράτησαν όχι μόνο νησιά, αλλά τμήματα λιμανιών σε όλο το Βυζάντιο, ακόμα και σε φραγκικές πλέον περιοχές, οπότε ήλεγχαν ουσιαστικά την οικονομική -και έμμεσα την πολιτική ζωή- όλου του τόπου σε όλη τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας -και αργότερα, όταν αυτή καταλύθηκε. Το κριτήριο διακυβέρνησης των Ενετών ήταν ξεκάθαρα το οικονομικό κέρδος και αυτό οδήγησε σε ακόμα περισσότερες κατατμήσεις, "δανεισμούς" εδαφών, "δωρεές" πόλεων σε συγγενείς με διάφορα ανταλλάγματα, κ.λπ.

Φραγκικά και ενετικά κράτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την πρώτη επίσημη και καταγεγραμμένη μοιρασιά το φθινόπωρο του 1204 μ.Χ. προέκυψαν 2 μεγάλες σφαίρες επιρροής: των Ενετών, που αποδείχτηκε η μακροβιότερη και διέθετε την αόρατη συνοχή του εμπορίου, και των Φράγκων, που όμως ήταν κατακερματισμένοι και δίχως ουσιαστικά πολιτική στήριξη στις πατρίδες τους.

Συγκεκριμένα η αρχική μοιρασιά προέβλεπε οι Ενετοί να πάρουν περίπου το 3/8 της επικράτειας των Βυζαντινών (τα οποία παρέμειναν σταθερά στα χέρια τους και επαυξήθηκαν) ενώ οι ηγέτες της Σταυροφορίας θα μοιράζονταν τα υπόλοιπα 5/8. Ετσι η πρώτη διανομή δημιούργησε τη Λατινή Αυτοκρατορία των Φράγκων και ένα μεγάλο και σχετικά ενιαίο ναυτικό κράτος (των Ενετών) σε νησιά, λιμάνια και παράλια. Η Αυτοκρατορία όμως για λόγους πολιτικών ισορροπιών[4] μεταξύ των δυσαρεστημένων ηγετών της Δ΄Σταυροφορίας αν και περιλάμβανε την Έλλάδα, τελικά αποκόπηκε από αυτήν. Ο λόγος ήταν πως η Ελλάδα αποφασίστηκε να ανήκει στο Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, ηγέτης του οποίου ορίστηκε ο δυσαρεστημένος Βονιφάτιος που επέμεινε να μην τον λένε μαρκήσιο αλλά βασιλιά. Και καθώς οι πολιτικές ισορροπίες αλλά και οι πολιτικές ανάγκες πίεζαν τους νέους ηγέτες, το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, δηλαδή η Ελλάδα κατατμήθηκε ακόμα περισσότερο και ουσιαστικά αποσυνδέθηκε από τη νεοσύστατη λατινική αυτοκρατορία.

Σε κομμάτια όμως χωρίστηκαν ακόμα και πόλεις με βασικό κριτήριο το τι εξυπηρετούσε τους Ενετούς. Για παράδειγμα αρχικά είχαν πάρει τη μισή χερσόνησο της Καλλιπόλεως, από την οποία αποχώρησαν το 1206 και παράλληλα είχαν κρατήσει περίπου τα 3/8 σχεδόν σε όλες τις σημαντικές πόλεις και όλα τα λιμάνια, δημιουργώντας παντού "τομείς" στις κεντρικές αγορές.

Οι παντοδύναμοι Ενετοί είναι αόρατοι στο χάρτη καθώς τους ανήκουν τα μικρά νησιά και αρχικά δεν είχαν πάρει την Κρήτη, αλλά φαίνονται οι υπόλοιποι βασικοί παράγοντες: η Λατινική Αυτοκρατορία (κόκκινο), η Αυτοκρατορία της Νίκαιας (γκρι), η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας (φούξια) ,και το Δεσποτάτο της Ηπείρου (πράσινο).

Η Λατινική Αυτοκρατορία Κωνσταντινουπόλεως[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτοκράτορας στέφηκε ο Φράγκος Βαλδουίνος Θ' της Φλάνδρας, που προωθήθηκε ουσιαστικά στη θέση αυτή από τον γηραιότατο δόγη της Βενετίας Ερρίκο Δάνδολο, παρότι ήταν μόλις 32 ετών -ή ίσως και γι' αυτό ακριβώς. Στόχος των Ενετών[5] ήταν να έχουν αυτοκράτορα, στη πραγματικότητα Αρμοστή.

Εξαρχής αποδείχτηκε ότι επέλεξαν σωστά, γιατί η "Λατινική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας" πήρε στην ουσία το μικρότερο μερίδιο και ο αυτοκράτοράς της έπρεπε να πεισθεί ότι αυτά ήταν εκείνα που του αναλογούσαν και να φανεί διαλλακτικός. Στην αυτοκρατορία του ορίστηκε να ανήκει η σημερινή Ευρωπαϊκή Τουρκία, ορισμένες περιοχές της βόρειας Μικράς Ασίας που όμως ήταν πολύ δύσκολο να ελέγξει καθώς εκεί ορθωνόταν η μεγαλύτερη αντίσταση των Βυζαντινών και τα νησιά Σαμοθράκη, Λέσβος, Χίος, Σάμος, Λήμνος και Κως.
Ο Βαλδουίνος σκοτώθηκε ένα χρόνο αργότερα πολεμώντας τους Βουλγάρους. Τελικά η εγκάθετη αυτοκρατορία του επιβίωσε μέχρι το 1261, οπότε και καταλύθηκε από την ελληνική Αυτοκρατορία της Νίκαιας.

Στον περίπου μισό αιώνα της ζωής της, η επίσημη ονομασία που της έδιναν οι υπερασπιστές της ήταν Imperium Romaniae.

Τα κράτη των Σταυροφόρων αμέσως μετά την Δ' Σταυροφορία που είχε στόχο την κατάληψη του Βυζάντιο

Το Λατινικό Βασίλειο της Θεσσαλονίκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτό το Βασίλειο δόθηκε στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό που νόμιζε μέχρι τότε ότι ως ηγέτης της Σταυροφορίας θα γινόταν αυτοκράτορας -αντ' αυτού του έδωσαν ένα τμήμα της αυτοκρατορίας, δηλαδή τη σημερινή Ελλάδα. Θα είχε αυξημένη αυτονομία, πλην όμως τυπικά θα υπαγόταν στο Λατίνο αυτοκράτορα. Υπάρχει μάλιστα πιθανότητα να μην του επιτράπηκε επισήμως να κάνει ποτέ χρήση του τίτλου "βασιλέας". Ο δόγης της Βενετίας δεν θέλησε να τον στηρίξει σαν υποψήφιο για αυτοκράτορα μάλλον επειδή τον έβρισκε πολύ δυναμικό. Επίσημη δικαιολογία των Ενετών ήταν πως είχε συγγενικούς δεσμούς με τους εκδιωχθέντες Βυζαντινούς (στενός συγγενής του είχε παντρευτεί μέλος της οικογένειας του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ισαάκ ΙΙ Αγγέλου) και κατά συνέπεια δεν ήταν σώφρον να αποτελεί εκείνος τη διάδοχη κατάσταση. Ομως ούτε τη Θεσσαλονίκη ουσιαστικά του χάρισαν, γιατί χρειάστηκε να πολεμήσει για να την κατακτήσει, κάτι που κατάφερε πάντως γρήγορα. Παρά λίγο μάλιστα να γίνει και εμφύλιος γιατί ήγειρε αξιώσεις στη Θεσσαλονίκη και ο αυτοκράτορας. Με τη μεσολάβηση των Βενετών και ανταλλάγματα σε λωρίδες γης, ο Βαλδουΐνος αποδέχτηκε τα σχεδόν αποκλειστικά δικαιώματα του Βονιφάτιου στη Θεσσαλονίκη. Και αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας Βουλγάρους -το 1207. Εναντίον του βασιλείου της Θεσσαλονίκης πολέμησε ο Λέων Σγουρός, μια ενδιαφέρουσα αλλά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που ηγείτο του Ναυπλίου, της Κορίνθου και του Άργους. Ο Σγουρός δεν κατάφερε κάτι, αλλά κατάφερε ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος. Αυτός κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη το 1224. Την κράτησε μέχρι το 1246, οπότε αυτή ενσωματώθηκε στην αυτοκρατορία της Νίκαιας και μετά το 1261 στην σχετικά αναγεννημένη βυζαντινή αυτοκρατορία. Στη Θεσσαλονίκη υπαγόταν και η Κρήτη, αλλά ο Βονιφάτιος την είχε ήδη πουλήσει από το 1205 στους Ενετούς (πιθανόν και να την εκχώρησε δωρεάν), με αντάλλαγμα την υποστήριξή τους σε ζητήματα αυτονομίας προς τον Λατίνο αυτοκράτορα ή άλλα εδαφικά ζητήματα που αντιμετώπιζε.

Στο βασίλειο του Βονιφάτιου ανήκαν και εδάφη που δεν μπόρεσαν να πάρουν οι Ελληνες. Ανάμεσά τους ήταν:

  • η "Βαρωνία των Σαλώνων" (με έδρα την Άμφισσα),
  • η "Μαρκιωνία της Βοδονίτσης" (κωμόπολη κοντά στις Θερμοπύλες)
  • το "Δουκάτο της Ανατολικής Ελλάδος" ή "Δουκάτο των Αθηνών"

Το Δουκάτο των Αθηνών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Δουκάτο των Αθηνών

Αυτό περιλάμβανε αρχικά την Αθήνα και τη Θήβα, πιθανόν και το Άργος. Ήταν από τις περιοχές που ο Βονιφάτιος έπρεπε να δώσει μάχη για να κυριεύσει, όπως ήταν και η Εύβοια και η Πελοπόννησος. Για κάθε σπιθαμή γης που έπαιρνε στα χέρια του, ακόμα και αμαχητί, έπρεπε να ανταμείβει εκείνους που τον είχαν συνδράμει στρατιωτικά. Επειδή στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του τον είχε βοηθήσει ο Φράγκος σταυροφόρος Όθων ντε Λα Ρος, ως ανταμοιβή του έδωσε τον τίτλο του δούκα ή του λόρδου - ο ίδιος συστηνόταν ως Μέγας Κύριος των Αθηνών. Το δουκάτο των Αθηνών αρχικά υπαγόταν στο Βασίλειο της Θεσσαλονίκης αλλά μετά την κατάλυση αυτού, "μεταφέρθηκε" στη δικαιοδοσία του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Το 1311 Καταλανοί μισθοφόροι νίκησαν τους Φράγκους δούκες των Αθηνών και ίδρυσαν καταλανικό κράτος που επιβίωσε περίπου 80 χρόνια -μέχρι το 1387 μ.Χ. Τότε οι Καταλανοί νικήθηκαν από τους Ατσαγιόλι της Φλωρεντίας. Οι τελευταίοι κράτησαν το δουκάτο 70 χρόνια μέχρι την Τουρκοκρατία και, πιο συγκεκριμένα, ως το 1460. O Καρλ Χοπφ με βιβλίο του Chroniques greco–romanes (Bερολίνο 1873),[6]

Το Πριγκηπάτο της Αχαΐας ή του Μορέως[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ενετικές κτήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τριαρχία της Εύβοιας, η Κρήτη, Το Δουκάτο του Αιγαίου, τα τμήματα/συνοικίες στα λιμάνια, το Ιόνιο, τα Κύθηρα

Ελληνικά κράτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έλληνες τοπικοί άρχοντες ή κεφαλάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόλις καταλύθηκε το βυζαντινό κράτος, τοπικοί μεγαλογαιοκτήμονες και βυζαντινοί αξιωματούχοι, μέλη της βυζαντινής αριστοκρατίας διατήρησαν την εξουσία σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, κυρίως συνεργαζόμενοι με τους Φράγκους κατακτητές. Μεγάλες ελληνικές οικογένειες που ασκούσαν τοπική εξουσία ήταν:

Η οικογένεια ΤΩΝ ΠΕΤΡΑΛΕΙΦΑ στα ΑΓΡΑΦΑ. Οικογένεια Νορμανδών από τη γαλλική Προβηγκία που ήρθαν στην Ελλάδα με τον Ροβέρτο Γυσκάρδο, κατά την επιδρομή που έκανε στο Δυρράχιο το 1081. Ο Πέτρος d'Alps αυτομόλησε στου βυζαντινούς και προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Αλέξιο Α' Κομνηνό. Έτσι εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, η οικογένεια εξελληνίστηκε πλήρως, άλλαξε και το θρήσκευμα και έγιναν Ορθόδοξοι Χριστιανοί και πήραν μεγάλες εκτάσεις γης στο Διδυμότειχο. Όταν ένα μέλος της οικογένειας ο Ιωάννης Πετραλείφας, πατέρας της Αγίας Θεοδώρας της Άρτας, διορίστηκε διοικητής Μακεδονίας και Θεσσαλίας, και πήρε και τον τίτλο του σεβαστοκράτορα, τους αποδόθηκαν από τον βασιλιά και άλλες γαίες στην περιοχή της Ηπείρου.

Ο αφέντης ΑΡΓΟΥΣ-ΝΑΥΠΛΙΑΣ-ΚΟΡΙΝΘΟΥ, ΛΕΩΝ ΣΓΟΥΡΟΣ

Η οικογένεια ΔΟΞΑΠΑΤΡΗ στο ΑΡΑΚΛΟΒΟ

Η οικογένεια των ΚΑΝΤΑΚΟΥΖΗΝΩΝ στη ΜΕΘΩΝΗ

Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ ΛΕΩΝ ΧΑΜΑΡΕΤΟΣ (που στη λογοτεχνία τον απαθανάτισε ο Αλέξανδρος Ραγκαβής στο μυθιστόρημά του "ο αυθέντης του Μορέως", 1850)

Οι οικογένειες των ΜΑΜΩΝΑΔΩΝ ή ΜΑΜΟΥΝΑΔΩΝ, των ΣΟΦΙΑΝΩΝ, και των ΔΑΙΜΟΝΟΓΙΑΝΝΗΔΩΝ Η οικογένεια των ΒΡΑΝΑΔΩΝ ΣΤΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑ

και ο ΛΕΩΝ ΓΑΒΑΛΑΣ στη ΡΟΔΟ και στη ΚΑΡΠΑΘΟ

Η αυτοκρατορία της Τραπεζούντος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δεσποτάτο της Ηπείρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αυτοκρατορία της Νίκαιας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία των ερευνών της Λατινοκρατίας στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στροφή της ιστοριογραφίας που προκάλεσε ο Ρομαντισμός στη μελέτη ιστορικών πεδίων που ενδιέφεραν στενά τη Δύση, όπως η Λατινική Ανατολή, η Λατινοκρατία, η Φραγκοκρατία, προώθησαν αρκετά την έρευνα[7]. Από τις αρχές του 19ου αιώνα εκδηλώνονται οι πρώτες έρευνες της ιστορικής αυτής περιόδου. Τα πλούσια ιστορικά αρχεία στα Επτάνησα αποτελούν σημαντικό πεδίο ερευνών για τους ιστοριοδίφες της περιόδου: Aνδρέας Mουτσοξύδης, E.Λούντζης, Π. Xιώτης είναι οι πρώτοι σκαπανείς της μελέτης αυτής της περιόδου. Ο Μ.Βερνάρδος εκδίδει κάποιες αρχειακές πηγές από τη Βενετία σχετικά με τη Λατινοκρατούμενη Κρήτη, χωρίς όμως συνέχεια. Ο Κωνσταντίνος Σάθας πραγματοποιεί συστηματικές μελέτες στα Βενετικά αρχεία σχετικά με την περίοδο αυτή.

Ο Κωνσταντίνος Σάθας, σκαπανέας της έρευνας της Λατινοκρατίας στην Ελλάδα.

Ο 19ος αιώνας συνδέεται με την έκδοση corpus χειρογράφων και από ξένους ερευνητές: G. L. Fr. Tafel, G. M. Thomas, Vl. Lamansky, Fr. Miklosich, Ios Müller, G. Pojago, L. de Mas Latrie. Τότε εμφανίζονται και οι πρώτες συνθετικές απόπειρες ιστοριογραφικών μελετών για τη λατινοκρατία σε διάφορες περιοχές του Ελλαδικού χώρου: ο L. von Ranke δημοσιεύει άρθρο στο περιοδικό Geschichte des Osmanischen Reiches (1856) αναφερόμενο στη βενετοκρατούμενη Kρήτη[8]. Η Κρήτη θα αποτελέσει πεδίο έρευνας χάρη σε δυο θεμελιώδεις μελέτες που εκδόθηκαν στα τέλη του 19ου αι. Πρόκειται για το βιβλίο του H. Noiret, στο οποίο δημοσιεύονταν βενετικά έγγραφα των ετών 1385 – 1485. Ανάλογης σπουδαιότητας είναι η μονογραφία του Γερμανού βυζαντινολγου E. Gerland, με την οποία για πρώτη φορά έγινε γνωστή στο επιστημονικό κοινό η ύπαρξη στο Kρατικό Aρχείο της Bενετίας της αρχειακής σειράς του Δούκα της Kρήτης (Duca di Candia)[9]. Ο 20ος αιώνας εισέρχεται με την εργασία του W.Miller, The Latins in the Levant. A history of Frankish Greece (1204 – 1566), Λονδίνο 1908[10]. Τοπικοί λόγιοι όπως ο Σπ. Δε Bιάζης, ο Λ. Zώης στη Zάκυνθο, ο Hλ. Tσιτσέλης στην Κεφαλονιά, ο Λ. Σ. Bροκίνης και ο Λ. Bελέλης στην Κέρκυρα, ο Σπ. Bλαντής στη Λευκάδα) χρησιμοποιούν το αρχειακό υλικό για τη σύνταξη των μελετών τους. Στις Κυκλάδες ξεχωρίζει η φυσιογνωμία του Περικλή Ζερλέντη[11] και του Tρ. Eυαγγελίδη. Ο Στέφανος Ξανθουδίδης και ο Giuseppe Gerola είναι δύο ακόμα ερευνητές της περιόδου. Ο δεύτερος κατάρτισε ένα συνολικό πρόγραμμα καταγραφής των δυτικών μνημείων της Aνατολής. Για την επιτυχία του σχεδίου του, ταξίδεψε επανειλημμένα στην περιοχή: Oι μελέτες του για τα μνημεία αρκετών νησιών της Eπτανήσου (Kέρκυρας και Kεφαλονιάς), των Kυκλάδων (Σερίφου, Kύθνου και Tζιάς κυρίως), Πελοποννήσου (Nαυπλίου κυρίως) είναι σημαντικές ακόμα και σήμερα. Η συμβολή των, Iταλών κυρίως, ερευνητών (G. B. Cervellini, C. Manfroni, F. Nani Mocenigo, P. Molmenti,N. Papadopoli Adobrandini, G. Scafini και η Eva Tea): θα συντάξουν αξιόλογες μελέτες τα επόμενα χρόνια. Πολλά σχετικά άρθρα δημοσιεύονται στα βενετικά επιστημονικά περιοδικά Archivio Veneto, Ateneo Veneto και Atti del Istituto Veneto di Scienze Lettere ed Arti[9]. O καθηγητής του Πανεπιστημίου Aθηνών Σπ. Λάμπρος, έπειτα από συνεννόηση με το Σύμβουλο της Παιδείας Aντ. Bορεάδη, συνέταξε νομοσχέδιο για την ανάγκη διερεύνησης του Kρατικού Aρχείου Bενετίας. Δεν υπήρξε ωστόσο συνέχεια, καθώς το νομοσχέδιο δεν εγκρίθηκε από την Kρητική Bουλή, εξαιτίας κυρίως της έλλειψης οικονομικών πόρων. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αι. αρχίζουν τα πρώτα σχετικά δημοσιεύματα σε ελληνικά περιοδικά: Nέος Eλληνομνήμων, Aθηνά, Eστία, Δελτίον της Iστορικής και Eθνολογικής Eταιρείας της Eλλάδος, Παρνασσός. Η περίοδος προσεγγίστηκε και μέσω άλλων επιστημών. O καθηγητής της Δημόσιας Oικονομίας και Στατιστικής στο Πανεπιστήμιο Aθηνών A. M. Aνδρεάδης τυπώνει το δίτομο έργο του για τα βενετοκρατούμενα Eπτάνησα [12] και ο καθηγητής του Aστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Aθηνών A. Γ. Mομφερράτος για τη Mεθώνη και την Kορώνη. Tο 1920, τα αρχεία της Βνετίας προσελκύουν εκ νέου το ενδιαφέρον της Ελληνικής επιστημονικής κοινότητας και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Bερολίνου Iωάννης Kαλιτσουνάκης υπέβαλε στον τότε πρωθυπουργό Eλ. Bενιζέλο την πρόταση διερεύνησης των αρχείων της Bενετίας με στόχο τον εντοπισμό υλικού που αφορούσε την Kρήτη. Πρότεινε, μάλιστα, μεταξύ άλλων, την αποστολή στην πόλη ειδικών επιστημόνων. Η πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα ματαίωσαν κάθε σχέδιο[9].

Η περίοδος της Φραγκοκρατίας έχει μεγάλη σημασία για ιστορικούς της ελληνικής εθνικιστικής ιστοριογραφικής σχολής, όπως ο Απόστολος Βακαλόπουλος. Η απώλεια της Κωνσταντινούπολης θεωρείται καταλύτης για την απομάκρυνση από τον Ρωμαϊκό αυτοκρατορικό οικουμενισμό, τον προσανατολισμό προς τον εθνικισμό και την εστίαση στις ιστορικές ελληνικές χώρες, ενώ η προτίμηση της ονομασίας Έλληνες αντί της επικρατούσας έως τότε Ρωμαίοι από συγγραφείς της περιόδου θεωρείται ότι αποδεικνύει τη συνέχεια του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού.[13]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. “Diplomatics in the eastern Mediterranean 1000-1500” των Alexander D. Beihammer, Maria G. Parani και Christopher D. Schabel
  2. Η συνθήκη αναφέρεται στο πρώτο τόμο του έργου των ιστορικών Tafel και Thomas "Urkunden zur altern Handels und Staatsgeσchichte"
  3. Patrologia Latina, Innocentii III, Epistolae VII
  4. π.χ. η πρώτη συμφωνία του Μαρτίου δεν κάλυπτε τον Βονιφάτιο και αυτός απαιτούσε να πάρει την πλήρη κυριοτητα της Θεσσαλονίκης, οπότε όλο το καλοκαίρι πέρασε με "παζάρια" όπως αναφέρει στο "The papacy and the levant: 1204 -1571", σελίδα 18, ο Kenneth M. Setton
  5. Βασίλιεφ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
  6. [1]
  7. Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, «Οι βυζαντινές ιστορικές σπουδές στην Ελλάδα. Από τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο στο Διονύσιο Ζακυθηνό», Σύμμεικτα, τομ. 9β (1994), σελ.157-158 [2]
  8. Kώστας Γ. Tσικνάκης, Σπουδές και έρευνες. Έλληνες και ξένοι ερευνητές γύρω απ την ελληνολατινική Aνατολή απ τον 19ο αι. έως σήμερα[3]
  9. 9,0 9,1 9,2 Kώστας Γ. Tσικνάκης, Σπουδές και έρευνες. Eλληνες και ξένοι ερευνητές γύρω απ την ελληνολατινική Aνατολή απ τον 19ο αι. έως σήμερα[4]
  10. William Miller, Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα 1204-1566, μτφρ. Άγγελου Φουριώτη, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997
  11. Π., Ζερλέντης, «Γράμματα Φράγκων δουκών του Αιγαίου Πελάγους», Byzantinische Zeitschrift, τομ. 13 (1904), σελ. 136-157 και Π. Ζερλέντης, Γράμματα των τελευταίων Φράγκων δουκών του Αιγαίου Πελάγους (1438-1565), Ερμούπολις 1924
  12. Περί της Oικονομικής Διοικήσεως της Eπτανήσου επί Bενετοκρατίας (1914)
  13. Page 2008, σελίδες 8-9

Βιβλιογραφία - Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Alexander D. Beihammer, Maria G. Parani και Christopher D. Schabel, Diplomatics in the eastern Mediterranean 1000-1500
  • Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς
  • William Miller, Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα 1204-1566, μτφρ. Άγγελου Φουριώτη, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997
  • Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, «Οι βυζαντινές ιστορικές σπουδές στην Ελλάδα. Από τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο στο Διονύσιο Ζακυθηνό», Σύμμεικτα, τομ. 9β (1994), σελ. 153-176 [5]
  • Dimitri Obolensky, Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία
  • Georf Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους
  • Page, Gill (2008). Being Byzantine: Greek Identity before the Ottomans. Cambridge: Cambridge University Press. 
  • Αλέξης Γ.Κ. Σαββίδης, Μελέτες Βυζαντινής Ιστορίας 11ου - 13ου αιώνα
  • Kenneth M. Setton, The papacy and the levant: 1204 -1571
  • Kώστας Γ. Tσικνάκης, Σπουδές και έρευνες. Eλληνες και ξένοι ερευνητές γύρω απ την ελληνολατινική Aνατολή απ τον 19ο αι. έως σήμερα[6]

Επιπλέον Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αλέξιος Σαββίδης, «Λατινοκρατία-Φραγκοκρατία μετά το 1204 μ.Χ. Όροι ταυτόσημοι; Ένα βιβλιογραφικό δοκίμιο για τους πρώτους αιώνες των δυτικών κυριαρχιών στον ελλαδικό χώρο», Βυζαντιακά, τομ.23 (2003),σελ.185-210