Σταυροφορία των Αλβιγηνών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σταυροφορία των Αλβιγηνών
Σταυροφορίες
Cartes Occitanie.png
Το Λανγκντόκ (και τμήμα του Βασιλείου της Αραγωνίας) το 1209
Ημερομηνία 1209-1229
Τόπος Λανγκντόκ
Έκβαση Νίκη των Σταυροφορικών Στρατευμάτων
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα

Η Σταυροφορία των Αλβιγηνών (1208-1229) (ή Σταυροφορία ενάντια στους Αλβιγηνούς) ήταν μια Σταυροφορία που κηρύχτηκε από την Καθολική Εκκλησία ενάντια στις αιρέσεις, κυρίως αυτή των Καθαρών και σε μικρότερη κλίμακα τον Βαλδεϊσμό. Από τον 12ο αιώνα, κείμενα της εποχής έκαναν λόγο για την αίρεση του Αλμπί (από το οποίο και το όνομα των αιρετικών), χωρίς, ωστόσο, οι γειτονικές του περιοχές να υπολείπονται σε πιστούς της αίρεσης.

Η Αίρεση των Καθαρών είχε κυρίως εγκατασταθεί στην περιοχή του Λανγκντόκ, στο οποίο κυριαρχούσαν δύο οικογένειες, ο Οίκος της Τουλούζης και ο Οίκος των Τρενκαβέλ. Καθώς δεν επήλθε μεταξύ τους συμφωνία για την αντιμετώπιση της κατάστασης, ο κόμης Ραϊμόνδος ΣΤ΄ της Τουλούζης θα συμμετάσχει στο πλευρό των Σταυροφόρων, ενώ ο Ραϊμόν-Ροζέ Τρενκαβέλ, υποκόμης του Αλμπί, προετοίμαζε την άμυνα των εδαφών του απέναντί τους. Μετά την κατάληψη του Μπεζιέ και της Καρκασσόν και την αιχμαλωσία του Ραϊμόν-Ροζέ, οι Σταυροφόροι επέλεξαν ένα εξ αυτών, τον Σιμόν ντε Μονφόρ, για να συνεχίσει τον αγώνα το (1209). Αυτή η Σταυροφορία εξελίχτηκε σύντομα σε επεκτατικό πόλεμο, καταρχήν για λογαριασμό του Σιμόν ντε Μονφόρ, και μετά τον θάνατο του τελευταίου (1218) και την αποτυχία του γιου του Αμωρί, για λογαριασμό του Στέμματος της Γαλλίας. Εκ παραλλήλου διεξήγετο κατά των Καθαρών και ο αγώνας της Εκκλησία υπό την καθοδήγηση της Ιεράς Εξέτασης (από το 1233).

Τελικώς, οι υποκομητείες της Καρκασσόν, του Αλμπί και του Μπεζιέ προσαρτήθηκαν στις βασιλικές κτήσεις το 1226. Η Κομητεία της Τουλούζης πέρασε στην κατοχή του Αλφόνσου του Πουατιέ, ενός αδερφού του Αγίου Λουδοβίκου το 1249 και προσαρτήθηκε το 1271. Το Λανγκοντόκ, το οποίο βρισκόταν στις αρχές του 13ου αιώνα στη σφαίρα επιρροής του Βασιλείου της Αραγωνίας πέρασε ολοκληρωτικά, στα τέλη του συγκεκριμένου αιώνα, σε αυτή του βασιλιά της Γαλλίας. Εκείνη την εποχή, ο Καθαρισμός αφανίστηκε από το Λανγκντόκ, και μονάχα ορισμένοι Καθαροί κατάφεραν να βρουν καταφύγιο στην Λομβαρδία.

Διεξαγωγή της Σταυροφορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μάχη ενάντια στους Καθαρούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θαύμα του Φανζώ, από τον Πέδρο Μπερουγκέτε

Θεωρείται βέβαιο ότι η αίρεση των Καθαρών προήλθε από τον Παυλικιανισμό της Μικράς Ασίας, ο οποίος μεταφυτεύθηκε ως αίρεση των Βογομίλων στην Βουλγαρία και εν συνεχεία έφτασε στην Προβηγκία και στην Λανγκντόκ.[1]

Η αίρεση έκανε την εμφάνισή της στο Λανγκντόκ στη διάρκεια του 12ου αιώνα, με την δημιουργία, την ίδια περίοδο, έξι επισκοπών των Καθαρών. Έχοντας απέναντί της έναν χριστιανικό κλήρο πλούσιο και εξαγορασμένο, μερικές φορές, και καταγγέλλοντας αυτή την κατάσταση, η νέα αυτή θρησκεία δεν συνάντησε ιδιαίτερα εμπόδια για την ανάπτυξή της εντός των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, αρχικά, και στην συνέχεια των ανώτερων.

Αντίθετα από τους θεμελιώδεις κανόνες της Εκκλησίας, οι Καθαροί επηρεασμένοι από τον Μανιχαϊσμό, υποστήριζαν ότι το σύμπαν διαιρείται στο Καλό (Θεός, Πνεύμα) αφ’ ενός και στο Κακό (Σατανάς, Ύλη) αφ' ετέρου. Η δημιουργία του θεατού κόσμου, ατελής, είναι έργο του Σατανά και οι Καθαροί υποχρεούνταν να αφήσουν την "φυλακή" του σώματός τους για να επιστρέψουν στον Θεό. Γι' αυτό τον λόγο, πίστευαν σε μια φτωχική ζωή σε συνδυασμό με την μετάνοια, ώστε να φτάσουν στην πνευματική τελειότητα. Ορισμένοι Καθαροί προορίζονταν για την ιδιότητα του κληρικού και αφού χειροτονούνταν, ζούσαν ζωή ασκητική, φέροντας τον τίτλο Perfecti (τέλειοι). Οι καθαροί απέρριπταν, επίσης, όλες τις χριστιανικές τελετές, αναγνωρίζοντας μόνο μία, το consolamentum, το οποίο έφερνε την σωτηρία αυτού που το δεχόταν, έπρεπε όμως να γίνει στο τέλος της ζωής του πιστού ώστε να μη υποπέσει πάλι αυτός σε αμαρτήματα. Σε πολλές περιπτώσεις οι Perfecti κατηγορήθηκαν ότι έπεισαν ασθενείς να πεθάνουν από την πείνα ή ότι τους έπνιγαν με την συγκατάθεσή τους, για να κερδίσουν έτσι αυτοί τον παράδεισο.

Αυτή η κατάσταση ήταν ιδιαιτέρως ανησυχητική για την Εκκλησία, καθώς επρόκειτο για μία αντιεκκλησιαστική κίνηση που αναπτυσσόταν σε χριστιανικά εδάφη και ήδη από το 1119 πάπας Κάλλιστος Β΄ την είχε αποκηρύξει. Το 1177, ο κόμης Ραϊμόνδος Ε΄ της Τουλούζης είχε ζητήσει την βοήθεια του Αββαείου του Σιτώ για την καταπολέμηση αυτής της αίρεσης που κέρδιζε συνεχώς έδαφος. Ένα εκστρατευτικό σώμα στρατού του οποίου ηγούνταν ο κόμης και ο αββάς Ερρίκος του Μαρσιάκ πολιόρκησε την Λαβώρ, η οποία ήταν γνωστή ως η εστία της αίρεσης. Όταν η πόλη παραδόθηκε, δύο εκπρόσωποι των Καθαρών αιχμαλωτίστηκαν και απαρνήθηκαν την πίστη τους. Ο Ερρίκος του Μαρσιάκ επέστρεψε, τότε, στο αββαείο του, αλλά η αίρεση αναζωογονήθηκε μετά την αποχώρησή του[2].

Όταν ο Ραϊμόνδος ΣΤ΄ διαδέχτηκε τον πατέρα του, το 1194, η αίρεση αυτή είχε σε τέτοιο βαθμό διεισδύσει στα εδάφη του ώστε του ήταν αδύνατο να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση χωρίς να προκαλέσει εξεγέρσεις εντός των κομητειών του[3]. Άλλωστε ένα τμήμα της διοικούσας τάξης είχε ασπαστεί τον Καθαρισμό,[4]και επωφελήθηκε καταλαμβάνοντας τις εκκλησιαστικές ιδιοκτησίες. Ο υποκόμης του Μπεζιέ Ρογήρος Β΄ λεηλάτησε κι έκαψε ένα μοναστήρι, και φυλάκισε τον ηγούμενό του και τον επίσκοπο του Αλμπί. Ο κόμης του Φουά έδιωξε τους μοναχούς από την μονή του Παμιέ και την έκανε στρατώνα. Ο ίδιος ο Ραϊμόνδος ΣΤ΄ κατέστρεψε πολλές εκκλησίες και καταδίωξε τους μοναχούς του Μουασσάκ, με αποτέλεσμα να αφοριστεί.[5]

Κατά την έναρξη της βασιλείας του, ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ ανησυχούσε ιδιαιτέρως για την αυξανόμενη επιρροή της Εκκλησίας των Καθαρών στο Λανγκντόκ. Αλλά οι αρχιεπίσκοποι του Ος και της Ναρμπόν καθώς και ο επίσκοπος της Μπεζιέ δεν συμμορφώνονταν με τις υποδείξεις των λεγάτων του. Ο Ιννοκέντιος απέστειλε αρκετούς ιερωμένους, μεταξύ των οποίων ο άγιος Δομίνικος και ο Γκυ ντε Βω ντε Σερναί, για την επιστροφή των κατοίκων της περιοχής στον καθολικισμό. Οι αλλαξοπιστίες ήταν σπάνιες στην αρχή, κι έτσι ο Δομίνικος είχε την ιδέα της δημιουργίας του Τάγματος των Δομινικανών, το οποίο βασιζόταν σε ζωή περιπλάνησης και προσευχής στον Ιησού, με στόχο την καλύτερη προσέγγιση των τοπικών πληθυσμών[6]. Η υποδειγματική ζωή του είχε σαν αποτέλεσμα αρκετούς προσηλυτισμούς Καθαρών.

Το ίδιο χρονικό διάστημα, ο πάπας διόρισε τον Πιέρ ντε Καστελνώ, ως εκπρόσωπό του στους ευγενείς και τους ανώτατους κληρικούς του Λανγκντόκ, ώστε αυτός να τους πείσει για την ανάγκη λήψης μέτρων κατά των Καθαρών, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Ο Ραϊμόνδος αρνήθηκε να επιβάλει διά της βίας της απόψεις της Εκκλησίας και προσφέρθηκε να μεταστρέψει τους αιρετικούς διά της πειθούς. Αφορίστηκε στις αρχές του Ιανουαρίου του 1208, δήλωσε μετάνοια, έλαβε άφεση αλλά δεν έκανε τίποτα. Λίγο καιρό αργότερα, στις 14 Ιανουαρίου 1208, ο Πιέρ ντε Καστελνώ δολοφονήθηκε[7], ενώ εγκατέλειπε το Σαιν-Ζιλ για να επιστρέψει στον Πάπα[8].

Η Σταυροφορία των βαρόνων (1209)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ αποφάσισε τότε την οργάνωση εκστρατείας κατά των Καθαρών, δίνοντας, σε όσους συμμετείχαν, τις ίδιες αφέσεις αμαρτιών και προνόμια με όσους μάχονταν στους Αγίους Τόπους. Αφόρισε και πάλι τον Ραϊμόνδο, επέβαλε το interdictum (εκκλησιαστική απαγόρευση) στα εδάφη του και τα προσέφερε στους νέου είδους σταυροφόρους.

Αν και κατά πολύ διαφορετική ως προς τον στόχο από τις προηγούμενες Σταυροφορίες[9], αυτή η εκστρατεία έλαβε την ονομασία «Σταυροφορία των Αλβιγηνών» ή «Σταυροφορία εναντίον των Αλβιγηνών». Αυτή η Σταυροφορία, έδωσε ένα άλλο νόημα στην συγκεκριμένη έννοια, καθώς πλέον ο πόλεμος γινόταν κατά των εχθρών του Πάπα[10]. Ο Αρνώ Αμωρί (ή Αρνώ Αμαλρίκ) και ο Γκι ντε Βω ντε Σερναί ταξίδεψαν ανά το Βασίλειο της Γαλλίας με στόχο την προσέλκυση βαρόνων για συμμετοχή στην « Σταυροφορία »[11].

Ο πάπας ζήτησε, αρχικά, από τον βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο Αύγουστο να τεθεί επικεφαλής αυτής της εκστρατείας, αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε. Αυτό εξηγούνταν από πολλούς λόγους. Ο πρώτος ήταν καθαρά νομικός : ακόμη κι αν ο βασιλιάς θεωρούσε πως ο πάπας είχε το δικαίωμα των μεταρρυθμίσεων και της κάθαρσης του τοπικού κλήρου, η απόφαση δήμευσης των εδαφών ενός άρχοντα ανήκε αποκλειστικά στον ανώτερό του, σε αυτή την περίπτωση τον βασιλιά[12]. Ο δεύτερος λόγο είναι καθαρά πρακτικός : βρισκόταν, ακόμη, σε πόλεμο εναντίον του Ιωάννη του Ακτήμονα, βασιλιά της Αγγλίας, καθώς και με τον Γερμανό Αυτοκράτορα Όθωνα Δ', και του ήταν συνεπώς πολύ δύσκολο ν' ανοίξει και τρίτο μέτωπο. Αρχικά, μάλιστα απαγόρευσε στους βαρόνους του βασιλείου του να λάβουν μέρος σε αυτή την Σταυροφορία, τελικά όμως, άλλαξε γνώμη κι έδωσε την σχετική άδεια.

Ο Όντον Γ΄, δούκας της Βουργουνδίας, ανακοίνωσε την συμμετοχή του, ακολουθούμενος από τον Ερβέ Δ' ντε Ντονζί, κόμη του Νεβέρ, και τον Γκωσέ Γ' ντε Σατιγιόν, κόμη του Σαιν-Πολ. Αρκετοί ήταν και οι μικρότεροι βαρόνοι που έλαβαν μέρος στην εκστρατεία[13]. Καθώς, όμως, ο κόμης του Νεβέρ αρνούνταν να δοθεί η ηγεσία της Σταυροφορίας στον εχθρό του της Βουργουνδίας, ο πάπας αποφάσισε να ορίσει τον λεγάτο του, Αρνώ Αμωρί ως αρχηγό της Σταυροφορίας[14].

Οι Σταυροφόροι[15] συγκεντρώθηκαν κοντά στην Λυών, απ'όπου κατευθύνθηκαν προς τον νότο, υπό την ηγεσία του Αρνώ Αμωρί. Τρεις μεγάλοι φεουδάρχες ήταν κύριοι τότε του Λανγκντόκ : ο βασιλιάς Πέτρος Β' της Αραγωνίας, κόμης επίσης της Βαρκελώνης, του Ζεβωντάν, του Ρουσιγιόν, άρχοντας του Μονπελιέ και επικυρίαρχος αρκετών μικρότερων φεουδαρχών, ο Ραϊμόνδος ΣΤ', κόμης της Τουλούζης και ο Ραϊμόν-Ροζέ Τρενκαβέλ, υποκόμης της Μπεζιέ, της Καρκασσόν και του Αλμπί. Για να απομακρύνει την απειλή αυτή από τα εδάφη του και, καθώς δεν είχε καταλήξει σε συμφωνία με τον Τρενκαβέλ για από κοινού άμυνα, ο Ραϊμόνδος ΣΤ' αναγκάστηκε να πάρει μέρος στην Σταυροφορία.Για πολλοστή φορά ζήτησε και έλαβε άφεση : στις 18 Ιουνίου 1209 στην εκκλησία του Σαιν-Ζιλ[16] δήλωσε μετάνοια και μαστιγώθηκε ημίγυμνος δημόσια.

Ο Ραϊμόνδος εντάχτηκε στην Σταυροφορία, και, συνεπώς, δεν μπορούσε να δεχτεί επίθεση. Ο Πέτρος Β' της Αραγωνίας ήταν ισχυρός βασιλιάς και ο Καθαρισμός είχε αδύναμη παρουσία στα εδάφη του, έτσι οι Σταυροφόροι αποφάσισαν να μην του επιτεθούν. Ο Αρνώ Αμωρί ανακοίνωσε, τότε, πως θα γινόταν επίθεση στις κτήσεις του Ραϊμόν-Ροζέ Τρενκαβέλ, υποκόμη του Αλμπί, της Μπεζιέ και της Καρκασσόν, περιοχές που φιλοξενούσαν μεγάλο αριθμό Καθαρών[17]. Κι ενώ η Σταυροφορία είχε φτάσει στο Μονπελιέ, ο τελευταίος παρουσιάστηκε, ζητώντας συνάντηση με τον λεγάτο Αρνώ Αμωρί. Παρουσίασε ως επιχείρημα τον ισχυρό δεσμό του και την πίστη του στην Καθολική Εκκλησία και επιχείρησε διαπραγμάτευση, όμως, ο λεγάτος απαίτησε πλήρη υποταγή του, κάτι που ο νεαρός υποκόμης αρνήθηκε[18].

H άλωση της Μπεζιέ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Άλωση της Μπεζιέ

Με το τέλος κιόλας της συνάντησης, ο Τρενκαβέλ κήρυξε το Μπεζιέ σε κατάσταση πολιορκίας και συγκέντρωσε οπλισμό και προμήθειες. Πράγματι, καθώς οι Σταυροφόροι όφειλαν σαράντα μόνο μέρες υπηρεσίας στην Σταυροφορία, ήλπιζε πως με το πέρας αυτής της χρονικής περιόδου[19], η στρατιωτική δύναμη των Σταυροφόρων θα ελαττωνόταν. Καθώς η Μπεζιέ είχε οχυρωθεί, ο Τρενκαβέλ πήγε στην Καρκασσόν για να συγκεντρώσει επικουρία. Οι οχυρώσεις του Μπεζιέ ήταν αρκετά γερές και ισχυρές ώστε η πόλη να αντέξει μεγάλη, σε διάρκεια, πολιορκία. Αλλά η απερισκεψία ορισμένων κατοίκων έδωσε την ευκαιρία στους Σταυροφόρους να εισβάλλουν αιφνιδιαστικά στην πόλη, στις 22 Ιουλίου 1209, όπου κατέσφαξαν χιλιάδες υπερασπιστές αδιακρίτως, είτε ήταν αυτοί Καθαροί είτε Καθολικοί[20]. Σύμφωνα με μοναχό που έγραψε είκοσι χρόνια αργότερα, όταν ο Αρνώ ρωτήθηκε αν πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ Καθολικών και Καθαρών, απάντησε : «Σκοτώστε τους όλους. Ο Θεός θ’ αναγνωρίσει τους δικούς του».[21]

Οι κάτοικοι της Καρκασσόν που εκδιώχθηκαν το 1209

Η πολιορκία και συνθηκολόγηση της Καρκασσόν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 26 Ιουλίου, οι Σταυροφόροι αποχώρησαν από την Μπεζιέ, η οποία δεν ήταν πλέον παρά ένας σωρός ερειπίων, και κατευθύνθηκαν στην Καρκασσόν. Μετά την κατάληψη της Μπεζιέ, ο Τρενκαβέλ δεν είχε άλλη επιλογή από το να οχυρωθεί στην πόλη περιμένοντας να περάσει ο κίνδυνος. Σε καιρό ειρήνης, η πόλη φιλοξενούσε τρεις με τέσσερις χιλιάδες κατοίκους, αλλά ο πληθυσμός αυτός αυξήθηκε με τους πρόσφυγες, λόγω της Σταυροφορίας. Αυτή, έφτασε στις πύλες της πόλης την 1η Αυγούστου. Στις 3 Αυγούστου, μία πρώτη επίθεση έδωσε την δυνατότητα στους Σταυροφόρους να καταλάβουν την βόρεια συνοικία της Καρκασσόν και να πάρουν, έτσι, υπό τον έλεγχό τους τα σημεία ανεφοδιασμού των πολιορκημένων σε νερό. Την επόμενη, μια επίθεση ενάντια στο Castellare, τη νότια συνοικία της πόλης, απωθήθηκε, και οι Σταυροφόροι πολιόρκησαν κανονικά την πόλη. Ο Τρενκαβέλ πραγματοποίησε έξοδο, σκοτώνοντας όσους στρατιώτες βρίσκονταν στις συνοικίες και βάζοντάς τους φωτιά ώστε να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους επιτιθέμενους[22].

Τότε, ο βασιλιάς της Αραγωνίας Πέετρος έφτασε στην Καρκασσόν. Πράγματι, ήταν άρχοντας αρκετών φέουδων στο Λανγκντόκ, ορισμένα των οποίων ανήκαν στον Τρενκαβέλ, και προσπαθούσε να επεκτείνει την εξουσία του στην περιοχή. Η εμφάνιση ενός στρατού όπως ο σταυροφορικός δεν μπορούσε παρά να του προκαλέσει ανησυχία, και παρουσιάστηκε ως διαμεσολαβητής, ώστε τα πράγματα να επιστρέψουν γρήγορα σε μία τάξη. Επιθυμώντας να διατηρήσει την ειρήνη με την Εκκλησία, κάλεσε τον Τρενκαβέλ σε διαπραγματεύσεις με τον λεγάτο, αλλά η αδιαλλαξία του τελευταίου τις οδήγησε σε ναυάγιο[23].

Η έλλειψη νερού, ο υπερπληθυσμός της πόλης και οι άθλιες συνθήκες υγιεινής, οδήγησαν τον Υποκόμη σε νέες διαπραγματεύσεις για παράδοση. Από την άλλη μεριά οι Σταυροφόροι επιθυμούσαν την αποφυγή μιας νέας ανεξέλεγκτης λεηλασίας : χρειάζονταν τα λάφυρα για την χρηματοδότηση των πολεμικών τους επιχειρήσεων, ενώ έπρεπε να ορίσουν νέο Υποκόμη που θα αντικαθιστούσε τον Τρενκαβέλ και ο οποίος θα έπρεπε να διαθέτει τις οικονομικές δυνατότητες να συνεχίσει την εκστρατεία εναντίον των Καθαρών. Έτσι, υπογράφηκε συμφωνία στις 15 Αυγούστου : η Καρκασσόν συνθηκολόγησε και η ζωή χαρίστηκε στους ευγενείς και στους λοιπούς κατοίκους της πόλης υπό τον όρο να την εγκαταλείψουν με μόνο ό,τι φορούσαν. Ο Τρενκαβέλ παραδόθηκε στους Σταυροφόρους ως όμηρος και πέθανε λίγο καιρό αργότερα στην φυλακή, σε ηλικία 24 ετών[24].

Η κατάληψη του Λανγκντόκ (1209-1213)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το παρελθόν, πολλές ήταν οι πολεμικές επιχειρήσεις που είχαν οργανωθεί κατά των Καθαρών. Αλλά με την αναχώρηση των στρατευμάτων, η αίρεση αναγεννιόταν κάθε φορά, ακόμη πιο ισχυρή. Για ν' αποφευχθεί αυτό το ενδεχόμενο και να μπει ένα οριστικό τέλος στην αίρεση, ο λεγάτος του πάπα αποφάσισε να εμπιστευτεί την διοίκηση των υποκομητειών του Τρενκαβέλ σε έναν Σταυροφόρο, με αποστολή την συνέχιση της εκστρατείας κατά της αίρεσης.

Καθώς αυτό θα του παρείχε την δυνατότητα να αυξήσει την έκταση των εδαφών του, ο Ραϊμόνδος ΣΤ΄ της Τουλούζης αυτοπροτάθηκε, αλλά καθώς η μεταμέλειά του ήταν αρκετά πρόσφατη, σε βαθμό να φαντάζει ύποπτη στον Αρνώ Αμωρί, ο οποίος την απέρριψε. Έγινε πρόταση στην συνέχεια στον Ερβέ Δ΄ ντε Ντονζί, κόμη της Νεβέρ, ο οποίος, αν και φιλόδοξος, αρνήθηκε, υποστηρίζοντας πως διέθετε, ήδη, μεγάλο αριθμό εδαφών και πως επιθυμούσε να επιστρέψει σε αυτά. Παρομοίως, ο δούκας της Βουργουνδίας, και έπειτα ο κόμης του Σαιν-Πολ αρνήθηκαν αυτή την τιμή. Καθώς οι τρεις σημαντικότεροι βαρόνοι της Σταυροφορίας αρνήθηκαν, ο Αρνώ Αμωρί προέδρευσε επιτροπής αποτελούμενης από δύο επισκόπους και τέσσερις βαρόνους, η οποία επέλεξε τον Σιμόν Δ΄ ντε Μονφόρ για την συνέχιση της εκστρατείας. Ο τελευταίος, αρχικώς, αρνήθηκε, αλλά η επιμονή του φίλου του Γκι ντε Βω ντε Σερναί και του Αρνώ Αμωρί τον οδήγησαν στο να αλλάξει γνώμη. Δέχτηκε, υπό τον όρο ότι όσοι βαρόνοι ήσαν παρόντες θα έδιναν όρκο πως θα έρχονταν σε βοήθειά του, εφόσον βρισκόταν σε κίνδυνο[25].

Η κατάληψη του Ραζέ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη δυσκολία του Σιμόν εμφανίστηκε με το πέρας του σαρανταημέρου, που επήλθε λίγο μετά την παράδοση της Καρκασσόν. Ο Σιμόν ικέτευσε τον δούκα της Βουργουνδίας και τον κόμη του Νεβέρ να παραμείνουν λίγο καιρό ακόμη. Ο δούκας της Βουργουνδίας δέχτηκε, από φιλία, ενώ ο κόμης της Νεβέρ αρνήθηκε και εγκατέλειψε το Λανγκντόκ. Ο Ραϊμόνδος ΣΤ΄ της Τουλούζης κατέλαβε, επίσης, ορισμένα κάστρα, αλλά περισσότερο για να επεκτείνει τα εδάφη του και επέστρεψε στην πρωτεύουσα της κομητείας του. Με τον δούκα της Βουργουνδίας, ο Σιμόν κατέλαβε το Φανζώ, ενώ στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Αλζόν, θέση που θεωρούσε στρατηγικής σημασίας[26].

Εκεί, δέχτηκε μια αντιπροσωπεία από την πόλη της Καστρ, όπου μετέβη και δέχτηκε την υποταγή των κατοίκων της. Στη συνέχεια, επεχείρησε να καταλάβει τα Κάστρα του Λαστούρ, αλλά αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία μετά την αποχώρηση του δούκα της Βουργουνδίας. Είχε, τότε, στην διάθεσή του μονάχα τριάντα ιππότες και ένα στράτευμα περίπου πεντακοσίων στρατιωτών. Κατόπιν αιτήματος του Αββά του Αγίου-Αντωνίνου του Παμιέ, κατέλαβε το Μιρπουά, το οποίο παραχώρησε στον γυναικάδερφό του, Γκι ντε Λεβί, κατέστρεψε τον Οίκο των Perfecti που είχε ιδρύσει στο Παμιέ η αδερφή του κόμη του Φουά και κατέλαβε το Σαβερντάν. Στη συνέχεια, επέστρεψε στα εδάφη του, όπου και δέχτηκε την υποταγή των κατοίκων του Αλμπί. Έπειτα, κατέλαβε το Πρεϊσάν και πολλοί άρχοντες της περιοχής του δήλωσαν υποταγή[27].

Έχοντας λάβει τις νέες του κτήσεις από την Εκκλησία, ο Σιμόν έπρεπε, πλέον, να νομιμοποιήσει την κατοχή τους με την αναγνώρισή της από τον επικυρίαρχο των υποκομητειών αυτών, τον βασιλιά Πέτρο Β΄ της Αραγωνίας. Τον συνάντησε στη Ναρμπόν, αλλά ύστερα από διάστημα δεκαπέντε ημερών, ο βασιλιάς παρέμενε αναποφάσιστος αναφορικά με την αναγνώρισή του ως υποτελούς του. Τότε ακριβώς, στις 10 Νοεμβρίου 1209, πέθανε ο Ραϊμόν-Ροζέ Τρενκαβέλ και οι εχθροί του Μονφόρ διέδιδαν πως είχε δολοφονηθεί. Τότε ξέσπασε επαναστατικός αναβρασμός στην περιοχή, ο εξάδερφος του Σιμόν Μπουσάρ ντε Μαρλί έπεσε σε ενέδρα του άρχοντα Πιέρ-Ροζέ ντε Καμπαρέ, και αρκετά από τα κάστρα του πολιορκήθηκαν[28].

Ο Ζιρώ ντε Πεπιέ, ένας από τους άρχοντες που είχαν δώσει όρκο πίστης στον Μονφόρ, πολιόρκησε και κατέλαβε το κάστρο του Πουϊσεργκιέ. Οι υπερασπιστές του, δύο ιππότες και πενήντα στρατιώτες, παραδόθηκαν με τον όρο να τους χαριστεί η ζωή. Καθώς ο Μονφόρ πλησίαζε στο κάστρο, ο Ζιρό εκτέλεσε τους στρατιώτες και διέφυγε προς την Μινέρβ παίρνοντας μαζί του τους δύο ιππότες, τους οποίους αργότερα απελευθέρωσε, αφού πρώτα τους τύφλωσε και τους έκοψε τα αυτιά και την μύτη. Ανάλογη τύχη είχαν κι άλλα κάστρα, με την φρουρά τους να κατασφάζεται και αυτά να περνάνε στην κατοχή των αρχόντων της περιοχής του Λανγκντόκ[29].

Ο Σιμόν ντε Μονφόρ δεν είχε, πλέον, στην κατοχή του παρά μονάχα ορισμένες πόλεις και ξεκίνησε προετοιμασίες για την, εκ νέου, κατάληψη του συνόλου της περιοχής. Ξεκίνησε καταλαμβάνοντας το Μπραμ, κοντά στο Αλζόν και δείχνοντας βαρβαρότητα ανάλογη αυτής του Ζιρώ ντε Πεπιέ : οι άρχοντες που καταπάτησαν τον όρκο πίστης τους σύρθηκαν από άλογα, προτού κρεμαστούν, ενώ οι υπόλοιποι τυφλώθηκαν και τους κόπηκε η μύτη.[30]. Δεκαπέντε μέρες αργότερα, κατέλαβε το κάστρο του Μιραμόν, κοντά στην Καρκασσόν. Αντιλαμβανόμενος πως ο Μονφόρ δεν θα αποχωρούσε εύκολα από το Λανγκντόκ, ο βασιλιάς της Αραγωνίας ήρθε σε επικοινωνία με τον κόμη της Φουά, αλλά δύο παρεμβάσεις του Σιμόν ντε Μονφόρ διέκοψαν τις διαπραγματεύσεις στο Παμιέ[31].

Άποψη της Μινέρβ

Στις αρχές του Ιουνίου του 1210, οι κάτοικοι της Ναρμπόν προσήλθαν στον Σιμόν ντε Μονφόρ, προσφέροντάς του την βοήθειά τους ενάντια στην πόλη της Μινέρβ[32]. Ο Σιμόν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να πολιορκήσει την πόλη, όπου είχε καταφύγει μεγάλος αριθμός τελείων (perfecti) και Καθαρών. Σε πρώτο στάδιο, διέταξε την κατασκευή ενός μεγάλου καταπέλτη, της «Malvoisine», ο οποίος κατέστρεψε το δίκτυο ύδρευσης της πόλης. Η πόλη συνθηκολόγησε στις 22 Ιουλίου, με τον άρχοντα να έχει εξασφαλίσει την ασφάλεια των κατοίκων, των στρατιωτών και των Καθαρών που θα δέχονταν να απαρνηθούν την πίστη τους. Εκατόν σαράντα perfecti, οι οποίοι αρνήθηκαν να κάνουν κάτι τέτοιο, οδηγήθηκαν στην πυρά[33].] Τρομαγμένο από την επιτυχία της πολιορκίας της Μινέρβ, το Μονρεάλ παραδόθηκε χωρίς μάχη. Ενθαρρυμένος από αυτή την επιτυχία, ο Σιμόν επιτέθηκε στο Κάστρο του Τερμ, το οποίο κατέλαβε ύστερα από πολιορκία διάρκειας τεσσάρων μηνών[34].

Στις αρχές του Ιανουαρίου του 1211, ο βασιλιάς Πέτρος Β΄ της Αραγωνίας οργάνωσε συνάντηση με στόχο την σύναψη ειρήνης μεταξύ των Αρνώ, Σιμόν ντε Μονφόρ, Ραϊμόνδου της Τουλούζης, που δεν είχε συμμετάσχει ενεργά στον πόλεμο κατά των Καθαρών, και του Ραϊμόν-Ροζέ του Φουά που είχε αντιμετωπίσει με μεγάλη εχθρότητα την Σταυροφορία. Ο κόμης του Φουά αρνήθηκε να λάβει μέρος, αλλά ο βασιλιάς ανακοίνωσε πως θα έστελνε στρατό στο Φουά, για να συνετίσει τον κόμη. Ο Σιμόν, δείχνοντας μεγάλη επιμονή, κατάφερε, ύστερα από διάστημα πολλών ημερών, να αναγνωριστεί η εξουσία του επί των υποκομητειών από τον βασιλιά. Η συνάντηση ξανάρχισε στο Μονπελιέ, με τους λεγάτους να απαιτούν από τον Ραϊμόνδο της Τουλούζης την αποστρατιωτικοποίηση των εδαφών του. Καθώς ο Ραϊμόνδος αρνήθηκε, ο αφορισμός του υπήρξε άμεσος, αλλά αυτός, ως απάντηση, κάλεσε σε συσπείρωση τους υποτελείς του και συγκέντρωσε στρατό[35].

Ο Σιμόν αδυνατούσε να αντιδράσει άμεσα, καθώς έπρεπε πρώτα να αποκαταστήσει την τάξη και να γίνει απόλυτος κύριος των εδαφών του. Η άφιξη ενός σταυροφορικού στρατεύματος του έδωσε την δυνατότητα να πολιορκήσει τα Κάστρα του Λαστούρ. Ο άρχοντας Πιέρ-Ροζέ ντε Καμπαρέ παρέδωσε τα κάστρα στον Σιμόν, ελευθερώνοντας, ταυτόχρονα, τον Μπουσάρ ντε Μαρλί. Τότε ένας άρχοντας που είχε ήδη δώσει όρκο πίστης στον Μονφόρ, ο Αιμερί ντε Μονρεάλ, ενθαρρυμένος από την αντίδραση του κόμη της Τουλούζης, επαναστάτησε και οχυρώθηκε στο Λαβώρ. Ο Σιμόν έφτασε μπροστά στα τείχη του φρουρίου, όπου τον συνάντησε στράτευμα πέντε χιλιάδων ανδρών, υπό τις διαταγές του Φουλκ, επισκόπου της Τουλούζης, ο οποίος αντετίθετο στον κόμη. Ο τελευταίος δεν άργησε να εμφανιστεί με τον στρατό του, αλλά αρνήθηκε, ύστερα από συνάντηση, να απωθήσει τους πολιορκητές από το φρούριο. Ένα στράτευμα Γερμανών Σταυροφόρων κατευθυνόμενο προς το Λαβώρ καταστράφηκε στο Μονζέ από τον Ραϊμόν-Ροζέ ντε Φουά και τον Ζιρώ ντε Πεπιέ. Στις 3 Μαΐου 1211, έπειτα από πολιορκία διάρκειας ενάμισι μηνός και εντατικού βομβαρδισμού, ένας υπόνομος πέτυχε να ανοίξει ρήγμα στα τείχη. Η επίθεση που ακολούθησε αμέσως μετά έδωσε την δυνατότητα στον Σιμόν να γίνει κύριος του φρουρίου. Ο Αιμερί ντε Μονρεάλ και οι ιππότες του απαγχονίστηκαν για καταπάτηση των όρκων πίστης τους. Η αρχόντισσα Γκιρώντ, αδερφή του Αιμερί, λιθοβολήθηκε στο βάθος ενός πηγαδιού, ενώ τριακόσιοι με τετρακόσιους[36] Perfecti κάηκαν ζωντανοί[37].

Ο Σιμόν είχε, πλέον, ολοκληρώσει την κατάληψη των υποκομητειών του και μπορούσε, απερίσπαστος πλέον, να οργανώσει την εκστρατεία του κατά της Κομητείας της Τουλούζης.

Ο πόλεμος ενάντια στην Τουλούζη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αφορισμός του Ραϊμόνδου της Τουλούζης έδινε την δυνατότητα, σε όποιον το επιθυμούσε, να καταλάβει τα εδάφη του. Ο εξαιρετικά αυστηρός αυτός κανόνας εφαρμόστηκε σε σπανιότατες περιπτώσεις στη διάρκεια της ιστορίας, καθώς ο πάπας ήλπιζε πάντοτε στην μετάνοια του αφορισμένου. Σε αυτή την περίπτωση όμως, οι λεγάτοι ήξεραν πως μπορούσαν να στηρίζονται σε έναν αποφασισμένο στρατιωτικό, τον Σιμόν ντε Μονφόρ, και στην διαρκή στήριξη των Σταυροφόρων, ώστε η αποστολή τους να φτάσει στο τέλος της.

Ο Σιμόν ξεκίνησε καταλαμβάνοντας το Καστελνωνταρί, ενώ στη συνέχεια κατέκτησε το Αλμπιζουά. Στις 5 Ιουνίου 1211, δέχτηκε την παραίτηση του Ραϊμόνδου Β΄ Τρενκαβέλ από τα τιμάρια του πατέρα του. Έπειτα εμφανίστηκε με ένα σταυροφορικό στράτευμα, του οποίου ηγούνταν ο Τιεμπώ Α΄ ντε Μπαρ, εμπρός στο Μοντωντράν στις 15 Ιουνίου, κατατροπώσε ένα απόσπασμα που επεχείρησε να του φράξει τον δρόμο για την Τουλούζη και την πολιόρκησε. Ο Σιμόν, αντιλαμβανόμενος πως ήταν πολύ καλά προστατευμένη για να την καταλάβει με επίθεση, έλυσε την πολιορκία για να λεηλατήσει την Κομητεία της Φουά. Σκοπός ήταν η αποδυνάμωσή της και ταυτόχρονα η εκδίκηση για την ήττα στο Μονζέ[38].

Επιστρέφοντας στην Καρκασσόν, έμαθε πως ο Ραϊμόνδος της Τουλούζης είχε ολοκληρώσει την προετοιμασία του στρατού του και, πλέον, ετοιμαζόταν να περάσει στην αντεπίθεση. Ο Σιμόν εγκαταστάθηκε στο Καστελνωνταρί, ώστε να του φράξει τον δρόμο. Παράλληλα, έκανε έκκληση για βοήθεια, αλλά οι περισσότερες πόλεις του Λανγκντόκ καιροσκοπούσαν. Ο Μπουσάρ ντε Μαρλί κατέφθασε με ένα μικρό στράτευμα και μια εφοδιοπομπή. Δέχτηκε την επίθεση του κόμη του Φουά, αλλά οι άνδρες του τελευταίου προτίμησαν να λεηλατήσουν βιαστικά την εφοδιοπομπή παρά να συνεχίσουν την μάχη. Μια έξοδος του Μονφόρ διέλυσε τις δυνάμεις του κόμη του Φουά.


Ο κόμης της Τουλούζης έλυσε την πολιορκία, αλλά ο Σιμόν δεν κατάφερε να χαρεί την επιτυχία του, καθώς ορισμένες πόλεις είχαν, στο μεσοδιάστημα, επαναστατήσει. Για να τον βοηθήσει, ο πάπας καθαίρεσε όσους επισκόπους θεωρούσε πως είχαν οποιαδήποτε σχέση με την αίρεση των Καθαρών, όπως τον Μπερανζέ της Βαρκελώνης, αρχιεπίσκοπο της Ναρμπόν, τον οποίο αντικατέστησε ο Αρνώ-Αμωρί, και τον Μπερνάρ-Ροζέ του Ροκφόρ, επίσκοπο της Καρκασσόν, τον οποίο αντικατέστησε ο Γκι ντε Βω ντε Σερναί[39].

Η μαζική άφιξη σταυροφορικών στρατευμάτων έδωσε την δυνατότητα στον Σιμόν να εισβάλει στο βόρειο τμήμα του Αλμπιζουά την άνοιξη του 1212, και του Αζεναί, στη διάρκεια του καλοκαιριού. Ασχολήθηκε με την κατάληψη του Μουασάκ, ενώ μετέβη στη συνέχεια στο Παμιέ για να στηρίξει τον αββά του, ο οποίος δεχόταν την επίθεση του κόμη της Φουά. Έπειτα, κατέλαβε το Μυρέ, ολοκληρώνοντας την περικύκλωση της Τουλούζης, ενώ οι σύμμαχοί του κατέλαβαν την Κομμάνζ, εξουδετερώνοντας έτσι τον κόμη της Κομμάνζ[40].

Η μάχη του Μυρέ σύμφωνα με απεικόνιση του 14ου αιώνα (Grandes Chroniques de France, BNF, Ms français 2813, fol. 252v.)

Έχοντας αποδυναμώσει πλέον τον κόμη της Τουλούζης, ο Μονφόρ επωφελήθηκε από μια περίοδο σχετικής ειρήνης για να καλέσει τους υποτελείς του τιμαριούχους στο Παμιέ, όπου εκδόθηκαν τα Καταστατικά του Παμιέ, ένας χάρτης της στρατιωτικής, κοινωνικής και εκκλησιαστικής οργάνωσης των εδαφών του. Τον ίδιο καιρό, ο Ραϊμόνδος ΣΤ΄ διαπραγματεύτηκε συμμαχία με τον Πέτρο Β΄ της Αραγωνίας, ο οποίος είχε αποκτήσει μεγάλη αίγλη ύστερα από την νίκη του κατά των Μουσουλμάνων στην Λας Νάβας ντε Τολόσα, και απευθύνθηκε για την υπόθεσή του στον πάπα. Ο τελευταίος συγκάλεσε σύνοδο για την εξέταση του θέματος και ο βασιλιάς της Αραγωνίας συνηγόρησε υπέρ των κομήτων της Τουλούζης, της Φουά και της Κομμάνζ. Ο πάπας αποφάσισε, τότε, τον τερματισμό του πολέμου κατά των αιρετικών (15 Ιανουαρίου 1213)[41].

Κύριο λήμμα: Μάχη του Μυρέ

Ο βασιλιάς της Αραγωνίας πήρε, επίσημα, υπό την προστασία του τους τρεις κόμητες και ξεκίνησε τις προετοιμασίες για νέο πόλεμο. Διέσχισε τα Πυρηναία, ενώνοντας τις δυνάμεις του με αυτές των τριών κομήτων και πολιόρκησε το Μυρέ. Ο Σιμόν κατέφθασε όμως και συνέτριψε τις δυνάμεις των αρχόντων του Λανγκντόκ στις 12 Σεπτεμβρίου 1213.

Οι συνέπειες της μάχης του Μυρέ ήταν μεγάλης σημασίας, καθώς το Φουά, η Ναρμπόν και η Κομμάνζ πέρασαν στην κατοχή του Σιμόν του Μονφόρ. Άρχισε μετά να καταλαμβάνει τις προβηγκιανές κτήσεις του κόμη της Τουλούζης. Αλλά ο Ραϊμόνδος διαπραγματευόταν την συμμαχία με την Αγγλία, και ο Σιμόν έπρεπε να φροντίσει για την ειρήνευση των κτήσεών του[42].

Η ειρήνη και η Δ΄ Λατερανή Σύνοδος (1214-1215)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εκκλησία αποφάσισε προσωρινή ειρήνη τον Απρίλιο του 1214, την οποία απεδέχθησαν οι ευγενείς του Λανγκντόκ, μέχρις ότου ένα συμβούλιο αποφασίσει για την τύχη του Ραϊμόνδου της Τουλούζης. Πράγματι, ο Ιωάννης ο Ακτήμων, απασχολημένος με μιαν εκστρατεία του εναντίον της Γαλλίας, αδυνατούσε προς το παρόν να βοηθήσει τους νέους του συμμάχους του Λανγκτόκ. Η ήττα του, όμως, στην Λα Ρος-ω-Μουάν στις 2 Ιουλίου 1214, σε συνδυασμό με αυτή των συμμάχων του στην Μπουβίν στις 27 Ιουλίου[43] έβαλε οριστικό τέλος στις ελπίδες του Ραϊμόνδου ΣΤ΄.

Ένα τοπικό συμβούλιο οργανώθηκε στο Μονπελιέ τον Ιανουαρίου του 1215, το οποίο παρέδωσε τον έλεγχο των εδαφών του Ραϊμόνδου της Τουλούζης στον Σιμόν ντε Μονφόρ, αλλά διαπίστωσε μετά ότι δεν είχε τέτοια εξουσία και απευθύνθηκε συνεπώς στον Πάπα. Ο τελευταίος τροποποίησε τις αποφάσεις του συμβουλίου δίνοντας την Μαρκιωνία της Προβηγκίας στον Γουλιέλμο ντε Μπω, το Δουκάτο της Ναρμπόν στον Αρνώ Αμωρί και τα υπόλοιπα εδάφη στον Σιμόν ντε Μονφόρ (4 Φεβρουαρίου 1215). Λίγο αργότερα, ο διάδοχος του γαλλικού θρόνου πρίγκιπας Λουδοβίκος πραγματοποίησε ένα ταξίδι στον νότο της Γαλλίας για να επιβεβαιώσει την παρουσία των Καπετιδών στην περιοχή και να βάλει ένα τέλος σε μια πρώτη διαφωνία, μεταξύ του Σιμόν ντε Μονφόρ και του Αρνώ Αμωρί, σχετικά με την κατοχή της Ναρμπόν. Η πόλη της Τουλούζης παραδόθηκε, και ο πρίγκιπας Λουδοβίκος με τον Σιμόν ντε Μονφόρ μπήκαν στην πόλη, αφού πρώτα κατεδάφισαν τις οχυρώσεις της.

Η Δ΄ Λατερανή Σύνοδος διήρκεσε από τις 11 έως τις 30 Νοεμβρίου του 1215 και εξέτασε συνολικά τα θέματα του Χριστιανισμού, και ιδιαίτερα την κατάσταση στους Αγίους Τόπους, τα σχετικά με την πίστη (και συνεπώς με τις αιρέσεις), καθώς και τις μεταρρυθμίσεις. Η τύχη του Ραϊμόνδου της Τουλούζης εξετάστηκε κατά την τελευταία συνεδρία. Με το πέρας της συνόδου, ο Πάπας αποφάσισε στις 15 Δεκεμβρίου 1215 να δώσει, οριστικά, την μαρκιωνία της Προβηγκίας στον Ραϊμόνδο Ζ΄ της Τουλούζης, γιο του Ραϊμόνδου ΣΤ΄, και την κομητεία της Τουλούζης, τις υποκομητείες της Καρκασσόν και του Μπεζιέ και το δουκάτο της Ναρμπόν στον Σιμόν Δ΄ ντε Μονφόρ. Ο λεγάτος Αρνώ Αμωρί, αρχιεπίσκοπος της Ναρμπόν, του αρνήθηκε την κατοχή του δουκάτου της Ναρμπόν, με αποτέλεσμα να επέμβει δυναμικά ο Σιμόν, παρά τις απειλές του λεγάτου για αφορισμό. Στη συνέχεια, μετέβη στην Τουλούζη, όπου δέχθηκε την υποταγή των κατοίκων στις 7 Μαρτίου 1216. Έχοντας πια υπό τον έλεγχό του τις νέες κτήσεις του, μετέβη στην Ιλ-ντε-Φρανς, από την οποία απουσίαζε επί επτά χρόνια, για να δηλώσει την υποτέλειά του στον βασιλιά Φίλιππο Αύγουστο ως προς τα νέα του εδάφη (10 Απριλίου 1216)[44].

Η επανάσταση του Λανγκντόκ (1216-1223)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ραϊμόνδος ΣΤ΄, ο οποίος είχε καταφύγει στην Γένοβα και ο γιος του, Ραϊμόνδος Ζ΄ διέσχισαν την Προβηγκία, συγκεντρώνοντας ένα στρατό από οπαδούς τους στον οποίον θα έρθουν να προστεθούν και οι faydits (Προβηγκοί ιππότες-ευγενείς των οποίων τα εδάφη είχαν κατασχεθεί στη διάρκεια της Σταυροφορίας. Ο Ραϊμόνδος Ζ΄ αρχικά απαίτησε να του επιστραφεί η Μπωκαίρ. Η φύλαξη της πόλης αυτής είχε, αρχικώς, ανατεθεί από τους Αρχιεπισκόπους της Αρλ στους Κόμητες της Τουλούζης, αλλά ο Αρχιεπίσκοπος την είχε ξαναπάρει το 1214 και δώσει στον Σιμόν ντε Μονφόρ, ο οποίος είχε εγκαταστήσει φρουρά την οποία διοικούσε ο Λαμβέρτος του Λιμού. Η απόφαση του Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ της 15ης Δεκεμβρίου 1215 δεν έκανε αναφορά σε αυτή την πόλη, συνεπώς δεν ανέφερε σε ποιανού την κατοχή θα περιερχόταν. Στρατηγικής σημασίας, η Μπωκαίρ φύλαγε την γαλλική πλευρά του Ροδανού, απέναντι από την Ταρασκόν, μία αυτοκρατορική πόλη. Ο Ραϊμόνδος Ζ΄ εισήλθε στην πόλη τον Μάιο του 1216, υπό τις επευφημίες των κατοίκων. Ο Λαμβέρτος του Λιμού επιχείρησε, μάταια, να αντισταθεί στον ερχομό του Ραϊμόνδου, αλλά αναγκάστηκε να υποχωρήσει μπροστά στον όχλο και να κλειστεί στο κάστρο, το οποίο, σύντομα, βρέθηκε να πολιορκείται από τους κατοίκους της πόλης. Μόλις έμαθε την είδηση, ο Γκι ντε Μονφόρ κατευθύνθηκε προς την Μπωκαίρ, με τον Κόμη Ραϊμόνδο Ζ΄ να μην επιθυμεί την κατά μέτωπο επίθεση, υποχρεώνοντας τον Γκι να πολιορκήσει την πόλη. Ο Σιμό έμαθε την είδηση ενώ βρισκόταν, ακόμη, στο Παρίσι. Μετέβη άμεσα στην Μπωκαίρ, όπου αφίχθη στις 6 Ιουνίου. Δύο επιθέσεις απωθήθηκαν στη διάρκεια του Ιουλίου. Μια τρίτη επίθεση επιχειρήθηκε στις 15 Αυγούστου, καταφέρνοντας να καταλάβει μέρος των τειχών, αλλά οι αμυνόμενοι, με την βοήθεια του τοπικού πληθυσμού, κατέβαλαν λυσσαλέα αντίσταση υποχρεώνοντας σε υποχώρηση τον Σιμόν. Αυτό τον καιρό, η φρουρά του Λαμβέρτου του Λιμού άρχισε να έχει έλλειψη πολεμοφοδίων, υποχρεώνοντας τον Σιμόν να εκκινήσει διαπραγματεύσεις για την λύση της πολιορκίας έναντι της αναίμακτης αποχώρησης της φρουράς του από την πόλη (24 Αυγούστου 1216).

Η διάδοση της αποτυχίας αυτής του Σιμόν, οδήγησε στο ξέσπασμα αναταραχών στην περιοχή του Λανγκντόκ. Επέστρεψε με ταχύ βηματισμό στην Τουλούζη, φοβούμενος ενδεχόμενη εξέγερση, η οποία ξέσπασε καθώς πλησίαζε στην πόλη, από την οποία απαίτησε ομήρους. Η πόλη κατελήφθη, αλλά ο Σιμόν απαίτησε πολεμικές αποζημιώσεις, οι οποίες ήταν τόσο υψηλές, ώστε ο ίδιος βρέθηκε να κυβερνά μια πόλη που τον μισούσε και βρισκόταν σε επαναστατικό αναβρασμό[45].

Εκμεταλλευόμενος την προσωρινή αυτή γαλήνη, ο Σιμόν πάντρεψε τον δεύτερο γιο του, Γκι με την Κόμισσα Πετρονέλα της Μπιγκόρ. Ο γάμος αυτός ενίσχυσε την κυριαρχία του στην περιοχή και άρπαξε την Μπιγκόρ από τους οπαδούς του Κόμη της Τουλούζης. Επενέβη, στην συνέχεια, στην Κομητεία της Φουά, όμως έμαθε ότι ο Ραϊμόνδος Ζ΄ συσπείρωσε γύρω του αρκετές πόλεις του Λανγκντόκ καθώς και τον Κόμη του Βαλεντινουά, τον οποίον πολέμησε το καλοκαίρι του 1217. Επιστρέφοντας από αυτή την εκστρατεία, ο Μονφόρ έμαθε ότι ο Ραϊμόνδος Ζ΄ είχε επιστρέψει στην Τουλούζη στις 13 Σεπτεμβρίου 1217, και ότι η πόλη είχε επαναστατήσει και είχε ανοικοδομήσει τα τείχη της. Ο Γκι, έχοντας ενημερωθεί πρώτος, ξεκίνησε την πολιορκία της πόλης στις 22 Σεπτεμβρίου. Η πολιορκία φαινόταν να διαιωνίζεται και στις 25 Ιουνίου 1218, ο Σιμόν δέχτηκε βλήμα από τους πολιορκημένους, πεθαίνοντας ακαριαία[46].

Η Κατάληψη της Μαρμάντ από τον Πρίγκιπα Λουδοβίκο το 1219 (Guilhem de Tudèle, Chanson de la croisade des Albigeois, αρχές 13ου αιώνα)

Ο Αμωρί ΣΤ΄ του Μονφόρ, διαδέχτηκε, τότε, τον πατέρα του στην ηγεσία των σταυροφορικών στρατευμάτων. Στις 25 Ιουλίου, έλυσε την πολιορκία και υποχώρησε στην Καρκασσόν. Αν και δεν του έλειπαν το θάρρος και η τόλμη, ο Αμωρί δεν είχε τα ίδια ηγετικά χαρίσματα με τον πατέρα του, μη μπορώντας να εμποδίσει την πλειοψηφία των βαρόνων του Λάνγκντόκ να συσπειρωθούν γύρω από τους Κόμητες της Τουλούζης και να ανακαταλάβουν τα φέουδα που κατείχαν οι Σταυροφόροι στην περιοχή[47].

Εμπρός σε αυτή την γενικότερη κατάσταση εξέγερσης, ο Πάπας Ονώριος Γ΄ ξεκίνησε να κάνει εκκλήσεις για νέα Σταυροφορία, στις αρχές του 1218. Ο Βασιλιάς Φίλιππος Αύγουστος αποφάσισε να αποστείλει τον γιο του, Λουδοβίκο να επέμβει στο Λανγκντόκ. Ο Φίλιππος έδρασε περισσότερο με στόχο την επιβολή της βασιλικής εξουσίας στο νότο της Γαλλίας, παρά από θρησκευτικό φανατισμό ή υποστήριξη προς τους φίλα προσκείμενους σε αυτόν βαρόνους. Ο Πρίγκιπας Λουδοβίκος μετέβη στο Λανγκντόκ επικεφαλής στρατεύματος και ένωσε τις δυνάμεις του με τον Αμωρί ΣΤ΄ του Μονφόρ, ο οποίος πολιορκούσε την Μαρμάντ (2 Ιουνίου 1219). Η πόλη κατελήφθη και ο πληθυσμός της σφαγιάστηκε. Οι Σταυροφόροι κατευθύνθηκαν τότε προς την Τουλούζη, όπου έφτασαν στις 17 Ιουνίου. ύστερα από ενάμιση μήνα ανεπιτυχούς πολιορκίας, η πολιορκία λύθηκε την 1η Αυγούστου, και ο Πρίγκιπας Λουδοβίκος επέστρεψε στον Βορρά. Κατά το υπόλοιπο του έτους, ο Ραϊμόνδος και ο Αμωρί περιδιέβεναν την περιοχή, ο καθένας ψάχνοντας να βρει νέους συμμάχους. Από τον Ιούλιο του 1220 έως τον Φεβρουάριο του 1221, ο Αμωρί πολιόρκησε, ανεπιτυχώς, το Καστενωνταρί. Στις 2 Αυγούστου 1222, ο Ραϊμόνδος Ζ΄ διαδέχτηκε τον πατέρα του και επιχείρησε την συμμαχία με τον Βασιλιά, ο οποίος του απάντησε πως θα συμφωνούσε μονάχα όταν η Εκκλησία έπραττε παρομοίως. Ο Ραϊμόνδος ξεκίνησε, τότε, ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση, ενώσω ο Ροζέ-Μπερτράν της Φουά συνέχισε τον ένοπλο αγώνα ανακαταλαμβάνοντας το Φανζώ, το Λιμού, την Πιές (1222), και το Μιρπουά (Ιούνιος 1223)[48].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, βιβλίο δέκατο, κεφ. έκτο, τελευταίο υποκεφάλαιο, όπου αναφέρει και την ταυτόσημη άποψη του Μακώλαιυ. Επίσης Ντυράν Δ΄ σ. 895.
  2. Bordonove 1991, p. 44-6
  3. Αυτό θα αποτελέσει και παντοτινό του πρόβλημα, καθώς και του γιου του. Ως Χριστιανός άρχοντας, ο οποίος είχε υπογράψει των Σύμφωνο των Παρισίων, όφειλε να υπακούσει στην Εκκλησία και να καταπολεμήσει την αίρεση των Καθαρών. Αλλά, καθώς ήταν άρχοντας της κομητείας της Τουλούζης, όφειλε, ταυτόχρονα, να διατηρήσει την ειρήνη μεταξύ των υπηκόων του, των οποίων ένα μεγάλο μέρος ήταν Καθαροί ή φιλικά προσκείμενοι προς αυτούς.
  4. για παράδειγμα ο Βερτράνδος του Σαισάκ, κηδεμόνας του Ραϊμόν-Ροζέ Τρενκαβέλ, και η Εσκλαρμόνδη, αδερφή του κόμη του Φουά
  5. H.C. Lea, History of the Inquisition in Middle Ages, I 103, New York 1888
  6. Bordonove 1991, p. 89-100
  7. Ο δολοφόνος του ήταν ένας υποτελής του κόμη της Τουλούζης, φαίνεται όμως ότι δεν έδρασε κατόπιν άνωθεν εντολής. Επρόκειτο, μάλλον, για μια περίπτωση ανάλογη με εκείνη της δολοφονίας του Τόμας Μπέκετ. Μετά τον αφορισμό και την αναχώρηση του λεγάτου, ο κόμης εικάζεται πως στη διάρκεια μεγάλου θυμού είπε ακραίες κουβέντες, οι οποίες ενδέχεται να ακολουθήθηκαν κατά γράμμα από τους υποτελείς του.
  8. Bordonove 1991, p. 101-114
  9. Οι στόχοι των πρώτων Σταυροφοριών ήταν η απελευθέρωση των Αγίων Τόπων και η προστασία των Χριστιανών της Ανατολής. Οι συμμετέχοντες στην Δ' Σταυροφορία, οι οποίοι, τελικώς, άλωσαν την Πόλη, παραλίγο να είχαν αφοριστεί, καθώς πολέμησαν εναντίον ομοθρήσκων τους Χριστιανών.
  10. Αυτό το νόημα επαναχρησιμοποιήθηκε και στη διάρκεια των Σταυροφοριών κατά του Φρειδερίκου Β', ενάντια της Αραγωνίας και ενάντια των Χουσιτών.
  11. Εννοείται πως για έναν βαρόνο, το ταξίδι στο Λανγκντόκ ήταν κατά πολύ φθηνότερο αυτού για τους Αγίους Τόπους, έτσι, η Σταυροφορία των Αλβιγηνών ήταν γι'αυτούς μια ευκαιρία να τους συγχωρεθούν τα αμαρτήματά τους και να λάβουν την συγχώρεση του Κυρίου με ελάχιστο κόστος.
  12. Γι'αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Σιμόν ντε Μονφόρ θα επιμείνει ώστε οι υποκομητείες του Αλμπί, της Μπεζιέ και της Καρκασσόν να περιέλθουν στην κατοχή του βασιλιά Πέτρου Β' της Αραγωνίας και δεν θα αρκεστεί στην παραχώρηση στον, τελευταίο, της θρησκευτικής εξουσίας στις προαναφερθείσες περιοχές.
  13. Paladilhe 1988, p. 82-83..
  14. Bordonove 1991, p. 84-86
  15. Η στρατιωτική δύναμή τους υπολογιζόταν σε 50.000 Paladilhe 1988, p. 86.
  16. Paladilhe 1988, p. 84-85 και Bordonove 1991, p. 115-120.
  17. Bordonove 1991, p. 121.
  18. Paladilhe 1988, p. 89-90 και Bordonove 1991, p. 128.
  19. Οι σαράντα μέρες ήταν η χρονική διάρκεια των υπηρεσιών που ένας Σταυροφόρος όφειλε να προσφέρει ώστε να λάβει τα πλεονεκτήματα των Σταυροφόρων.Με το πέρας αυτών των σαράντα ημερών, ο Σταυροφόρος ήταν ελεύθερος να εγκαταλείψει την Σταυροφορία και να επιστρέψει στα εδάφη του.
  20. Paladilhe 1988, p. 92-96 και Bordonove 1991, p. 129-136.
  21. Καισάριος του Χάστερμπαχ, Dialogus Miracolorum.
  22. Paladilhe 1988, p. 96-100 και Bordonove 1991, p. 140-142.
  23. Paladilhe 1988, p. 101-102 και Bordonove 1991, p. 143.
  24. Paladilhe 1988, p. 102-103 και Bordonove 1991, p. 144-148.
  25. Paladilhe 1988, p. 103-105 και Bordonove 1991, p. 149-155.
  26. Paladilhe 1988, p. 106-110.
  27. Paladilhe 1988, p. 110-112 και Bordonove 1991, p. 156-161.
  28. Paladilhe 1988, p. 113-115 et Bordonove 1991, p. 162-166.
  29. Paladilhe 1988, p. 115-116 και Bordonove 1991, p. 167-170.
  30. Paladilhe 1988, p. 117-118 και Bordonove 1991, p. 181-182.
  31. Paladilhe 1988, p. 118-119 και Bordonove 1991, p. 182-184.
  32. Δεν ήταν θρησκευτικός ο λόγος που οδήγησε τους κατοίκους της Ναρμπόν σε αυτή την πράξη, αλλά καθαρά οικονομικός, καθώς ήταν ένας εύκολος τρόπος να ξεφορτωθούν μια ανταγωνιστική, εμπορικά, πόλη.
  33. Paladilhe 1988, p. 120-125 και Bordonove 1991, p. 185-192.
  34. Paladilhe 1988, p. 125-133 και Bordonove 1991, p. 193-198.
  35. Paladilhe 1988, p. 133-137 και Bordonove 1991, p. 201-206.
  36. 400 σύμφωνα με τον Γουλιέλμο του Τολέδο, 300 σύμφωνα με τον Πουϊλορέν.
  37. Paladilhe 1988, p. 141-147 και Bordonove 1991, p. 207-210.
  38. Paladilhe 1988, p. 148-162 και Bordonove 1991, p. 217-223.
  39. Paladilhe 1988, p. 162-180 και Bordonove 1991, p. 224-235.
  40. Paladilhe 1988, p. 184-195.
  41. Paladilhe 1988, p. 195-205 και Bordonove 1991, p. 236-251.
  42. Paladilhe 1988, p. 205-233 και Bordonove 1991, p. 252-280.
  43. Bordonove 1991, p. 281-286.
  44. Paladilhe 1988, p. 246-257 et Bordonove 1991, p. 281-305.
  45. Paladilhe 1988, p. 257-273 και Bordonove 1991, p. 306-317.
  46. Paladilhe 1988, p. 273-297 και Bordonove 1991, p. 317-329.
  47. Bordonove 1991, p. 330-335.
  48. Bordonove 1991, p. 336-354.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Gauthier Langlois et Charles Peytavie, « Châteaux en Pays cathare », dans Archéothéma, no 23, juillet-août 2012 (ISSN 1969-1815)
  • Fernand Niel, Albigeois et Cathares, Paris, PUF, coll. « Que sais-je ? », 1983, 10e éd. (1re éd. 1955), 123 p. (ISBN 2-13-037990-7)
  • Michel Roquebert, Histoire des Cathares, Paris, éditions Perrin, 1999 (réimpr. Collection de poche Tempus 2002), 544 p. (ISBN 2-262-01894-4).
  • Michel Roquebert, les trois premiers tomes de L'Epopée cathare : 1. L'Invasion, 1198-1212, 848 p. - 2. Muret ou la dépossession, 1213-1216, 490 p. - 3. Le Lys et la Croix, 1216-1229. 666 p. (Privat, 1970,1977 et 1986 : édition revue et augmentée Perrin, Collection de poche Tempus, 2006-2007).(ISBN 2-262-02405-7 ; 2-262-02448-0;978-2-02652-3)
  • Michel Roquebert, Simon de Montfort, bourreau et martyr, 414 p. (Perrin 2005 et Collection de poche Tempus, 2010) ((ISBN 978-2-262-03352-1)
  • Dominique Paladilhe, Simon de Montfort, Librairie Académique Perrin, 1988 (réimpr. 1997), 324 p. (ISBN 2-262-01291-1)
  • Georges Bordonove, La Tragédie Cathare, Paris, Pygmalion – Gérard Watelet, coll. « Les Grandes Heures de l’Histoire de France », 1991, 462 p. (ISBN 2-85704-359-7)
  • Zoé Oldenbourg, Le bûcher de Montségur : 16 mars 1244, Paris, Gallimard, coll. « Les journées qui ont fait la France », 1959 (réimpr. 2003) (ISBN 2-07-032507-9)
  • Yves Rougé, Le Lieu - Journal de Jordan de Lordat, Muret, Créatifs Associés Édition, 1995, 135 p. (ISBN 2-950946-2-9)
  • Jacques Madaule, Le drame albigeois et l’unité française, collection « Idées » no 300, Paris, Gallimard 1973, 245 p.
  • Will Durant, The Age of Faith. Μετάφρ. Λεωνίδα Κάβουρα ως Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, τ. Δ΄, σελ. 895-903, εκδ. Αφοί Συρόπουλοι-Κουμουνδουρέας, 1965.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Croisade des Albigeois της Γαλλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).