Σλαβόφωνοι της ελληνικής Μακεδονίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Παραδοσιακή έκταση της σλαβοφωνίας (μωβ) στην ελληνική Μακεδονία.

Οι Σλαβόφωνοι της ελληνικής Μακεδονίας στις μέρες μας (αρχές του 21ου αι.) είναι πληθυσμιακή ομάδα δίγλωσσων που ομιλούν διάλεκτο της Σλαβομακεδονικής, όσοι απέμειναν εντός ελλαδικού χώρου μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-13), το Πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ (1924) (περί εθελουσίας ανταλλαγής πληθυσμών) που υπογράφτηκε μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας στα πλαίσια της συνθήκης του Νεϊγύ (1919), την εισβολή των Βουλγάρων κυρίως στη Δυτική Μακεδονία κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ως συμμάχων του Άξονα και συνακόλουθα μετά την ήττα του ΔΣΕ (1949). Υπολογίζονται σήμερα από 10.000 έως 30.000.[1] Αυτού του είδους το εύρος μεταξύ ελαχίστου και μεγίστου πληθυσμού οφείλεται τόσο στην έλλειψη στατιστικών στοιχείων, στις επιμειξίες αλλά και στη μαζική σχεδόν αστυφιλία [2] που παρατηρήθηκε κυρίως στις δεκαετίες του 1950 και 1960.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σλαβόφωνοι της ελληνικής Μακεδονίας βρίσκονται σε μια γεωγραφική ζώνη από βορειοδυτικά της λίμνης της Καστοριάς κατά μήκος των συνόρων της ΠΓΔΜ, άλλοτε Γιουγκοσλαβικών, έως το όρος Όρβηλο στα σύνορα με τη Βουλγαρία, όπως αυτά διαμορφώθηκαν και ισχύουν μέχρι τις μέρες μας μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913), βάσει της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου 1913)[3]

Οι σπουδαιότεροι λόγοι που συνετέλεσαν στη διαμόρφωση του σλαβικού ιδιώματος (φωνητικά) ανάγονται στη βυζαντινή περίοδο και τη Τουρκοκρατία που ακολούθησε, όταν αριθμός Βουλγάρων αιχμαλώτων αναζήτησε εργασία στα μεγάλα αγροκτήματα των Βυζαντινών τιμαριούχων.[4] Ο Απόστολος Βακαλόπουλος αναφέρει ότι συναντώνταν σλαβόφωνοι ως εποχιακοί εργάτες συλλογής βαμβακιού ακόμα και στην περιοχή των Τρικάλων.[5] Η έλλειψη ουσιαστικών συνόρων στην ελληνική χερσόνησο έκανε εύκολο τον συγχρωτισμό με τους άλλους λαούς και οι μετακινήσεις για εργασία πολλών φτωχών Σλάβων προς τις εύφορες βόρειες περιοχές του ελληνικού χώρου, ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Έτσι προέκυψε το σλαβικό ιδίωμα[εκκρεμεί παραπομπή], και αποτέλεσε μέσο κοινής συνεννόησης Τούρκων, Ελλήνων και Σλάβων εποίκων για να εξυπηρετούνται εμπορικοί και άλλοι σκοποί. Σε πολλές περιπτώσεις, οι περιστάσεις ανάγκαζαν τον ελληνικό πληθυσμό να προτιμά να μαθαίνει το προφορικό ιδίωμα αυτό και να προσποιείται πρόσκαιρα ότι είναι σλαβικός ώστε να αποφεύγει το παιδομάζωμα, τις σφαγές και το μίσος των Τούρκων έπειτα από κάθε επανάσταση του ελληνισμού.[6]Το σλαβoφωνικό γλωσσικό ιδίωμα αποτέλεσε αργότερα τη βάση της βουλγαρικής προπαγάνδας με την ίδρυση βουλγαρικών εξαρχικών σχολείων και καταλήψεις ελληνικών εκκλησιών, σύμφωνα με σουλτανικό φιρμάνι του 1870,β[›] που όριζε εφόσον οι εξαρχικοί αποτελούσαν το ένα τρίτο του εκκλησιάσματος να λειτουργούν εκ περιτροπής σε εκκλησίες που ποτέ δεν έκτισαν και να δημιουργούν μητροπόλεις αν ήσαν οι μισοί. Κατά την περίοδο των ελληνοβουλγαρικών αναταράξεων οι σλαβόφωνοι διχάστηκαν σε Πατριαρχικούς και εξαρχικούς στα συνοριακά όμως εδάφη της βόρειας σημερινής ελληνικής Μακεδονίας (1895 - 1908) και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1946-49) τη σκυτάλη παρέλαβε ο Τίτο που ήδη είχε συστήσει από 2 Αυγ. 1944 τη «Λαϊκή Δημοκρατία]] της Μακεδονίας». Μετά όμως τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, τη σκυτάλη την παρέλαβε η ΠΓΔΜ.

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ευαγγέλιο του Κονικόβου, Σολόν (Θεσσαλονίκη), 1852.
«Έκαμα ένα γλωσσάριο που το πλουτίζω, το συμπληρώνω μέρα με τη μέρα. Μιλάνε μια γλώσσα πούναι παρακλάδι σλαβικό, με πολλά τούρκικα και ελληνικά στοιχεία. Η αντρίκεια της φτογγολογία μου δίνει ένα τονωτικό συναίστημα Τα φωνήεντα είναι σπάνια. Η μαλακιά θηλυκάδα τους πνίγεται σ΄ένα κατακρύλισμα από φωνές αδρές και σκληρές. Σας μιλάν ακούς να δρομίζουν τον κατήφορο βότσαλα και χαλίκια στρογγυλεμένα στ΄ ορμητικό ρέμα του Δραγόρα. Μερικές λέξεις έχουν την παρθένα παραστατικότητα των πρωτογέννητων γλωσσών, που δεν ήταν παρά ηχητική μίμηση των κρότων και των θορύβων της ζωντανής ζωής. Για να πούνε πως το πουλί ((πέταξε)) λένε ((π΄ρρλιτς)). Σε καμιά γλώσσα δεν άκουσα τόσο ηχητικά το πέταγμα του πουλιού. Στρατής Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω,[7]

Ομιλείται σήμερα ως δεύτερη γλώσσα από τους σλαβόφωνους της ελληνικής Μακεδονίας, όπως ομιλούνταν στο ευρύτερο βιλαέτι του Μπίτολα (Μοναστηρίου) μέσα σ΄ ένα πολυεθνικό περιβάλλον με Έλληνες, Τούρκους, Βουλγάρους, Σέρβους, Αλβανούς, Εβραίους, Βλάχους κ.α. επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η πολιτική των ελληνικών και βουλγαρικών κυβερνήσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία των σλαβοφώνων της ελληνικής Μακεδονίας εξαρτήθηκε άμεσα από την ιστορία των ελληνο-βουλγαρικών σχέσεων από τα τέλη του 19ου και στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα. Η ένταση μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας ξεκίνησε επίσημα με την απόσχιση της βουλγαρικής Εξαρχίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως το 1870 και κορυφώθηκε το 1906 με τον ανθελληνικό διωγμό και την de facto κατάλυση των ελληνικών κοινοτήτων στη Βουλγαρία. Συνεχίστηκε με τον Β' Βαλκανικό Πόλεμο όταν η Βουλγαρία απέτυχε να διατηρήσει ένα λιμάνι στο Αιγαίο ενώ η Ελλάδα και η Σερβία προσάρτησαν το μεγαλύτερο μέρος της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας. Επιδιώκοντας να ανακτήσει τα εδάφη που διεκδικούσε, η Βουλγαρία συμμετείχε στον Α' Παγκ.Πόλεμο στη συμμαχία των Κεντρικών Δυνάμεων, και βρέθηκε πάλι στο στρατόπεδο των ηττημένων. Με τη συνθήκη του Neuilly παραχώρησε μεγάλο μέρος των εδαφών της στη Σερβία, τη Ρουμανία και την Ελλάδα. Μετά τον πόλεμο επιδίωξε και πάλι να ασκήσει πολιτική στην περιοχή της Μακεδονίας χρησιμοποιώντας τη σλαβόφωνη ή βουλγαρίζουσα μειονότητα στην Ελλάδα, αμφισβητώντας το εδαφικό καθεστώς των Συνθηκών. Επειδή κρίθηκε πολύ δύσκολο να συμβιώσουν ειρηνικά Έλληνες και Βούλγαροι, προτιμήθηκε η λύση της αμοιβαίας εθελοντικής μετανάστευσης, πρόταση που εισηγήθηκε ο Ελ. Βενιζέλος τον Αύγουστο του 1919. Οι δύο χώρες υπέγραψαν σχετική συμφωνία, η οποία εφαρμόστηκε το 1920. Η ένταση μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων συνεχίστηκε, με μείζονα επεισόδια όπως η δολοφονία 17 σλαβόφωνων στο Τερλίζ (σημ. Βαθύτοπος Ν. Δράμας) της ελληνικής Μακεδονίας από Έλληνες πρόσφυγες της Μ. Ασίας (Ιούλ. 1924) και η δολοφονία Ελλήνων στρατιωτών στο Πετρίτσι από Βουλγάρους και η εισβολή ελληνικού στρατού στο βουλγαρικό έδαφος τον Οκτ. 1925.

Για να μειωθούν οι εντάσεις προτάθηκε το 1924 η λεγόμενη σύμβαση Πολίτη-Καλφώφ η οποία αναγνώριζε την ύπαρξη εθνικών μειονοτήτων εκατέρωθεν των συνόρων. Η Βουλγαρική βουλή ενέκρινε το σύμφωνο το οποίο θεώρησε "εθνική νίκη". Αντίθετα στην Ελλάδα δημιουργήθηκαν αντιδράσεις και έγινε αντιληπτό ότι η Βουλγαρία θα το χρησιμοποιούσε για επεκτατικούς σκοπούς. Έτσι η Ελληνική βουλή 1925 το καταψήφισε και αυτό έμεινε ανενεργό.[8]

Μέσα στους παράγοντες που περιέπλεξαν την κρατική πολιτική έναντι των σλαβοφώνων ήταν η εγκατάσταση στη Μακεδονία Ελλήνων προσφύγων από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και τη Βουλγαρία, μετά τον Α' Παγκ. Πόλεμο και τη Συνθήκη της Λωζάνης. Τα προβλήματα αυτά έτειναν να επιλυθούν ειρηνικά με την αμοιβαία μετανάστευση σλαβόφωνων και ελληνόφωνων, όταν το Νοέμβριο του 1924 το ΚΚΕ, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων μελών του, αποδέχτηκε τη διακήρυξη της Κομιντέρν για "ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία". Αυτή η απόφαση του ΚΚΕ έκανε μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού να συνδέσει τους βουλγαρίζοντες της Μακεδονίας με τους κομμουνιστές. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις αδεξιότητες του ελληνικού κράτους στο προηγηθέν σύμφωνο Πολίτη-Καλφώφ, όξυνε τις τοπικές αντιπαραθέσεις, ενέπλεξε τη Σερβία στις ελληνο-βουλγρικές σχέσεις και οδήγησε στην άρνηση επικύρωσης του συμφώνου από την Ελληνική Βουλή. Στη δικτατορία του Πάγκαλου (1925-26), υπό την πίεση των τότε καταστάσεων, αναγνωρίστηκε η ύπαρξη σερβικής μειονότητας στην Ελλάδα αλλά μετά τη δικτατορία αυτή η απόφαση απορρίφθηκε από την Ελληνική Βουλή. Επί διακυβέρνησης Βενιζέλου (1928-32), η θέση της Ελλάδας ως προς τη σλαβική γλωσσική μειονότητα παρέμεινε ασταθής, λόγω αντιτιθέμενων πιέσεων από τη Σερβία και τη Βουλγαρία, δεδομένου ότι η πρώτη φοβόταν ότι θα δημιουργηθεί αντίστοιχο θέμα στο εσωτερικό της.

Προβλήματα στην ενσωμάτωση των σλαβόφωνων δημιουργούσε και η Βουλγαρική πολιτική εκσλαβισμού, εκμεταλλευόμενη τις τότε συνθήκες μετανάστευσης προς Αμερική και Αυστραλία. Λόγω των περιορισμών που έθεταν ορισμένες χώρες υποδοχής για Έλληνες μετανάστες ή για ανηλικους, πολλοί Μακεδόνες (που σε μεγάλο ποσοστό ήταν δίγλωσσοι ή ρευστής εθνικής συνείδησης) αναγκάζονταν να παραμείνουν επί τριετία στη Βουλγαρία και να αποκτήσουν βουλγαρικό διαβατήριο. Ταυτόχρονα, τα ελληνικά κόμματα δεν μπορούσαν να υιοθετήσουν μια κοινή πολιτική έναντι των σλαβοφώνων. Οι τελευταίοι ήταν κυρίως ψηφοφόροι του Λαϊκού Κόμματος, λόγω του ότι συσχέτιζαν τα βενιζελικά κόμματα με τους πρόσφυγες. Στην περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά εφαρμόστηκαν σκληρά μέτρα γλωσσικής αφομοίωσης των περίπου 85.000 απογραφέντων σλαβοφώνων, μέτρα που όπως φαίνεται είχαν εισηγηθεί κρατικοί παράγοντες από την προηγούμενη δεκαετία. Η πολιτική αυτή προκάλεσε δυσαρέσκεια και αναζωπύρωσε τα φιλοβουλγαρικά αισθήματα, κάτι που εκδηλώθηκε στα ταραγμένα χρόνια που ακολούθησαν.[9]

Παραδοσιακή μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στίχοι σλαβόγλωσσων τραγουδιών από την περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας είχαν καταγραφεί το 19ο αιώνα σε συλλογές βουλγαρικών παραδοσιακών τραγουδιών από τη Μακεδονία και τον 20ο αι. από καταγόμενους από την Ελλάδα που ζούσαν στη Γιουγκοσλαβία.[10] Η μουσική παράδοση της ανατολικής Μακεδονίας μοιάζει με εκείνη της Θράκης, των νοτιοδυτικών τμημάτων της περιοχής με εκείνη της Ηπείρου, ενώ των βορείων τμημάτων της με εκείνη των όμορων κρατών.[11] Εξαιτίας της πολιτικής φόρτισης της σλαβογλωσσίας, οι Έλληνες ερευνητές είτε δεν ασχολήθηκαν με τη σλαβόγλωσση μουσική παράδοση της περιοχής είτε συναντούσαν ως τη δεκαετία του '90 την απροθυμία συνεργασίας των ντόπιων μουσικών.[12] Στις 200 περίπου καταγραφές παραδοσιακής μουσικής της ελληνικής Μακεδονίας που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα από το 1959 κ.ε. γινόταν προσπάθεια να υπογραμμιστει ο ελληνικός της χαρακτήρας. Έτσι, τα σλαβόγλωσσα τραγούδια παραλείπονταν, αναφέρονταν με ελληνικούς τίτλους ή, αν και (από τη δεκαετία του 1980) αναφερόταν το σλαβικό τους όνομα, πάντοτε εκτελούνταν ορχηστρικά, χωρίς λόγια.[13] Την περίοδο της όξυνσης του Μακεδονικού τη δεκαετία του '90, ένας οδοντίατρος από τα Κουφάλια, ο Κώστας Νοβάκης, ξεκίνησε να συλλέγει παραδοσιακά τραγούδια και το 2002-3 εξέδωσε τρία CD με σλαβόφωνα τραγούδια κυρίως από τη δυτική αλλά και την κεντρική Μακεδονία. Αυτή ήταν η πρώτη κυκλοφορία τραγουδιών με λόγια στις σλαβικές διαλέκτους της ελληνικής Μακεδονίας.[14] Εξαιτίας της διακοπής της συνέχειας της σλαβόγλωσσης μουσικής παράδοσης και καθώς η καθημερινή χρήση των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία έχει πλέον ατονήσει, οι λιγοστοί που ασχολούνται ενεργά με τα σλαβόφωνα μακεδονικά τραγούδια επηρεάζονται περισσότερο από την εκσυγχρονισμένη φολκλορική παραγωγή της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και λιγότερο από τη ντόπια μουσική παράδοση.[15]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

^ β: Ο Σουλτάνος τελικά έδινε δικαίωμα στην νέα Εκκλησία, εφόσον είχε στο εκκλησίασμα την πλειοψηφία των 2/3 να ιδρύσει Μητρόπολη και αν είχε το 1/3 τουλάχιστον να κατέχει μια εκκλησία.... «Ἀν αὐτό ληφθῇ ὡς πρόσχημα διά τήν ἐνσπορᾶ διχόνοιας καί ἀναταραχής μεταξύ τὢν κατοίκων, οἱ ἔνοχοι τέτοιων ἐνεργειών θά τιμωρηθούν, σύμφωνα μέ τό νόμο».ΑΡΘΡΟ Χ (10ον) του φιρμανιού της 10ης Μαρτίου 1870 που υπέγραψε ο σουλτάνος για τη σύσταση της βουλγαρική εξαρχίας»[16]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Greece – Report about Compliance with the Principles of the Framework Convention for the Protection of National Minorities (along guidelines for state reports according to Article 25.1 of the Convention)». Greek Helsinki Monitor (GHM) & Minority Rights Group – Greece (MRG-G). 1999-09-18. http://dev.eurac.edu:8085/mugs2/do/blob.html?type=html&serial=1044526702223. Ανακτήθηκε στις 2009-01-12. 
  2. Politics, power, and the struggle for democracy in South-East Europe, Karen Dawisha, Bruce Parrott, Cambridge University Press, 1997, ISBN 0-521-59733-1, pp. 268-269.
  3. Γεώργιος Μίντσης, Η Ιστορία του Μακεδονικού Ζητήματος «Από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου μέχρι τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, σσ. 39-44, εκδ. ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ 1991
  4. ΙΕΕ, τόμος ΙΔ΄ «Νεώτεροι χρόνοι 1880-1913, σ.»
  5. Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833 «ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» σσ. 139-56, εκδόσεις Βάνιας, 1992
  6. Παύλος Τσάμης, Μακεδονικός Αγών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1975
  7. Στρατής Μυριβήλης, Η Ζωή εν τάφω, σ. 225, Εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 198926η
  8. Παναγιωτοπούλου Άννα, Η μετανάστευση των Ελλήνων της Βουλγαρίας στην Ελλάδα την περίοδο του Μεσοπολέμου (1919-1931) βάσει της σύμβασης του Neuilly. Διδακτορ. Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπ. Θεσσ/νίκης, Τμ. Ιστορίας και Αρχαιολογίας, 2013, σ. 17 -28.
  9. Γούναρης Κ. Βασίλης, Οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας. Η πορεία ενσωμάτωσης στο ελληνικό εθνικό κράτος, 1870-1940. Μακεδονικά, 29 (1994), 209-237
  10. Kahl 2010, σελ. 387-8
  11. Kahl 2010, σελ. 391
  12. Kahl 2010, σελ. 388-9
  13. Kahl 2010, σελ. 391-6
  14. Ο ΙΟΣ (27-03-2004). «Τραγούδια -επιτέλους- με λόγια!». http://www.iospress.gr/mikro2004/mikro20040327.htm. Ανακτήθηκε στις 08-05-2016. 
  15. Kahl 2010, σελ. 397-8. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον όρο «σλαβομακεδονικά τραγούδια» (Slavic Macedonian songs).
  16. Ανδρέας Νανάκης, Εκκλησία-Γένος-Ελληνισμός, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη 1993

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νικόλαος Ανδριώτης, Το ομόσπονδο κράτος των Σκοπίων και η γλώσσα του, 1957
  • Γεώργιος Μίντσης, Εθνολογική σύνθεση της Μακεδονίας, αρχαιότητα, μεσαίωνας, νέοι χρόνοι, εκδόσεις Ηρόδοτος, 1997
  • Kahl, Thede (2010). «"Singing without words". Language and Identity Shift among Slav Macedonian Musicians in Greece». Die Welt der Slaven: Internationale Halbjahresschrift für Slavistik LV (2): 384-401. 
  • Στίλπων Κυριακίδης, Τα Βόρεια Εθνολογικά Όρια του Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1946
  • Ιωάννης Κολιόπουλος, Λεηλασία φρονημάτων, εκδόσεις Βάνιας, 1995
  • Σπυρίδων Σφέτας, Ελληνοβουλγαρικές αναταράξεις 1880-1908, Εκδόσεις Περιζήτητο, 2007 ISBN 960-90010-3-3
  • Dakin Douglas, The Greek Struggle in Macedonia 1897- 1913, IMXA, Θεσσαλονίκη 1965, Εκδοτική Αθηνών, 1993
  • Βασίλης Κ.Γούναρης (1994). «Οι Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας: Η πορεία της ενσωμάτωσης στο ελληνικό εθνικό κράτος, 1870 - 1940». Μακεδονικά 29: 209-237. http://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/makedonika/article/download/5756/5495.pdf. 
  • Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης (2003). Μετακινήσεις Σλαβόφωνων πληθυσμών 1912-1930: Ο πόλεμος των στατιστικών. Αθήνα: Κριτική / ΚΕΜΟ. 
  • Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, επιμ. (2001). «Οι σλαβικές διάλεκτοι της Μακεδονίας». Γλωσσική Ετερότητα στην Ελλάδα. Αθήνα: Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων / εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 141-280. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Slavic_speakers_of_Greek_Macedonia της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).