Μοισία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία την εποχή του Αδριανού (βασίλεψε 117-138 μ.Χ.), δείχνοντας, στον κάτω Δούναβη, τις αυτοκρατορικές επαρχίες της Ανω Μοισίας (Κεντρική Σερβία/Koσσυφοπέδιο) και Κάτω Μοισίας (Βόρεια Βουλγαρία/παραλιακή Ρουμανία) και τις 2 λεγεώνες τις ανεπτυγμένες σε κάθε μια τους το 125
Επαρχίες της Κάτω Μοισίας (δεξιά) και Ανω Μοισίας (αριστερά)
Κάτω Μοισία.
Ανω Μοισία.
Οι επαρχίες της Μοισίας και τα βόρεια Βαλκάνια κατά την Ύστερη αρχαιότητα

Μοισία (λατινικά: Provincia Moesiarum, επαρχία των Μοισών) ονομαζόταν κατά την αρχαιότητα η περιοχή των βορείων Βαλκανίων κοντά στον Δούναβη, η οποία κατόπιν τον 1ο αι. μ.Χ. έγινε επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η επαρχία γνώρισε πολλές διασπάσεις στο πέρασμα των χρόνων, όμως η ονομασία της παρέμεινε επί πολλούς αιώνες σε χρήση ως ευρύτερος γεωγραφικός όρος, περιγράφοντας τα εδάφη από τον ποταμό Δούναβη (Β) έως τις οροσειρές του Σάρου και του Αίμου (Ν) και από τον ποταμό Δρίνο (Δ) μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα (Α). Με βάση το σημερινό χάρτη της Βαλκανικής Χερσονήσου, περιείχε τη βόρεια Βουλγαρία, μεγάλα τμήματα της Σερβίας και της ΠΓΔΜ, καθώς και λίγα εδάφη της Ρουμανίας - Μολδαβίας - Ουκρανίας που βρίσκονται κοντά στις εκβολές του Δούναβη.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δραχμή του Ίστρου, ελληνικής αποικίας στην Μοισία, 4ος αιώνας π.Χ.

Σε αρχαίες γεωγραφικές πηγές η Μοισία οριζόταν στα νότια από τα όρη Αίμο (Βαλκάνια Όρη) και Σκάρδο (Σαρ), στα δυτικά από τον ποταμό Δρίνο, στα βόρεια από τον Ντόναρι (Δούναβη) και στα ανατολικά από τον Εύξεινο Πόντο(Μαύρη Θάλασσα).

Η περιοχή κατοικήθηκε κυρίως από Θράκες, Δάκες (Θρακο-Δάκες), Ιλλυριούς και Θρακο-Ιλλυρούς λαούς. Το όνομα της περιοχής προέρχεται από τους Moισούς, Θρακοδακικό λαό, που ζούσαν εκεί πριν από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση.

Τμήματα της Μοισίας ανήκαν στο κράτος του Bυρεβίστα, βασιλιά των Γετών, που επέβαλε την κυριαρχία του σε μεγάλο τμήμα των Βόρειων Βαλκανίων μεταξύ 82 π.Χ. και 44 π.Χ. Ηγήθηκε λεηλασιών και κατακτητικών επιδρομών σε ολόκληρη την Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, υποτάσσοντας τις περισσότερες γειτονικές φυλές. Μετά τη δολοφονία του από εσωτερική συνομωσία η αυτοκρατορία χωρίστηκε σε αρκετά μικρότερα κράτη.

Το 75 π.Χ. ο Γάιος Σκριβόνιος Κούριος, ανθύπατος της Μακεδονίας, οδήγησε ένα στρατό μέχρι το Δούναβη και κατήγαγε νίκη επί των κατοίκων, που τελικά υποτάχθηκαν από το Μάρκο Λικίνιο Κράσσο, εγγονό του ομώνυμου μέλους της τριανδρίας και αργότερα επίσης ανθύπατου της Μακεδονίας επί της βασιλείας του Αυγούστου, περί το 29 π.Χ. Η περιοχή, ωστόσο, οργανώθηκε ως επαρχία μόνο τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Αυγούστου. Το 6 μ.Χ. γίνεται αναφορά στον κυβερνήτη της, τον Καικίνα Σεβήρο (Δίων Κάσσιος, lv. 29). Ως επαρχία η Μοισία ήταν υπό έναν αυτοκρατορικό ανθύπατο λεγάτο (που πιθανόν είχε επίσης τον έλεγχο της Αχαΐας και της Μακεδονίας).

Το 86 μ.Χ. ο βασιλιάς της Δακίας Δούρας διέταξε τα στρατεύματά του να επιτεθούν στη Ρωμαϊκή Μοισία. Μετά από αυτή την επίθεση ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Δομιτιανός κατέφτασε προσωπικά στη Μοισία και την αναδιοργάνωσε το 87 μ.Χ. σε δύο επαρχίες, χωρισμένες από τον ποταμό Κέβρο: τη δυτική Ανω Μοισία και την ανατολική Κάτω Μοισία, που καθεμιά τους διοικείτο από ένα αυτοκρατορικό ανθύπατο λεγάτο Ο καθένας κυβερνούσε ένας αυτοκρατορικός προξενικός δεσμός και έναν προκουράτορα.

Από τη Μοισία ο Δομιτιανός άρχισε να σχεδιάζει μελλοντικές εκστρατείες στη Δακία και ήδη το 87 άρχισε μια ισχυρή επίθεση εναντίον της Δακίας, διατάσσοντας να επιτεθεί το Στρατηγό Κορνήλιο Φούσκο. Ετσι το καλοκαίρι του 87 ο Φούσκος οδήγησε πέντε ή έξι λεγεώνες στο Δούναβη. Η εκστρατεία εναντίον των Δακών τερματίστηκε χωρίς σαφές αποτέλεσμα και ο Δεκέβαλος, βασιλιάς των Δακών, αγνόησε με αυθάδεια τους όρους της ειρήνης (89 μ.Χ.) που είχαν συμφωνηθεί στο τέλος του πολέμου.

Ο Αυτοκράτορας Τραϊανός έφτασε αργότερα στη Μοισία και ξεκίνησε την πρώτη του στρατιωτική εκστρατεία στο Βασίλειο των Δακών από το Μάρτιο ως το Μάιο του 101, περνώντας στη βόρεια όχθη του ποταμού Δούναβη και νικώντας το στρατό τους κοντά στο Tάπε, ένα ορεινό πέρασμα στα Καρπάθια. Εντούτοις, τα στρατεύματα του Τραϊανού είχαν καταπονηθεί στη συμπλοκή και ματαίωσε περαιτέρω εκστρατεία τη χρονιά εκείνη, για να επουλώσει τα στρατεύματα, να τα ενισχύσει και να τα ανασυγκροτήσει. Τον επόμενο χειμώνα ο βασιλιάς Δεκέβαλος ξεκίνησε μια αντεπίθεση στα κατάντη του Δούναβη, αλλά αποκρούστηκε. Ο στρατός του Τραϊανού προχώρησε βαθύτερα στην επικράτεια της Δακίας και ανάγκασε το βασιλιά Δεκέβαλο να υποταχθεί ένα χρόνο αργότερα.

Ο Τραϊανός επέστρεψε θριαμβευτής στη Ρώμη και του απονεμήθηκε ο τίτλος Δακικός. Η νίκη εξυμνήθηκε με το μνημείο Tropaeum Traiani. Ωστόσο ο Δεκέβαλος το 105 επιχείρησε μια εισβολή ενάντια στη Ρωμαϊκή επικράτεια προσπαθώντας να υποκινήσει μερικές από τις φυλές βόρεια του ποταμού ενάντια στην αυτοκρατορία. Ο Τραϊανός επανήλθε και μετά την κατασκευή, με το σχέδιο του Απολλόδωρου του Δαμασκηνού, της τεράστιας γέφυράς του πάνω από το Δούναβη, κατέκτησε μέρος της Δακίας το 106.

Κάπου γύρω στα 272 στην πόλη της Μοισίας Ναϊσσό ή Νίσσα (σύγχρονη Νις στη Σερβία) γεννήθηκε ο μελλοντικός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄.

Μετά την εγκατάλειψη της Ρωμαϊκής Δακίας στους Γότθους από τον Αυρηλιανό (270-275) και τη μεταφορά των Ρωμαίων πολιτών από την πρώην επαρχία στα νότια του Δούναβη, το κεντρικό τμήμα της Μοισίας πήρε το όνομα της Αυρηλιανής Δακίας (Dacia Aureliana) (που στη συνέχεια χωρίστηκε σε Δακία Παραποτάμια (Dacia Ripensis) και Εσωτερική Δακία (Dacia Mediterranea).

Με τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις του Αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305), και οι δύο επαρχίες της Μοισίας αναδιοργανώθηκαν. Η Ανω Μοισία χωρίστηκε σε δύο, το βόρειο τμήμα αποτέλεσε την επαρχία Μοισία Πρίμα, με τις πόλεις Βιμινάκιο και Σινγκίντουνουμ, ενώ το νότιο μέρος οργανώθηκε ως νέα επαρχία της Δαρδανίας με τις πόλεις Σκούποι και Ουλπιανή. Συγχρόνως η Κάτω Μοισία χωρίστηκε σε Μοισία Σεκούντα και Μικρά Σκυθία. Οι κύριες πόλεις της Μοισία Σεκούντα ήταν η Μαρκιανόπολις, η Οδησσός (Βάρνα), η Νικόπολις, η Άμπριτους (Ραζγκράντ), το Ντουροστόρουμ (Σιλίστρα), η Τρανσμαρίσκα (Τουτρακάν), η Σεξαγκίντα Πρίστα (Ρούσε) και η Nόβαι (Σβιστόβ), όλες στη σημερινή Βουλγαρία .

Τα κεντρικά και βόρεια Βαλκάνια στα μέσα του 2ου αιώνα. Οι Moesia Inferior και Superior είναι αντίστοιχα οι Κάτω και Άνω Μοισία.

Ως επαρχία των συνόρων η Μοισία ενισχύθηκε από σταθμούς και φρούρια που ανεγέρθηκαν κατά μήκος της νότιας όχθης του Δούναβη και ένα τείχος χτίστηκε από την Αξιόπολη ως την Τόμι για προστασία από τους Σκύθες και τους Σαρμάτες. Η φρουρά της Μοισία Σεκούντα περιλάμβανε την 1η Ιταλική Λεγεώνα και την 11η Κλάυδια Λεγεώνα, καθώς και ανεξάρτητες μονάδες πεζικού και ιππικού και ποτάμιους στολίσκους. Το Notitia Dignitatum απαριθμεί τις μονάδες και τις βάσεις του όπως ήταν τη δεκαετία του 390. Οι μονάδες στη Μικρά Σκυθία περιελάμβαναν την 1η Ιόβια και τη 2η Ηράκλεια Λεγεώνα.

Μετά το 238 μ.Χ, η Μοισία συχνά δεχόταν εισβολές και επιδρομές των Κάρπων Δακών και της Ανατολικής Γερμανικής φυλής των Γότθων το 250. Οι Γότθοι, που πιέζονταν έντονα από τους Ούννους, πέρασαν ξανά τον Δούναβη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ουάλη (376 ) και με την άδειά του εγκαταστάθηκαν στη Μοισία. Μετά την εγκατάστασή τους ακολούθησαν σύντομα συγκρούσεις και οι Γότθοι υπό το Φριτίγερνο νίκησαν τον Ουάλη σε μια μεγάλη μάχη κοντά στην Αδριανούπολη. Αυτοί οι Γότθοι είναι γνωστοί ως Μοισο-Γότθοι, για τους οποίους ο Ουλφίλας έκανε τη γοτθική μετάφραση της Αγίας Γραφής.

Βυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το θάνατο του Φλάβιου Θεοδοσίου (395) και τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε Ανατολική (την καλούμενη Βυζαντινή) και Δυτική, η Μοισία κληροδοτήθηκε στην Ανατολή. Ήδη η περιοχή δεχόταν αλλεπάλληλες επιδρομές από γερμανικά φύλα της αντίπερα όχθης του Δούναβη, στα οποία αργότερα προστέθηκαν και σλαβικά. Οι λαοί αυτοί αποσταθεροποίησαν μεν τη ρωμαϊκή κυριαρχία, αλλά για μεγάλο διάστημα η Κωνσταντινούπολη κατάφερνε να τους ελέγξει παραχωρώντας το καθεστώς του φοιδεράτου, οργανώνοντάς τους σε σκλαβηνίες ή στρέφοντας τον έναν εναντίον του άλλου.

Η απώλεια της Μοισίας ξεκίνησε στα τέλη του 7ου αιώνα. Έχοντας να αντιμετωπίσει μια γενικευμένη εξέγερση στη Σικελία και αμέσως μετά τους Άραβες που κατέλαβαν το Αιγαίο και πολιορκούσαν τη Βασιλεύουσα, ο βυζαντινός στρατός άφησε ανενόχλητο ένα τουρκικό φύλο να εδραιώσει την κυριαρχία του στο δέλτα του Δούναβη: τους Βουλγάρους του Χαν Ασπαρούχ. Όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Δ' μπόρεσε να ασχοληθεί μαζί τους το 680, οι Βούλγαροι - σε συνεργασία με μια τοπική συνομοσπονδία Σλαβικών φυλών - τον κατατρόπωσαν και ξεχύθηκαν στη Μοισία. Την επόμενη χρονιά, μπροστά στον κίνδυνο να χαθεί η Θράκη και να δει τον Ασπαρούχ προ των πυλών της Κωνσταντινούπολης, ο Κωνσταντίνος αναγνώρισε τη βουλγαρική κυριαρχία στην Κάτω Μοισία - για το λόγο αυτό το 681 θεωρείται ως το έτος ίδρυσης της Βουλγαρίας. Στους αιώνες που ακολούθησαν χάθηκε και η παλαιά Άνω Μοισία εξαιτίας της ανεξαρτητοποίησης των Σέρβων (με απαρχή τη Ρασκία το 825) και κυρίως της επέκτασης των Βουλγάρων, οι οποίοι επί βασιλείας του Συμεών Α' έφτασαν ως την Αδριατική.

Στις αρχές του 11ου αι. ο Bυζαντινός Βασίλειος Β' (Βουλγαροκτόνος) ανέκτησε ολόκληρη την περιοχή, αλλά με ιστορικά μεγέθη αυτό αποδείχθηκε ένα σύντομο διάλειμμα. Το 1185, η εξοντωτική φορολογική πολιτική του αυτοκράτορα Ισαακίου Β' αποτέλεσε την αφορμή για μαζική των Βουλγάρων και των Βλάχων υπό τους αδελφούς Ιβάν και Τοντόρ Ασέν - ο πόλεμος που ακολούθησε, σήμανε τη διά παντός απώλεια της Μοισίας για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Oι κυριότερες πόλεις της Ανω Μοισίας τους 3 πρώτους αιώνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν οι : Σινγίντουνουμ (Βελιγράδι), Βιμινάκιο (που ονομαζόταν επίσης municipium Aelium, το σημερινό Κόστολατς), Ρεμεσιάνα (Μπέλα Παλάνκα), Μπονόνια (Βίντιν), Ρατιάρια (Αρτσαρ) και Σκούποι (σημερινά Σκόπια) και της Κάτω Μοισίας οι: Οίσκος (colonia Ulpia, Γκίγκεν), Νόβαι (κοντά στο Σβιστόβ, κύρια έδρα του Θεοδώριχου του Μεγάλου), η Νικόπολις επί του Ιστρου (Νίκουπ, κοντά στον ποταμό Γιάντρα), Μαρκιανόπολις (Ντέβνια), Οδησσός (Βάρνα) και Τόμις (Κωνστάντζα, στην οποία εξορίστηκε ο ποιητής Οβίδιος. Οι δύο τελευταίες ήταν Ελληνικές πόλεις, που αποτελούσαν πεντάπολη με την Iστρο, τη Νεσέμπαρ (Νεσέμπαρ) και την Απολλωνία (Σωζόπολη).


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Moesia της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).