Οχρίδα (πόλη)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°7′1.30″N 20°48′6.13″E / 41.1170278°N 20.8017028°E / 41.1170278; 20.8017028

Οχρίδα (πόλη)
Η πόλη και η λίμνη Οχρίδα.
Η πόλη και η λίμνη Οχρίδα.
Διοίκηση
Χώρα ΠΓΔΜ π.Γ.Δ.Μ.
Γενικές πληροφορίες
Πληθυσμός 42.033 (2002)
Έκταση 383.93 m2
Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Φυσικό Περιβάλλον και Πολιτιστική Κληρονομιά της Οχρίδας
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Ohrid old city 1. Saint Sophia.JPG
Χώρα μέλος ΠΓΔΜ π.Γ.Δ.Μ.
Τύπος Πολιτισμικό και φυσικό περιβάλλον
Κριτήρια i, iii, iv, vii
Ταυτότητα 99
Περιοχή Ευρώπη και Βόρεια Αμερική
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή 1979 (3η συνεδρίαση)
Επεκτάσεις 1980
Περιοχή αλιείας
Χώρος αρχαιολογικών ανασκαφών

Η Οχρίδα (Σλαβομακεδονικά: Охрид, [ˈɔxrit] ), συναντάται και Αχρίδα, είναι μία από τις ομορφότερες αρχιτεκτονικά πόλεις της ΠΓΔΜ. Είναι η μεγαλύτερη πόλη στη Λίμνη Οχρίδα και η όγδοη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Η Οχρίδα μνημονεύεται ότι άλλοτε είχε 365 εκκλησίες, μια για κάθε μέρα του χρόνου, και έχει αναφερθεί ως "Ιερουσαλήμ (των Βαλκανίων)". Είναι χτισμένη αμφιθεατρικά στις όχθες της ομώνυμης λίμνης και θυμίζει στην τοπογραφία της νησί. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της ΠΓΔΜ, νοτιοδυτικά των Σκοπίων και δυτικά της Ρέσνας και του Μοναστηρίου.

Η Οχρίδα σήμερα είναι ένας από τους διασημότερους τουριστικούς προορισμούς στην ΠΓΔΜ. Ο πληθυσμός της είναι 56.520 κάτοικοι, ενώ τα 30 πολιτιστικά μνημεία ελκύουν το ενδιαφέρον των επισκεπτών: ανάμεσα τους οι πολλές Βυζαντινές εκκλησίες, το μεσαιωνικό κάστρο του τσάρου Σαμουήλ, τα πλακόστρωτα στενά δρομάκια της παλιάς πόλης και το αρχαίο ελληνικό θέατρο. Το 1979 και το 1980 η Οχρίδα και η ομώνυμη λίμνη έγιναν δεκτές από την UNESCO ως Πολιτιστικό και Φυσικό Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Η Οχρίδα είναι ένα από τα μόνο 28 μνημεία που αποτελούν μέρος της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO και είναι τόσο Πολιτιστικά όσο και Φυσικά μνημεία.

Ονομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

. Η Οχρίδα τη νύχτα. Το αρχαίο όνομα της πολης ήταν Λύχνιδος, που πιθανόν σημαίνει "πόλη του φωτός"

Στην αρχαιότητα η πόλη ήταν γνωστή με το Αρχαιοελληνικό Λύχνιδος (και το Λατινικό Lychnidus), που πιθανόν σημαίνει "πόλη του φωτός", από το Ελληνικό λυχνίς, "πολύτιμη πέτρα που εκπέμπει φως", από το λύχνος, "λάμπα, φορητό φως". Το 879 μ.Χ. η πόλη δεν ονομαζόταν πια Λύχνιδος αναφερόταν από τους Σλάβους ως Οχριντ, πιθανόν από τις Σλαβικές λέξεις βο χριντ, που σημαίνουν "στο λόφο", καθώς η αρχαία πόλη Λύχνιδος ήταν στην κορυφή του λόφου. Στη Σλαβομακεδονική και τις άλλες Νότιες Σλαβικές γλώσσες το όνομα της πόλης είναι Οχριντ και στην Αλβανική Οχερ ή Οχρι.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πόλεις στην αρχαιότητα στα όρια της νότιας Ιλλυρίας με τους Ελληνες και τους Θράκες

Οι αρχαιότεροι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής της Λίμνης Οχρίδας ήταν οι Δεσσαρήτες, αρχαία Ελληνική φυλή και οι Εγχελείς, φυλή Ιλλυρική. Σύμφωνα με πρόσφατες ανασκαφές ήταν πόλη ήδη απο την εποχή του βασιλιά Φίλιππου Β΄ της Μακεδονίας. Οι αρχαιολόγοι συμπεραίνουν ότι το Φρούριο του Σαμουήλ χτίσθηκε στη θέση αρχαιότερης οχύρωσης που ανάγεται στον 4ο αιώνα π.Χ. Κατά τις Ρωμαϊκές κατακτήσεις, προς το τέλος του 3ου και τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ., μνημονεύονταν οι Δεσσαρήτες και η περιοχή Δεσσαρητία, καθώς και η αρχαία Ελληνική πόλη Λύχνιδος, η ύπαρξη της οποίας συνδέεται με τον Ελληνικό μύθο του Φοίνικα πρίγκιπα Κάδμου, που, εξορισμένος από τη Θήβα, κατέφυγε στους Εγχελείς και ίδρυσε την πόλη Λύχνιδο στις όχθες της σημερινής Λίμνης της Οχρίδας. Η Λίμνη της Οχρίδας, η αρχαιοελληνική Λυχνίτις, της οποίας τα γαλάζια και εξαιρετικά διάφανα νερά στην αρχαιότητα της έδωσαν το ελληνικό της όνομα, ονομαζόταν έτσι ενίοτε ακόμη και το Μεσαίωνα. Βρισκόταν πάνω στην Εγνατία Οδό, που συνέδεε το Δυρράχιο, λιμάνι στην Αδριατική, με το Βυζάντιο. Αρχαιολογικές ανασκαφές (π.χ. η Πολύκογχη Βασιλική από τον 5ο αιώνα) αποδεικνύουν πρώιμη υιοθέτηση του Χριστιανισμού στην περιοχή. Επίσκοποι από τη Λύχνιδο συμμετείχαν σε πολλές Οικουμενικές Συνόδους.

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψηφιδωτό δάπεδο στην Πολύκογχη Βασιλική
Ο Ευαγγελισμός από την Οχρίδα, μια από τις πιο θαυμαστές εικόνες του Παλαιολόγιου Μανιερισμού από την Εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος.

Οι Νότιοι Σλάβοι άρχισαν να φτάνουν στην περιοχή τον 6ο αιώνα μ.Χ. Από τις αρχές του 7ου αιώνα εποικίστηκε από μια Σλαβική φυλή γνωστή ως Βερζήτες. Οι Βούλγαροι κατέκτησαν την πόλη το 867. Το όνομα Οχριντ πρωτοεμφανίστηκε το 879. Η Λογοτεχνική Σχολή της Οχρίδας, που ιδρύθηκε το 886 από τον Κλήμεντα της Οχρίδας, έγινε ένα από τα δύο μείζονα πολιτιστικά κέντρα της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Μεταξύ 990 και 1015 η Οχρίδα ήταν πρωτεύουσα και προπύργιο της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, ενώ από το 990 ως το 1018 ήταν επίσης έδρα του Βουλγαρικού Πατριαρχείου. Μετά τη Βυζαντινή ανακατάληψη της πόλης το 1018 από το Βασίλειο Β´ το Βουλγαρικό Πατριαρχείο υποβαθμίστηκε σε Αρχιεπισκοπή και τέθηκε υπό την εξουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Ο ανώτερος κλήρος μετά το 1018 ήταν σχεδόν αποκλειστικά Ελληνικός, περιλαμβανομένης της περιόδου της Οθωμανικής κυριαρχίας, μέχρι την κατάργηση της αρχιεπισκοπής το 1767. Στις αρχές του 16ου αιώνα η αρχιεπισκοπή έφθασε στη μέγιστη ακμή της, καθώς υπάγονταν σε αυτή οι επαρχίες της Σόφιας, του Βιδινίου, της Βλαχίας και της Μολδαβίας, τμήμα του πρώην Σερβορθόδοξου Πατριαρχείου του Πετς (περιλαμβανομένου του ίδιου του Πετς) και ακόμη οι Ορθόδοξες περιοχές της Ιταλίας (Απουλία, Καλαβρία και Σικελία), η Βενετία και η Δαλματία.

Ως επισκοπική πολή η Οχρίδα ήταν πολιτιστικό κέντρο μεγάλης σημασίας για τα Βαλκάνια. Ολες σχεόν οι σωζώμενες εκκλησίες χτίστηκαν από τους Βυζαντινούς και τους Βουλγάρους, ενω οι υπόλοιπες ανάγονται στο σύντομο διάστημα Σερβικής κυριαρχίας, προς τα τέλη του Μεσαίωνα.

Ο Βοημούνδος, επικεφαλής στρατού Νορμανδών, κατέλαβε την πόλη το 1083. Το 13ο και 14ο αιώνα η πόλη περιερχόταν απόν ένα στον άλλο στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, στη Βουλγαρική, στη Βυζαντινή και στη Σερβική Αυτοκρατορία και σε τοπικούς Αλβανούς ηγεμόνες. Στα μέσα του 13ου αιώνα η Οχρίδα ήταν μια από τις πόλεις που κυβερνούσε ο Παλ Γκρόπα, μέλος της ομώνυμης Αλβανικής οικογένειας ευγενών. Το 1334 η πόλη κατελήφθη από τον Στέφανο Δουσάν και ενσωματώθηκε στη Σερβική Αυτοκρατορία. Μετά το θάνατο του Δουσάν η πόλη περιήλθε υπό τον έλεγχο του Αντρέα Γκρόπα, μετά το θάνατο του οποίου ο Πρίγκιπας Μάρκο την ενσωμάτωσε στο Βασίλειο του Πρίλεπ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1370 ο Μάρκο έχασε την Οχρίδα από τον Παλ Β΄ Γκρόπα, άλλο μέλος της ομώνυμης οικογένειας, και προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να την ανακαταλάβει το 1375 με Οθωμανική βοήθεια. Το 1395 οι Οθωμανοί υπό το Βαγιαζήτ Α΄ κατέλαβαν την πόλη, που έγινε η έδρα του νεοϊδρυθέντος ομώνυμου σαντζακίου. Στις 14/5 Σεπτεμβρίου του 1464 12.000 στρατός από 12.000 του Σκεντέρμπεη και 1.000 της Δημοκρατίας της Βενετίας νίκησε στην πόλη μια Οθωμανική δύναμη 14.000 ανδρών. Όταν ο Μωάμεθ Β΄ επέστρεψε από την Αλβανία μετά τις μάχες του κατά του Σκεντέρμπεη, εκθρόνισε το Δωρόθεο, Αρχιεπίσκοπο της Οχρίδας και τον εκτόπισε μαζί με τους υπαλλήλους και βογιάρους του και σημαντικό αριθμό πολιτών της Οχρίδας στην Κωνσταντινούπολη, πιθανότατα λόγω της αντιοθωμανικής τους δράσης κατά την επανάσταση του Σκεντέρμπεη, οπότε πολλοί πολίτες της Οχρίδας, περιλαμβανομένου του Δωρόθεου και του κλήρου του, υποστήριξαν το Σκεντέρμπεη και τον αγώνα του.

Νεότερα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χριστιανικός πληθυσμός μειώθηκε τους πρώτους αιώνες της Οθωμανικής κυριαρχίας. Το 1664 υπήρχαν μόνο 142 Χριστιανικές κατοικίες. Ο Εβλιγιά Τσελεμπή αναφέρει ότι οι χριστιανοί κάτοικοί της είναι κυρίως Έλληνες (μεταξύ των οποίων και πολλοί Βλάχοι) και δευτερευόντος Βούλγαροι[1]. Η κατάσταση άλλαξε το 18ο αιώνα, οπότε η Οχρίδα αναδείχθηκε σε σπουδαίο κέντρο εμπορίου σε ένα σημαντικό εμπορικό δρόμο. Στο τέλος του αιώνα είχε περίπου πέντε χιλιάδες κατοίκους. Προς το τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα η περιοχή της Οχρίδας, όπως και άλλα μέρη της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, ήταν εστία αναταραχής. Το 19ο αιώνα η περιοχή της Οχρίδας αποτέλεσε τμήμα του Πασαλικίου του Σκούταρι υπό την οικογένεια Μπουσάτι. Οι κάτοικοι της Οχρίδας συμμετείχαν στην επανάσταση του 1821. Σημαντικότερος αγωνιστής ήταν ο Σωτήριος Σγάλης που πολέμησε στο σώμα του Φαβιέρου[2], καθώς και ο Τσάλης που βρέθηκε στην πολιορκία του Μεσολογγίου. Μάλιστα, κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, η πόλη υποχρεώθηκε να δώσει ομήρους στην Υψηλή Πύλη, οι οποίοι φυλακίστηκαν στη Θεσσαλονίκη, ώστε να διασφαλίσει ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ ότι δεν θα ξεσηκωθεί.[3].

Στο τέλος του 19ου αιώνα η Οχρίδα είχε 2409 κατοικίες με 11.900 κατοίκους, από τους οποίους 45% ήταν Μουσουλμάνοι, ενώ οι υπόλοιποι ήταν κυρίως Ρωμαιοκαθολικοί και Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Μέχρι το 1912 η Οχρίδα ήταν κέντρο δήμου που ανήκε στο σαντζάκι του Μοναστηρίου του ομώνυμου βιλαετίου (σημερινό Μπίτολα). Η πόλη παρέμεινε υπό τους Οθωμανούς μέχρι το 1912, οπότε την κατέλαβε ο Σερβικός στρατός. Το Σεπτέμβριο του 1913 Αλβανοί και Βουλγαρόφιλοι ηγέτες της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης εξεγέρθηκαν κατά του Βασίλειου της Σερβίας.

Από το 1929 ως το 1941 η Οχρίδα ήταν τμήμα της Μπανόβινα του Βαρδάρη του Βασίλειου της Γιουγκοσλαβίας.

Στην Οχρίδα βρίσκεται επίσης η Βίλα Μπιλιάνα, επίσημη κατοικία του Πρωθυπουργού της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Γεωγραφία και κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Οχρίδα βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της ΠΓΔΜ, στις όχθες της ομώνυμης λίμνης, σε υψόμετρο 695 μέτρων. Εχει ωκεάνιο κλίμα, που μοιάζει πολύ με υγρό υποτροπικό κλίμα, καθώς η μέση θερμοκρασία του θερμότερου μήνα είναι λίγο κάτω από τους 22 °C . Ψυχρότερος μήνας είναι ο Ιανουάριος με μέση θερμοκρασία 2.5 °C ή με διακύμανση μεταξύ 6.2 °C και −1.5 °C. Ο θερμότερος μήνας είναι ο Αύγουστος με μέση διακύμανση μεταξύ 27.7 °C και 14.2 °C. Πιο βροχερός μήνας είναι ο Νοέμβριος με μέση βροχόπτωση 90.5 mm. Οι καλοκαιρινοί μήμες Ιούνιος, Ιούλιος και Αύγουστος δέχονται τις λιγότερες βροχές, γύρω στα 30 mm. Η απόλυτη ελάχιστη θερμοκρασία είναι −17.8 °C και η μέγιστη 38.5 °C.

Δημογραφικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Oχρίδα

Με την απογραφή του 2002 η πόλη της Οχρίδας είχε 42.033 κατοίκους και η εθνοτική σύνθεση ήταν η εξής :

  • Σλαβομακεδόνες, 33.791 (80.4%)
  • Aλβανοί, 2.959 (7.0%)
  • Tούρκοι, 2.256 (5.4%)
  • άλλοι, 3,027 (7.2%)

Οι μητρικές γλώσσες των κατοίκων της πόλης ήταν οι εξής :

  • Σλαβομακεδονική, 34.910 (83.1%)
  • Aλβανική, 3.957 (9.4%)
  • Tουρκική, 2.226 (5.3%)
  • άλλες, 1.017 (2.4%)

Η θρησκευτική σύνθεση της πόλης ήταν η εξής:

  • Oρθόδοξοι Χριστιανοί, 33.987 (80.9%)
  • Mουσουλμάνοι, 7.599 (18.1%)
  • άλλοι, 447 (1.1%)

Κύρια αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκκλησία των Αγίων Κλήμεντα και Παντελεήμονα στην Οχρίδα
Η εκκλησία της Παναγίας Μπολνίτσκα.

Υπάρχει ένας θρύλος που υποστηρίζεται από παρατηρήσεις του οθωμανού περιηγητή του 17ου αιώνα Εβλιγιά Τσελεμπή ότι υπήρχαν μέσα στα όρια της πόλης 365 εκκλησίες, μια για κάθε μέρα του χρόνου. Σήμερα ο αριθμός αυτός είναι σημαντικά μικρότερος.

  • Εκκλησία της Αγίας Σοφίας
  • Εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα
  • Εκκλησία του Αγίου Ιωάννη στο Κάνεο
  • Εκκλησία του Αγίου Κλήμεντα
  • Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου
  • Εκκλησία του Αγίου Ζαούμ
  • Πινακοθήκη Εικόνων
  • Μοναστήρι του Αγίου Ναούμ
  • Εκκλησία της Αγίας Πέτκας
  • Εκκλησία του Αγίου Στεφάνου
  • Κατάλοιπα βασιλικών της Πρωτοχριστιανικής εποχής, π.χ. η Βασιλική του Αγίου Εράσμου (4ος αιώνας).
  • Κατοικία οικογένειας Ρόμπεβι, αρχαιολογικό μουσείο
  • Αρχαίο Θέατρο Οχρίδας
  • Εκκλησία του Αγίου Βράτσι με τοιχογραφίες του 14ου αιώνα. Μια εικόνα του 14ου αιώνα από την εκκλησία απεικονίζεται στο χαρτονόμισμα των 1000 δναρίων της χώρας του 1996 και του 2003.

Εκτός από θρησκευτικό κέντρο της περιοχής είναι επίσης πηγή γνώσης και πανσλαβικής παιδείας. Το ανακαινισμένο ανακαινισμένο Μοναστήρι στο Πλάοσνικ ήταν πραγματικά ένα από τα παλαιότερα Πανεπιστήμια στο Δυτικό κόσμο, χρονολογούμενο πριν το 10ο αιώνα.

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσωπικότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δικτυακοί τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, μετάφραση και σχόλια: Βασίλειος Δημητριάδης, Έκδοση ΕΜΣ, 1973
  2. Ο Βόρειος Ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνα (1878-1894) - Απομνημονεύματα Αναστάσιου Πηχεώνα, Κωνσταντίνος Απ. Βακαλόπουλος, Εκδοτικός οίκος Αντώνιου Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 217
  3. Νάουσα, Νιάουστα, από την ίδρυση μέχρι και το ολοκαύτωμά της, Θωμάς Στεργίου Μπλιάτκας, Νάουσα 2009, σελ. 126