Λίμνες Πρέσπες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Συντεταγμένες: 40°54′N 21°3′E / 40.900°N 21.050°E / 40.900; 21.050

Λίμνες Πρέσπες
Lake Prespa Albania.jpg
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Λίμνες Πρέσπες
40°54′0″N 21°3′0″E
ΧώραΒόρεια Μακεδονία, Αλβανία και Ελλάδα
Διοικητική υπαγωγήΠεριφέρεια Δυτικής Μακεδονίας
Χαρακτηρισμός2000
Καθεστώς προστασίαςΥγροβιότοπος Ραμσάρ
Έκταση273 km²
Υψόμετρο853 μέτρα
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Οι Πρέσπες αποτελούν διάσημη για το φυσικό της κάλλος τριεθνή ορεινή λιμναία περιοχή στα βορειοδυτικά σύνορα της Ελλάδας με την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία. Βρίσκονται σε υψόμετρο 857 μέτρων η Μικρή Πρέσπα και περίπου 852 μέτρα η Μεγάλη, με δεσπόζοντα σημεία τους την ύπαρξη των δύο λιμνών: τη Μεγάλη Πρέσπα που χωρίζεται ανάμεσα στην Ελλάδα, τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία και τη Μικρή Πρέσπα η οποία ανήκει κυρίως στην Ελλάδα (τα 43,5 περίπου τ.χλμ.) ενώ το μικρότερο τμήμα της (λιγότερο από 4 τ.χλμ.), προς τα δυτικά, ανήκει στην Αλβανία. Λόγω της καθόδου της στάθμης του νερού στη Μικρή Πρέσπα, το μέρος που ανήκει στην Αλβανία, έχει σχεδόν εξαφανιστεί.

Τις λίμνες περιβάλουν οι ορεινοί όγκοι του Βαρνούντα ανατολικώς και του Τρικλαρίου (Σφήκα) νοτίως, ενώ βορείως ο ορεινός όγκος του Ξεροβουνίου (σλ. Σούβα Γκόρα 1.857 μ.) και της Γκαλιτσίτσας (2.288 μ.), χωρίζει την Αχρίδα από τη Μεγάλη Πρέσπα. Η Μεγάλη Πρέσπα, υπό τον μεγάλο ορεινό όγκο που την περιβάλλει, όπως και όλη η γύρω περιοχή, επικοινωνεί υπόγεια με τη λίμνη της Αχρίδος, και κατά καιρούς η στάθμη των υδάτων τους μεταβάλλεται.

Γεωλογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λεκάνη των Πρεσπών σχηματίστηκε από τεκτονικές υφέσεις, πιθανότατα κατά τη διάρκεια της Τριτογενούς γεωλογικής εποχής (1-70 εκατομμύρια χρόνια πριν).

Αρχικά δημιουργήθηκε μια μόνο λίμνη, η Πρέσπα, στη συνέχεια όμως κατά τις τελευταίες δεκάδες χιλιάδες χρόνια, οι εναποθέσεις του ρύακα που διέρχεται από την κοιλάδα του Αγίου Γερμανού σε συνδυασμό με τη δράση των νερών της λίμνης δημιούργησαν σιγά-σιγά μια αμμώδη λωρίδα γης που διαχώρισε ένα ρηχό βραχίονα, δημιουργώντας τη λίμνη Μικρή Πρέσπα. Έτσι, οι δύο λίμνες διαχωρίζονται από μια αβαθή λωρίδα αμμώδους γης, μήκους περίπου 4 χλμ. και πλάτους 200–1000 μ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τους αρχαίους χρόνους, οι Πρέσπες αποτελούσαν βασικότατο τμήμα της Αρχαίας Λύγκου, έφεραν δε τα ονόματα «Μικρά» και «Μεγάλη Βρυγηίς». Η σημερινή ονομασία «Πρέσπα» μαρτυρείται ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους. Δυστυχώς η περιοχή, λόγω της ιστορικής ευαισθησίας της, συνιστούσε μέχρι και τον 20ό αιώνα εμπόλεμη ζώνη, βαρέως και η ίδια πληγωθείσα από τις μεγάλες βαλκανικές αντιπαραθέσεις και, φυσικά, τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Έτσι, βρέθηκε σε μια κατάσταση απομονώσεως και ελλείψεως ουσιαστικού κρατικού ενδιαφέροντος, που, πέραν της απουσίας σημαντικών υποδομών (πρόβλημα που υφίσταται μέχρι και σήμερα), περιόρισε στο ελάχιστο τις αρχαιολογικές έρευνες.

Οι περιορισμένες αρχαιολογικές έρευνες -όπως αυτή του Φ. Πέτσα, οι οποίες αφορούν στην προχριστιανική Πρέσπα (Αρχαία Βρυγηίδα)- έχουν αποδώσει στοιχεία τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη της αρχαίας πόλεως Λύκης ή Λύκας, λείψανα της οποίας βρίσκονται -ως φαίνεται- στην ονομαζόμενη σήμερα Μικρή Πρέσπα και το νησάκι του Αγίου Αχιλλείου, αλλά και βυθισμένα στον παραλίμνιο αυτής χώρο.

Κατά την Παλαιοχριστιανική περίοδο, οι Πρέσπες υπάγονταν στη Μακεδονία Δευτέρα της Επαρχίας του Ιλλυρικού. Πέραν όμως ελαχίστων πληροφοριών και ανακαλυφθέντων ευρημάτων, ελάχιστες είναι οι γνώσεις μας για την περιοχή προ της ελεύσεως του Τσάρου Σαμουήλ. Περιορισμένα προς το παρόν οικιστικά λείψανα εντοπίζονται κοντά στο χωριό Λαιμός, όπου έχουν εντοπισθεί παλαιοχριστιανικές ταφές και οχυρώσεις, στο νησί Άγιος Αχίλλειος της Μικρής Πρέσπας και κάποια οχυρωματικά κυρίως λείψανα στα χωριά Μικρολίμνη, Λευκώνας, Πλατύ και Άγιος Γερμανός.

Μέχρι και τον Η΄ αιώνα, η περιοχή υπαγόταν εκκλησιαστικά στο Πατριαρχείο της Ρώμης. Με το ξέσπασμα της Εικονομαχίας, όμως, και την Ορθόδοξη στάση που τήρησε τότε η Ρώμη, η περιοχή όπως και πολλές άλλες υπήχθη εκκλησιαστικά στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και διοικητικά στο Θέμα της Θεσσαλονίκης, το αργότερο έως τις αρχές του Θ΄ αιώνος.

Η περιοχή δέχθηκε νωρίς τις Βουλγαρικές και Σλαβικές παρουσίες και επιδρομές. Στα τέλη του Θ΄ αιώνος η Πρέσπα κατελήφθη από τους Βουλγάρους του τσάρου Συμεών. Με την επικράτηση των Βυζαντινών το 971, καταλύθηκε το Ανατολικό Βουλγαρικό Κράτος. Η Πρέσπα εντούτοις βρέθηκε στο Δυτικό Βουλγαρικό Κράτος, εκεί όπου ο ηττημένος Τσάρος Νικόλαος ασκούσε ακόμα την επιρροή του. Ο θάνατος του Ιωάννου Τσιμισκή από τύφο τον Ιανουάριο του 976 έδωσε την ευκαιρία για επαναστατικές ζυμώσεις στην περιοχή, προς ανασύσταση του Βουλγαρικού κράτους. Από τα «κομητόπουλα», τους υιούς δηλαδή του τελευταίου Τσάρου (Δαυίδ, Μωυσή, Ααρών και Σαμουήλ), ο Σαμουήλ ηγήθηκε της προσπάθειας για ένα νέο Βουλγαρικό κράτος. Ο Σαμουήλ, νεότερος όλων των «κομήτων» και με μητέρα Αρμένισα, εκμεταλλευόμενος συγκυρίες όπως το νεαρό της ηλικίας του Βασιλείου, είχε την περιοχή σε προτεραιότητα στο σχέδιο που ετοίμασε. Προηγήθηκε η δολοφονία του μεγαλύτερου αδελφού του Δαυίδ, σε περιοχή μεταξύ της Πρέσπας και της Καστοριάς.

Η παρουσία του Σαμουήλ στην περιοχή εντοπίζεται πριν την επίσημη ανακήρυξή του σε Τσάρο το 997-8, αφού το 992-3 τοποθέτησε κτιτορική, μάλλον, επιγραφή, στον Ναό του Αγίου Γερμανού στο ομώνυμο χωριό των Πρεσπών, ως μνημόσυνο στους γονείς του Νικόλαο και Ριψιμία και τον δολοφονηθέντα αδερφό του Δαυίδ. Μεταξύ των ετών 977 και 985 ο Σαμουήλ λεηλάτησε και ήλεγξε πολλές περιοχές του Ελλαδικού και της Βαλκανικής, ενώ ωρίμασε μέσα του η ιδέα της ανάδειξης των Πρεσπών, και ειδικά της πάλαι ποτέ Αρχαίας Λύκας, σε πρωτεύουσα του κράτους του. Την περίοδο αυτή, ο Άγιος Αχίλλειος είναι ενδολίμνια χερσόνησος αφού συνδέεται δια στενού περάσματος με την ξηρά. Το πέρασμα αυτό, με λιθόστρωτο δρόμο, σήμερα μαζί με την αρχαία διάβαση έχει κατακλυστεί από τα νερά της λίμνης, μετατρέποντας την κορυφή της χερσονήσου σε νησί. Επίσης βυθισμένος είναι και σχετικός οχυρωματικός πύργος. Ως εκ τούτου, η Πρέσπα αποτελούσε δύσκολο προορισμό και η πρωτεύουσα του νέου κράτους του Σαμουήλ βρισκόταν σε μια πολύ καλή αμυντικά θέση, φυσικά οχυρωμένη.

Το 985 ο Σαμουήλ κυρίευσε τη Λάρισα και υποχρέωσε πολλούς Θεσσαλούς κατοίκους να τον ακολουθήσουν στη νέα πρωτεύουσα που έχτιζε. Η καταγωγή αυτή ως θρύλος μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα σε πολλούς κατοίκους της περιοχής έως τις ημέρες μας. Επίσης στην περιοχή, όπως και στις περιοχές της Φλώρινας και της Αχρίδος, εγκατέστησε και πληθυσμούς με Αρμενική καταγωγή. Ανέγειρε μεγαλοπρεπή Βασιλική, ως Καθεδρικό Ναό, και μετέφερε εκεί το λείψανο του Αγίου Αχιλλίου, επισκόπου Λαρίσης (που είχε παραβρεθεί στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο με τον Ρηγίνο Σκοπέλου και τον Διόδωρο Τρίκκης)[1]. Η οικοδόμηση του ναού αυτού έγινε σε κοντινή απόσταση από κτίσμα που αποτελούσε τα ανάκτορα του και πάνω ή πολύ κοντά στο αρχαίο νεκροταφείο της πόλης. Παράλληλα, δημιο[υργησε αντικανονική Αρχιεπισκοπή με πρώτο Αρχιεπίσκοπο τον Γερμανό, ο οποίος μετετέθη στην Πρέσπα από την Έδεσσα (Βοδενά)[2].

Ο Σαμουήλ ηττήθηκε για πρώτη φορά παρά τον Σπερχειό ποταμό το 997 από τα στρατεύματα του στρατηγού Νικηφόρου Ουρανού. Στη συνέχεια ,τα στρατεύματα του Βασιλείου του Β΄ ανέκτησαν τις περισσότερες υπό Βουλγαρική κατοχή περιοχές, ειδικά μετά τη Μάχη του Κλειδίου το 1014 και έως το 1018, μέσα στις οποίες ήταν και η Πρέσπα. Παράλληλα με την ίδρυση της Αρχιεπισκοπή Αχριδών, οι Πρέσπες υπήχθησαν εκκλησιαστικά σε αυτήν. Σε αυτό το χρονικό διάστημα ο ίδιος ο Βασίλειος ο Β΄ επισκέφτηκε την περιοχή επιστρέφοντας από την Αχρίδα και κατασκεύασε δύο νέα οχυρωματικά έργα (ή επέκτεινε υπάρχοντα), τη «Βασιλίδα» στη Μεγάλη Πρέσπα και «έτερον εν τη λεχθείση λίμνη τη βραχυτέρα, ο και αυτό Κωνστάντιον επωνόμασε». Το πρώτο αναζητείται στην περιοχή της Galichica εντός της Βόρειας Μακεδονίας. Έχει προταθεί σχετικά σημείο με λείψανα οχύρωσης στο Τσάρεντβορ. Το δεύτερο προς τιμήν του αδερφού του, Κωνσταντίνου του Η΄, έχει εντοπισθεί στο νοτιοανατολικό άκρο της νήσου του Αγίου Αχιλλείου στην θέση «Κάλε» (προφανώς από το τουρκικό Kale που σημαίνει κάστρο και τείχος). Πρόκειται για κάστρο με ελλειψοειδή περίμετρο, που έφερε πύργο στα νοτιοδυτικά και μονόχωρο ξυλόστεγο μικρό ναό.

Το 1072 από την περιοχή πέρασαν οι τυπικά σύμμαχοι των Βυζαντινών Αλαμαννοί, οι οποίοι λεηλάτησαν την περιοχή και τον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αχιλλείου, όπως μαρτυρεί ο Σκυλίτζης[α]. Είναι άγνωστοι οι λόγοι της επιδρομής των τυπικά συμμάχων του Βυζαντίου. Ωστόσο κατά την περίοδο αυτή, μόλις 18 έτη από το οριστικό Σχίσμα του 1054 μεταξύ Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης, τα πάθη ήταν σε έξαρση, ιδιαίτερα σε περιοχές που παλαιότερα ανήκαν εκκλησιαστικά στην Εκκλησία της Ρώμης (Ανατολικό Ιλλυρικό έως τον Η΄ αιώνα), αλλά και με παράδοση στην προσπάθεια διείσδυσης του Πατριαρχείου Ρώμης προς την Εκκλησία της Βουλγαρίας ήδη από τον Θ΄ αιώνα (ανεξάρτητα εάν η περιοχή είχε από αρχαιοτάτων χρόνων κυρίαρχη την ελληνική παρουσία). Πιθανόν ανάλογες λεηλασίες να έλαβαν χώρα από τους Νορμανδούς την περίοδο 1081-83, τους οποίους ο Βυζαντινός στρατός έδιωξε οριστικά από την περιοχή όταν κατέλαβε την Καστοριά, το έσχατο προπύργιό τους, τον Νοέμβριο του 1083. Άγνωστη είναι η όποια παρουσία στις Πρέσπες των Νορμανδών κατά το 1185, όταν εκστρατεύοντας κατά της Ελλάδος κατέλαβαν προσωρινά τη Θεσσαλονίκη. Λίγο μετά κατά τα τέλη του ΙΑ΄ αιώνος, γνωρίζουμε πως ο Θεοφύλακτος Αχρίδος (περ. 1090-1108) συνεκάλεσε Σύνοδο στον Άγιο Αχίλλειο, καθώς και το όνομα του άρχοντος, τότε, της περιοχής, Μακρεμβολίτη.

Κατά τα τέλη του ΙΒ΄ αιώνος, η Πρέσπα πρέπει να τελούσε υπό χαλαρή Ελληνική εποπτεία, δεδομένης και την αδυναμίας των Βυζαντινών να ελέγχουν πλέον εκτεταμένες περιοχές και ειδικά με όχι εύκολη πρόσβαση όπως η Πρέσπα. Έτσι εμφανίζεται ως ανεξάρτητη επαρχία με το όνομα «Provincia Prespes» σε χρυσόβουλλο του Αλεξίου του Γ΄ Αγγέλου (1195-1203) «περί χορηγήσεων προνομίων στους Βενετούς». Είναι άγνωστο το αν η Πρέσπα γνώρισε και σε τι βαθμό Φραγκοκρατία, μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως του 1204. Οι Φράγκοι δεν φαίνεται να ασκούν ιδιαίτερη κυριαρχία στην περιοχή, την οποία ούτως ή άλλως επιβουλεύονται άμεσα Βουλγαρικές δυνάμεις υπό τον Ιωαννίτζη ή Καλογιάννη την περίοδο 1205-1207. Ούτως ή άλλως την περίοδο 1217-1224 απελευθερώνονται οι πόλεις της Μακεδονίας που βρίσκονται υπό Φραγκική κατοχή και εν τέλει η Θεσσαλονίκη.

Το 1218-19 ο Δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος Δούκας ο Α΄ απελευθερώνει προσωρινά τη Δυτική Μακεδονία. Την περίοδο 1230-1246 οι Βούλγαροι του Ιωάννου Ασέν του Β΄ (1218-1241) ανακαταλαμβάνουν τη Δυτική Μακεδονία, για να την απωλέσουν το 1246, όταν ο Ιωάννης Γ΄ ο Βατάτζης απελευθέρωσε όλη τη Μακεδονία. Για κάποιο βραχύ αλλά άγνωστο διάστημα η περιοχή των Πρεσπών φαίνεται να πέρασε υπό την εξουσία του Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ Αγγέλου (1230-1266). Η δεκαετία του 1250 χαρακτηρίστηκε από την έριδα μεταξύ του Δεσποτάτου της Ηπείρου και της Αυτοκρατορίας της Νικαίας. Μεταξύ των ετών 1256-57 την περιοχή επισκέφτηκε ως πραίτωρ των υπό της Νικαίας στρατευμάτων της Μακεδονίας, ο μέγας λογοθέτης Γεώργιος Ακροπολίτης. Λίγο μετά και προ της Μάχης της Πελαγονίας (Πεδιάδα της Φλώρινας, καλοκαίρι του 1259), η Πρέσπα περιήλθε στη Νίκαια και δύο χρόνια αργότερα, το 1261, στην Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως.

Από τα μέσα του ΙΔ΄ αιώνα, η Πρέσπα περιήλθε στη Σερβική σφαίρα επιρροής, αρχομένης της περιόδου 1342-45, οπότε μεγάλο μέρος της Μακεδονίας κατελήφθη από τον Σερβο-βούλγαρο Κράλη της Σερβίας Στέφανο Δουσάν (1331-1355). Μετά τον θάνατο του τελευταίου, συνέχισε να ανήκει σε Σέρβους ηγεμόνες, όπως στον νεότατο Vukašin (1365-1371) και τον Μάρκο (1371-1386). Στα χρόνια του Μάρκου πιθανολογείται η εμφάνιση των Αρβανιτόβλαχων του ζουπάνου Ανδρέα Γρώπα. Από τα χρόνια του Μάρκου και μάλλον με σερβική ανάθεση προέρχεται η χρονολογημένη το 1373, βυζαντινή βραχογραφία της Παναγίας της Ελεούσης (στον κόλπο απέναντι από το χωριό Ψαράδες), η οποία μνημονεύει την οικογένεια των Δραγάσηδων. Πρόκειται πιθανότατα για την οικογένεια των αυταδέλφων Ιωάννου-Jovan (+1378;) και Κωνσταντίνου Dejianovic ή Dragas (+17-05-1395), δύο εκ των αρχόντων που διαδέχτηκαν τον Στέφανο Δουσάν. Το γεγονός πως η οικογένεια αυτή τελούσε εν υποτελεία μετά τη Μάχη της Μερίτσας του 1371, αλλά και η μαρτυρία Οθωμανικών πηγών για εξαναγκασμό από τον Οθωμανικό Στρατό σε υποτέλεια του Ιωάννου, στην περιοχή του άνω Στρυμόνα, κάνουν τη συσχέτιση της δεήσεως της βραχογραφίας της Παναγίας Ελεούσης των Πρεσπών πολύ πιθανή. Ο αδερφός του Ιωάννου, Κωνσταντίνος, έδωσε προς γάμο την κόρη του Έλενα (Δραγάση) στα τέλη του 1390 ή 1392 στον Μανουήλ Παλαιολόγο (+1425). Μαζί έκαναν 8 παιδιά, 6 αγόρια και 2 κορίτσια, εκ των οποίων οι δύο τελευταίοι αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως, ο Ιωάννης ο Η΄ και ο Κωνσταντίνος ο ΙΑ΄. Η Έλενα αργότερα έγινε μοναχή στην Μονή της Κυρα-Μάρθας στην Κωνσταντινούπολη και ετέθη στα Δίπτυχα της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως Αγία Υπομονή αφού απεβίωσε στις 13 Μαρτίου του 1450. Από τη μητέρα του ο Κωνσταντίνος ΙΒ΄ ο Παλαιολόγος, ονομαζόταν ενίοτε και «Δραγάσης».

Το 1386 επήλθε η Οθωμανική κατοχή. Φαίνεται όμως πως αρχικά αυτή και λόγω γεωγραφικής απομονώσεως ασκήθηκε από υποτελείς άρχοντες. Σε τέτοιο καθεστώς υπήχθη και ο τελευταίος Σέρβος ηγέτης εδώ, ο Μάρκος, που εν τέλει απεβίωσε στη Βλαχία το 1395, σε εκστρατεία με τον Βαγιαζήτ τον Α΄. Κατά τον ΙΕ΄ αιώνα συντελούνται στην περιοχή σημαντικές αλλαγές, κάτω, βέβαια, από την εξουσία του νέου κυρίαρχου και αλλόθρησκου ηγέτη των Βαλκανίων. Πιθανότατα ο καθεδρικός του Αγίου Αχιλλείου εγκαταλείπεται, είτε λόγω καταστροφής που οι συνθήκες δεν επέτρεπαν την επισκευή του, είτε λόγω ενδεχόμενης μετατροπής του σε τέμενος. Πάγια συνήθεια των Οθωμανών απέναντι σε τρουλαία μνημεία ή μεγαλοπρεπείς βασιλικές, ήταν η μετατροπή τους σε ισλαμικό τέμενος. Η αρχαιολογική έρευνα δεν έχει αποφανθεί ακόμα.

Τον ΙΖ΄ αιώνα και ειδικά την περίοδο 1620-21 εμφανίζονται κρούσματα παραβατικότητας, παραχαρακτών και ληστών. Στα χρόνια του Εβλιγιά Τσελεμπή (πέρασε λίγο μετά το 1670) ήταν καζάς (διοικητικό διαμέρισμα), βοεβαδιλίκι (έδρα βοεβόδα), υπαγόμενο στην επαρχία (σατζάκι) της Αχρίδος, φιλοξενώντας παράλληλα και έδρα Καδή. Την περίοδο αυτή υπάρχουν περίπου 40 χωριά, αλλά καμία κωμόπολη. Ανάλογες αναφορές απαντούν και το 1715, όταν εμφανίζονται ληστές στον Πρίλαπο (σημ. Πρίλεπ) και δίνονται σχετικές οδηγίες για λήψη μέτρων ασφαλείας στους Καζάδες των Πρεσπών και του Οστρόβου. Γενικά η δράση αυτών των ληστρικών σωμάτων, φαίνεται πως επιδρά και δημιουργία φαινόμενα μετακινήσεως πληθυσμών και ερημώσεως. Το 1767 καταργείται η Αρχιεπισκοπή Αχρίδος και μετατρέπεται σε Μητρόπολη Πρεσπών, με έδρα την Αχρίδα.

Ο ΙΘ΄ αιώνας τόσο στα χρόνια της Επαναστάσεως του 1821, όσο και κατά το β΄ ήμισυ αυτού, είναι αναμφίβολα δύσκολος αιώνας για την περιοχή. Παρατηρείται μια κάποια οικοδομική δραστηριότητα με την ανέγερση νέων ναών, όμως η περιοχή αποτελεί πέρασμα ενόπλων ομάδων σε χρόνια ταραγμένων συνθηκών. Περίπου στα χρόνια της Επαναστάσεως όπου θα επισκεφτεί την περιοχή ο Γάλλος Pouqueville, τα χωριά είναι περίπου 46 και οι κάτοικοι συγκροτούσαν 2300 οικογένειες, σε ένα σύνολο πληθυσμού που υπερέβαινε τις 10.000. Μια ενδιαφέρουσα πληροφορία αποτελεί για την περιοχή των Πρεσπών η έξαρση της ελονοσίας, η οποία έπληττε τα διάφορα χωριά. Ευνοημένος σε αυτήν την αρνητική συγκυρία ήταν ο Άγιος Γερμανός, του οποίου οι κάτοικοι δεν βίωσαν ιδιαίτερα την ασθένεια αυτή, γεγονός που προφανώς συνέβαλα στην ανάπτυξη του χωριού. Σε όλη τη Δυτική Μακεδονία στη διάρκεια αυτού του αιώνα, καταφεύγουν πρόσφυγες από την Ήπειρο και ιδρύουν νέους οικισμούς, ειδικά μετά την καταστροφή σημαινόντων κέντρων του Ελληνισμού, των καταστροφών ακμαζουσών ελληνικών κέντρων της Μακεδονίας κατά την Επανάσταση του 1821, αλλά και την έξαρση των Εθνικοαπελευθερωτικών Αγών στα Βαλκάνια, που θα εξαναγκάσουν τους Τούρκους σε παραχώρηση κάποιων δικαιωμάτων προς τους χειμαζομένους υπόδουλους αλλόθρησκους προς το Ισλάμ πολίτες της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας και των συνθηκών του Αγίου Στεφάνου και Βερολίνου του 1878, ο Πανσλαβισμός άφησε βαθιά τα σημάδια του στην περιοχή, όπως και οι αντίστοιχοι αγώνες του Ελληνισμού. Το 1908 που θα περάσει ο Ιβάνωφ για να μελετήσει την περιοχή, θα βρει το νησί του Αγίου Αχιλλείου τσιφλίκι Έλληνα ευπόρου του Μοναστηρίου, ενώ θα μνημονεύσει την οικογένεια των Μάρκοβτσι, μέλη της οποίας σήμερα προφανώς επιβιώνουν στο νησί πλέον ως Μαρκόπουλοι. Η ντόπια πάλι παράδοση, κάνει λόγο για δύο Έλληνες αδέρφια απο τα Βιτώλια, που αγόρασαν το νησί απο Τούρκο Μπέη. Χώρισαν το τσιφλίκι και ο ένας πεθαίνοντας, ο Αθανάσιος Τσάτσος Βίκτωρος(;), το δώρισε στη Μονή της Παναγίας της Πορφύρας, απ΄όπου το 1925 οι κάτοικοι το αγόρασαν. Την περίοδο αυτή, στις αρχές του 20ου αιώνος, τα χωριά είναι πλέον 18, ο δε πληθυσμός τους περί τους 10.000.

Παρά τον εποικισμό των προσφύγων από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο το 1923, ο πληθυσμός το 1940 σύμφωνα με απογραφή, είναι περίπου 7000. Δεν πρέπει να λησμονούμε πως πλέον η περιοχή δεν είναι ενιαία αλλά έχει μοιραστεί σε 3 κράτη, ενώ έχουν αποχωρήσει και οι μουσουλμάνοι μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης. Πριν τον Εμφύλιο λόγω ελονοσίας εγκαταλείφθηκε το χωριό Οπάια, ενώ λόγω του εμφυλίου, ερημώθηκαν τα χωριά Σφήνα, Κρανιές, Δασερή, Πυξός και Αγκαθωτό. Ο εμφύλιος ερήμωσε την περιοχή, κέντρο άλλωστε του κομμουνιστικού στρατού, κάτι που προφανώς ήταν ο λόγος για νέο εποικισμό της περιοχής την περίοδο 1952-56, με Έλληνες Βλάχους της Ηπείρου και της Θεσσαλίας.

Τέλος ο Κ΄ αιώνας απέδωσε τις λίμνες στην κυριαρχία 3 χωρών (σημ. Ελλάδα, Αλβανία, Βόρεια Μακεδονία), όμως ο Εμφύλιος, η ερήμωση των χωριών για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους, ο ψυχρός πόλεμος και επιφυλακτικός τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπιστεί η περιοχή από τις ηγεσίες των τριών εθνών, κατέστησαν την περιοχή από χώρο απείρου φυσικού κάλλους και ιστορικού ενδιαφέροντος, σε τόπο εγκατάλειψης και καχυποψίας.

Στην Ελληνική Πρέσπα σήμερα υπάρχει ο Δήμος Πρεσπών, που αποτελείται 13 χωριά-δημοτικά διαμερίσματα: Λαιμός (έδρα του Δήμου), Ψαράδες (στη Μεγάλη Πρέσπα), Άγιος Αχίλλειος (στο νησί της Μικρής Πρέσπας), Άγιος Γερμανός, Ανταρτικό, Βατοχώρι, Βροντερό, Καλλιθέα, Καρυές, Λευκώνας, Μικρολίμνη, Πλατύ, Πράσινο, ενώ συμπεριλαμβάνεται και το ιστορικό Πισοδέρι, ο Δήμος δε ολοκληρώνεται με τους οικισμούς πλέον Μηλιώνα, Οξυά, Πύλη και Τρίγωνο.

Το νησάκι του Αγ. Αχίλλειου Πρεσπών

Ασκητισμός στις Πρέσπες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αργότερο από τον ΙΓ΄ αιώνα, θα αναπτυχθεί στην περιοχή και ειδικά γύρω από τις απότομες όχθες και τις μικρές και βραχείες σπηλιές της Μεγάλης Πρέσπας, το φαινόμενο του μοναχισμού - ασκητισμού. Το δύσβατο της περιοχής, η ησυχία που εκπέμπει ο τόπος, η διάβρωση των βράχων κοντά στις λίμνες, συνέτειναν στην επιλογή του χώρου αυτού για μια έξαρση του ασκητισμού των σπηλαίων, κάτι που παρατηρείται σε διάφορα σημεία που σήμερα ανήκουν και στις τρεις χώρες που διαχειρίζονται τη Μεγάλη Πρέσπα. Ανάλογα φαινόμενα απαντούν και σε σχετικές περιοχές της γειτονικής Αχρίδος. Εδώ το κομβικό σημείο θα ήταν η Μάχη της Πελαγονίας, αλλά και η διαδοχή από Σέρβους ηγεμόνες, κυρίους ή υποτελείς στους Τούρκους. Επίκεντρο αυτού του ιδιότυπου Μοναχισμού, αποτέλεσαν τα ασκηταριά, χτισμένα ή σκαμμένα στους διαβρωμένους απότομους βράχους. Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι παλαιότερες μαρτυρίες που έχουμε ανάγονται στον ΙΓ΄ αιώνα, ενώ υπάρχει αδιάλειπτη παρουσία τουλάχιστον έως τον ΙΘ΄ αιώνα. Αναλυτικότερα:

1) Ασκηταριό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χρονολογείται περί τον ΙΓ΄ αιώνα. Ο Ναός είναι μονόχωρος και καμαροσκέπαστος, ενώ διασώζει ελάχιστα λείψανα τοιχογραφιών στην καμάρα. Διεσώθησαν δύο τμήματα από το ξυλόγλυπτο τέμπλο, τα οποία μπορεί κανείς να τα δει στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Φλώρινας. Στα βόρεια του ναΐσκου, σώζονται ερείπια των μοναστικών κελιών.

2) Ασκηταριό της Μικράς Αναλήψεως του Σωτήρος Ανάγεται όχι αργότερα από τον ΙΕ΄ αιώνα. Είναι χτισμένο μέσα σε απόκρημνο βράχο με δύσκολη πρόσβαση. Ο εδώ μονόχωρος ναΐσκος έχει διαστάσεις 2,40 Χ 3,10 μ. Λόγω της ιδιομορφίας του χώρου, φέρει δύο και όχι τρεις κόγχες στην ανατολική πλευρά του Ιερού. Οι τοιχογραφίες είναι αξιόλογες και χρονολογούνται στον ΙΕ΄ αιώνα. Σώζονται η Πλατυτέρα στον τύπο της Βλαχερνίτισσας, ο Μελισμός, ο Άγιος Συμεών ο Στυλίτης και ο Άγιος Στέφανος στην Πρόθεση. Στην ανώτερη ζώνη, έχει ιστορηθεί η Πεντηκοστή και η Ανάληψη.

3) Ασκηταριό της Υπεραγίας Θεοτόκου Ελεούσης. Αποτελεί το καλύτερα διατηρημένο ασκηταριό στην Ελληνική επικράτεια της Μεγάλης Πρέσπας. Δεσπόζει ο δρομικός καμαροσκεπής ναΐσκος της Παναγίας Ελεούσης. Εξωτερικά ο ναός φέρει διακόσμηση που αναπαριστά περίτεχνη πλινθοπερίβλητη-κεραμοπλαστική βυζαντινή τοιχοδομία.

Εξωτερικά φέρει ημικυκλική κόγχη στα ανατολικά, ενώ εσωτερικά δύο κόγχες, την κεντρική δηλαδή και την της προθέσεως. Στο υπέρθυρο της εισόδου έχει φιλοτεχνηθεί η Παναγία η Ελεούσα. Πάνω από την εικόνα υπάρχει δυσανάγνωστη κτιτορική επιγραφή «Δέησις του δούλου του Θεού» το υπόλοιπο της οποίας διαβάστηκε κατά καιρούς είτε λανθασμένα ως «Γιάννη Πέτρου» είτε ως «πανυπερτίμου κτίτορος». Αυτός είναι και ο λόγος που πολύ ντόπιοι ξέρουν το Ασκηταριό ως το «του Πέτρου».

Στο εσωτερικό υπέρθυρο της εισόδου του ναού, υπάρχει ετέρα κτιτορική επιγραφή:

«Ανηγέρθη και ανιστορήθει ο Θείος κ(αι) πάνσεπτος ναός/ της Υπεραγι(ας) Δεσποίνης ημ(ων) Θ(εοτό)κου κ(αι) Αειπαρθένου Μαρί(ας) δι/α συνδρομής κόπου τε κ(αι) εξόδου του τιμιοτάτου εν ιερο/μοναχ(οις) κυρ(ίου) Σάβ(β)α κ(αι) Ιακώβου κ(αι) Βαρλαάμ τ(ων) κτητόρον. αυθέ<ν>της ο Βλουκασινός. Επί έτους (1409/10)»

Η επιγραφή πέραν της ασφαλούς χρονολογήσεως, είναι ενδεικτική της σερβικής παρουσίας στην περιοχή, όπου τη συγκεκριμένη περίοδο διαχειρίζονταν ως υποτελείς την περιοχή. Η επωνυμία «Βλουκασινός» είτε αποδίδει σε απόγονο μέλος της οικογενείας του Σέρβου Vukašin(1365-1371), είτε αποτελεί αναφορά στον κτίτορα του κτίσματος, τον ίδιο τον Vukašin ή τον υιό του(οι οποίοι βέβαια δεν ζούσαν το 1409-10), σε αντιδιαστολή με την τοιχογραφία που θα έγινε μεταγενέστερα, αν ευσταθεί αυτή η υπόθεση.

Ο Ναός είναι κατάγραφος, ενδεχομένως αγιογραφήθηκε από δύο χέρια, εκ των οποίων ο ένας όπως μαρτυρεί επιγραφή στο νότιο τοίχο πάνω από το παράθυρο, είναι ο «Ιωαννίκιος ιερομόναχος και ζωγραφών».

Στη θριαμβευτική αψίδα διακρίνεται η Πλατυτέρα, ο Μελισμός με δύο Ιεράρχες και ένας Στυλίτης Άγιος. Ο Κύκλος του Δωδεκαόρτου αντιπροσωπεύεται με θέματα όπως Η Γέννηση, η Εις Άδου Κάθοδος και η Κοίμηση της Θεοτόκου, ο Κύκλος των Παθών με θέματα όπως ο Επιτάφιος Θρήνος, αλλά και άλλα ενδιαφέροντα έργα όπως ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος κ.α.

4) Ασκηταριό της Θεοτόκου

5) Ασκηταριό των Εισοδίων της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Βρίσκεται στη νήσο Mali Grad της Μεγάλης Πρέσπας και ανήκει στην Αλβανία.

6) Ναός του Αποστόλου Πέτρου

Βρίσκεται στη νήσο Golem Grade της Μεγάλης Πρέσπας και ανήκει στην πΓΔΜ. Χρονολογείται στον ΙΔ΄ αιώνα.

Βραχογραφίες παλαιών ασκηταριών που σήμερα δεν σώζονται.

Σε διάφορα σημεία στη Μεγάλη Πρέσπα απαντούν βυζαντινές βραχογραφίες. Διάφορες ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα πως παλαιότερα υπήρχαν εκεί ασκηταριά, τα οποία όμως σήμερα λόγω της διαβρώσεως και του χρόνου απώλεσαν τα σχετικά τοιχία, καθιστώντας έτσι σε μετέωρη, κυριολεκτικά, κατάσταση τις τοιχογραφίες. Τέτοια παραδείγματα είναι:

1) Στη νοτιοδυτική πλευρά του κόλπου των Ψαράδων απαντούν δύο τέτοια δείγματα, σε μικρή απόσταση μεταξύ τους.

Α΄) Η παλαιότερη είναι η Θεοτόκος στον τύπο της Ελεούσης. Χρονολογείται στα 1373, μνημονεύει τα ονόματα των Μιχαήλ, Κωνσταντίνου και Μανουήλ και το όνομα Δραγάσι(ς), ενδεικτικό της παρουσίας του Σερβικού Οίκου των Dragas, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω.

Β΄) Η δεύτερη χρονολογικά και πρώτη που συναντά κανείς είναι η Παναγία η Βλαχερνίτισσα. Σύμφωνα με την επιγραφή που συνοδεύει το έργο, η ιστόρηση έγινε το 1455/6 από τους (Ιλ;)ήτζα() και τη συμβία αυτού Αρμέ(ν;)σκα. Τα ονόματα αυτά, δείχνουν την παρουσία και μη ελληνόφωνου πληθυσμού στην περιοχή, ίσως δε και Αρμενικής καταγωγής.

Γ΄) Στον βράχο βόρειο-ανατολικά μετά την έξοδο από τον κόλπο των Ψαράδων απαντά ο επισκέπτης την πλέον έσχατη εικαστική μαρτυρία, για τον ασκητισμό των Πρεσπών. Πρόκειται για την εικόνα του Αγίου Νικολάου. Η συνοδευτική επιγραφή μαρτυρεί τα ονόματα των πιθανώς σλαβοφώνων (αλλά όχι απαραίτητα Σλάβων στη συνείδηση) Πέτρου, Στόγιαν (Στωϊάνη) και των γονέων αυτών Πέτρου και Νέτο.

Τα ερείπια της βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου (10ος αιώνας)

Με την εικόνα αυτή συνδέεται ένα θρυλούμενο θαύμα, που κατά την παράδοση έλαβε χώρα στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ξένοι στρατιωτικοί επιβαίνοντας σε βάρκα είχαν βάλει στο σημάδι την εικόνα του Αγίου. Δεν μπορούσαν όμως με τίποτε, παρά τη σχετική εγγύτητα να πετύχουν το πρόσωπο του Αγίου και το φωτοστέφανο. Λίγο μετά έλαβε χώρα απότομη τρικυμία που έπνιξε τους ασεβείς στρατιωτικούς. Οι ψαράδες μέχρι και σήμερα όταν σπανιότερα ψαρεύουν στο σημείο, ισχυρίζονται πως βρίσκουν κάποιες φορές υπολείμματα από βυθισμένη βάρκα.

Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά Μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο νησί του Αγίου Αχιλλείου υπάρχουν αρχαιολογικά καθώς και βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία με σημαντικότερη τη βασιλική εκκλησία του 10ου αιώνα.

Οικολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Πρέσπες ως λίμνες και οικοσυστήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λαγγόνες και σταχτοτσικνιάς στις Πρέσπες

Η Μικρή Πρέσπα χαρακτηρίζεται ως μεσοτροφική λίμνη, περιβάλλεται δε από σημαντικές εκτάσεις με καλαμιώνες και έχει μικρότερο βάθος από τη Μεγάλη. Υπάρχουν περίοδοι που παρατηρείται σε συνθήκες ακραίου ψύχους το πάγωμα της λίμνης. Έχει έκταση περίπου 47 τ.χλμ.

Η Μεγάλη Πρέσπα θεωρείται ολιγοτροφική λίμνη, το ανώτερο βάθος της ξεπερνάει τα 50 μέτρα, ενώ η έκτασή της αγγίζει τα 272 τ. χλμ., εκ των οποίων λιγότερα από 40 ανήκουν στην Ελληνική επικράτεια. Συχνό είναι το φαινόμενο του κυματισμού, ενώ σε γενικές γραμμές τα νερά της δεν παγώνουν.

Στις Πρέσπες απαντούν πάνω από 40 είδη θηλαστικών, περί τα 260 είδη πτηνών, 11 αμφιβίων, 20 είδη ερπετών και 15 είδη ιχθύων, ενώ στην πλούσια χλωρίδα της περιλαμβάνονται περισσότερα από 1300 είδη φυτών και μια συστάδα υπεραιωνόβιων βουνοκυπάρισσων. Όσον αφορά στην πτηνοπανίδα σημαντικότερη θεωρείται η παρουσία των δύο ειδών πελεκάνου, (ροδοπελεκάνου και αργυροπελεκάνου), ιδιαίτερα του δευτέρου, που είναι σπάνιο είδος παγκοσμίως.

Διαχείριση υγροτόπων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Πρέσπες είναι μία περιοχή με μεγάλη βιοποικιλότητα, η οποία παρέχει στους κατοίκους των γύρω χωριών πόρους για τη διαβίωση τους. Η αλιεία, η γεωργία και η κτηνοτροφία αποτελούν κύρια πηγή ενασχόλησης των κατοίκων, η οποία και είναι αλληλένδετη με τις λίμνες.

Ελλάδα:Εθνικός Δρυμός Πρεσπών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εθνικός δρυμός Πρεσπών
Πρέσπες - άποψη του Αγίου Αχιλλείου

Η Πρέσπα και συγκεκριμένα μια έκτασή της συνολικής εκτάσεως 256,9 τ. χλμ. είχε ήδη ανακηρυχθεί ως ο «Εθνικός Δρυμός Πρεσπών» από το 1974. Την επόμενη χρονιά, το 1975, ονομάστηκε επίσημα «Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους», ενώ στις 21 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους τέθηκε σε ισχύ στην Ελλάδα η ένταξη της Μικρής Πρέσπας στη Συνθήκη Ραμσάρ ως υγροβιοτόπου διεθνούς ενδιαφέροντος. Το 1991 δημιουργήθηκε η Εταιρία Προστασίας Πρεσπών με τη βοήθεια της WWF που στήριξε τις προσπάθειες του τοπικού πληθυσμού να αναδείξουν και να προστατέψουν το φυσικό πλούτο της περιοχής τους.

Σημαντικό τμήμα του Εθνικού Δρυμού καθώς και του Όρους Βαρνούντα συγκαταλέγεται στο Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο «Natura 2000» ως χώρος προστασίας πτηνών. Το 2009 ο Εθνικός Δρυμός Πρεσπών αντικαταστάθηκε από μια ευρύτερη του 1974 προστατευόμενη περιοχή συνολικής εκτάσεως 327 τ.χλμ. με τον τίτλο «Εθνικό Πάρκο Πρεσπών».

Τη διαχείριση αυτού του υγροτόπου την έχει αναλάβει από ελληνικής πλευράς ο Φορέας Διαχείρισης Πρεσπών. Το 2008 προτάθηκε από την Εταιρία Προστασίας Πρεσπών και πραγματοποιήθηκε η σύσταση της Επιτροπής Διαχείρισης του Υγροτόπου, στην οποία από το 2012 μετέχουν[3], εκτός από τους τοπικούς φορείς, και μέλη των τοπικών συνεταιρισμών κτηνοτροφικών και αλιευτικών, οι οποίοι είναι και αυτοί που προσδοκούν στην καλή κατάσταση του φυσικού αυτού πόρου, καθώς επηρεάζονται άμεσα από αυτή και με τη δραστηριότητά τους συντελούν στη διατήρησή του. Το εγχείρημα αυτό δεν είναι ένα εύκολο έργο, αλλά μέσα από τις επιμέρους απόψεις των εμπλεκομένων παράγεται ένα αποτέλεσμα το οποίο συμβάλλει στη διατήρηση του πολύ σημαντικού αυτού υγροτόπου[4].

Λοιπά Εθνικά Πάρκα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντίστοιχα με την Ελληνική επικράτεια λειτουργούν εκ παραλλήλου το Εθνικό Πάρκο Πρεσπών της Αλβανίας και από πλευράς Βόρειας Μακεδονίας το Εθνικό Πάρκο Galichica ανάμεσα στη Μεγάλη Πρέσπα και την Αχρίδα, που ιδρύθηκε το 1958 με έκταση 250 τ. χλμ., το Εθνικό Πάρκο του Pelister στα σύνορα με την Ελλάδα, που ήταν το πρώτο σχετικό Εθνικό Πάρκο της πρώην Γιουγκοσλαβίας ιδρυμένο από το 1948 και με έκταση 125 τ. χλμ. και το Ορνιθολογικό Καταφύγιο του Εζέρανι με έκταση 20,8 τ.χλμ., το οποίο μαζί με το τμήμα της Μεγάλης Πρέσπας που ανήκει στην Βόρεια Μακεδονία εντάσσονται επίσης στη Συνθήκη Ραμσάρ.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ελληνικό Φεστιβάλ Πρέσπεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μικρό νησί της λίμνης Μικρή Πρέσπα, ο Άγιος Αχίλλειος είναι εδώ και χρόνια το κέντρο των εκδηλώσεων «Πρέσπεια» με σημαντικές συναυλίες. Αρχικά η προσέλευση του κόσμου στο νησί γινόταν με βάρκες και τη βοήθεια του στρατού, τα τελευταία όμως χρόνια έχει δημιουργηθεί γέφυρα και η προσέλευση είναι ευκολότερη. Φυσικά η γέφυρα είναι σημαντικότερη για τους ίδιους τους κατοίκους του νησιού που πλέον δεν νιώθουν αποκομμένοι από τον υπόλοιπο νομό μια και η πρόσβαση με βάρκα το χειμώνα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.

Φθινοπωρινά χρώματα κάτω από το χωριό Ανταρτικό

Υποσημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «οι γε μην Αλαμάνοι και Φράγγοι (γένη δε ούτοι δυτικά) κατά της χώρας αφεθέντες καθαιρούσι μεν τα εν τη Πρέσπα των Βουλγάρων υπολελειμμένα βασίλεια, σκυλεύουσι δε και τον εκείσε ναόν, ος επ΄ ονόματι του Αγίου Αχιλλείου ίδρυται, μηδενός των εν εκείνω φεισάμενοι ιερών ων τινά μεν αύθις ανεσώθησαν, τα δε λοιπά ο στρατός διανειμάμενοι εις χρήσιν ιδίαν μετασκεύασεν»

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Παπαρρηγόπουλος, Κωνσταντίνος. (1992). Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Αθήνα: Εκδόσεις Κάκτος. ISBN 9789603828129. 
  2. «Γερμανὸς ὁ καὶ Γαβριήλ ἐν Βοδινοῖς καὶ ἐν τῇ Πρέσπᾳ», Cod. Paris. gr., 880, Νικόλαος Μοναχός, ΧΙΙΙ, f. 407 v. 
  3. Λιάλιος, Γιώργος. «Το μοναδικό παράδειγμα της Πρέσπας | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ». www.kathimerini.gr. Ανακτήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 2021. 
  4. «Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Πρεσπών». Ανακτήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 2021. 

Ενδεικτική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιωάννης Σκυλίτζης/ Ioannis Scylitzae "Σύνοψις Ιστοριών / Synopsis Historiarum" (ed. Hans Thurn, Corpus Fontium Historiae Byzantinae, Berlin 1973, ISBN (978)3110022858). (αγγλικά)
  2. Νικολάου μοναχού, Παρισινός Κώδιξ (GR) 880(XIII 407ν),
  3. "Το Στρατηγικόν του Κεκαυμένου (εκδ. Κανάκη, εισαγωγή-μετάφραση Δ. Τσουγκαράκη, επιμ. Θ. Μωυσιάδη, Αθήνα 1993,
  4. Andre Grabar "Deux temoignages archologigues sur l' autocephalie d' une egliseQ Prepsa et Ohrid(Recueil des travaux de l' institut d' Etudes Byzantines Beograd VIII, Melanges G. Ostrogorsky),
  5. P. Milukov, Χριστιανικές Αρχαιότητες στη Δυτική Μακεδονία, Δελτίο Ρωσικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Κωνσταντινουπόλεως, IV, I (1899, σελ. 48-151(ρωσικά),
  6. I. Ivanov, "Η πρωτεύουσα του Τσάρου Σαμουήλ στην Πρέσπα", Bulletin de la Societe Archeologique Bulgare I(1910)
  7. I. Ivanov, "Βουλγαρικές Αρχαιότητες Μακεδονίας", Σόφια 1931
  8. Στ. Πελεκανίδης, "Βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία της Πρέσπας", Θεσσαλονίκη 1960,
  9. Ν. Μουτσόπουλος, "Έρευνες στην Καστοριά και τον Άγιο Αχίλλειο", ΕΕΠΣ ΑΠΘ Β΄ (1965-66), 91-107,
  10. Ν. Μουτσόπουλος, "Ανασκαφή της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου, Δευτέρα(1966) και Τρίτη(1967) Περίοδος Εργασιών", ΕΕΠΣ Α.Π.Θ. Δ΄ (1969-1970)
  11. Ν. Μουτσόπουλος, "Ανασκαφή της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου", ΕΕΠΣ Α.Π.Θ. Ε΄ (1971-72)
  12. Ν. Μουτσόπουλος "Εκκλησίες του Νομού Φλώρινας", 2003, ISBN12 9789602396278,
  13. Οι Πρέσπες χθες και σήμερα, Ένθετο "7 Ημέρες" της εφημερίδας "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 09-01-1994, σελ. 2-19
  14. Αδαμ. Καραμεσίνη-Οικονομίδου, "Νομίσματα εκ της ανασκαφής της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου", ΕΕΠΣ Α.Π.Θ. Δ΄(1969-1970, σελ. 207-214)
  15. Δέσποινα Ευγενίδου, Ιωάννης Κανονίδης, Θανάσης Παπαζώτος "Τα Μνημεία των Πρεσπών", Κατάλογος ΥΠ.ΠΟ. Τ.Α.Π., επιμ. Ευαγγελία Κυπραίου, Αθήνα 2000

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Lake Prespa στο Wikimedia Commons