Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ελληνόρρυθμη Καθολική Εκκλησία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ελληνόρρυθμη Καθολική Εκκλησία
ΕίδοςΕιδική εκκλησία (sui iuris)
ΚατηγοριοποίησηΡωμαιοκαθολική Εκκλησία
*Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες
ΠροσανατολισμόςΑνατολικός Χριστιανισμός
ΚείμενοΚαθολική Βίβλος (Μετάφραση των Εβδομήκοντα, Πεσίτα)
ΘεολογίαΡωμαιοκαθολική και
Ορθόδοξη
ΠολιτείαΠαπισμός
ΔομήΘρησκευτική κοινωνία
ΠάπαςΦραγκίσκος
Διαχωρισμόςαπό τις αυτοκέφαλες εκκλησίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, των Προχαλκηδόνιων Εκκλησιών και της Εκκλησίας της Ανατολής ανά τους αιώνες
Άλλες ονομασίεςΕλληνική Καθολική Εκκλησία

Ελληνόρρυθμη Καθολική Εκκλησία αποκαλείται ένας αριθμός Ανατολικών Καθολικών Εκκλησιών με Βυζαντινή ή Ελληνική λειτουργική παράδοση (Ritus Graecus), με αναφορά στην Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη. Η κοινότητα των Ρωμαιοκαθολικών αυτού του τυπικού συνηθίζεται να αποκαλούνται Ουνίτες από τη λατινική λέξη unitus, δηλαδή «ενωμένος» και εννοεί την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία που επιχειρήθηκε να ενωθεί με τη Δυτική Εκκλησία κατ' εφαρμογή των αποφάσεων της Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας (1439). Οι Ελληνόρρυθμοι Καθολικοί έχουν πλήρη κοινωνία με την Εκκλησία της Ρώμης και τον Πάπα, αλλά διατηρούν τις λειτουργικές παραδόσεις και το εορτολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αναγνωρίζουν όλα τα δόγματα και τη θεολογία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ενώ τιμούν όλους τους ορθοδόξους αγίους, εκτός όσων αναγνωρίστηκαν από τους ορθοδόξους μετά τη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας (1439).

Με τον όρο Ουνία, εννοείται από την πλευρά της Ορθόδοξης Εκκλησίας «το θρησκευτικό και πολιτικό σχήμα, που δημιουργήθηκε από τους ιθύνοντες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, από τον Παπισμό, για τον εκδυτικισμό της μη λατινικής Ανατολής, την πνευματικοπολιτική δηλαδή υποταγή της στην εξουσία του Πάπα».[1] Η Ουνία θεωρείται επικίνδυνη και αιρετική για τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό από τους θεματοφύλακές του.[2]

Ο όρος Ουνιτικές εφαρμόζεται για εκείνες τις Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες πού υπήρξαν Ορθόδοξες και για τα μέλη τους. Ο όρος θεωρείται εκ μέρους τους σήμερα αρνητικός, ακόμη και εξευτελιστικός προσδιορισμός[3] αν και χρησιμοποιήθηκε ιστορικά, από Λατίνους και Ανατολικούς Καθολικούς, ειδικά πριν από την Β' Βατικανή Σύνοδο.[4] Εκτός αυτού ο όρος ουνία περιγράφει σε μερικές περιπτώσεις μία διοικητική ή δογματική ένωση δυο προτεσταντικών εκκλησιών διαφορετικής θεολογικής σχολής.

Τα επίσημα ρωμαιοκαθολικά έγγραφα δε χρησιμοποιούν σήμερα τον όρο εξαιτίας της αρνητικής χροιάς του.[5] Σύμφωνα με τον ανατολικό Ορθόδοξο καθ. John Erickson του Θεολογικού Ιεροδιδασκαλείου του Αγ. Βλαδίμηρου, «Ο όρος 'Ουνιάτης' 'Ουνιτικός' χρησιμοποιείτο κάποτε με υπερηφάνεια στη ρωμαϊκή κοινωνία, αλλά εδώ και καιρό θεωρείται αρνητικός. Το 'ανατολικό καθολικό τελετουργικό' δεν ήταν πλέον δημοφιλές καθώς υπονοούσε πιθανώς ότι οι εν λόγω Ρωμαιοκαθολικοί διέφεραν από τους Λατίνους μόνο στο εξωτερικό τυπικό της λατρείας. Η Β' Βατικανή Σύνοδος επιβεβαίωσε μάλλον ότι οι Ανατολικοί Καθολικοί ίδρυσαν εκκλησίες, με στόχο να παρέχουν μια γέφυρα στις διαχωρισμένες εκκλησίες της ανατολής».[6]

Ελληνόρρυθμος Ρωμαιοκαθολικός ναός στην Ουκρανία.

Οι ελληνόρρυθμοι τηρούν στις τελετές τους το τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τη γενική αισθητική της λατρείας της. Οι κληρικοί φέρουν άμφια του ορθόδοξου τύπου, ενώ οι ναοί είναι επιπλωμένοι και διακοσμημένοι όπως και οι λοιπές ορθόδοξες εκκλησίες. Η λατρευτική μουσική είναι συνήθως το βυζαντινό εκκλησιαστικό μέλος, αν και ενίοτε ψάλλονται ύμνοι σε μέλος δυτικό και χρησιμοποιείται μουσικό όργανο. Μία αξιοσημείωτη διαφοροποίηση των ελληνορρύθμων από τους ορθοδόξους είναι ότι στο πνεύμα των λειτουργικών μεταρρυθμίσεων της Β’ Βατικανής Συνόδου (1965) ορισμένες δεήσεις εκφωνούνται στα νεοελληνικά. Η μετάληψη γίνεται με ένζυμο άρτο και οίνο, αλλά οι ελληνόρρυθμοι, κατά πιστή εφαρμογή μιας διάταξης της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, δεν χρησιμοποιούν λαβίδα (κουτάλι) για τη μετάδοση της Θείας Κοινωνίας. Ο κληρικός παίρνει από το δίσκο με το χέρι μικρές μερίδες άρτου, τις εμβαπτίζει στο ποτήριο του οίνου και μεταδίδει το μυστήριο στους πιστούς.

Περίοδος της οθωμανικής και ενετικής κυριαρχίας ως τον 19ο αιώνα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ελληνόρρυθμη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία στη Ρουμανία.

Σήμερα οι ελληνόρρυθμοι καθολικοί αποτελούν τη φυσική συνέχεια της ομάδας των ενωτικών, που κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο (13ος-15ος αιώνας) υποστήριζαν την ένωση της Ανατολικής με τη Δυτική Εκκλησία. Θεολογικά η θέση αυτή μπορεί να γίνει δεκτή, από την άποψη ότι οι Ελληνόρρυθμες Καθολικές Εκκλησίες (Ουνιτικές) αποτελούν την πρακτική εφαρμογή των αποφάσεων της ενωτικής Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας (1439). Ιστορικά όμως κοινότητες ελληνορρύθμων με δικό τους κλήρο δεν εντοπίζονται στις πρώην βυζαντινές περιοχές πριν τον 19ο αιώνα. Άλλωστε πουθενά οι ουνιτικές κοινότητες δεν σχηματίστηκαν ως φυσική συνέχεια κοινοτήτων και κλήρου ενωτικών ορθοδόξων της μεσαιωνικής περιόδου. Επιπλέον οι ενωτικοί παρ' ότι υπήρξαν ως κίνηση μέσα στη Βυζαντινή Εκκλησία, δεν σχημάτισαν ιδιαίτερες κοινότητες.

Η ίδρυση και οργάνωση Ελληνόρρυθμων Καθολικών Εκκλησιών άρχισε μετά τη συμφωνία της Ένωσης του Μπρεστ (1596), η οποία αποφάσισε την επιβολή των αποφάσεων της Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας στις ορθόδοξες κοινότητες του Βασιλείου της Πολωνίας. Έκτοτε άρχισαν να υφίστανται στην κεντρική Ευρώπη κοινότητες πλήρως ενταγμένες στον ρωμαιοκαθολικισμό, αλλά με τα λατρευτικά έθιμα της Ορθοδοξίας. Το πρότυπο αυτό εφαρμόστηκε στις ορθόδοξες επαρχίες που περνούσαν υπό την κυριαρχία Ρωμαιοκαθολικών ηγεμόνων, είτε της Πολωνίας είτε της Αυστρίας, με αποτέλεσμα την ίδρυση ισχυρών Ελληνόρρυθμων Εκκλησιών που υφίστανται ως τις μέρες μας στη Δυτική Ουκρανία, στην Πολωνία, στην Τρανσυλβανία (Ρουμανία), στην Τσεχία, στη Σλοβακία, στην Ουγγαρία, στην Κροατία και στις βαλτικές χώρες (Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία). Το έργο της ιεραποστολής και προώθησης της υπόθεσης του Ουνιτισμού ανέλαβαν κυρίως οι κληρικοί του Τάγματος των Ιησουϊτών.

Ουνία στον ελλαδικό χώρο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Ελληνόρρυθμος Ρωμαιοκαθολικός Ναός Αγίας Τριάδας, οδός Αχαρνών Αθήνα

Στα 1870, με το βουλγαρικό εκκλησιαστικό σχίσμα, και την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχικής Εκκλησίας ξεσπά κύμα εθνικιστικής βουλγαρικής προπαγάνδας στη Μακεδονία με τη βοήθεια Ρώσων πρακτόρων. Πολλοί Έλληνες Ορθόδοξοι κάτοικοι καταπιέζονται να προσχωρήσουν στην Εξαρχία και στην ουσία να εκβουλγαριστούν υπό τις οδηγίες της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής του Πανσλαβισμού μέσω του βουλγαρικού παράγοντα.[7] Στην περιοχή της Μακεδονίας δρα και ο αμερικανικός παράγοντας, μέσω του Αυστριακού Προξενείου της Θεσσαλονίκης, με σαφή στόχο των προσηλυτισμό των κατοίκων στον προτεσταντισμό,[8] καθώς και Βούλγαροι ουνίτες ιεραπόστολοι.Ο κίνδυνος εκβουλγαρισμού αφυπνίζει τον Ελληνισμό της Μακεδονίας και οργανώνεται με ίδρυση σχολείων και ενίσχυση των διδασκάλων ώστε να διατηρούν οι νέοι την ελληνική γλώσσα.[9][10]

Το 1887 καταστράφηκε η ορθόδοξη Μονή της Παναγίας της Κρουσσιώτισσας της περιοχής του Κιλκίς από Ουνίτες και Βούλγαρους Εξαρχικούς.[11]

Η Ιερά Σύνοδος υπό τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο Α’ εξέδωσε Εγκύκλιο το 1903, επισημαίνοντας τον κίνδυνο από την εμφάνιση πρακτόρων της Ουνίας στον ελλαδικό χώρο. Ακόμη, μια επίσημη αντίδραση της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά της Ουνίας έγινε με έγγραφο της Ι. Συνόδου προς το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως το 1924, επί Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Α’. Η καταγγελία της Ιεράς Συνόδου συνοδευόταν με διαμαρτυρία για την αδιαφορία του κράτους και το αίτημα να κλεισθούν ο ουνιτικός ναός και τα άλλα ουνιτικά ιδρύματα, διότι διευκόλυναν τη λατινική προπαγάνδα στη χώρα μας. Ήταν, δε, ήδη γνωστή η ανθελληνική στάση της Ρώμης και του Πάπα στη Μικρασιατική Καταστροφή, όπως και προηγουμένως στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις 7 Απριλίου 1925 εκδόθηκε Εγκύκλιος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Α΄ κατά των Ουνιτών.[12]

Το θέμα των Ουνιτών στην Ελλάδα τέθηκε και στη Βουλή των Ελλήνων (1929) χωρίς όμως να δοθεί λύση. Εκδόθηκαν όμως δύο δικαστικές αποφάσεις, με βουλεύματα του Εφετείου Αθηνών (1930) και του Αρείου Πάγου (1931), που επέβαλλαν στους Ουνίτες την απαγόρευση να φορούν το εξωτερικόν ένδυμα των Ορθοδόξων κληρικών της χώρας, για να αποφεύγεται η σύγχυσή τους με τον ορθόδοξο Κλήρο. Οι αποφάσεις αυτές δεν έγιναν σεβαστές από τους Ουνίτες.[13]

Ελληνόρρυθμες Καθολικές Εκκλησίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Αλβανός ιερέας της Ιταλίας (Ιταλοαλβανός), Επαρχία της Πιάνα ντέλι Αλμπανέζι, Ιταλοβυζαντινή Εκκλησία.

Αναφέρονται, επίσης, ως Βυζαντινές Καθολικές Εκκλησίες και είναι οι 14 από τις 23 Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες που ακολουθούν το βυζαντινό ή άλλως, ελληνικό τυπικό:

  • Αλβανική Ελληνοκαθολική Εκκλησία
  • Λευκορωσική Ελληνοκαθολική Εκκλησία
  • Βουλγαρική Ελληνοκαθολική Εκκλησία
  • Ελληνοκαθολική Εκκλησία της Κροατίας και Σερβίας
  • Ουγγρική Ελληνοκαθολική Εκκλησία
  • Ρουμανική Ελληνοκαθολική Εκκλησία
  • Ρωσική Ελληνοκαθολική Εκκλησία
  • Ρουθηνική Ελληνοκαθολική Εκκλησία
  • Σλοβακική Ελληνοκαθολική Εκκλησία
  1. «πρωτ. Γ. Μεταλληνού: «Ουνία: Μια θρησκευτικοπολιτική παπική εξουσία»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Ιουλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουλίου 2012. 
  2. «Ουνία: Η μέθοδος του παποκεντρικού οικουμενισμού (Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης, Καθηγούμενος Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους)». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 18 Σεπτεμβρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2008. 
  3. Βλ. "The Word 'Uniate'" from www.oca.org
  4. Ό όρος χρησιμοποιήθηκε από την Αγία Έδρα, (βλ. Βενέδικτος ΙΔ') διαθέσιμος online στο: http://www.catholic-forum.com/saints/pope0247m.htm Αρχειοθετήθηκε 2008-06-30 στο Wayback Machine.. Η Καθολική Εγκυκλοπαίδεια του 1909 χρησιμοποιούσε διαρκώς τον όρο «Ουνιτική» αναφερόμενη στους Ανατολικούς Καθολικούς: «Η Ουνιτική Εκκλησία είναι για αυτό συνώνυμη ιστορικά με τις Ανατολικές Εκκλησίες που ενώθηκαν με τη Ρώμη, και η λέξη Ουνίτες είναι συνώνυμη με τους Ανατολικούς Χριστιανούς που ενώθηκαν με τη Ρώμη». Διαθέσιμο online στο: http://www.newadvent.org/cathen/06752a.htm
  5. «Θα πρέπει να αναφερθεί ότι στο παρελθόν οι Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες θεωρούντο συχνά 'Ουνιτικές' εκκλησίες. Εφόσον, όμως, ο όρος θεωρείται σήμερα υποτιμητικός δε χρησιμοποιείται πλέον». "The Catholic Eastern Churches"[νεκρός σύνδεσμος] από το δικτυακό τόπο της CNEWA: A Papal Agency for Humanitarian and Pastoral Support
  6. Αναφορά στο Richard John Neuhaus, Orthodoxy and "Parallel Monologues", τεύχος Μαρτίου 2002 First Things
  7. Κωνσταντίνος Απ. Βακαλόπουλος, Νεότερη Ιστορία της Μακεδονίας (1830 – 1912), Από τη Γένεση του Νεοελληνικού Κράτους ως την Απελευθέρωση, εκδόσεις Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη, 1999, σσ. 56 – 60, 70 – 73
  8. Κωνσταντίνος Απ. Βακαλόπουλος, Νεότερη Ιστορία της Μακεδονίας (1830 – 1912), Από τη Γένεση του Νεοελληνικού Κράτους ως την Απελευθέρωση, εκδόσεις Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη, 1999, σσ. 78 – 82
  9. Αθανάσιος Α. Αγγελόπουλος, Αι ξέναι Προπαγάνδαι εις την επαρχίαν Πολυανής κατά την περίοδον 1870 - 1912, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ), Θεσσαλονίκη 1973, ανατύπωση 1993, σελ. 103
  10. «Καταδίκη της Ουνίας με πρωτοβουλία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών στη Μεγάλη Σύνοδο - εφημερίδα Η Βραδυνή». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Ιανουαρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 2019. 
  11. Αθανάσιος Α. Αγγελόπουλος, Αι ξέναι Προπαγάνδαι εις την επαρχίαν Πολυανής κατά την περίοδον 1870 - 1912, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ), Θεσσαλονίκη 1973, ανατύπωση 1993, σσ. 103, 104, 105, 106
  12. Γ. Μεταλληνός, Ουνία. Πρόσωπο και προσωπείο. Η Ουνία χθες και σήμερα, εκδ. Αρμός, Αθήνα 19993, σσ. 28-31.
  13. Γ. Μεταλληνός, Ουνία. Πρόσωπο και προσωπείο. Η Ουνία χθες και σήμερα, εκδ. Αρμός, Αθήνα 19993, σσ. 28-31.