Αρμάνοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βλάχος βοσκός με παραδοσιακή φορεσιά.

Οι Αρμάνοι, γνωστοί στην Ελλάδα κυρίως ως Βλάχοι, είναι μία πληθυσμιακή ομάδα τα μέλη της οποίας κατοικούν κυρίως στην Ελλάδα, στην Αλβανία και στην Π.Γ.Δ.Μ.. Τα μέλη της μιλούν διάφορες προφορικές βλαχικές διαλέκτους γνωστές επίσης υπό το νεολογισμό Αρωμουνική γλώσσα. Η Αρωμουνική είναι το σύνολο των προφορικών μή συστηματοποιημένων βλαχικών διαλέκτων που ομιλούνται στα νότια Βαλκάνια. Οι προφορικές αυτές ντοπιολαλιές είναι λατινογενούς προέλευσης. Οι βλαχικοί πληθυσμοί δηλαδή ήσαν κάποτε κατά κύριο λόγο δίγλωσσοι. Σήμερα στον ελλαδικό χώρο ένα μέρος τους συνεχίζει να μιλά παράλληλα με την Ελληνική, τα βλαχικά. Το μεγαλύτερο ωστόσο μέρος των ατόμων βλαχικής καταγωγής σήμερα μιλάει μόνο ελληνικά. Τα ελληνικά ήταν ανέκαθεν η μόνη γλώσσα γραπτής χρήσης στα βλαχοχώρια. Στις χώρες της διασποράς χρησιμοποιούσαν την Ελληνική και τις εκεί επίσημες γλώσσες. Στην προφορική τους γλώσσα οι βλαχόφωνοι ονομάζονται Αρμάνοι ή "Ρεμένοι" ενώ στα ελληνικά και τις περισσότερες γλώσσες του κόσμου ονομάζονται "Βλάχοι".

Ορισμός και ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βλαχικός αυτοπροσδιορισμός Αρμάνιι είναι σύνθετη λέξη από το a + Romani, δηλαδή α + ρωμάνοι, όπως ονομάζονταν οι λατινόφωνοι ρωμαίοι στις νότιες επαρχίες του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους. Ως Ρωμάνοι είναι γνωστοί στους βυζαντινούς χρόνους οι λατινόφωνοι υπήκοοι του ρωμαϊκού κράτους κι ως Ρωμαίοι οι ελληνόφωνοι υπήκοοί του. Οι όροι Αρωμούνος/Αρωμούνοι κι Αρμάνος/Αρμάνοι είναι νεολογισμοί. Ο πρώτος προήλθε από τον γερμανικό όρο Aromunen που εισήγαγε ο Γκούσταβ Βάϊγκαντ στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και καθιερώθηκε στην ελληνική του μορφή από τον Αχιλλέα Λαζάρου. Ο δεύτερος όρος εμφανίστηκε στην ελληνική βιβλιογραφία αρχικά στη μορφή Αρμάνιοι από το Σωκράτη Λιάκο και στη σημερινή του μορφή Αρμάνοι από τους Νικόλαο Μέρτζο και Γιώργη Έξαρχο.


Ο όρος Αρμάνοι απέκτησε με το χρόνο περισσότερες σημασιοδοτήσεις. Από το ξεκίνημα της ρουμανικής προπαγάνδας (μέσα 19ου αι.) κι έπειτα, προσδιόριζε πολιτικά τους ρουμανίζοντες Βλάχους του ελλαδικού χώρου και βορειότερων περιοχών. Σήμερα η πολιτική του σημασιοδότηση έχει πάρει νέο περιεχόμενο, καθώς με τον ίδιο όρο και μόνο αυτοπροσδιορίζονται τα μέλη της "Αρμάνικης Φάρας" με έδρα το Βουκουρέστι και οι δορυφόροι τους στις βαλκανικές χώρες.

Για την ετυμολόγηση της λέξης Βλάχος διατυπώθηκαν πολλές απόψεις από νεότερους μελετητές. Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη το Βλάχοι, προέρχεται από το σλάβικο Vlahi κι αυτό από το παλαιογερμανικό Walchen. Με αυτόν τον τελευταίο όρο προσδιόριζε κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα το γερμανικό φύλο των Βαυαρών τους Ρωμαίους των Άλπεων (Ραιτία, Νωρικό). Οι τελευταίοι είχαν περιέλθει σε υποδεέστερη πολιτικοκοινωνική κατάσταση στα νεοϊδρυθέντα γερμανικά κρατίδια μετά την εγκατάσταση των βαρβαρικών γερμανικών φύλων στη ρωμαϊκή επικράτεια και ακριβώς αυτή τη νέα πολιτικοκοινωνική κατάστασή τους περιέγραφε ο όρος Walchen. Παράλληλα γενικεύτηκε η χρήση του όρου και επικράτησε να ονομάζουν έτσι τους κατοίκους της Ιταλίας και εν γένει τους λατινόφωνους Ρωμαίους πολίτες. Ο γερμανικός αυτός όρος υιοθετήθηκε από τους Σλάβους των Άλπεων και στη σλαβική του εκφορά "Vlahi" μεταφέρθηκε στο Ιλλυρικό της μεσοβυζαντινής περιόδου, όπου οι Σλάβοι με την κάθοδό τους συνάντησαν τους Ρωμάνους, δηλαδή τους λατινόφωνους Ρωμαίους της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, σε κατάσταση πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής παρακμής. Από τους Σλάβους εποίκους λοιπόν διαδόθηκε ο όρος για να εμφανιστεί στη γραπτή του μορφή "Βλάχοι" τον 10ο αιώνα στη βυζαντινή γραμματεία.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, και συγκεκριμένα το 1908, ο Σπ. Παπαγεωργίου είχε υποθέσει την προέλευση της λέξης Βλάχος από την αραβική λέξη Φελλάχ που σημαίνει "γεωργός". Μετά από 30 χρόνια, ο ακαδημαϊκός Αντ. Κεραμόπουλλος ανέπτυξε διεξοδικά την εικασία αυτή με βάση εκτεταμένη βιβλιογραφία, σε προεδρικό του λόγο στην Ακαδημία Αθηνών. Οι απόψεις των δύο συνάντησαν ελάχιστη έως καθόλου απήχηση στη διεθνή επιστημονική κοινότητα.

Ο προφορικός αυτοπροσδιορισμός των Βλάχων ως "Αρμάνιι" ή "Ρεμένιι"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βλάχοι της Ελλάδας στην προφορική τους γλώσσα αυτοπροσδιορίζονται ως Αρμάνιι και Ρεμένιι. Στην ελληνόφωνη γραπτή και προφορική τους παράδοση αυτοπροσδιορίζονται με τον όρο Βλάχοι ή βλαχόφωνοι Έλληνες. Ως Βλάχοι αυτοπροσδιορίζονται στο τοπικό βλαχικό ιδίωμα οι βλαχόφωνοι κάτοικοι του Μετσόβου, της Μηλιάς και ευρύτερα της περιοχής Μαλακασίου.

Οι Βλάχοι της Κλεισούρας, της Σαμαρίνας, του Περιβολίου και της Αβδέλλας, αυτοπροσδιορίζονται στο προφορικό βλαχικό τους ιδίωμα ως Αρμάνιι και στα ελληνικά ως Βλάχοι. Στη γραπτή παράδοση λόγιοι βλαχικής καταγωγής έκαναν αρκετά συχνά χρήση και των όρων Γραικόβλαχοι, Ρωμαιόβλαχοι και σπανιότερα Γραικολατίνοι αναφερόμενοι στους Βλάχους του ιστορικού ελλαδικού χώρου.

Άλλοι προσδιορισμοί των νοτίων Βλάχων είναι:

  • Κουτσόβλαχοι: πολιτικογεωγραφικός όρος. Είναι η ελληνική απόδοση του τούρκικου Κιουτσούκ Βαλάχ (= Μικρόβλαχοι), κάτοικοι δηλαδή της Μικρής Βλαχίας. Έτσι ονόμαζαν οι Οθωμανοί τους Βλάχους κατοίκους της Θεσσαλίας στην πρώιμη Τουρκοκρατία σε αντιδιαστολή με τους Μπουγιούκ Βαλάχ (=Μεγαλόβλαχους), κατοίκους δηλαδή της Μεγάλης Βλαχίας, όπως ονομαζόταν η περιοχή της Μουντένια, δηλαδή η Βλαχία του Δουνάβεως. Ο πολιτικογεωγραφικός όρος χρησιμοποιήθηκε κατεξοχήν από την πρώιμη ρουμανική ιστοριογραφία (17ος-19ος αι.) και πέρασε ως τεχνικός όρος στις συμφωνίες Βενιζέλου-Μαγιορέσκου το 1913 *βλέπε σχετικά: C. Noe - "Les Roumains Koutzo-Valaques", Bucharest, 1913.
  • Τσιντσάροι: έτσι ονομάζονται οι Βλάχοι στις περιοχές Σερβίας - Σκοπίων από τους Σέρβους. Η ονομασία εικάζεται πως προέρχεται από το λατινικό quinquarius (=λεγεωνάριος της πέμπτης Ρωμαϊκής λεγεώνας) και αναφερόταν στα κατάλοιπα της πέμπτης Ρωμαϊκής λεγεώνας των παλαιμάχων Μακεδόνων (πέντε=quinque στην Λατινική, τσίντσι στα βλάχικα).


  • Τσομπάν: έτσι ονομάζονται οι Ρεμένοι στην Αλβανία, εξαιτίας της ενασχόλησής τους με την κτηνοτροφία.

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουν διατυπωθεί πάρα πολλές απόψεις για την καταγωγή των Βλάχων. Τα ιστορικά στοιχεία είναι λιγοστά κατά γενική ομολογία, ώστε να παγιωθεί και να ισχυροποιηθεί μια συγκεκριμένη άποψη. Το θέμα περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι το θέμα των Βλάχων της νοτίου Βαλκανικής υπήρξε θέμα πολιτικής διαμάχης με κύριους πρωταγωνιστές την Ελληνική και τη Ρουμανική πλευρά. Οι διάφορες απόψεις περί καταγωγής των Βλάχων που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί είναι οι εξής:

  • Καταγωγή από Ρωμαίους.Οι Βλάχοι προέρχονται από Ρωμαίους, μέλη των Ρωμαϊκών Λεγεώνων, οι οποίοι παντρεύτηκαν ντόπιες γυναίκες, εγκαταστάθηκαν σε ορεινά περάσματα και σταδιακά έγιναν κτηνοτρόφοι.
  • Καταγωγή από τις περιοχές της Ρουμανίας. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, που είναι η επικρατούσα μεταξύ των Ρουμάνων ιστορικών, οι Αromani εγκατέλειψαν την "πατρίδα" τους βόρεια του Δούναβη κάπου μεταξύ 6ου και 10ου αιώνα και κατέβηκαν νοτιότερα προς αναζήτηση καλύτερων βοσκοτόπων.Η θεωρία αυτή αντικρούεται από την άποψη ότι δεν είναι λογικό να εγκατέλειψαν τις απέραντες,εύφορες,γεμάτες βοσκοτόπια πεδιάδες της Ρουμανίας και να ήρθαν να εγκατασταθούν στα άγονα βουνά της Ελλάδας. Παρ'ολα αυτά θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια κάθοδος αν λάβουμε υπόψη μας τις συχνές επιδρομές βαρβαρικών φύλων στα βόρεια Βαλκάνια, κάτι που ίσως ώθησε μέρος του πληθυσμού να μετακινηθεί νοτιότερα για μεγαλύτερη ασφάλεια.
  • Καταγωγή από αρχαίους Θράκες, Πελασγούς, Ιλλύριους ή και άλλα μη-ελληνικά φύλα. Οι Βλάχοι, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, είναι απόγονοι κάποιου αρχαίου θρακικού λαού, όπως των Βησσών, ή μείγμα των διάφορων μη-ελληνικών φυλών της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας.
  • Καταγωγή από ελληνικούς πληθυσμούς. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, οι Βλάχοι κατάγονται από αυτόχθονες Έλληνες - γλωσσικώς εκλατινισμένους από τους Ρωμαίους - οι οποίοι ήταν φύλακες των συνόρων της αυτοκρατορίας και υπηρετούσαν ως μισθοφόροι στις τάξεις των ρωμαϊκών λεγεώνων.Ως πιθανή κοιτίδα των βλάχων θεωρείται η περιοχή της Ρωμαϊκής Εγνατίας οδού όπου και συγκεντρώνονται οι περισσότεροι βλαχόφωνοι πληθυσμοί ακόμη και σήμερα.Οι ρωμαίοι πρώτα κατέκτησαν την Ήπειρο και την υπόλοιπη Ελλάδα και 100 χρόνια αργότερα επεκτάθηκαν βόρεια προς τη σημερινή Ρουμανία.Οπότε λογικό είναι η λατινοφωνία στη Βαλκανική Χερσόνησο να ξεκίνησε από τον ελληνικό χώρο και μέτα να επεκτάθηκε βόρεια.Σχετικά με αυτό έχει διατυπωθεί η θεωρία ότι πιθανώς τα Ρουμάνικα να είναι διάλεκτος των αρωμούνικων και όχι το αντίθετο.
  • Καταγωγή από τα βόρεια Βαλκάνια. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, οι Βλάχοι προήλθαν από περιοχές της σημερινής Σερβίας, όπου το λατινικό στοιχείο επικρατούσε του ελληνικού, όπως αποδεικνύεται από τον μεγάλο αριθμό επιγραφών στα λατινικά.

Ιστορικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη γραπτή αναφορά του ονόματος "Βλάχοι" γίνεται από τον Γεώργιο Κεδρηνό το 976 μ.Χ. ο οποίος έγραψε πως ο αδελφός του μετέπειτα Βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ σκοτώθηκε το 976 από "οδίτες Βλάχους" μεταξύ Καστοριάς και Πρεσπών· "τούτων δε των τεσσάρων αδελφών Δαβίδ μεν ευθύς απεβίω αναιρεθείς μέσον Καστορίας και Πρέσπας κατά τας λεγομένας Καλάς Δρύς παρά τινων Βλάχων οδιτών".

Η διγλωσσία των Βλάχων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κύριο στοιχείο που διαφοροποιούσε ιστορικά τους Βλάχους από τους άλλους Έλληνες ήταν η επιπλέον λατινογλωσσία τους στον ιδιωτικό χώρο. Η Ελληνική ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν πάντα στην Εκκλησία, στο εμπόριο κι αλλού, ενώ τα βλαχικά χρησιμοποιούνταν κυρίως στο οικιακό περιβάλλον και στις κοινωνικές συναναστροφές της κλειστής κοινωνίας του χωριού.

Αρμανική ή Αρωμουνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το νεολογισμό Αρωμουνική, προσδιορίζεται το γλωσσικό ιδίωμα των βλαχόφωνων πληθυσμών του ελληνικού χώρου. Τον όρο εισήγαγε ο Αχιλλέας Γ. Λαζάρου, με την ιστορική και φιλολογική πραγματεία του "Αρωμουνική και οι μετά της Ελληνικής σχέσεις αυτής - Βλάχοι".

Οι Βλάχοι στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αριθμός των Βλάχων της Ελλάδας είναι δύσκολο να προσδιοριστεί, αφού πλέον δεν υφίσταται κάποιος πολιτισμικός, γλωσσικός ή άλλος διαχωρισμός ανάμεσα σε βλαχόφωνους και μή. Υπάρχουν υπολογισμοί σύμφωνα με τους οποίους βλάχικα μιλούν ενεργά περίπου 15.000 άτομα. Υπάρχει ωστόσο ένας πολύ μεγαλύτερος αριθμός ατόμων που κατανοούν τη γλώσσα χωρίς να τη μιλάνε ή τη μιλάνε σε πολύ βασικό επίπεδο.

Στον Ελλαδικό χώρο δραστηριοποιούνται σήμερα περίπου 120 σύλλογοι ατόμων βλάχικης καταγωγής. Παράλληλα οργανώνονται βλάχικα ανταμώματα, εκδίδονται πολλά βιβλία σχετικά με τους Βλάχους, κυκλοφορούν ηχογραφήσεις με τραγούδια στα βλάχικα και στα ελληνικά καθώς το μεγαλύτερο μέρος της βλάχικης δημοτικής μουσικής παράδοσης στον ελλαδικό χώρο ήταν ανέκαθεν στην ελληνική.

Ο χαρακτηρισμός των Βλάχων ως "μειονότητας"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βλάχοι δεν θεωρούν τον εαυτό τους εθνική, γλωσσική ή άλλη "μειονότητα". Ωστόσο, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους ύστερα από τη συμφωνία Βενιζέλου και Μαγιορέσκου και σε όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου, οι "Κουτσόβλαχοι" θεωρούνταν ρουμανική μειονότητα. Στην ουσία επρόκειτο για την μειονοτική αναγνώριση των ρουμανιζόντων Βλάχων και των ρουμανικών εκπαιδευτικών και εκκλησιαστικών ιδρυμάτων που είχαν ιδρυθεί και αναγνωρίζονταν ως τέτοια ήδη από το Οθωμανικό κράτος στις αρχές του 20ου αιώνα και αφορούσε ένα μικρό μέρος ατόμων βλάχικης καταγωγής. Με το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου επήλθε και το κλείσιμο των ρουμανικών "κουτσοβλαχικών" ιδρυμάτων. Η εξέλιξη αυτή ήταν αποτέλεσμα της συνεργασίας των ρουμανοδιδασκάλων και των μειονοτικών "Κουτσοβλάχων" με τις κατοχικές δυνάμεις των Ιταλών και του Άξονα.

Βλάχοι και πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θέμα της καταγωγής και της εθνικής ταυτότητας των Βλάχων είναι ένα από αυτά που προκάλεσαν, και συνεχίζουν να προκαλούν, διχογνωμίες. Οι ίδιοι οι Βλάχοι της Ελλάδας διαδηλώνουν στην συντριπτική πλειοψηφία τους την ελληνική τους ταυτότητα και καταγωγή και δε θεωρούν τους εαυτούς τους "εθνική ή άλλη μειονότητα". Είναι γεγονός, ότι οι Βλάχοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Αναφέρονται ενδεικτικά μόνο τα ονόματα ατόμων βλαχικής καταγωγής όπως ο Ιωάννης Κωλέττης, πρώτος πρωθυπουργός της χώρας, κι ο Ευάγγελος Αβέρωφ.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ου αιώνα, ασκήθηκε πίεση από τη Ρουμανία, με τη μορφή προπαγάνδας με στόχο την οικειοποίηση των Βλάχων, κυρίως μέσω την ίδρυση ρουμανικών σχολείων σε βλαχόφωνα χωριά της βόρειας Ελλάδας. Η ίδρυση των σχολείων αυτών έγινε αρχικά με την ενίσχυση των Οθωμανικών αρχών. Η ελληνική κυβέρνηση του Βενιζέλου αναγνώρισε τα σχολεία αυτά υπό την πίεση των Βαλκανικών πολέμων. Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας "εκρουμανισμού" ήταν ένα (μικρό) τμήμα των Βλάχων να δηλώνει ρουμανική καταγωγή (οι Αρουμάνοι/aromani). Η συντριπτική ωστόσο πλειοψηφία των Βλάχων δεν ταυτίστηκε με τους λεγόμενους ρουμανίζοντες Αρουμάνους.

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής, έγιναν προσπάθειες κι από την Ιταλία για τον προσεταιρισμό των Βλάχων, των "Χαμένων αδερφών", όπως τους αποκαλούσε η Ιταλική προπαγάνδα με την υποστήριξη των ρουμανιζόντων Αρουμάνων. Ορισμένοι Αρουμάνοι, ωθούμενοι εν μέρει από τυχοδιωκτικά κίνητρα κι εν μέρει από την ιδέα του ρουμανισμού, συνεργάστηκαν με τους Ιταλούς. Οι βλέψεις των Ιταλών εφαρμόστηκαν κυρίως μέσω της δημιουργίας ενός κράτους-μαριονέτας, του Πριγκιπάτου της Πίνδου. Οι περισσότεροι απ' τους Αρουμάνους συνεργάτες των Ιταλών κατέφυγαν στη Ρουμανία και στη Δυτική Ευρώπη. Σε αντίθεση μ' αυτούς η πλειοψηφία των Βλάχων της Ελλάδος δεν αποδέχτηκε την ιταλική προπαγάνδα και αγωνιστηκε στην Αντίσταση μαζί με την πλειοψηφία των υπόλοιπων Ελλήνων.

Για την ελληνικότητα των βλάχων, των Γραικοβλάχων, όπως τους αποκαλούσε, αναφέρθηκε με θέρμη ο αγωνιστής του 1821, Ν. Κ. Κασομούλης:

"Οι Γραικοβλάχοι εκ τουναντίον καταγόμενοι από χωριά της Ηπείρου, Μακεδονίας και Θεσσαλίας, επειδή όμως εγειτνιάζοντο και περιεστοιχούντο από ελληνικάς χώρας και Αρματολούς Έλληνας... αν και απλοί και αμαθείς οι περισσότεροι, σύμφωνοι όμως ως προς τας έξεις με τους Έλληνας, επιρρεπέστεροι εξ ανατροφής ως προς την ανεξαρτησία (των), πονητικοί συγγενείς μεταξύ των, πιστοί εις την φιλίαν, επαρατηρήθη ότι, εάν και είχαν και ούτοι ιδιαίτερα τινά έθιμα ως προς το ζην και πολιτεύεσθαι από τους (Έλληνας) κατοίκους, διαφέροντες (όμως) καθόλου από τους Αρβανιτοβλάχους κατά τα λοιπά, και συνερχόμενοι εις γαμικούς δεσμούς και με Γραικούς, ωθούντο από εν αίσθημα φιλελεύθερον, το (ίδιον το) οποίον κεντούσεν και τους Έλληνας κατοίκους" (Στρατιωτικά Ενθυμήματα της Επαναστάσεως των Ελλήνων του 1821-1833,τόμ. Α’ 6104).

Αλλά και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, όπως σημειώνει ο Μαζαράκης-Αινιάν: "αι βλαχόφωνοι ελληνικοί πόλεις ήσαν τα πατριωτικότερα ελληνικά κέντρα".

Οι δε πλούσιοι Βλάχοι με τις δωρεές τους συμβάλλουν στην εξάπλωση της "Μεγάλης Ιδέας". Γι αυτό άλλωστε τα ξενοκίνητα αυτονομιστικά εγχειρήματα του 1917 και του 1941 δεν είχαν απήχηση με αποτέλεσμα η συνεχής πίεση των Ρουμάνων προς τους Βλάχους να μην έχει αποτέλεσμα καθώς οι Βλάχοι εξακολουθούσαν να απορρίπτουν και τα σημαντικά οικονομικά κίνητρα. Σε κάθε οικογένεια Βλάχων, που συγκατένευε στην εγγραφή του παιδιού της σε ρουμανικό σχολείο ή απλούστατα προσχωρούσε στη ρουμανική κίνηση, δινόταν μηνιαίο επίδομα αρκετό για τη συντήρηση της.

Όμως, εξίσου δεμένοι με τον Ελληνισμό παραμένουν και οι Βλάχοι της Διασποράς. Ανάμεσα στις δωρεές από Βλάχους ανήκουν το θωρηκτό "Αβέρωφ", με το οποίο αναδείχθηκε νικητής στο Αιγαίο ο ελληνικός στόλος, η Σχολή Ευελπίδων που εκπαίδευσε την ηγεσία των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων, το Παναθηναϊκό Στάδιο, που αναβίωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, το Εθνικό Αστεροσκοπείο, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, η Ακαδημία Αθηνών, το Ζάππειο Μέγαρο και άλλα.

Οι Βλάχοι "ρεμένιϊ" στην Αλβανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη βοήθεια του Ρουμάνου πρέσβη το 1991 ιδρύθηκε ο πρώτος πολιτιστικός σύλλογος Αρουμάνων στη χώρα κι έκτοτε πολλοί νέοι λαμβάνουν υποτροφίες για σπουδές στη Ρουμανία. Ωστόσο μια περιορισμένη ομάδα των Βλάχων στην Αλβανία ταυτίζεται με τον εκεί Ελληνισμό.

Οι Βλάχοι στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας υπολογίζεται ότι ζουν μέχρι και 100.000 άτομα βλαχικής καταγωγής. Μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, οι Βλάχοι αναγνωρίστηκαν ως εθνική μειονότητα με 8.467 μέλη σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές. Στη χώρα υπάρχει έντονη δραστηριότητα από τους αυτοθεωρούμενους Αρμάνους κι Αρουμάνους εθνικιστές, με εκδόσεις, ηχογραφήσεις κ.λ.π. Οι ίδιοι έχουν εκπομπή στην κρατική τηλεόραση στα βλάχικα. Τέλος, η γλώσσα αυτής της ομάδας διδάσκεται ως προαιρετικό μάθημα στο Μοναστήρι, το Κρούσοβο, τη Στρούγκα, το Στιπ και το Κουμάνοβο.

Οι Αρμάνοι σε χώρες Διασποράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βουλγαρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα ζουν λίγοι Αρμάνοι στη Βουλγαρία. Τμήμα των λεγόμενων "ρουμανιζόντων βλάχων" παρουσιάζει με τη βοήθεια των ομοφρόνων τους στη Ρουμανία και την πΓΔΜ δραστηριοποίηση κι εκδίδει περιοδικό στα αρουμανικά.

Σερβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Τσιντσάροι Αρμάνοι/Βλάχοι στη σημερινή Σερβία είναι πολύ λίγοι και δε μιλούν πλέον τα βλάχικα.

Ρουμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

The President of Romania at The Days of Arman's Culture

Σήμερα στη Ρουμανία υπάρχει σημαντικός αριθμός απογόνων των ρουμανιζόντων Βλάχων που είχαν μεταναστεύσει στη Ρουμανία, κυρίως στις αρχές του 20ού αιώνα. Υπολογίζεται ότι την περίοδο εκείνη μετακινήθηκαν εκεί περίπου 40.000 Αρουμάνοι. Η πλειοψηφία τους κατοικεί σήμερα στις περιοχές της Κωστάντζας και του Βουκουρεστίου. Ανάμεσά τους υπάρχουν σήμερα διάφορες τάσεις σε ότι αφορά την πεποίθηση σχετικά με την εθνική ταυτότητά τους. Κυρίαρχη μέχρι σήμερα είναι αυτή που πρεσβεύει στη ρουμανική εθνική ταυτότητα. Ακολουθεί αριθμητικά πάντα η νεοπαγής κίνηση της "Φάρα αρμανεάσκα" που πρεσβεύει την ξεχωριστή αρουμανική εθνική ταυτότητα και διεκδικεί διοικητική κι εδαφική ανεξαρτησία σε όλες τις βαλκανικές χώρες όπου διαβιούν τα μέλη της. Η ελληνοβλαχική τάση είναι στη Ρουμανία περιορισμένη και δεν υπάρχουν ιδιαίτερα στοιχεία για την τεκμηρίωσή της.

Εκ μέρους των δύο τάσεων (ρουμανίζουσα κι αρουμανική) υπάρχει έντονη δραστηριοποίηση με την οργάνωση συνεδρίων, φολκλορικών εκδηλώσεων και εκδόσεις περιοδικών και βιβλίων. Υπάρχουν εκπομπές στην αρουμάνικη γλώσσα στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση (Κωστάντζα). Η εκδοχή της συστηματοποιημένης αρουμάνικης γλώσσας αυτών θεωρείται από πολλούς "εκρουμανισμένη" και διδάσκεται ως προαιρετικό μάθημα στα δημοτικά σχολεία της Κωστάντζας (από το 2000) και στο Βουκουρέστι (από το 2001).

Δυτική Ευρώπη και Αμερική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Δυτική Ευρώπη και στην Αμερική υπάρχει επίσης ένας αριθμός Βλάχων μεταναστών. Στη Γαλλία και τις Η.Π.Α. υπάρχουν οργανωμένες αρουμανικές κοινότητες που δραστηριοποιούνται με εκδόσεις, διάφορες εκδηλώσεις κ.λ.π.. Τα ιδρυτικά μέλη τους προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τη Σιδηρά φρουρά της Ρουμανίας και τη Ρωμαϊκή Λεγεώνα του Αλκιβιάδη Διαμάντη. Οι οργανώσεις αυτές υποστηρίζουν κυρίως την Ρουμανική άποψη περί καταγωγής των Βλάχων ενώ τελευταία ενισχύεται ανάμεσά τους η τάση που θεωρεί και διεκδικεί τους Βλάχους ως ξεχωριστή εθνότητα.

Διάσημοι Βλάχοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γνωστοί Βλάχοι είναι οι παρακάτω:

Δες επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχετική Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βασίλης Κ. Γούναρης (με τον Αστέρη Κουκούδη), «Από την Πίνδο έως τη Ροδόπη: Αναζητώντας τις εγκαταστάσεις και την ταυτότητα των Βλάχων», Ίστωρ, τομ. 10 (1997), σελ. 91-137
  • Βασίλης Κ. Γούναρης, Vlachs and ‘their own History, Etudes balkaniques, τομ. 3-4 (1997), σελ. 75-84
  • Βασίλης Κ. Γούναρης, Δάκες, Βλάχοι και ‘Ρου-μούλοι’: Η κρατική αποκατάσταση των Ρουμάνων και το ‘εθνικό πρόβλημα’ των Ελλήνων στα πρακτικά του συνεδρίου Η Δύση της Ανατολής και η Ανατολή της Δύσης: Ιδεολογικές αντανακλάσεις και στερεότυπα (τέλη 18ου-αρχές 20ού αι.)», Εγνατία. Επιστημονική Επετηρίδα Τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας Φιλοσοφικής Σχολής, παράρτημα 9 (2005), σελ. 155-180.
  • Χρήστου Κωνσταντίνος, . Οἱ Ἀρωμοῦνοι στό Βυζάντιο ἕως τόν 11ο αἰῶνα, Ἠπειρωτικό Ἡμερολόγιο, 13 (1991), σ. 9-22
  • Οι Ελληνόβλαχοι (Αρμάνοι), Συζητήσεις με τους Α.Γ. Λαζάρου, Α. Μπουσμπούκη, Κ. Χατζόπουλο, Π. Καμηλάκη, Γ. Πλατάρη, Γ. Παπαδάκη, Κ. Βίρβο, Τ. Μουσαφίρη, Χ., Έξαρχος Γιώργης, 2001
  • Οι Ελληνόβλαχοι (Αρμάνοι). Πηγές της ιστορίας και της ζωής των Αρμάνων-Βλάχων, Έξαρχος Γιώργης, 2001
  • Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι). Ο χώρος και οι άνθρωποι, Weigand Gustav, 2001
  • Južnoaromynskij govor sela Turia: Krania Grevenon, Pind. Etnolingvistika, Leksika, Sintaksa, Teksty (Η νοτιοαρωμουνική διάλεκτος του χωριού Τούριας, Κρανιά Γρεβενών, Πίνδος). Marburg, Sankt-Peterburg 2005, Bara Maria, Kahl Thede, Sobolev Andrei, ISBN 3932331591.
  • Ethnizitat und raumliche Verteilung der Aromunen in Sudosteuropa, Kahl Thede, Munstersche Geographische Arbeiten 43, 1999. ISBN 3-9803935-7-7
  • Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, Κουκούδης Αστέριος, 2000
  • Κουτσούφλιανη. Λαογραφική έρευνα ενός βλάχικου χωριού στην Πίνδο (Παναγία Τρικάλων), Βολφ Ντείτριχ, Θεόδωρος Καλ, Γεώργιος Σάρρος, Θεσσαλονίκη 2001
  • Η βλάχικη γλώσσα και οι προσπάθειες διατήρησής της από Βλάχους αποδήμους(τέλη 18ου-τέλη 19ου αιώνα), Σιώκης Νικόλαος, περ. ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ, τ. 47 & 48 (Θεσσαλονίκη 2002)
  • Οι Ολύμπιοι Βλάχοι και τα Βλαχομογλενά, Κουκούδης Αστέριος, Εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 2001
  • Η Θεσσαλονίκη και οι Βλάχοι, Κουκούδης Αστέριος, Εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη
  • Οι Βεργιάνοι Βλάχοι και οι Αρβανιτόβλαχοι, Κουκούδης Αστέριος, Εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη
  • Η γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα, Κέντρο Μελετών Μειονοτικών Ομάδων, Εκδόσεις Αλεξάνδρια, Αθήνα 2001, ISBN 960-86028-4-X
  • Οι Βλάχοι του Μουρικίου και του Σινιάτσικου, Σιώκης Νίκος, Παράσχος Δημήτρης, Εκδόσεις Χριστοδουλίδη, Θεσσαλονίκη 2001
  • Για την ταυτότητα των Βλάχων. Εθνοπολιτισμικές προσεγγίσεις μιας βαλκανικής πραγματικότητας, Kahl Thede, Αθήνα 2009 (Βιβλιόραμα), ISBN 978-960-8087-82-8.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]