Νογκάι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νογκάι
Nogai.jpg
Συνολικός πληθυσμός
~120.000
Περιοχές με σημαντικούς πληθυσμούς
Flag of Russia.svg Ρωσία103.660[1]
  Νταγκεστάν38.168[2]
  Κράι Σταυρούπολης20.680[2]
  Καρατσάι-Τσερκεσία14.873[2]
  Όμπλαστ του Άστραχαν4.570[2]
  Τσετσενία3.572[2]
  Χαντιμανσία2.502[2]
  Γιαμαλία1.708[2]
Flag of Romania.svg Ρουμανία10.700
Flag of Bulgaria.svg Βουλγαρία500
Flag of Kazakhstan.svg Καζακστάν400
Flag of Ukraine.svg Ουκρανία385[3]
Flag of Uzbekistan.svg Ουζμπεκιστάν200
Γλώσσες
νογκάι, ρωσικά
Θρησκεία
Σουνιτικό Ισλάμ
Σχετιζόμενες εθνικές ομάδες
Τάταροι της Κριμαίας, Καζάχοι

Οι Νογκάι (νογκάι: Noğaylar) είναι τουρκικό φύλο[4] στο Ρωσικό Βόρειο Καύκασο. Οι περισσότεροι βρίσκονται στο Βόρειο Νταγκεστάν και στο Κράι Σταυρόπολης, καθώς και στην Δημοκρατία των Καρατσάι Τσερκεσίων και στο Όμπλαστ του Άστραχαν. Μερικοί ζουν επίσης στην Τσετσενία. Μιλούν τη γλώσσα νογκάι και είναι απόγονοι διαφόρων μογγολικών και τουρκικών φυλών, που είχαν σχηματίσει την Ορδή Νογκάι.

Υπάρχουν δύο κύριες ομάδες Νογκάι:

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη δεκαετία του 1990, 65.000 Νογκάι ζούσαν ακόμη στον Βόρειο Καύκασο, χωρισμένοι σε φυλετικές ομοσπονδίες: Ακ Νογκάι (Λευκοί) και Καρά Νογκάι (Μαύροι). Οι Νογκάι ζουν στις περιοχές του Νταγκεστάν, της Τσετσενίας, του κράι Σταυρούπολης και της περιφέρειας του Αστραχάν. Από το 1928 υπήρχε μια περιφέρεια Νογκάισκι στη Δημοκρατία του Νταγκεστάν και από το 2007 μια περιφέρεια Νογκάισκι στην Καρατσάι-Τσερκεσία.

Μερικές χιλιάδες Νογκάι ζουν στην Δοβρουτσά (νυν Ρουμανία), στην κοινότητα Μιχαήλ Κογαλνιτσεάνου (Καραμουράτ) και στα χωριά Λούμινα (Κότσαλι), Βαλέα Ντάτσιλορ (Χεντέκ Καρακιουσού) και Κομπαντίν (Κουμπαντίν) στην Κωνστάντζα της Ρουμανίας.

Εκτιμάται ότι περίπου 90.000 Νογκάι ζουν σήμερα στην Τουρκία, εγκατεστημένοι κυρίως στις επαρχίες Τσεϊχάν/Άδανα, Άγκυρα και Εσκίσεχιρ. Η γλώσσα νογκάι ομιλείται ακόμα σε μερικά από τα χωριά της Κεντρικής Ανατολίας.

Μέχρι σήμερα, οι Νογκάι στην Τουρκία έχουν διατηρήσει την κουζίνα τους: Üken börek, kasık börek, tabak börek, şır börek, köbete και Nogay şay (τσάι νογκάι, ένα αφέψημα που παρασκευάζεται με βραστό γάλα και τσάι μαζί με βούτυρο, αλάτι και πιπέρι).

Η Μικρή Ορδή των Καζάχων κατέλαβαν τα εδάφη του πρώην Χανάτου του Νογκάι στο Δυτικό Καζακστάν. Ένα μέρος των Νογκάι προσχώρησε στους Καζάχους κατά τον 17ο-18ο αιώνα και σχημάτισε ξεχωριστή φυλή, ονόματι Καζάχοι-Νογκάι. Ο εκτιμώμενος αριθμός τους είναι περίπου 50.000.

Υποομάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον 16ο αιώνα μέχρι την απέλασή τους στα μέσα του 19ου αιώνα, οι Νογκάι, που ζούσαν κατά μήκος της βόρειας ακτής της Μαύρης Θάλασσας, χωρίζονταν στις ακόλουθες υποομάδες (δυτικά προς ανατολικά):

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα Νογκάι προέρχεται από τον Νογκάι Χαν (πέθανε 1299/1300, εγγονός του Τζένγκις Χαν ), στρατηγό της Χρυσής Ορδής (που ονομάζεται επίσης Χανάτο του Κιπτσάκ).[5] [6]

Η μογγολική φυλή Μανγκούτ αποτέλεσε έναν πυρήνα της Ορδής Νογκάι. Η Ορδή Νογκάι υποστήριξε το Χανάτο του Άστραχαν και μετά την κατάκτηση του Άστραχαν το 1556 από τους Ρώσους, υποστήριξε το Χανάτο της Κριμαίας. Οι Νογκάι προστάτευαν τα βόρεια σύνορα του Χανάτου της Κριμαίας και, μέσω οργανωμένων επιδρομών, ανέστειλαν τη σλαβική εγκατάσταση εκεί.

Πολλοί Νογκάι μετανάστευσαν στη χερσόνησο της Κριμαίας για να χρησιμεύσουν ως ιππικό των Κριμαίων χάνων. Εγκαταστάθηκαν εκεί και συνέβαλαν στο σχηματισμό των Κριμαίων Τατάρων.  Συντηρούσαν διάφορα κοπάδια και μετανάστευαν εποχιακά αναζητώντας καλύτερα βοσκοτόπια για τα ζώα τους. Οι Νογκάι ήταν περήφανοι για τις νομαδικές παραδόσεις και την ανεξαρτησία τους, τις οποίες θεωρούσαν ανώτερες από την ήρεμη γεωργική ζωή.

Η καταγεγραμμένη ιστορία των Νογκάι ξεκίνησε για πρώτη φορά, όταν εκπρόσωποι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έφτασαν στην περιοχή Τέρεκ Κούμα, όπου οι Νογκάι ζούσαν ως ανεξάρτητες φυλές και κτηνοτρόφοι.

Υπήρχαν δύο βασικοί αρχηγοί: ο Γιουσούφ Μίρζα και ο Ισμαήλ Μίρζα, μπέης της Ορδής Νογκάι από το 1555 έως το 1563. Ο Γιουσούφ Μιζάρα υποστήριξε την ένωση με τους Οθωμανούς. Ωστόσο, ο αδελφός του, Ισμαήλ, ο οποίος ήταν σύμμαχος με τους Ρώσους, έστησε ενέδρα στον Γιουσούφ και κήρυξε την αρχηγία του υπό ρωσική κυριαρχία. Μετά από αυτό, οι υποστηρικτές του Γιουσούφ μετανάστευσαν στην Κριμαία και το Γεντισάν, μπαίνοντας στο Χανάτο της Κριμαίας. Οι υποστηρικτές του Γιουσούφ αποκαλούνταν Κάρα (Μαύροι) και αργότερα Κίτσι (Μικροί) από τους Κριμαίους. Όσοι παρέμειναν στο σημερινό Δυτικό Καζακστάν και στον Βόρειο Καύκασο αποκαλούνταν Ούλι (Ισχυροί).

Περίπου 500.000 Νογκάι μετανάστευσαν στη σημερινή Τουρκία γύρω στον 16ο αιώνα, μετά την πτώση της Ορδής Νογκάι. Εγκαταστάθηκαν στις ακόλουθες πόλεις: Σανλιούρφα, Γκαζιαντέπ, Κίρσεχιρ, Εσκίσεχιρ, Άδανα, Καχραμάνμαρας, Αφιόν Καραχισάρ, Προύσα. Αυτοί οι Νογκάι δεν μιλούν πλέον τη γλώσσα νογκάι και ορισμένοι από αυτούς δεν γνωρίζουν την καταγωγή τους. Ωστόσο, τα χωριά τους έχουν έθιμα των Νογκάι.

Στις αρχές του 17ου αιώνα, οι πρόγονοι των Καλμούκων, οι Οϊράτοι, μετανάστευσαν από τις στέπες της νότιας Σιβηρίας στις όχθες του ποταμού Ιρτίς στην περιοχή του Κάτω Βόλγα. Έφτασαν στο Βόλγα περίπου το 1630. Αυτή η γη, ωστόσο, δεν ήταν "ελεύθερα βοσκοτόπια", αλλά μάλλον η πατρίδα της Ορδής Νογκάι. Οι Καλμούκοι εκδίωξαν τους Νογκάι, οι οποίοι κατέφυγαν στις πεδιάδες του Βόρειου Καυκάσου και στο Χανάτο της Κριμαίας, περιοχές υπό τον έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ορισμένες ομάδες Νογκάι ζήτησαν την προστασία της ρωσικής φρουράς στο Άστραχαν. Οι υπόλοιπες νομαδικές τουρκικές φυλές έγιναν υποτελείς του χαν των Καλμούκων.

Μετά τη ρωσική προσάρτηση της Κριμαίας το 1783, Σλάβοι και άλλοι έποικοι κατέλαβαν την ποιμενική γη των Νογκάι, καθώς αυτοί δεν είχαν μόνιμη κατοικία. Στη δεκαετία του 1770 και του 1780, η Αικατερίνη η Μεγάλη επανεγκατέστησε περίπου 120.000 Νογκάι από τη Βεσσαραβία και περιοχές βορειοανατολικά της Θάλασσας του Αζόφ στον Καύκασο.[7] Το 1790, κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου, ο πρίγκιπας Γρηγόριος Ποτέμκιν διέταξε την επανεγκατάσταση ορισμένων οικογενειών Νογκάι από τον Καύκασο (όπου φοβόταν ότι θα αυτομολούσαν στους Οθωμανούς) στη βόρεια ακτή της Θάλασσας του Αζόφ.[8] Μέσω της Συνθήκης του Ιασίου του 1792, τα ρωσικά σύνορα επεκτάθηκαν μέχρι τον ποταμό Δνείστερο και η ρωσική κατάληψη του Γεντισάν ολοκληρώθηκε. Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1812 μετέφερε το Μπούντζακ υπό ρωσικό έλεγχο.

Μετά τη δήμευση της γης που προηγουμένως ανήκε στους Νογκάι, η ρωσική κυβέρνηση τους ανάγκασε να εγκατασταθούν σε ένα μέρος με διάφορες μεθόδους, όπως η καύση των σκηνών τους και ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας τους. Ο Ρώσος στρατηγός Αλέξανδρος Σουβόροφ σκότωσε χιλιάδες επαναστάτες Νογκάι το 1783. Αρκετές φυλές κατέφυγαν μεταξύ των Κιρκάσιων σε αυτήν την περίοδο. Αρκετές άλλες φυλές άρχισαν να μεταναστεύουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σε μεγάλο αριθμό.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Russian Census 2010: Population by ethnicity (Ρωσικά)
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 Ρωσική απογραφή 2002
  3. «About number and composition population of Ukraine by data All-Ukrainian census of the population 2001». Ukraine Census 2001. State Statistics Committee of Ukraine. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Δεκεμβρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 2020. 
  4. Minahan, James (2000). One Europe, Many Nations: A Historical Dictionary of European National Groups. Greenwood Publishing Group. σελίδες 493–494. ISBN 978-0-313-30984-7. 
  5. Karpat, Kemal H. (2002). «Ottoman Urbanism: The Crimean Emigration to Dobruca and the Founding of Mecidiye, 1856-1878». Studies on Ottoman Social and Political History: Selected Articles and Essays. Social, economic and political studies of the Middle East and Asia. 81. Leiden: Brill. σελίδες 226–227. ISBN 9789004121010. Ανακτήθηκε στις 19 Νοεμβρίου 2018. [...] the Nogay (the term derives from Nogay Khan, the thirteenth-century ruler of the Golden Horde) [...]. 
  6. Ethnic Groups of Europe: An Encyclopedia edited by Jeffrey E. Cole
  7. B. B. Kochekaev, Nogaisko-Russkie Otnosheniia v XV-XVIII vv (Alma-Ata: Nauk, 1988), passim.
  8. P. S. Pallas, Travels through the Southern Provinces of the Russian Empire, in the Years 1793 and 1794, 2 vols. (London: S. Strahan, 1802), 1:533.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]