Ψηφιδωτό

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ρωμαϊκό ψηφιδωτό

Ψηφιδωτό καλείται η τεχνική επένδυσης επιφανειών με μικρές, συνήθως τετράγωνες, ψηφίδες από φυσικά πετρώματα ή υαλόμαζα οι οποίες προσκολλώνται σε κατάλληλα διαμορφωμένο υπόστρωμα από ασβεστοκονίαμα δημιουργώντας περίτεχνα διακοσμημένες επιφάνειες.

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα παλαιότερα σωζόμενα ψηφιδωτά εντοπίζονται στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και ιδιαίτερα στη Μικρά Ασία και χρονολογούνται στον 8ο π.Χ. αιώνα. Από τον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, η τεχνική των ψηφιδωτών μεταλαμπαδεύτηκε στη Ρώμη τον 1ο π.Χ. αι. και από εκεί σε ολόκληρη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι Ρωμαίοι ήταν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν ψηφιδωτά σε επιτοίχιες εφαρμογές στα τεχνητά σπήλαια που αφιέρωναν στις Μούσες (Μωσαϊκό).

Τη μεγάλη τους ακμή γνωρίζουν οι ψηφιδωτές διακοσμήσεις κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι Βυζαντινοί εκτός από επιδαπέδια και επιτοίχια ψηφιδωτά έφτιαχναν και φορητές ψηφιδωτές εικόνες.

Κατασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βυζαντινό ψηφιδωτό

Τα βυζαντινά επιτοίχια ψηφιδωτά φιλοτεχνούνταν με άμεση τοποθέτηση των ψηφίδων πάνω σε ειδικά προετοιμασμένη επιφάνεια ασβεστοκονιάματος που αποτελείται από διάφορα στρώματα:

1. Το κατώτερο στρώμα, πάχους 2,5 εκ., αποτελείται από ακοσκίνιστα υλικά: μαρμαρόσκονη, ασβέστη, τουβλόσκονη και κομμένο άχυρο, που δίνει όγκο στο κονίαμα, δένει τα υλικά μεταξύ τους και διευκολύνει την απορρόφηση της υγρασίας. Πριν στεγνώσει αυτό το κονίαμα, με την άκρη του μυστριού δημιουργούσαν πάνω του κυματιστές αυλακώσεις ώστε να κολλήσει το επόμενο στρώμα κονιάματος.
2. Το επόμενο στρώμα, πάχους 1,5 – 2 εκ., περιλαμβάνει τα ίδια υλικά κοσκινισμένα και με λεπτότερη σύνθεση.
3. Το τρίτο στρώμα, πάχους 1 – 1,5 εκ., έχει κοσκινιστεί δύο ή τρεις φορές και δεν περιέχει άχυρο.

Τα κονιάματα στερεώνονται μεταξύ τους με ισχυρά καρφιά με επίπεδα κεφάλια. Γενικώς το τρίτο στρώμα, που ήταν το στρώμα υποδοχής των ψηφίδων, βαφόταν με «κόκκινο της γης». Ο ψηφοθέτης δούλευε με προσχέδιο σε μονοχρωμία με καστανό ή μαύρο χρώμα. Στα βυζαντινά ψηφιδωτά οι ψηφίδες ήταν ανισομεγέθεις. Συνήθως πολύ μικρές ψηφίδες χρησιμοποιούσαν για τα πρόσωπα και γενικότερα τα γυμνά μέρη των μορφών, ενώ οι μεγαλύτερες στα ενδύματα και στον κάμπο της παράστασης. Όλες αυτές οι ψηφίδες εμφυτεύονταν μία μία πάνω στον φρέσκο σοβά με διαφορετικές κλίσεις, πράγμα που επέτρεπε την καλύτερη δυνατή εκμετάλλευση του εξωτερικού φωτός. Εννοείται ότι η ψηφοθέτηση γινόταν τμηματικά και μερικές φορές διακρίνεται το σημείο ραφής των επιφανειών, αλλά το ενιαίο κοκκινωπό χρώμα πάνω στο σοβά εξασφάλιζε την ενότητα του συνόλου. Όπως είναι φανερό, πρόκειται για τεχνική πολυδάπανη και δύσκολη.

Στην περίπτωση των φορητών ψηφιδωτών εικόνων, η τεχνοτροπία είναι ιδιαίτερα διαφορετική. Πάνω στο ξύλο απλώνεται ένα στρώμα κηρομαστίχης, στο οποίο εμφυτεύονται οι ψηφίδες. Το μέγεθος των ψηφίδων εδώ είναι αισθητά πιο μικρό από αυτό στα επιτοίχια και επδαπέδια ψηφιφιδωτά. Συχνά φτάνουν το μέγεθος του κεφαλιού της καρφίτσας.

Βλ. επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενδεικτική Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βυζαντινή Ζωγραφική, η βυζαντινή κοινωνία και οι εικόνες της, Ναυσικά Πανσελήνου, εκδόσεις Καστανιώτη, 2000.
  • Η τεχνική του ψηφιδωτού, Κολέφας Γιάννης, Εκδόσεις Εθνικού Οργανισμού Ελληνικής Χειροτεχνίας, 1970