Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ή Βυζαντινής αυτοκρατορίας ξεκινά με τη διαίρεση της ενιαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τον Διοκλητιανό το 286 μ.Χ. και την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης (με αρχική επίσημη ονομασία "Δεύτερη Ρώμη"" και αργότερα "Νέα Ρώμη") ως πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας, από τον Κωνσταντίνο Α' το 330. Η ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας τελειώνει με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

Πίνακας περιεχομένων

Πρωτοβυζαντινή περίοδος - Η εποχή της διαμόρφωσης της Οικουμενικής αυτοκρατορίας (330-610)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δυναστεία του Μεγάλου Κωνσταντίνου (324-379)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε και το άρθρο Κωνσταντίνεια Δυναστεία
Δείτε και το άρθρο Κωνσταντίνος Α΄ ο Μέγας

Ο 4ος αιώνας αποτελεί μόνο μια εισαγωγή στη βυζαντινή ιστορία. Η Κωνσταντινούπολη-Νέα Ρώμη δεν είναι ακόμη η μεγάλη διοικητική πρωτεύουσα, παρ' ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος (306-337) φρόντισε να προσθέσει και άλλα κτήρια. Ο ίδιος πολύ σπάνια έμενε εκεί, αφού ήταν απασχολημένος με συνεχείς πολέμους και στα τελευταία χρόνια με την αναδιοργάνωση του κράτους. Ούτε ο θρίαμβος του χριστιανισμού είχε ολοκληρωθεί, αφού η ειδωλολατρεία ήταν πάντοτε δυνατή. Εκτός αυτού, οι αιρέσεις ταλαιπωρούσαν την ενότητα της Εκκλησίας και αρειανός επίσκοπος ήταν αυτός που βάπτισε λίγο πριν τον θάνατό του τον αυτοκράτορα.

Ο Κωνσταντίνος πέθανε το 337 και την εξουσία μοιράστηκαν οι τρεις γιοι του, Κωνσταντίνος Β', Κωνστάντιος Β' και Κώνστας Α'. Οι τρεις αδελφοί έριζαν μεταξύ τους, ως το 350 όμως, ο Κωνσταντίνος Β' και ο Κώνστας Α' πέθαναν και ο Κωνστάντιος Β' (337-361) έμεινε μόνος αυτοκράτορας. Αφού νίκησε τον σφετεριστή Μαγνέντιο το 351, βασίλεψε ως το 361. Στα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η εξωτερική κατάσταση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας χειροτέρεψε, καθώς οι Πέρσες εξακολουθούσαν να απειλούν και οι επιθέσεις των γερμανικών φυλών έγιναν εντονότερες, κυρίως γιατί τους πίεζαν οι Ούννοι, που ξεκίνησαν από τις μακρινές στέπες της Μογγολίας και εμφανίστηκαν στις πεδιάδες της Ευρώπης. Το 360 ο ξάδελφος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Ιουλιανός (361-363), απόκρουσε μια γερμανική εισβολή και ο στρατός του, δυσαρεστημένος από τον Κωνστάντιο Β', τον ανακήρυξε αυτοκράτορα. Πριν ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος, ο Κωνστάντιος Β' πέθανε το 361 και ο Ιουλιανός τον διαδέχτηκε ειρηνικά.

Ο Ιουλιανός έμεινε στην ιστορία, ως Παραβάτης ή Αποστάτης, λόγω της προσπάθειάς του να επαναφέρει την ειδωλολατρεία, με τη μορφή ενός διανοούμενου πολυθεϊσμού. Η απόπειρά του αυτή, όμως, δεν είχε επιτυχία, όπως και οι στρατιωτικές του επιχειρήσεις. Σε μια απόπειρα εισβολής στην Περσία, προχώρησε περισσότερο απ' ότι θα έπρεπε και σκοτώθηκε στην υποχώρηση το καλοκαίρι του 363.

Εδώ τελειώνει και η δυναστεία του Μεγάλου Κωνσταντίνου, καθώς διάδοχος του Ιουλιανού, ήταν ο Ιοβιανός (363-364), ένας δημοφιλής χριστιανός στρατιώτης που ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας από τον στρατό. Ο Ιοβιανός συνομολόγησε μια δυσμενή συνθήκη με τους Πέρσες, διάρκειας τριάντα ετών, παραχωρώντας τέσσερεις σατραπείες και την κυριαρχία της Αρμενίας. Ο Ιοβιανός δεν πρόλαβε να επισκεφθεί την Κωνσταντινούπολη, καθώς πέθανε την άνοιξη του 364.

Μετά τον θάνατό του, πάλι ο στρατός ανακήρυξε αυτοκράτορα τον Βαλεντιανό ή Ουαλεντιανό Α', που κυβέρνησε το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αφήνοντας το ανατολικό στον αδελφό του Ουάλεντα ή Βάλεντα (ονομαστική: Ουάλης < λατ. Valens, -ntis) (364-378). Ο Ουάλης ήταν αρειανός και γι' αυτόν τον λόγο η δημοτικότητά του ήταν χαμηλή μεταξύ των υπηκόων του, παρ' ότι ο ίδιος ήταν άνθρωπος ήπιος και ικανός. Η μεγάλη κρίση, ήρθε το 376, όταν οι Βησιγότθοι, πιεζόμενοι από τους Ούννους, πήραν την άδεια να εγκατασταθούν στα εδάφη της αυτοκρατορίας και πέρασαν τον Δούναβη. Γρήγορα, όμως, ήρθαν σε ρήξη με τους αυτοκρατορικούς υπαλλήλους και βάδισαν εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Ο Ουάλης βγήκε να τους αντιμετωπίσει, χωρίς να περιμένει τη βοήθεια που έστελνε ο γιος και διάδοχος του Βαλεντιανού, Γρατιανός, αλλά νικήθηκε και σκοτώθηκε το 378 στην Αδριανούπολη. Η ήττα του Ουάλεντος, παρ' ότι συνέβη στο Ανατολικό τμήμα της Αυτοκρατορίας, έμελε να βλάψει περισσότερο το Δυτικό τμήμα. Ο Γρατιανός κυβέρνησε ως μονοκράτορας έως το 379.

Η δυναστεία του Μεγάλου Θεοδοσίου (349-457)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε και το άρθρο Θεοδοσιανή Δυναστεία

Ο Γρατιανός διάλεξε για διάδοχο του θείου του Ουάλεντος, τον έπαρχο της Ισπανίας Θεοδόσιο Α' (379-395) που ονομάστηκε αργότερα Μέγας. Ο νέος αυτοκράτορας, περισσότερο με τη διπλωματία και λιγότερο με πολεμικές επιχειρήσεις, κατάφερε να συμφωνήσει ειρήνη με τους Γότθους. Ο ίδιος ήταν αυστηρά ορθόδοξος και επέβαλε περιορισμούς στους ειδωλολάτρες και στους αιρετικούς. Με τη Β' Οικουμενική Σύνοδο που συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, καθορίστηκαν τα δογματικά όρια του Χριστιανισμού με το Σύμβολο της Πίστεως. Το 387 έκανε ειρήνη με τους Πέρσες, αυτήν τη φορά με ικανοποιητικούς όρους, αφού η Αυτοκρατορία κέρδισε τη μισή Αρμενία. Αφού ο αυτοκράτορας της Δύσης, Γρατιανός, ο αδερφός του Βαλεντιανός Β' και ο σφετεριστής Ευγένιος πέθαναν, το 392 ο Θεοδόσιος ανέλαβε τη διακυβέρνηση και του Δυτικού τμήματος και ήταν η τελευταία φορά που ένας μόνο άνθρωπος κυβέρνησε όλη την Αυτοκρατορία, από τη Βρετανία έως τον Ευφράτη και από τον Δούναβη μέχρι την Καρχηδόνα. Μόλις τρία χρόνια αργότερα ο Θεοδόσιος πέθανε, αφού είχε μοιράσει την Αυτοκρατορία στους γιους του, την Ανατολή στον Αρκάδιο και τη Δύση στον Ονώριο.

Οι διάδοχοι του Θεοδοσίου, Αρκάδιος (395-408), Θεοδόσιος Β' (408-450) και Μαρκιανός (450-457) κατόρθωσαν ν' αποκρούσουν τις βαρβαρικές επιδρομές, κυρίως οδηγώντας τους προς άλλες κατευθύνσεις, γεγονός που οφειλόταν και στη σταθερή ειρήνη με τους Πέρσες που είχε συνάψει ο Μέγας Θεοδόσιος. Παρ' όλα αυτά μεγάλο μέρος του αυτοκρατορικού στρατού αποτελούνταν από βάρβαρους μισθοφόρους. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Θεοδοσίου Β' την εξουσία, κατ' ουσίαν, ασκούσε η αδελφή του Πουλχερία και ο σύζυγός της Μαρκιανός. Το 431 συγκλήθηκε η Γ' Οικουμενική Σύνοδος που καταδίκασε τον Νεστοριανισμό. Πολλαπλασιάστηκαν οι περιορισμοί που είχαν επιβληθεί στους ειδωλολάτρες, από τον Μέγα Θεοδόσιο και το 438 ο Θεοδόσιος Β' ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε πλέον κανένας στην Αυτοκρατορία. Η Κωνσταντινούπολη μεγάλωσε σε πλούτο και έκταση, τόσο που το 413, κτίστηκαν νέα τείχη από την Προποντίδα ως τον Κεράτιο, τα οποία περιέλαβαν και τις νέες συνοικίες, ενώ το 439 κτίστηκαν και θαλάσσια τείχη. Οι διαταγές των επάρχων άρχισαν να εκδίδονται πλέον στα Ελληνικά και όχι στα Λατινικά. Μετά τον θάνατο του Μαρκιανού, ο ισχυρότερος άνδρας της αυτοκρατορίας ήταν ένας Αλανός στρατηγός, ο Άσπαρ. Εξ αιτίας της καταγωγής του και της αρειανικής πίστης του, δεν μπόρεσε ν' ανέβει στον θρόνο και γι' αυτό υπέδειξε ως αυτοκράτορα τον Λέοντα.

Η δυναστεία του Λέοντος (457-518)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λέων Α' ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο το 457 μ.Χ., χάρη στην επιθυμία του στρατηγού Άσπαρ. Ο Άσπαρ ήταν πανίσχυρος αλλά, επειδή ήταν Αλανός και Αρειανός, προτίμησε να μη στεφθεί ο ίδιος και πρότεινε τον υφιστάμενό του Λέοντα. Η βασιλεία του Λέοντος έχει δυο σπουδαία γεγονότα: την αποτυχημένη εκστρατεία εναντίον των Βανδάλων που οδήγησε στον θάνατο του Άσπαρ και τη δημιουργία γηγενούς στρατού, κάτι που μακροπρόσθεσμα έσωσε την αυτοκρατορία από τους εισβολείς. Διάδοχος του ήταν ο εγγονός του Λέων Β΄ ο οποίος ανήλθε στον θρόνο το 474 μ.Χ. με τον Ζήνωνα ως συναυτοκράτορα, όμως ο Λέων πέθανε μετά από 10 μήνες αφήνοντας τον Ζήνωνα μοναδικό αυτοκράτορα. Ο Ζήνων, αφού συνέτριψε το πραξικόπημα του Βασιλίσκου, βασίλεψε έως το 491μ.Χ. Μετά τον θάνατό του ανεβαίνει στον θρόνο ο Αναστάσιος Α', ένας έμπιστος αυλικός σχετικά προχωρημένης ηλικίας, ο οποίος παντρεύτηκε τη χήρα αυτοκράτειρα Αριάδνη. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του υπέγραψε συμφωνία με τους Πέρσες και έχτισε πολλά οχυρά και άλλα δημόσια έργα ενώ άσκησε συνετή οικονομική πολιτική και άφησε γεμάτα τα ταμεία του κράτους. Γενικά θεωρείται ένας επιτυχημένος αυτοκράτορας. Τον διαδέχθηκε ο Ιουστίνος Α', αρχηγός της βασιλικής σωματοφυλακής, ο οποίος ίδρυσε την ομώνυμη δυναστεία.

Η δυναστεία του Ιουστινιανού (518-610)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε και το άρθρο Ιουστινιάνεια Δυναστεία

Μεσοβυζαντινή περίοδος - Ανασυγκρότηση, παγίωση και ακμή της αυτοκρατορίας (610-1057)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δυναστεία των Ηρακλειδών (610-717)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε και το άρθρο Ηράκλεια Δυναστεία

Η δυναστεία των Ισαύρων (717-820)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε και το άρθρο Δυναστεία των Ισαύρων

Η δυναστεία του Αμορίου (820-867)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε και το άρθρο Δυναστεία του Αμορίου

Μακεδονική δυναστεία (867-1057)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε και το άρθρο Μακεδονική δυναστεία

Υστεροβυζαντινή περίοδος - Κρίση, παρακμή και πτώση της Αυτοκρατορίας (1057-1453)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δυναστεία των Δουκών(1057-1081)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε και το άρθρο Δυναστεία Δουκάδων

Η δυναστεία των Κομνηνών (1081-1185)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε και το άρθρο Δυναστεία Κομνηνών

Τα μέσα του 11ου αιώνα ήταν για την αυτοκρατορία περίοδος παρακμής. Ακολούθησε μία εποχή αναγέννησης για να έρθει και πάλι η πτώση, με αποκορύφωμα την άλωση της Κωνσταντινούπολης κατά τη διάρκεια της Δ' Σταυροφορίας, 20 χρόνια από το θάνατο του τελευταίου Κομνηνού.[1] Το τέλος αυτής της περιόδου βρήκε πολλά εδάφη του κράτους να ελέγχονται από τοπικούς άρχοντες, αντικαθιστώντας την κεντρική διοίκηση.[1]

Η Οικογένεια των Κομνηνών, ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων γης στη Μικρά Ασία, καταγόταν από ένα χωριό κοντά στην Αδριανούπολη. Πρώτος εκπρόσωπος της Δυναστείας ήταν ο Ισαάκιος Α', ο οποίος ανέβηκε στο θρόνο μετά την επανάσταση του 1081. [2] Τα πρώτα χρόνια της δυναστείας σημαδεύτηκαν από την εισβολή των Νορμανδών του Ροβέρου Γυϊσκάρδου.[3] Στα ανατολικά , η απειλή των Τούρκων που είχαν πρωτοεμφανιστεί στο πρόσφατο παρελθόν έγινε ακόμη πιο έντονη, [4]ενώ οι Πετσενέγκοι φτάνουν μέχρι τα τείχη της Πόλης[5] πριν εξουδετερωθούν από τους Κουμάνους [6](σ.24), Με την Α' Σταυροφορία αρχίζει η περίοδος των σταυροφοριών στην Ανατολή[7] . Ορόσημο στις σχέσεις Ανατολής – Δύσης αποτελεί η σφαγή του καθολικού πληθυσμού της Πόλης το 1182 και η κατάληψη και καταστροφή της Θεσ/νίκης - δεύτερης σημαντικότερης πόλης της αυτοκρατορίας - από τους Νορμανδούς τρία χρόνια αργότερα[8]. Η πτώση της Θεσσαλονίκης προκάλεσε εξέγερση των κατοίκων της πρωτεύουσας που είχε ως αποτέλεσμα την ανακήρυξη του Ισαάκιου Άγγελου αυτοκράτορα. Ο Ανδρόνικος Α΄, τελευταίος των Κομνηνών, συνελήφθη και θανατώθηκε από το νέο ηγεμόνα.[9]

Η δυναστεία των Αγγέλων (1185-1204)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε και το άρθρο Οίκος Αγγέλων

Ο οίκος Αγγέλων ήταν βυζαντινή αριστοκρατική οικογένεια από τη Φιλαδέλφεια της Μικράς Ασίας που ήλθε στο προσκήνιο χάρη στον Κωνσταντίνο Άγγελο ο οποίος παντρεύτηκε την κόρη του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αλεξίου Α' Θεοδώρα. Τον 12ο αιώνα, αρκετά μέλη του Οίκου διακρίθηκαν ως στρατιωτικοί διοικητές. Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1185, ένα μέλος τους, ο Ισαάκιος Άγγελος, έγινε Αυτοκράτορας του Βυζαντίου με το όνομα Ισαάκιος Β΄, ιδρύοντας την τελευταία δυναστεία μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204. Με την κατάκτηση του ελλαδικού χώρου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Οίκος δεν έπαψε να επηρεάζει τον βαλκανικό και διεθνή χώρο. Συνέχεια του Οίκου υπήρξε ο Οίκος Μπούα, μέσω γάμου της Πριγκίπισσας Ευδοκίας, κόρης του Αλεξίου του Γ', με τον Ηγεμόνα του Ναυπλίου Λέοντα Σγουρό, ο οποίος αποτελεί των αρχηγέτη του Οίκου των Μπούα. Ανέπτυξε λαμπρή στρατιωτική δράση στη φεουδαρχική Ευρώπη. Διέπρεψαν επίσης και ως Αξιωματούχοι της Πατριαρχικής αυλής του Φαναρίου.

Η δυναστεία των Λασκάρεων(1204-1258)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Σταυροφόρους, τον Απρίλιο του 1204, υπήρξε το καταλυτικότερο σημείο στην εξέλιξη του Μεσαιωνικού Ελληνισμού[10]. Η Άλωση αυτή σήμανε την οριστική ρήξη των Βυζαντινών με το Οικουμενικό παρελθόν του Imperium Romanum (Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τη στροφή προς τον Ελληνισμό[11].

Καθ' όλη την ιστορία του, το Βυζάντιο διακρινόταν από έντονα συγκεντρωτικές δομές, με αποτέλεσμα τα πάντα να εξαρτώνται από την Πρωτεύουσα. Κατά τα τελευταία πριν από την Άλωση χρόνια όμως, την εποχή των Αγγέλων, οι δομές αυτές καταρρέουν, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να χάσει τον έλεγχο των φυγόκεντρων δυνάμεων και να εμφανιστούν έντονες αποσχιστικές τάσεις. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ότι, όταν οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, να υπάρχουν ήδη σχηματισμένες μικρές ανεξάρτητες οντότητες, οι οποίες και ανέλαβαν την υποχρέωση να αντιτάξουν την πρώτη οργανωμένη αντίσταση στον κατακτητή.

Λατινοκρατία (1204-1216)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε και το άρθρο Λατινική Αυτοκρατορία

Την επαύριο της κατάληψης της Κωνσταντινουπόλεως από τους σταυροφόρους, οι τρεις ηγέτες τους (Ερρίκος Δάνδολος, Βονιφάτιος του Μομφερρά και Βαλδουΐνος της Φλάνδρας) άρχισαν τις διαβουλεύσεις για την εκλογή του νέου «Αυτοκράτορα». Τελικά, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της Partitio Romaniae[12], συγκροτήθηκε εκλεκτορικό σώμα, αποτελούμενο από 6 Βενετούς και 6 επισκόπους. Αυτοί εξέλεξαν θεία χάριτι τον Βαλδουίνο. Έτσι, σε συνάρτηση και με τις ρυθμίσεις της partitio, εξελέγη ως νέος Πατριάρχης ο Βενετός Θωμάς Μοροζίνι[13]. Σε αντίθεση όμως με τις αρχικές ρυθμίσεις ο Βονιφάτιος, αντί να κινηθεί στη Μικρά Ασία, όπως του είχε επιδικαστεί αρχικά στο μερίδιό του, κατευθύνθηκε στη Θεσσαλονίκη. Η κίνησή του αυτή, παρ' ολίγο να προκαλέσει σύγκρουση μεταξύ του Βονιφάτιου και του Βαλδουΐνου, η οποία αποτράπηκε την τελευταία στιγμή ύστερα από παρέμβαση του Ερρίκου Δάνδολου. Τελικά τα ευρωπαϊκά εδάφη δυτικά της Μοσυνούπολης περιήλθαν στον Βονιφάτιο. Τα μικρασιατικά εδάφη ανέλαβαν να τα κατακτήσουν ο Λουδοβίκος του Μπλουά και ο Ερρίκος του Αινώ. Την ίδια περίοδο εκδηλώθηκαν και οι πρώτες απόπειρες απόκρουσης των εισβολέων σε περιφερειακό επίπεδο. Στη νότια Ελλάδα ο ισχυρός τοπάρχης της Αργολίδας Λέων Σγουρός είχε καταφέρει σταδιακά να καταλάβει τη βόρεια Πελοπόννησο, την Αττική-Βοιωτία και τη Θεσσαλία. Αυτόν ανέλαβε να τον υποτάξει ο Βονιφάτιος. Γρήγορα κατάφερε να τον περιορίσει στην οχυρώτατη Ακροκόρινθο, κυριεύοντας το μεγαλύτερο μέρος της νότιας Ελλάδας. Τις κτήσεις του, τις μοίρασε στους κυριότερους συνεργάτες του, στον Όθωνα ντε λα Ρος παραχωρήθηκαν η Αθήνα και η Θήβα, στους Γουλιέλμο Σαμπλίτη και Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο παραχωρήθηκε η Πελοπόννησος, η Εύβοια μοιράστηκε σε τρεις Τρητιμορίους και η υπόλοιπη νότια Ελλάδα σε άλλα μικρότερα φέουδα.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα, στη Μικρά Ασία η αντίσταση αποδείχτηκε περισσότερο οργανωμένη[14]. Ήδη από τις παραμονές της Αλώσεως ο Αλέξιος και ο Δαυΐδ Κομνηνός, εγγονοί του Ανδρονίκου Α', είχαν καταλάβει την Τραπεζούντα και άρχισαν να καταλαμβάνουν τη βόρεια μικρασιατική ακτή. Στη Φιλαδέλφεια είχε από χρόνια επιβληθεί ως ανεξάρτητος ηγεμόνας ο Θεόδωρος Μαγκαφάς, στην κοιλάδα του Μαιάνδρου κυριαρχούσε ο Μανουήλ Μαυροζώμης και στην περιοχή της Μιλήτου ο Σάββας Ασιδηνός. Αντιμέτωπος μ' αυτήν την κατάσταση ο Θεόδωρος Α' Λάσκαρις, αρχικά επικεντρώθηκε στο να επιβληθεί ως ο ηγέτης της αντίστασης. Γρήγορα κατάφερε να επιβληθεί στη Βιθυνία, με την εισβολή όμως των Λατίνων στη Μικρά Ασία, στα τέλη του 1204, σταδιακά όλοι συσπειρώνονται γύρω του. Αν και οι δυνάμεις του Θεοδώρου ηττώνται στο Ποιμανηνό, η αποχώρηση των Λατίνων λίγο αργότερα στη Θράκη για την αντιμετώπιση των Βουλγάρων του έδωσε τη δυνατότητα να οργανωθεί καλύτερα. Απέκρουσε την επίθεση των Μεγαλοκομνηνών, επιβλήθηκε ως ο μοναδικός ηγέτης του μικρασιατικού Ελληνισμού και το 1208 στέφθηκε αυτοκράτορας από τον νεοεκλεγέντα Οικουμενικό Πατριάρχη Μιχαήλ Αυτωρειανό. Το 1211 βρέθηκε αντιμέτωπος με εισβολή των Σελτζούκων Τούρκων, τους οποίους υποστήριζε ο έκπτωτος αυτοκράτορας Αλέξιος Γ' Άγγελος. Την άνοιξη του 1211 στην Αντιόχεια του Μαιάνδρου, δόθηκε η αποφασιστική μάχη μεταξύ των δυνάμεων των Ελλήνων και των Σελτζούκων. Σ' αυτήν ο Θεόδωρος σκότωσε τον Σουλτάνο του Ικονίου και συνέλαβε αιχμάλωτο τον Αλέξιο.

Βυζαντινός Φοίνικας (1216-1261)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θάνατος του Ερρίκου της Φλάνδρας τον Ιούνιο του 1216 και του Πάπα Ιννοκεντίου Γ' λίγο αργότερα, σήμανε για το λατινικό καθεστώς τη διπλή απώλεια του ικανότερου ηγέτη και του κυριότερου υποστηρικτή του. Πρώτος επωφελήθηκε από τα γεγονότα ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας της Ηπείρου, που λίγο νωρίτερα είχε διαδεχτεί τον αδελφό του. Κατάφερε να συλλάβει τον νέο λατίνο αυτοκράτορα Πέτρο του Κουρτεναί, όταν αυτός απερίσκεπτα αποφάσισε να ταξιδέψει από την Ιταλία στην Κωνσταντινούπολη ακολουθώντας τη διαδρομή της Εγνατίας οδού. Με τη δόξα του νικητή του Λατίνου αυτοκράτορα επιτέθηκε στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, καταφέρνοντας να νικήσει Λατίνους, Σέρβους και Βουλγάρους. Σταδιακά κατάφερε να αποκλείσει τη Θεσσαλονίκη, η οποία έπεσε το 1224. Μια απόπειρα των Δυτικών να βοηθήσουν τη Θεσσαλονίκη οδήγησε σε μια αποτυχημένη εκστρατεία στη Θεσσαλία το διάστημα 1224-25. Ενισχυμένος από τις επιτυχίες του, ο Θεόδωρος Δούκας, το 1227 στέφθηκε από τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδας, Δημήτριο Χωματιανό, αυτοκράτορας των Ρωμαίων.

Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης εξασφάλισε για την Ήπειρο αυτό που η αυτοκρατορία της Νίκαιας είχε ήδη εξασφαλισμένο, μια βάση από όπου θα μπορούσε να οργανωθεί η ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως. Στη Νίκαια, τα χρόνια μετά τη συνθήκη του Νυμφαίου, αναλώθηκαν στην καλύτερη οργάνωση της διοίκησης και στη σταθεροποίηση της οικονομίας, ώστε η Νίκαια, χωρίς να επιτύχει τους πολεμικούς θριάμβους των ηγεμόνων της Ηπείρου, να είναι σταθερότερη. Το 1222, μετά τον θάνατο του Θεοδώρου, στον θρόνο ανήλθε ο γαμπρός του Ιωάννης Γ' Δούκας Βατάτζης. Εναντίον του εκδηλώθηκε στάση, οργανωμένη από τους αδελφούς του Θεοδώρου και με την υποστήριξη της Λατινικής αυτοκρατορίας. Ο Βατάτζης κατάφερε να τους νικήσει και να αποσπάσει σχεδόν το σύνολο των λατινοκρατούμενων εδαφών στην Μικρά Ασία. Ακολούθως ο στόλος του κατέλαβε τα παρακείμενα στα μικρασιατικά παράλια νησιά (Λέσβο, Χίο, Σάμο, Ικαρία, Ρόδο). Το 1225 πέρασε στη Θράκη και κατέλαβε την Αδριανούπολη, τον επόμενο όμως χρόνο επιτέθηκε εναντίον του ο Θεόδωρος Άγγελος και τον απώθησε από την πόλη.

Η δυναστεία των Παλαιολόγων (1258-1453)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε και το άρθρο Δυναστεία Παλαιολόγων

Το παιχνίδι ευφυΐας με τη Δύση (1261-1282)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες διπλωματικές επιτυχίες του Βυζαντίου της ύστερης εποχής. Πρωτεργάτης της ήταν ο τότε αυτοκράτορας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος, ο ιδρυτής της δυναστείας των Παλαιολόγων που κυβέρνησαν το Βυζάντιο ως την πτώση του το 1453. Πρόκειται για μια σειρά διπλωματικών ενεργειών που έκανε ο Μιχαήλ Η' προκειμένου να σώσει το Βυζάντιο από την επιθετική πολιτική του βασιλιά της Νότιας Ιταλίας Καρόλου του Ανδεγαυού. Ο Κάρολος είχε το φιλόδοξο σχέδιο να αναστήσει τη λατινική αυτοκρατορία στην Κωνσταντινούπολη για λογαριασμό του και προσπαθούσε να πείσει τον Πάπα και τους Βενετούς να συμπράξουν στα σχέδιά του. Επίσης είχε δημιουργήσει ένα σύστημα συμμαχιών στον Ελλαδικό χώρο, με τις φραγκικές ηγεμονίες, τους Αγγέλους της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, ακόμη και τους Σέρβους, εναντίον του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου.

Ο κίνδυνος να επαναληφθεί ξανά το 1204 ήταν ορατός και ο Μιχαήλ Παλαιολόγος το είχε αντιληφθεί πολύ καλά. Με την μοναδική πολιτική οξύνοια που είχε, προσπάθησε να εμποδίσει αυτά τα φιλόδοξα σχέδια του Ανδεγαυού. Τα μέτρα που έλαβε ήταν περισσότερο διπλωματικά παρά στρατιωτικά, αφού ποτέ δεν κατόρθωσε παρ' όλες τις προσπάθειες που έκανε στον στρατιωτικό τομέα, να φτιάξει έναν αξιόμαχο στρατό ανάλογο με εκείνον της εποχής των Κομνηνών ή παλαιότερων. Δημιούργησε λοιπόν ένα αντίστοιχο σύστημα συμμαχιών ως ασπίδα προστασίας εναντίον των εχθρών του Βυζαντίου και προσπάθησε να κερδίσει την εύνοια του εκάστοτε Πάπα ώστε να συγκρατεί τον Κάρολο στις επιθετικές του βλέψεις. Ένας από τους συμμάχους του Μιχαήλ στο παιχνίδι αυτό της διπλωματίας ήταν ο Πέτρος της Αραγωνίας ο οποίος είχε προσωπικούς λόγους να αντιμάχεται τον Κάρολο στον θρόνο της Νότιας Ιταλίας. Ο Μιχαήλ Η' τον υποστήριξε με μεγάλα χρηματικά ποσά, όπως επίσης βοήθησε να υποκινηθεί επαναστατικό κίνημα στη Σικελία, καθώς οι κάτοικοί της ήταν δυσαρεστημένοι από τη συμπεριφορά του Καρόλου απέναντί τους. Έτσι,την πιο επικίνδυνη στιγμή, όταν ο Κάρολος ετοίμαζε μεγάλη επίθεση εναντίον του Βυζαντίου, ξέσπασε επανάσταση στη Σικελία, εναντίον των Γάλλων του Καρόλου, η οποία απλώθηκε ταχύτατα. Ο μεγάλος στόλος του καταστράφηκε στη Μεσσήνη, έχασε τον έλεγχο της Σικελίας και ο Πέτρος της Αραγωνίας του επιτέθηκε από τα νώτα. Έτσι τερματίστηκαν οριστικά τα σχέδια του Καρόλου για την επίθεση και κατάληψη του Βυζαντίου σε αυτήν την επανάσταση που ονομάστηκε "Σικελικός Εσπερινός".

Το Βυζάντιο ως μικρή δύναμη (1282-1321)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εποχή των Εμφυλίων (1321-1354)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άνοδος των Οθωμανών Τούρκων (1354-1402)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελευταία Αναλαμπή και Πτώση (1402-1453)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Robert Browning (1992). «4.Παράδοση και καινοτομία». The Byzantine Empire. Catholic University of America Press. σελ. 190. ISBN 0-813-20754-1.  (αγγλικά)
  2. Α. Α. Βασίλιεφ (1971). "Κεφάλαιο 7. Το Βυζάντιο και οι Σταυροφορίες". Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Τόμος 2ος. Πάπυρος. σελ.11. Χωρίς ISBN
  3. Βασίλιεφ σελ. 17.
  4. Βασίλιεφ σελ. 20.
  5. Βασίλιεφ σελ. 22.
  6. Βασίλιεφ σελ. 24.
  7. Βασίλιεφ σελ. 41.
  8. Βασίλιεφ σελ. 90.
  9. Βασίλιεφ σελ. 90.
  10. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι περισσότεροι μελετητές της ιστορίας του νεώτερου Ελληνισμού ξεκινούν ακριβώς από την Άλωση του 1204
  11. Από την περίοδο αυτή, και παρά τις οικονομικές δυσκολίες και την πολιτική κάμψη, αρχίζει για το Βυζάντιο μια νέα εποχή άνθησης των γραμμάτων (Παλαιολόγειος Αναγέννηση) και αυξάνεται σημαντικά η παραγωγή χειρογράφων των κλασικών κειμένων
  12. Για το κείμενο της συνθήκης βλέπε A. Carile, "Partitio terrarum imperii Romaniae", στο: Studi Veneziani, τόμ. 7 (1965), σ.σ. 125-305. Τα Βυζαντινά εδάφη μοιράστηκαν μεταξύ Βενετών, που πήραν τα 3/8 (συμπεριλαμβανομένων και των 3/8 της Κωνσταντινούπολης), Αυτοκράτορα, που πήρε τα 2/8 και όλων των άλλων σταυροφόρων, που θα έπαιρναν τα υπόλοιπα 3/8
  13. Πριν από την κατάληψη της Πόλης είχε συμφωνηθεί πως εάν ο αυτοκράτορας προερχόταν από τις τάξεις των σταυροφόρων, ο Πατριάρχης θα ήταν Βενετός και αντιστρόφως, Donald M. Nicol, Βυζάντιο και Βενετία, μτφρ. Χριστίνα-Αντωνία Μουτσοπούλου, (Αθήνα: Παπαδήμας, 2004), σ.σ. 192-193
  14. Η συνεχής πίεση από τους Σελτζούκους και η ανάγκη για αποτελεσματική άμυνα των πλούσιων ακόμη επαρχιών της Ανατολής, είχε οδηγήσει στη δημιουργία ισχυρών θυλάκων αμύνης που λειτουργούσαν, από τον 11ο κιόλας αιώνα, με σχετική αυτονομία από το κέντρο. Αυτή η αυτονομία επέτρεπε στις περιοχές αυτές να αντιστέκονται αποτελεσματικά στους Σελτζούκους μετά το 1176 και να είναι σε θέση να αντισταθούν και εναντίον των Σταυροφόρων το 1204. Βλ. Σπύρος Βρυώνης, Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού στη Μικρά Ασία και η διαδικασία του εξισλαμισμού (11ος-15ος αιώνας), (Αθήνα: ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ (ΜΙΕΤ), 1996), Nicol M. Donald, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, μτφρ. Στάθης Κομνηνός (Αθήνα: Παπαδήμας, 1999), σ. 30

Εξωτερικές Συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]