Κορυτσά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°37′23″N 20°46′31″E / 40.6231°N 20.7753°E / 40.6231; 20.7753

Κορυτσά

Έμβλημα
Καθεδρικός ναός της Αναστάσεως του Κυρίου
Καθεδρικός ναός της Αναστάσεως του Κυρίου
Κορυτσά στον χάρτη: Αλβανία
Κορυτσά
Θέση στην Αλβανία
Βασικές πληροφορίες
Χώρα Αλβανία
Νομός Κορυτσάς
Επαρχία Κορυτσάς
Πληθυσμός 58.911 κάτοικοι (2001)
Υψόμετρο 850
Ταχυδρομικός κώδικας 7001-7004
Πολιτική
Δήμαρχος Νίκο Πελέσι (Niko Peleshi)
Δυκτιακός τόπος
Ιστότοπος www.bashkiakorce.gov.al

Η Κορυτσά (αλβανικά:Korça) είναι πόλη στη νοτιοανατολική Αλβανία και έδρα του ομώνυμου νομού. Βρίσκεται κοντά στα ελληνικά σύνορα κι ο πληθυσμός της είναι περίπου 105.000 (απογραφή 2009), καθιστώντας τη την έκτη μεγαλύτερη πόλη στην Αλβανία. Βρίσκεται σε ένα οροπέδιο, σε υψόμετρο 850 μ. και περιβάλλεται από τα όρη . Σήμερα η Κορυτσά είναι βιομηχανική περιοχή. Παράγει ζάχαρη, οινόπνευμα, μπύρα, δέρματα και υφαντουργικά προϊόντα. Η Κορυτσά παλιά ήταν το κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ Κωνσταντινούπολης, Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων, Αλβανίας κλπ.

Ονομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κορυτσά ονομάζεται διαφορετικά σε άλλες γλώσσες : Βλάχικα Curceaua ή Cоrceaо, Βουλγαρικά Goritsa και Τουρκικά Görice.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουν βρεθεί νεολιθικά λείψανα που δείχνουν ότι ο χώρος κατοικήθηκε από το 4000 π.Χ. και μετά. Η Εποχή του Χαλκού διήρκεσε από το 3000 π.Χ. έως 2100 π.Χ. Στην πεδιάδα της Κορυτσάς εισήχθη η Μυκηναϊκή κεραμεική κατά την ύστερη Εποχή του Ορείχαλκου (Υστεροελλαδική ΙΙΙc) και έχει υποστηριχθεί ότι οι φυλές που ζούσαν στην περιοχή αυτή πριν τις μεταναστεύσεις της Γεωμετρικής Εποχής πιθανότατα μιλούσαν μια βορειοδυτική Ελληνική διάλεκτο.[1] Η περιοχή κατά την περίοδο αυτή η περιοχή είχε κατοικηθεί από τα αρχαία ελληνικά φύλα, των Χαόνων και των Μολοσσών, που ήταν δύο από τα τρία σημαντικότερα ελληνικά φύλα που κατοικούσαν στην περιοχή της Ηπείρου.[2] Η περιοχή βρισκόταν στα σύνορα Ιλλυρίας και Ηπείρου και, σύμφωνα με μια ιστορική ανασύνθεση, κυβερνιόταν από μια δυναστεία Ιλλυριών μέχρι το 650 π.Χ. και στη συνέχεια από μια δυναστεία Χαόνων. Την περίοδο αυτή περιοχή κατοικείτο από Ελληνικές φυλές της βορειοδυτικής (Ηπειρωτικής) ομάδας, πιθανόν Χάονες ή Μολοσσούς, που ήταν δύο από τις τρεις μεγαλύτερες Ηπειρωτικές φυλές, που κατοικούσαν στην περιοχή της Ηπείρου. Αρχαιολόγοι ανακάλυψαν κοντά στη σημερινή Κορυτσά μια επιτύμβια πλάκα του 2ου ή 3ου αιώνα μ.Χ., που απεικονίζει δυο Ιλλυριούς σιδεράδες να κατεργάζονται σίδερο σε ένα αμόνι.

Μεσαίωνας και Οθωμανική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νεότερη πόλη χρονολογείται από το τέλος του 15ου αιώνα, οπότε ο Ηλίας Χότζα ανέπτυξε την Κορυτσά κατά τις εντολές του Σουλτάνου Μωάμεθ Β΄. Η Οθωμανική κατοχή άρχισε το 1440, και, μετά το ρόλο του Χότζα στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 1453, του αποδόθηκε ο τίτλος "Ηλίας Μπέη Μιραχόρ". Η Κορυτσά ήταν σαντζάκι του βιλαετίου του Μοναστηρίου ως Γκέριτσε. Η πόλη άρχισε να ακμάζει όταν η γειτονική Μοσχόπολη λεηλατήθηκε από τα Αλβανικά στρατεύματα του Αλή Πασά το 1788. Η Κορυτσά εκτός από σημαντικό εμπορικό αποτέλεσε και πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, με πλήθος ελληνικών σχολείων να λειτουργούν σε αυτή. Η οργάνωση των επαγγελματικών συντεχνιών και της χρηματοδότησης της τοπικής εκπαίδευσης ήταν εφάμιλλη του αγγλοσαξονικού τραστ. Στους «Γενικούς Κανονισμούς των κοινών καθιδρυμάτων της πόλεως Κορυτσάς», που συντάχθηκαν το 1875, το σύνολο των δωρεών και κληροδοτημάτων συγκεντρώνονταν σε κοινό ταμείο με την ονομασία «λάσσο» και εποπτεύονταν από ειδική επιτροπή.

20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Οθωμανική κυριαρχία επί της Κορυτσάς διήρκεσε μέχρι το 1912. Αν και η πόλη και τα περίχωρά της προβλεπόταν να αποτελέσουν τμήμα του Πριγκιπάτου της Βουλγαρίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου του 1878, η Συνθήκη του Βερολίνου της ίδιας χρονιάς επανέφερε την περιοχή στην Οθωμανική κυριαρχία. Το 1910 η Ορθόδοξη Συμμαχία της Κορυτσάς υπό τον (Αλβανό) Μιχαήλ Γραμμένο ανακήρυξε την ίδρυση Αλβανικής Εκκλησίας. αλλά οι Οθωμανικές αρχές αρνήθηκαν να την αναγνωρίσουν. Η εγγύτητα της Κορυτσάς στην Ελλάδα, που διεκδικούσε όλο τον Ορθόδοξο πληθυσμό ως Ελληνικό, οδήγησαν στην εμπλοκή της στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913. Οι Ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κορυτσά στις 6 Δεκεμβρίου 1912 και στη συνέχεια προχώρησαν στη φυλάκιση των Αλβανών εθνικιστών της πόλης. Η ενσωμάτωσή της στην Αλβανία αμφισβητήθηκε από την Ελλάδα, που τη δικεκδικούσε ως τμήμα της Βορείου Ηπείρου και είχε ως αποτέλεσμα την εξέγερση του τοπικού Ελληνικού πληθυσμού, που ζήτησε την επέμβαση του Ελληνικού στρατού. Αυτή η εξέγερση κατεπνίγη αρχικά από τους Ολλανδούς διοικητές της Αλβανικής χωροφυλακής, που αποτελείτο από 100 Αλβανούς υπό το Θεμιστοκλή Τζερμένι με αποτέλεσμα ο τοπικός Ελληνοορθόδοξος επίσκοπος Γερμανός και άλλα μέλη του δημοτικού συμβουλίου να συλληφθούν από τους Ολλανδούς και να απελαθούν. Εντούτοις σύμφωνα με τους όρους του πρωτοκόλλου της Κέρκυρας (Μάιος 1914) η πόλη αποτέλεσε τμήμα της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου, εντός των ορίων του πριγκιπάτου της Αλβανίας. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους η πόλη πέρασε υπό τον έλεγχο τον βορειοηπειρωτικών δυνάμεων με επικεφαλής τον Τσόντο Βάρδα.

Τον Οκτώβριο του 1914 η πόλη περιήλθε στην Ελληνική διοίκηση. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1916) ξέσπασε μια τοπική εξέγερση και με στρατιωτική και ντόπια βοήθεια η Κορυτσά περιήλθε στον έλεγχο του Κινήματος Εθνικής Αμύνης του Ελευθέριου Βενιζέλου, συντρίβοντας τις βασιλικές δυνάμεις. Εντούτις, λόγω των εξελίξεων στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου η περιοχή πέρασε γρήγορα στον έλεγχο των Γάλλων (1916-1920). Στο διάστημα αυτό δεκατέσσερις εκπρόσωποι της Κορυτσάς και του Συνταγματάρχη Ντεκουάν υπέγραψαν πρωτόκολλο που ανακήρυσσε την Αυτόνομη Αλβανική Δημοκρατία της Κορυτσάς (Αλβανικά : Republika Shqipëtare e Korçës) υπό τη στρατιωτική προστασία του Γαλλικού στρατού και με πρόεδρο το Θεμιστοκλή Τζερμένι. Τελικά παρέμεινε τμήμα της Αλβανίας, όπως καθορίστηκε από τη Διεθνή Επιτροπή Συνόρων, που επιβεβαίωσε τα σύνορα της χώρας του 1913. Ως το 1925 όλα τα ελληνόφωνα εκπαιδευτικά ιδρύματα έπαψαν να λειτουργούν βάσει κρατικών αποφάσεων, καθώς η πόλη δεν περιλαμβάνονταν στην αναγνωρισμένη από το αλβανικό κράτος 'ελληνική μειονοτική ζώνη'.

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Αλβανικός εθνικισμός ενέπνευσε πολλούς να προσπαθήσουν να αφαιρέσουν τα στοιχεία της Τουρκικής μουσικής από την Αλβανική κουλτούρα, επιθυμία που εντάθηκε μετά την ανεξαρτησία του 1912. Μουσικά συγκροτήματα, που σχηματίστηκαν αυτή την εποχή, όπως το Λίρα Χόρους, που ιδρύθηκε το 1922 με βάση την Καστοριά, έπαιζαν ποικιλία Ευρωπαϊκών ρυθμών, όπως εμβατήρια, βαλς, εθνικιστικά και ερωτικά τραγούδια, όπως σερενάτες.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο η Κορυτσά καταλήφθηκε από τον ελληνικό στρατό κατά το πρώτο στάδιο της ελληνικής αντεπίθεσης. Για μικρό διάστημα, από 22 Νοεμβρίου 1940 μέχρι 12 Απριλίου 1941 υπήρξε για τρίτη φορά υπό ελληνικό έλεγχο. Το διάστημα εκείνο την πόλη διοικούσε προσωρινό συμβούλιο αποτελούμενο από ένδεκα Έλληνες και τέσσερις Αλβανούς εκπροσώπους.[3] Μετά τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας, επανακαταλήφθηκε από τις δυνάμεις του Άξονα, ενώ στο τέλος του πολέμου (1945) ξαναπέρασε στην Αλβανία.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κορυτσά

Μετά την καταστροφή της γειτονικής Μοσχόπολης, στο τέλος του 18ου αιώνα, η Κορυτσά αναδείχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο. Τον 20ο αιώνα ανέπτυξε και σημαντική βιομηχανία. Η ευρύτερη περιοχή διαθέτει σημαντικές γεωργικές εκτάσεις.

Σύμφωνα με επίσημες αναφορές τοπικών παραγόντων η Κορυτσά έχει τον χαμηλότερο δείκτη ανεργίας σε σύγκριση με την υπόλοιπη χώρα. Η πλειοψηφία του εκτός Αλβανίας επενδυτικού κεφαλαίου προέρχεται από ελληνικές επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, καθώς και από ελληνοαλβανικές επιχειρήσεις.[4][5]

Αδελφοποιημένες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιφανείς Κορυτσαίοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hammond Nicholas Geoffrey Lemprière. Migrations and invasions in Greece and adjacent areas. Noyes Press, 1976, p. 153.
  2. John Boardman. The Cambridge Ancient History: pt. 1. The prehistory of the Balkans; and the Middle East and the Aegean world, tenth to eighth centuries B.C. Cambridge University Press, p. 266: "We may conclude, then, that the archaeological division corresponded to a tribal division : the Illyrian tribes holding northern Illyris, and the Epirotic tribes, whether Chaonian or Molossian, holding the plain of Korçë"
  3. Fischer Bernd Jürgen Albania at war, 1939-1945 Purdue University Press, 1999 ISBN 978-1-55753-141-4, σελ. 81
  4. Καγιά, Έβις (2006). «Το Ζήτημα της Εκπαίδευσης στην Ελληνική Μειονότητα και οι Δίγλωσσοι Μετανάστες Μαθητές στα Ελληνικά Ιδιωτκά Σχολεία στην Αλβανία» (στα Greek). Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. σσ. 118–121. http://invenio.lib.auth.gr/record/66383. Ανακτήθηκε στις 6 February 2013. 
  5. Poverty in Albania : a qualitative assessment. Washington, DC: World Bank. 2002. σελ. 32. ISBN 9780821351093. http://books.google.gr/books?id=LbrPFI_tHUsC&printsec=frontcover&dq=de+soto+albania+greeks&hl=el&sa=X&ei=67ESUeSfEciH4ATMtIDADw&ved=0CDEQ6AEwAA#v=onepage&q=greek%20investment&f=false. 


 LP  Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το αντίστοιχο λήμμα της Live-Pedia. (ιστορικό).

Η εισαγωγή του κειμένου της Livepedia στη Βικιπαίδεια έγινε πριν την 1η Νοεμβρίου 2008, συνεπώς ισχύει η διπλή αδειοδότηση υπό την άδεια CC-BY-SA 3.0 και την GFDL.