Κορυτσά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°37′23″N 20°46′31″E / 40.6231°N 20.7753°E / 40.6231; 20.7753

Κορυτσά

Έμβλημα
Καθεδρικός ναός της Αναστάσεως του Κυρίου
Καθεδρικός ναός της Αναστάσεως του Κυρίου
Κορυτσά στον χάρτη: Αλβανία
Κορυτσά
Θέση στην Αλβανία
Βασικές πληροφορίες
Χώρα Αλβανία
Νομός Κορυτσάς
Επαρχία Κορυτσάς
Πληθυσμός 58.911 κάτοικοι (2001)
Υψόμετρο 850
Ταχυδρομικός κώδικας 7001-7004
Πολιτική
Δήμαρχος Νίκο Πελέσι (Niko Peleshi)
Δυκτιακός τόπος
Ιστότοπος www.bashkiakorce.gov.al

Η Κορυτσά (αλβανικά:Korça) είναι πόλη στη νοτιοανατολική Αλβανία και έδρα του ομώνυμου νομού. Βρίσκεται κοντά στα ελληνικά σύνορα κι ο πληθυσμός της είναι περίπου 105.000 (απογραφή 2009), καθιστώντας τη την έκτη μεγαλύτερη πόλη στην Αλβανία. Βρίσκεται σε ένα οροπέδιο, σε υψόμετρο 850 μ. και περιβάλλεται από τα όρη . Σήμερα η Κορυτσά είναι βιομηχανική περιοχή. Παράγει ζάχαρη, οινόπνευμα, μπύρα, δέρματα και υφαντουργικά προϊόντα. Η Κορυτσά παλιά ήταν το κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ Κωνσταντινούπολης, Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων, Αλβανίας κλπ.

Ονομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κορυτσά ονομάζεται διαφορετικά σε άλλες γλώσσες : Βλάχικα Curceaua ή Cоrceaо, Βουλγαρικά Goritsa και Τουρκικά Görice.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουν βρεθεί νεολιθικά λείψανα που δείχνουν ότι ο χώρος κατοικήθηκε από το 4000 π.Χ. και μετά. Η Εποχή του Χαλκού διήρκεσε από το 3000 π.Χ. έως 2100 π.Χ. Στην πεδιάδα της Κορυτσάς εισήχθη η Μυκηναϊκή κεραμεική κατά την ύστερη Εποχή του Ορείχαλκου (Υστεροελλαδική ΙΙΙc) και έχει υποστηριχθεί ότι οι φυλές που ζούσαν στην περιοχή αυτή πριν τις μεταναστεύσεις της Γεωμετρικής Εποχής πιθανότατα μιλούσαν μια βορειοδυτική Ελληνική διάλεκτο.[1] Η περιοχή κατά την περίοδο αυτή η περιοχή είχε κατοικηθεί από τα αρχαία ελληνικά φύλα, των Χαόνων και των Μολοσσών, που ήταν δύο από τα τρία σημαντικότερα ελληνικά φύλα που κατοικούσαν στην περιοχή της Ηπείρου.[2] Η περιοχή βρισκόταν στα σύνορα Ιλλυρίας και Ηπείρου και, σύμφωνα με μια ιστορική ανασύνθεση, κυβερνιόταν από μια δυναστεία Ιλλυριών μέχρι το 650 π.Χ. και στη συνέχεια από μια δυναστεία Χαόνων. Την περίοδο αυτή περιοχή κατοικείτο από Ελληνικές φυλές της βορειοδυτικής (Ηπειρωτικής) ομάδας, πιθανόν Χάονες ή Μολοσσούς, που ήταν δύο από τις τρεις μεγαλύτερες Ηπειρωτικές φυλές, που κατοικούσαν στην περιοχή της Ηπείρου. Αρχαιολόγοι ανακάλυψαν κοντά στη σημερινή Κορυτσά μια επιτύμβια πλάκα του 2ου ή 3ου αιώνα μ.Χ., που απεικονίζει δυο Ιλλυριούς σιδεράδες να κατεργάζονται σίδερο σε ένα αμόνι.

Μεσαίωνας και Οθωμανική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νεότερη πόλη χρονολογείται από το τέλος του 15ου αιώνα, οπότε ο Ηλίας Χότζα ανέπτυξε την Κορυτσά κατά τις εντολές του Σουλτάνου Μωάμεθ Β΄. Η Οθωμανική κατοχή άρχισε το 1440, και, μετά το ρόλο του Χότζα στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 1453, του αποδόθηκε ο τίτλος "Ηλίας Μπέη Μιραχόρ". Η Κορυτσά ήταν σαντζάκι του βιλαετίου του Μοναστηρίου ως Γκέριτσε. Η πόλη άρχισε να ακμάζει όταν η γειτονική Μοσχόπολη λεηλατήθηκε από τα Αλβανικά στρατεύματα του Αλή Πασά το 1788. Η Κορυτσά εκτός από σημαντικό εμπορικό αποτέλεσε και πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, με πλήθος ελληνικών σχολείων να λειτουργούν σε αυτή. Η οργάνωση των επαγγελματικών συντεχνιών και της χρηματοδότησης της τοπικής εκπαίδευσης ήταν εφάμιλλη του αγγλοσαξονικού τραστ. Στους «Γενικούς Κανονισμούς των κοινών καθιδρυμάτων της πόλεως Κορυτσάς», που συντάχθηκαν το 1875, το σύνολο των δωρεών και κληροδοτημάτων συγκεντρώνονταν σε κοινό ταμείο με την ονομασία «λάσσο» και εποπτεύονταν από ειδική επιτροπή.

20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Οθωμανική κυριαρχία επί της Κορυτσάς διήρκεσε μέχρι το 1912. Αν και η πόλη και τα περίχωρά της προβλεπόταν να αποτελέσουν τμήμα του Πριγκιπάτου της Βουλγαρίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου του 1878, η Συνθήκη του Βερολίνου της ίδιας χρονιάς επανέφερε την περιοχή στην Οθωμανική κυριαρχία. Το 1910 η Ορθόδοξη Συμμαχία της Κορυτσάς υπό τον (Αλβανό) Μιχαήλ Γραμμένο ανακήρυξε την ίδρυση Αλβανικής Εκκλησίας. αλλά οι Οθωμανικές αρχές αρνήθηκαν να την αναγνωρίσουν. Η εγγύτητα της Κορυτσάς στην Ελλάδα, που διεκδικούσε όλο τον Ορθόδοξο πληθυσμό ως Ελληνικό, οδήγησαν στην εμπλοκή της στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913. Οι Ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κορυτσά στις 6 Δεκεμβρίου 1912 και στη συνέχεια προχώρησαν στη φυλάκιση των Αλβανών εθνικιστών της πόλης. Η ενσωμάτωσή της στην Αλβανία αμφισβητήθηκε από την Ελλάδα, που τη δικεκδικούσε ως τμήμα της Βορείου Ηπείρου και είχε ως αποτέλεσμα την εξέγερση του τοπικού Ελληνικού πληθυσμού, που ζήτησε την επέμβαση του Ελληνικού στρατού. Αυτή η εξέγερση κατεπνίγη αρχικά από τους Ολλανδούς διοικητές της Αλβανικής χωροφυλακής, που αποτελείτο από 100 Αλβανούς υπό το Θεμιστοκλή Τζερμένι με αποτέλεσμα ο τοπικός Ελληνοορθόδοξος επίσκοπος Γερμανός και άλλα μέλη του δημοτικού συμβουλίου να συλληφθούν από τους Ολλανδούς και να απελαθούν. Εντούτοις σύμφωνα με τους όρους του πρωτοκόλλου της Κέρκυρας (Μάιος 1914) η πόλη αποτέλεσε τμήμα της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου, εντός των ορίων του πριγκιπάτου της Αλβανίας. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους η πόλη πέρασε υπό τον έλεγχο τον βορειοηπειρωτικών δυνάμεων με επικεφαλής τον Τσόντο Βάρδα.

Τον Οκτώβριο του 1914 η πόλη περιήλθε στην Ελληνική διοίκηση. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1916) ξέσπασε μια τοπική εξέγερση και με στρατιωτική και ντόπια βοήθεια η Κορυτσά περιήλθε στον έλεγχο του Κινήματος Εθνικής Αμύνης του Ελευθέριου Βενιζέλου, συντρίβοντας τις βασιλικές δυνάμεις. Εντούτις, λόγω των εξελίξεων στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου η περιοχή πέρασε γρήγορα στον έλεγχο των Γάλλων (1916-1920). Στο διάστημα αυτό δεκατέσσερις εκπρόσωποι της Κορυτσάς και του Συνταγματάρχη Ντεκουάν υπέγραψαν πρωτόκολλο που ανακήρυσσε την Αυτόνομη Αλβανική Δημοκρατία της Κορυτσάς (Αλβανικά : Republika Shqipëtare e Korçës) υπό τη στρατιωτική προστασία του Γαλλικού στρατού και με πρόεδρο το Θεμιστοκλή Τζερμένι. Τελικά παρέμεινε τμήμα της Αλβανίας, όπως καθορίστηκε από τη Διεθνή Επιτροπή Συνόρων, που επιβεβαίωσε τα σύνορα της χώρας του 1913. Ως το 1925 όλα τα ελληνόφωνα εκπαιδευτικά ιδρύματα έπαψαν να λειτουργούν βάσει κρατικών αποφάσεων, καθώς η πόλη δεν περιλαμβάνονταν στην αναγνωρισμένη από το αλβανικό κράτος 'ελληνική μειονοτική ζώνη'.

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Αλβανικός εθνικισμός ενέπνευσε πολλούς να προσπαθήσουν να αφαιρέσουν τα στοιχεία της Τουρκικής μουσικής από την Αλβανική κουλτούρα, επιθυμία που εντάθηκε μετά την ανεξαρτησία του 1912. Μουσικά συγκροτήματα, που σχηματίστηκαν αυτή την εποχή, όπως το Λίρα Χόρους, που ιδρύθηκε το 1922 με βάση την Καστοριά, έπαιζαν ποικιλία Ευρωπαϊκών ρυθμών, όπως εμβατήρια, βαλς, εθνικιστικά και ερωτικά τραγούδια, όπως σερενάτες.

Στην περίοδο του μεσοπολέμου η πόλη έγινε φυτώριο Κομμουνιστικής δραστηριότητας. Ο μελλοντικός δικτάτορας της Αλβανίας Ενβέρ Χότζα ζούσε εκεί και ήταν τόσο μαθητής όσο και δάσκαλος στη Γαλλική σχολή της πόλης. Το μυστικό Κομμουνιστικό κίνημα της Κορυτσάς έγινε ο πυρήνας του Αλβανικού Κόμματος Εργασίας του του Χότζα. Τη δεκαετία του 1930 είχε στην πόλη υποκατάστημα η Τράπεζα Αθηνών.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιταλικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κορυτσά το 1939, μαζί με την υπόλοιπη χώρα. Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο έγινε η κύρια προκεχωρημένη βάση της Ιταλικής αεροπορίας. Εντούτοις η πόλη περιήλθε στον έλεγχο των προελαυνόντων Ελληνικών δυνάμεων κατά την πρώτη φάση της ελληνικής αντεπίθεσης. Η Κορυτσά παρέμεινε υπό ελληνικό έλεγχο μέχρι τη Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941. Το διάστημα εκείνο την πόλη διοικούσε προσωρινό συμβούλιο αποτελούμενο από ένδεκα Έλληνες και τέσσερις Αλβανούς εκπροσώπους.[3]

Κατά την κατοχή η πόλη έγινε σημαντικό κέντρο Κομμουνιστογενούς αντίστασης στις δυνάμεις κατοχής του Άξονα. Η ίδρυση του Αλβανικού Κόμματος Εργασίας - Κομμουνιστικό κόμμα - ανακηρύχθηκε επίσημα στην Κορυτσά το 1941. Η Αλβανική κυριαρχία αποκαταστάθηκε το 1944 με την αποχώρηση των Γερμανικών δυνάμεων.

Μετά τον πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εμπορικό κέντρο στην Κορυτσά

H περιοχή υπέφερε από το δικτατορικό καθεστώς του Χότζα όπως η υπόλοιπη Αλβανία, αν και είναι συζητήσιμο κατά πόσο αυτό έγινε σε τόσο μεγάλο βαθμό. Ο Χότζα καταπολέμησε κυρίως τους πλούσιους, ασχέτως αν αυτοί είχαν συχνά αγωνιστεί κατά της Ναζιστικής και Φασιστικής κατοχής. Αμέσως μετά τον πόλεμο πολλοί διέφυγαν στη Βοστώνη των ΗΠΑ, σε μια κοινότητα Αλβανοαμερικανών, που είχαν ήδη μεταναστεύσει εκεί.

Μετά το 1990 η Κορυτσά ήταν μια από τις έξι πόλεις όπου το Νέο Δημοκρατικό Κόμμα κέρδισε όλες τις έδρες. Η λαϊκή επανάσταση το Φεβρουάριο του 1991 έληξε με το γκρέμισμα του καθεστώτος του Χότζα.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τζαμί Ηλίας Μιραχόρι

Επί αιώνες η Κορυτσά έχει υπάρξει σημαντικό θρησκευτικό κέντρο των Ορθόδοξων Χριστιανών. Εχει μεγάλη Ορθόδοξη κοινότητα και από το 1670 είναι έδρα Ορθόδοξου Μητροπολίτη. Υπάρχει επίσης μεγάλη Σουνιτική κοινότητα μέσα και γύρω από την πόλη. Το Ισλάμ εισήχθη στην πόλη το 15ο αιώνα από τον Ηλίας Χότζα (Μιραχόρι), διάσημο Αλβανό γενίτσαρο, που συμμετείχε ενεργά στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Ενα από τα αρχαιότερα τζαμιά χτίσθηκε στην Αλβανία από αυτόν, το Τζαμί Ηλίας Μιραχόρι. Στην πόλη υπάρχει επίσης μια κοινότητα Μπεκτασήδων. Το βασικό κέντρο των Μπεκτασήδων της περιοχής είναι ο Τεκές Τουράν.

Μουσεία και πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαθητές μπροστά από το πρώτο επίσημα αναγνωρισμένο Αλβανικό σχολείο στη νεότερη Αλβανία, το 1899 (αριστερά), σημερινή άποψη του σχολείου, που τώρα λειτουργεί ως μουσείο (δεξιά)

Η Κορυτσά αναφέρεται ως πόλη των μουσείων. Το Εθνικό Μουσείο Μεσαιωνικής Τέχνης της Αλβανίας έχει πλούσια αρχεία περίπου 6.500 εικόνων και 500 άλλων αντικειμένων από ύφασμα, πέτρα και μέταλλο. Στην Κορυτσά βρίσκεται το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ως μουσεία λειτουργούν το πρώτο Αλβανικό Σχολείο, καθώς και το σπίτι και πινακοθήκη του ζωγράφου Βάντζους Μίο. Στην πόλη βρίσκονται επίσης το Μουσείο Μπράτκο (κυρίως Ασιατικής τέχνης) και το Μουσείο Ανατολής.

Η Κορυτσά έχει ένα δημοτικό θέατρο, το Θέατρο Αντόν Ζάκο Τσαγιούπι, που άρχισε τις παραστάσεις του το 1950 και από τότε λειτουργεί συνεχώς.

Εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο σχολείο, Ελληνόγλωσσο, στην πόλη ιδρύθηκε το 1724, με την υποστήριξη των κατοίκων του γειτονικού Βίτκουκ. Το σχολείο αυτό καταστράφηκε κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 αλλά ξαναχτίστηκε το 1830. Το 1857 λειτουργούσε στην πόλη Ελληνικό σχολείο θηλέων. Το 19ο αιώνα διάφοροι ντόπιοι ευεργέτες όπως ο Ιωάννης Πάγκας δώρησαν χρήματα για την προώθηση της Ελληνικής παιδείας και πολιτισμού στην Κορυτσά, όπως το Μπάγκειο Γυμνάσιο. Ομοίως λειτουργούσαν επίσης στην πόλη αυτή την περίοδο νηπιαγωγεία, οικοτροφεία και σχολεία. Στο πλαίσιο αυτό ιδρύθηκε το 1850 ένα ειδικό κοινοτικό ταμείο, το Ταμείο Λάσσον, από τον τοπικό Ορθόδοξο επίσκοπο Νεόφυτο, με σκοπό να υποστηρίξει την Ελληνική πολιτιστική δραστηριότητα στην Κορυτσά.

Στα τέλη του 19ου αιώνα οι ντόπιοι Αλβανοί εξέφραζαν όλο και μεγαλύτερη ανάγκη να εκπαιδεύονται στη μητρική τους γλώσσα. Η Αλβανική διανόηση της διασποράς από την Κωνσταντινούπολη και το Βουκουρέστι προσπάθησε αρχικά να αποφύγει τον ανταγωνισμό με τους προύχοντες της Κορυτσάς που ήταν υπέρ του ελληνικού πολιτισμού. Ετσι πρότειναν την εισαγωγή της Αλβανικής γλώσσας στα υπάρχοντα Ελληνορθόδοξα σχολεία, πρόταση που απορρίφθηκε από το Οικουμενικό πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το αποτέλεσμα ήταν να ιδρυθεί το 1887 το πρώτο Αλβανόγλωσσο σχολείο από την οργάνωση "Ντρίτα" και να χρηματοδοτηθεί από ντόπιους προύχοντες. Πρώτος διευθυντής ήταν ο Παντέλι Σοτίρι (1842-1892). Ο Ναίμ Φρασέρι (1846-1900), ο εθνικός ποιητής της Αλβανίας, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ίδρυση του σχολείου. Ως υψηλόβαθμος πολιτικός στο υπουργείο παιδείας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατόρθωσε να πάρει την επίσημη άδεια για το σχολείο. Οι Οθωμανικές αρχές έδωσαν άδεια μόνο για τα παιδιά Χριστιανών να εκπαιδεύονται στα Αλβανικά, αλλά οι Αλβανοί δεν ακολούθησαν αυτό τον περιορισμό και επέτρεψαν την παρακολούθηση και σε παιδιά Μουσουλμάνων, με αποτέλεσμα το σχολείο να κλείσει από τις Οθωμανικές αρχές το 1902.

Μαθητές και δάσκαλοι του Ελληνικού Σχολείου (1897), ενός από τα αρκετά εκπαιδευτικά ιδρύματα που χρηματοδοτήθηκαν από το κοινοτικό Ταμείο Λάσσον.

Το σχολείο αυτό ακολούθησε το πρώτο Αλβανικό σχολείο θηλέων το 1891. Ξεκίνησε από το Γερασίμ Κιριαζί (1858–1894) και αργότερα λειτούργησε από τις αδερφές του Σεβαστή και Παρασκευή (1880-1970) Κιριαζί, μαζί με την Πολυξένη Λουαράσι (Δεσπότι). Μεταγενέστεροι συνεργάτες ήταν οι Γκρίγκορ Τσίλκα και Φινέας Κένεντι του Συμβουλίου της Εκκλησιαστικής Αποστολής της Βοστώνης.

Οταν η πόλη ήταν υπό Γαλλική διοίκηση το 1916 (Δημοκρατία της Κορυτσάς τα Ελληνικά σχολεία έκλεισαν και άνοιξαν 200 Αλβανόφωνα και Γαλλόφωνα σχολεία. Λίγους μήνες αργότερα τα Ελληνικά σχολεία ξαναάνοιξαν, ως αντάλλαγμα και αποτέλεσμα της προσχώρησης της Ελλάδας στη συμμαχία της Αντάντ, όπου ανήκε η Γαλλία. Σαν αντίδραση έγινε η ίδρυση του Αλβανικού Εθνικού Λυκείου το 1917.

Η πόλη στεγάζει το Πανεπιστήμιο Φαν Νόλι, που ιδρύθηκε το 1971 και έχει σχολές Γεωπονική, Παιδαγωγική, Επιχειρήσεων, Νοσηλευτική και Τουριστική.

Μετά την κατάρρευση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας τοπικές κοινότητες εξέφρασαν όλο και μεγαλύτερη ανάγκη να αναβιώσουν το πολιτιστικό τους παρελθόν, ιδιαίτερα με την επαναλειτουργία των Ελληνικών σχολείων. Τον Απρίλιο του 2005 άνοιξε στην Κορυτσά το πρώτο δίγλωσσο Ελληνοαλβανικό σχολείο, μετά από 60 χρόνια απαγόρευσης της Ελληνικής εκπαίδευσης. Πέραν αυτού λειτουργούν στην πόλη 17 Ελληνόγλωσσα ιδρύματα.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κορυτσά

Μετά την καταστροφή της γειτονικής Μοσχόπολης, στο τέλος του 18ου αιώνα, η Κορυτσά αναδείχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο. Τον 20ο αιώνα ανέπτυξε και σημαντική βιομηχανία. Η ευρύτερη περιοχή διαθέτει σημαντικές γεωργικές εκτάσεις.

Τον 20ό αιώνα η Κορυτσά απέκτησε σημαντικό βιομηχανικό δυναμικό, πέραν του ρόλου της ως εμπορικού και αγροτικού κέντρου. Το οροπέδιο, στο οποίο βρίσκεται η πόλη, είναι πολύ γόνιμο και μια από τις κύριες σιτοπαραγωγές περιοχές της Αλβανίας. Οι τοπικές βιομηχανίες περιλαμβάνουν κατασκευή πλεκτών, υφασμάτων, αλεύρων, μπίρας και ζάχαρης. Κοιτάσματα λιγνίτη εξορύσσονται στα γειτονικά βουνά, όπως το Μπόριε-Ντρένοβε. Στην πόλη παράγεται η γνωστή σε όλη τη χώρα "Μπίρα Κόρτσα". Σύμφωνα με επίσημες πηγές η πόλη έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας στη χώρα. Η πλειοψηφία των ξένων επενδύσεων προέρχεται από Ελληνες, καθώς και από κοινές Ελληνοαλβανικές επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με επίσημες αναφορές τοπικών παραγόντων η Κορυτσά έχει τον χαμηλότερο δείκτη ανεργίας σε σύγκριση με την υπόλοιπη χώρα. Η πλειοψηφία του εκτός Αλβανίας επενδυτικού κεφαλαίου προέρχεται από ελληνικές επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, καθώς και από ελληνοαλβανικές επιχειρήσεις.[4][5]

Αδελφοποιημένες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιφανείς Κορυτσαίοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hammond Nicholas Geoffrey Lemprière. Migrations and invasions in Greece and adjacent areas. Noyes Press, 1976, p. 153.
  2. John Boardman. The Cambridge Ancient History: pt. 1. The prehistory of the Balkans; and the Middle East and the Aegean world, tenth to eighth centuries B.C. Cambridge University Press, p. 266: "We may conclude, then, that the archaeological division corresponded to a tribal division : the Illyrian tribes holding northern Illyris, and the Epirotic tribes, whether Chaonian or Molossian, holding the plain of Korçë"
  3. Fischer Bernd Jürgen Μετά την Ιταλική συνθηκολόγηση το 1943 την κατέλαβαν οι Γερμανοί μέχρι τις 24 Οκτωβρίου 1944. id=vTZnAAAAMAAJ&pg=PA100&dq=korce+albania+greece+1940&hl=el&ei=UCOdToWBOpT64QTK6LixCQ&sa=X&oi=book_result&ct=result&resnum=5&ved=0CEoQ6AEwBA#v=snippet&q=korca%20greeks&f=false Albania at war, 1939-1945 Purdue University Press, 1999 ISBN 978-1-55753-141-4, σελ. 81
  4. Καγιά, Έβις (2006). «Το Ζήτημα της Εκπαίδευσης στην Ελληνική Μειονότητα και οι Δίγλωσσοι Μετανάστες Μαθητές στα Ελληνικά Ιδιωτκά Σχολεία στην Αλβανία» (στα Greek). Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. σσ. 118–121. http://invenio.lib.auth.gr/record/66383. Ανακτήθηκε στις 6 February 2013. 
  5. Poverty in Albania : a qualitative assessment. Washington, DC: World Bank. 2002. σελ. 32. ISBN 9780821351093. http://books.google.gr/books?id=LbrPFI_tHUsC&printsec=frontcover&dq=de+soto+albania+greeks&hl=el&sa=X&ei=67ESUeSfEciH4ATMtIDADw&ved=0CDEQ6AEwAA#v=onepage&q=greek%20investment&f=false. 


 LP  Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το αντίστοιχο λήμμα της Live-Pedia. (ιστορικό).

Η εισαγωγή του κειμένου της Livepedia στη Βικιπαίδεια έγινε πριν την 1η Νοεμβρίου 2008, συνεπώς ισχύει η διπλή αδειοδότηση υπό την άδεια CC-BY-SA 3.0 και την GFDL.