Ανασκαφή (αρχαιολογία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αρχαιολογική ανασκαφή (Ισραήλ)

Η ανασκαφή είναι η περισσότερο γνωστή και η περισσότερο χρησιμοποιούμενη τεχνική στην επιστήμη της αρχαιολογίας. Σχετίζεται με έναν ιδιαίτερο αρχαιολογικό τόπο ή με σειρά αρχαιολογικών τόπων που συνδέονται σε ένα κοινό πλαίσιο. Η χρονική διάρκειά της ποικίλλει από λίγους μήνες στην περίπτωση της σωστικής αρχαιολογίας, έως αρκετά χρόνια, καθώς είναι συνήθως εποχιακή απασχόληση.

Στη σύγχρονη αρχαιολογική πρακτική είναι δυνατόν να εφαρμοστούν εξειδικευμένες τεχνικές γεωγραφικής διασκόπησης και ακριβούς χαρτογράφησης, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του αρχαιολογικού τόπου και την εδαφική σύσταση και απαιτούν διαφορετική προσέγγιση από μέρους των αρχαιολόγων.

Στην ανασκαφή αφαιρούνται στρώματα εδάφους με μηχανικό τρόπο ή με χειρωνακτική εργασία -κοινή πρακτική στον ελληνικό χώρο. Το υλικό που αφαιρείται, εξετάζεται διεξοδικά για μεταλλικά ευρήματα, όστρακα, σπόρους με μεταλλικούς ανιχνευτές και κόσκινα. Εκτός και αν η περιοχή έχει μείνει πιστοποιημένα αδιατάρακτη το αρχικό στρώμα (humus) παρουσιάζει μικρό αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Σε αστικές περιοχές, οποιοδήποτε αρχαιολογικό εύρημα βρίσκεται συνήθως στα βαθύτερα στρώματα, κάτω από την επιφάνεια του εδάφους.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση το πρώτο καθήκον του αρχαιολόγου είναι η αποτύπωση του αρχαιολογικού τόπου, με κλασικά ή ηλεκτρονικά όργανα. Κατόπιν ακολοθείται μια δειγματοληπτική στρατηγική η οποία είτε οδηγεί σε ολική ή τμηματική ανασκαφή του τόπου. Στη συνέχεια χαράσσεται πλέγμα, που χωρίζει τον τόπο σε τετράγωνα 5 μ. συνήθως, τεχνική που βοηθά στην αποτύπωση των χαρακτηριστικών στο συνολικό σχέδιο της αρχαιολογικής θέσης.

Κάθε τομέας που ανασκάπτεται αποτυπώνεται σε σχέδιο. Ο τομέας φωτογραφίζεται και κάθε πλαίσιο αριθμείται, γεγονός που βοηθά στη μεταγενέστερη ερμηνεία του. Τα ευρήματα που προέρχονται από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο συγκεντρώνονται και ταξινομούνται βάσει του πλαισίου τους με ένα μοναδικό κωδικό. Στο ημερολόγιο ανασκαφής χρησιμοποιούνται ειδικές φόρμες (πρότυπα) περιγραφής των πλαισίων. Επίσης, λαμβάνονται και καταγράφονται δείγματα τα οποία είναι δυνατόν να βοηθήσουν σε μια μεταγενέστερη περιβαλλοντική ανάλυση ή επιστημονική χρονολόγηση. Η ομάδα των αρχαιολόγων που συνήθως αναλαμβάνει την ανασκαφή βρίσκεται υπό την εποπτεία ενός επόπτη, ο οποίος με τη σειρά του συνεργάζεται με τον διευθυντή ή τη διευθύντρια της ανασκαφής. Ο/η επόπτης έχει την τελική ευθύνη ερμηνείας του πεδίου και της συγγραφής της τελικής αναφοράς. Οι περισσότερες ανασκαφές δημοσιεύονται σε κάποια επιστημονική περιοδική έκδοση, αν και είναι μια διαδικασία που μπορεί να πάρει αρκετά χρόνια.

Τύποι ανασκαφών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν τρεις τύποι σύγχρονης αρχαιολογικής ανασκαφής:

Συστηματική (ερευνητική) ανασκαφή - όταν διατίθεται ο χρόνος και οι κατάλληλοι πόροι για την πλήρη ανασκαφή του πεδίου με συστηματικό τρόπο. Συνήθως οι συστηματικές έρευνες διεξάγονται από πανεπιστήμια που μπορούν να εξασφαλίζουν έναν ικανοποιητικό αριθμό χρηματοδοτήσεων και εθελοντών (συνήθως φοιτητών που έχουν την ευκαιρία πρακτικής εξάσκησης). Το μέγεθος της ανασκαφής αποφασίζεται συνήθως από τον διευθυντή, ανάλογα με την έκταση και την αξία των ευρημάτων.

Αναπτυξιακή ανασκαφή - αναλαμβάνεται από επαγγελματίες αρχαιολόγους όταν το πεδίο απειλείται κυρίως από την οικιστική ανάπτυξη. Συνήθως χρηματοδοτείται από την εταιρεία που προωθεί κάποιο αναπτυξιακό πρόγραμμα -στην Ελλάδα τούτο γίνεται από το ΥΠΠΟ προκειμένου να δοθεί η απαραίτητη πολεοδομική άδεια σε κατόχους γης ή εταιρείες που δραστηριοποιούνται εντός ορίων χαρακτηρισμένων αρχαιολογικών περιοχών- και συνήθως εστιάζεται σε περιοχές που επηρεάζονται από την οικοδόμηση. Το εργατικό δυναμικό είναι γενικά περισσότερο εκπαιδευμένο και συνήθως χρησιμοποιεί σε πλήρη έκταση τυχούσες αρχαιολογικές έρευνες του παρελθόντος στις περιοχές που διερευνά.

Σωστική ανασκαφή - όταν το πεδίο έχει ήδη διαταραχθεί, π.χ. από διάβρωση ή την ανάγκη οικοδόμησης, ο χρόνος είναι εξαιρετικά περιορισμένος και η ανασκαφή κυριολεκτικά μετατρέπεται σε άσκηση περιορισμού της καταστροφής. Συνήθως χρηματοδοτείται από το κράτος και αναλαμβάνεται από επαγγελματίες αρχαιολόγους.