Ολοκαύτωμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το Ολοκαύτωμα (Φάσεις)

Με τον όρο Ολοκαύτωμα περιγράφεται ο συστηματικός διωγμός και η γενοκτονία με την υποκίνηση του κράτους διαφόρων εθνικών, θρησκευτικών, κοινωνικών και πολιτικών ομάδων κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου από την Ναζιστική Γερμανία και τους συνεργάτες τους. Στα αρχικά στοιχεία που συνθέτουν το Ολοκαύτωμα είναι το πογκρόμ της Νύχτας των Κρυστάλλων και το Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4, τα οποία οδήγησαν στη συνέχεια στα τάγματα θανάτου και στα στρατόπεδα εξόντωσης τα οποία αποτελούσαν μαζική και κεντρικά οργανωμένη προσπάθεια για την εξολόθρευση κάθε μέλους των κοινοτήτων που αποτελούσαν στόχο των Ναζί.

Οι Εβραίοι της Ευρώπης ήταν τα κυρίως θύματα του Ολοκαυτώματος, μέσω αυτού που οι Ναζί ονόμαζαν «Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος». Το νούμερο που χρησιμοποιείται πιο συχνά για τον αριθμό των θυμάτων του εβραϊκού πληθυσμού είναι έξι εκατομμύρια, αν και οι τυπικές εκτιμήσεις από τους ιστορικούς για το εύρος των θυμάτων κυμαίνονται από πέντε εκατομμύρια ως και πάνω από έξι εκατομμύρια. Εκτός από τους Εβραίους, περίπου 220.000 Ρομά και Σίντι θανατώθηκαν στο Ολοκαύτωμα (μερικές εκτιμήσεις φτάνουν ως και τις 800.000), δηλαδή το 25-50% του ευρωπαϊκού τους πληθυσμού. Άλλες ομάδες που κρίθηκαν «φυλετικά κατώτερες» ή «ανεπιθύμητες» ήταν οι εξής: Σοβιετικοί στρατιώτες και πολίτες αιχμάλωτοι σε κατεχόμενες περιοχές (περιλαμβανομένων των Ρώσων και άλλων Σλάβων), Πολωνοί μη Εβραίοι (3 εκατομμύρια Πολωνοί Εβραίοι και 2 εκατομμύρια Πολωνοί μη Εβραίοι), διανοητικά ασθενείς ή σωματικά ανάπηροι, ομοφυλόφιλοι, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Ελευθεροτέκτονες, Κομμουνιστές και άλλοι πολιτικοί αντιφρονούντες, συνδικαλιστές και κάποιοι Καθολικοί και Προτεστάντες κληρικοί που διώχτηκαν ή θανατώθηκαν. Αν συνυπολογιστούν και όλες αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες, ο αριθμός των θυμάτων ανεβαίνει σημαντικά. Κάποιες εκτιμήσεις τοποθετούν το συνολικό αριθμό θυμάτων του Ολοκαυτώματος στα 26 εκατομμύρια ανθρώπους, όμως τα 9 έως 11 εκατομμύρια θύματα συνήθως θεωρείται η πιο αξιόπιστη εκτίμηση.

Πίνακας περιεχομένων

Ετυμολογία και χρήση του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη ολοκαύτωμα προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ὁλόκαυστον, που σημαίνει "πλήρως καμμένη προσφορά θυσίας" σε θεό. Τις πρόσφατες δεκαετίες η λέξη «ολοκαύτωμα» έχει χρησιμοποιηθεί αναφορικά με καταστροφές. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, ωστόσο, η συνήθης σημασία της λέξης είναι η ναζιστική γενοκτονία. Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης από πολλούς με μια πιο στενή έννοια, για να περιγράψει συγκεκριμένα την άνευ προηγουμένου καταστροφή του Εβραϊκού στοιχείου στην Ευρώπη.

Η λέξη Σοά (στα εβραϊκά, שואה, στη λατινική μεταγραφή Shoa, Shoah ή και Sho'ah), η οποία σημαίνει «καταστροφή» στα εβραϊκά, καθιερώθηκε ως όρος για να περιγράψει το Ολοκαύτωμα από τους Εβραίους ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '40.[1]

Χαρακτηριστικά του Ναζιστικού Ολοκαυτώματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ναζιστικό Ολοκαύτωμα έχει διάφορα χαρακτηριστικά, τα οποία, αν συνδυαστούν, το διαφοροποιούν από άλλα ολοκαυτώματα της ιστορίας.

Προμελέτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1904, ο Άλφρεντ Πλετς (Alfred Ploetz) ίδρυσε την Γερμανική Εταιρία Ευγονικής (Deutsche Gesellschaft für Rassenhygiene). Δεκάξι χρόνια αργότερα εκδόθηκε το έργο Άδεια Καταστροφής της Ζωής που Δεν Αξίζει να Ζει (Die Freigabe der Vernichtung lebensunwerten Lebens), το οποίο ζωογόνησε την ανάπτυξη του Γερμανικού κινήματος της ευγονικής . Με συγγραφέα τον Καρλ Μπίντινγκ (Karl Binding], έναν ευρέως αναγνωρισμένο δικαστή, και τον φημισμένο ψυχίατρο Άλφρεντ Χόχε (Alfred Hoche), το έργο αποτέλεσε το κλειδί για τη διαμόρφωση της Ναζιστικής ιδεολογίας, ρητορικής και πρακτικής:

...Υπερασπιζόταν τη θεωρία που υποστήριζε ότι η εξόντωση των "άχρηστων ανθρώπων" θα έπρεπε να νομιμοποιηθεί. Έτσι, οι έννοιες της "άχρηστης ζωής" ή "ζωής που δεν αξίζει να ζει" που χρησιμοποιούσαν οι Ναζί προήλθαν από εκείνο το βιβλίο. Οι Μπίντινγκ και Χόχε μιλούν στο βιβλίο για "άχρηστους ανθρώπους". Ζητούν "την εξάλειψη εκείνων που δεν μπορούν να σωθούν... των οποίων ο θάνατος είναι επιτακτική ανάγκη"... για εκείνους που είναι υποδεέστεροι και από τα ζώα "χωρίς τη θέληση ούτε να ζήσουν ούτε να πεθάνουν". Σε αυτούς που είναι "διανοητικά νεκροί" και που αποτελούν "ξένο σώμα μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων".[2]

Οι δραστηριότητες του Πλετς και τα λόγια των Μπίντινγκ και Χόχε ήταν οι πρόγονοι της "τελικής λύσης" του Χίτλερ που θα ακολουθούσε είκοσι χρόνια μετά.

Το Ολοκαύτωμα ήταν μια εκ προθέσεως, σχολαστικά σχεδιασμένη προσπάθεια για την ολοκληρωτική εξόντωση των εθνοτήτων-στόχων. Εκτιμάται ότι η Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος (die Endlösung der Judenfrage), όπως την αποκάλεσαν οι Ναζί στη διάσκεψη της Βάνζεε το 1942, προέβλεπε τη δολοφονία του 64% των Εβραίων της Ευρώπης, που ισοδυναμούσε με το 35% του εβραϊκού πληθυσμού παγκοσμίως.

Σε ένα λόγο του τον Οκτώβριο του 1943, ο Χάινριχ Χίμλερ, αρχηγός των SS, είπε, απευθυνόμενος σε ανώτατους αξιωματικούς των SS και ηγετικά μέλη του κόμματος: "Τι θα κάνουμε με τις γυναίκες και τα παιδιά; Αποφάσισα να βρω μια εντελώς ξεκάθαρη λύση και για αυτό το θέμα. Θεωρώ ότι δεν έχω κανένα δικαίωμα να ξεριζώσω (ausrotten) τους άντρες -με άλλα λόγια, να τους σκοτώσω ή να βάλω να τους σκοτώσουν- και να αφήσω τους εκδικητές με τη μορφή παιδιών να μεγαλώσουν και να αναμετρηθούν με τους γιους και τα εγγόνια μας. Έπρεπε να παρθεί η δύσκολη απόφαση να εξαφανιστούν οι άνθρωποι αυτοί από το πρόσωπο της γης".

Το Ολοκαύτωμα δικαιολογήθηκε στη βάση του ότι τα θύματα ήταν Untermenschen, δηλαδή κατώτερα πλάσματα ή υπάνθρωποι, που θεωρούνταν αφενός κατώτεροι βιολογικά (όπως για παράδειγμα οι Σλάβοι) και αφετέρου, ειδικά στην περίπτωση των Εβραίων, πιθανή απειλή στην ανωτερότητα και την κυριαρχία των Άρειων. Αυτοί που το διέπραξαν, το έβλεπαν ως μια μορφή ευγονικής, ως την δημιουργία μιας καλύτερης ράτσας μέσω της εξαφάνισης όσων θεωρούνταν "ακατάλληλοι", στην ίδια λογική με τις υποχρεωτικές στειρώσεις, το Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4 και την "φυλετική υγιεινή".

Αποτελεσματικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ολοκαύτωμα χαρακτηρίστηκε από την αποτελεσματική και συστηματική προσπάθεια βιομηχανικής κλίμακας για τη συγκέντρωση και δολοφονία όσων περισσότερων θυμάτων ήταν δυνατό, χρησιμοποιώντας όλους τους πόρους και την τεχνολογία που ήταν διαθέσιμα στο ναζιστικό κράτος.

Για παράδειγμα, με τη χρήση υπολογιστικών μηχανών της εταιρίας Dehomag δημιουργούνταν και ανανεώνονταν λεπτομερείς λίστες των υποψήφιων θυμάτων, και οι δολοφονίες καταγράφονταν σε λεπτομερή αρχεία. Καθώς οι κρατούμενοι έμπαιναν στα στρατόπεδα εξόντωσης, αναγκάζονταν να παραδώσουν όλα τα προσωπικά τους αντικείμενα, που κατόπιν καταγράφονταν και ταξινομούνταν, και για τα οποία εκδίδονταν αποδείξεις προκειμένου τα θύματα να πιστέψουν ότι κάποια στιγμή θα τους επιστρέφονταν οι αποσκευές και τα αντικείμενά τους, κι έτσι να καλλιεργείται μια ψευδαίσθηση ασφάλειας.

Επιπλέον, γινόταν σημαντική προσπάθεια καθ' όλη τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος για να ανακαλυφθούν όλο και αποτελεσματικές μέθοδοι δολοφονίας μεγάλων αριθμών ανθρώπων. Οι πρώτες μαζικές δολοφονίες χιλιάδων Εβραίων στην Πολωνία από στρατιώτες προκάλεσαν, σύμφωνα με πολλές στρατιωτικές αναφορές, πτώση του ηθικού και δυσάρεστα συναισθήματα στους στρατιώτες των Ναζί. Οι διοικητές τους παραπονέθηκαν στους ανώτερούς τους ότι οι "προσωπικές" δολοφονίες είχαν έντονα αρνητικά αποτελέσματα στην ψυχολογία των στρατιωτών. Έχοντας αποφασίσει να εξοντώσει τον Εβραϊκό πληθυσμό, το Βερολίνο αποφάσισε να αναζητήσει μεθόδους δολοφονίας που θα ήταν πιο απρόσωπες και μηχανικές, ξεκινώντας με τα εκρηκτικά και τα δηλητήρια.

Στο βιβλίο του "Ο πόλεμος της Ρωσίας", ο Βρετανός ιστορικός Ρίτσαρντ Όβερυ (Richard Overy) περιγράφει αυτή την αναζήτηση των Ναζί για πιο αποτελεσματικούς τρόπους δολοφονίας. Μετά την κατάκτηση της Λευκορωσίας, χρησιμοποίησαν ψυχικά ασθενείς από ψυχιατρεία του Μινσκ ως πειραματόζωα. Αρχικά, δοκίμασαν να τους σκοτώσουν με όπλα, παρατάσσοντάς τους σε ευθεία, έτσι ώστε μια σφαίρα να σκότωνε όσο το δυνατόν περισσότερους, για οικονομία στο χρόνο και τα πυρομαχικά, αλλά η μέθοδος αυτή αποδείχτηκε πολύ χρονοβόρα. Κατόπιν δοκίμασαν το δυναμίτη, όμως λίγοι σκοτώθηκαν και οι περισσότεροι ακρωτηριάστηκαν χωρίς να πεθάνουν, αναγκάζοντας τους Γερμανούς να τους αποτελειώσουν με πολυβόλα. Τον Οκτώβριο του 1941 στο Μαγιλιόβ δοκίμασαν φορτηγά που είχαν μετατρέψει σε κινητούς θαλάμους αερίων (Gaswagen). Χρησιμοποιώντας αρχικά τα καυσαέρια από την εξάτμιση ενός μικρού στρατιωτικού οχήματος, χρειάστηκε περίπου μισή ώρα για να πεθάνουν οι επιβαίνοντες. Όταν χρησιμοποιήθηκε η (μεγαλύτερη) εξάτμιση ενός φορτηγού, χρειάστηκαν μόνο οκτώ λεπτά.[3]

Κρεματόριο στη Βαϊμάρη

Προηγουμένως, τα στρατόπεδα εξόντωσης είχαν αλλάξει τον τύπο του αερίου που χρησιμοποιούσαν, από μονοξείδιο του άνθρακα στα στρατόπεδα Μπελζέκ, Ζομπίμπορ και Τρεμπλίνκα, στο Zyklon B που χρησιμοποιούνταν στο Μάιντανεκ και το Άουσβιτς. Η διαχείριση μεγάλων αριθμών πτωμάτων αποτελούσε άλλο ένα πρόβλημα, λογιστικής φύσης. Η αποτέφρωση σε μεγάλη κλίμακα θεωρούνταν αρχικά ανέφικτη, μέχρι που ανακαλύφθηκε ότι από τη στιγμή που οι φούρνοι των κρεματορίων ανέπτυσσαν μια ικανή θερμοκρασία, η καύση θα μπορούσε να αυτοσυντηρείται από το λίπος των πτωμάτων και μόνο. Όταν λύθηκε και αυτή η τεχνική "λεπτομέρεια", οι Ναζί εφάρμοσαν σε πλήρη κλίμακα το σχέδιό τους για μαζικές δολοφονίες.

Η σχέση των εταιριών με το Ολοκαύτωμα έχει επίσης αποτελέσει πεδίο αντιπαράθεσης τα τελευταία χρόνια. Ο Ρούντολφ Ες, διοικητής του στρατοπέδου του Άουσβιτς, είπε ότι, χωρίς να χρειαστεί να διαφημίσουν την εξαναγκασμένη εργασία που θα μπορούσαν να προσφέρουν οι κρατούμενοι, μεγάλες Γερμανικές εταιρίες -κάποιες από τις οποίες υπάρχουν και στις μέρες μας- πλησίασαν από μόνες τους τις διοικήσεις των στρατοπέδων προκειμένου να προμηθευτούν δωρεάν εργατικά χέρια. Επίσης, τεχνολογία που ανέπτυξε η IBM χρησιμοποιήθηκε στην κατηγοριοποίηση των κρατούμενων με τη χρήση μηχανών ταξινόμησης. Ένα βιβλίο για το ρόλο της IBM στο Ολοκαύτωμα με τίτλο H IBM και το Ολοκαύτωμα[4] δίνει περισσότερες λεπτομέρειες για το θέμα αυτό.

Γεωγραφική κλίμακα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μεγαλύτερες απελάσεις κρατουμένων προς στρατόπεδα εξόντωσης στην Ευρώπη.

Το Ολοκαύτωμα εξαπλώθηκε και διαπράχθηκε με μεθοδικό τρόπο σχεδόν σε όλες τις περιοχές που κατείχαν οι Ναζί, που σήμερα αποτελούν 35 ευρωπαϊκές χώρες. Σε όλες αυτές τις περιοχές, οι Εβραίοι και τα άλλα θύματα κυνηγήθηκαν και στάλθηκαν σε στρατόπεδα εργασίας ή, σε άλλες χώρες, σε στρατόπεδα εξόντωσης. Οι χειρότερες μαζικές δολοφονίες έγιναν στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, στην οποία πριν το 1939 ζούσαν περισσότεροι από 7 εκατομμύρια Εβραίοι· εκεί δολοφονήθηκαν περίπου 5 εκατομμύρια Εβραίοι, με 3 εκατομμύρια στην Πολωνία και ένα εκατομμύριο στη Σοβιετική Ένωση. Εκατοντάδες χιλιάδες δολοφονήθηκαν επίσης στην Ολλανδία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, τη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα.

Υπάρχουν αποδείξεις ότι οι Ναζί σκόπευαν να συνεχίσουν την εφαρμογή της "τελικής λύσης" στη Βρετανία, τη Βόρεια Αμερική και την Παλαιστίνη, σε περίπτωση που τις κατακτούσαν. Οι δολοφονίες συνέχισαν σε διάφορα μέρη της επικράτειας των Ναζί μέχρι και τα τελευταία στάδια του πόλεμου, και σταμάτησαν οριστικά μόνο όταν οι Συμμαχικές δυνάμεις εισέβαλαν στη γερμανική ενδοχώρα και ανάγκασαν τους Ναζί να παραδοθούν το Μάιο του 1945.

Αγριότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ολοκαύτωμα εφαρμόστηκε χωρίς κανένα έλεος ή εξαίρεση για τα παιδιά ή τα μωρά, και τα θύματα συχνά βασανίζονταν πριν τελικά δολοφονηθούν. Οι Ναζί διεξήγαγαν σαδιστικά και θανατηφόρα "ιατρικά" πειράματα χρησιμοποιώντας κρατούμενους, συμπεριλαμβανομένων και παιδιών. Ο Γιόζεφ Μένγκελε, στρατιωτικός γιατρός στο Άουσβιτς και διευθυντής της ιατρικής υπηρεσίας στο Μπίρκεναου, ήταν γνωστός ως "ο Άγγελος του Θανάτου" για τα σαδιστικά και ανορθόδοξα πειράματά του. Πολλά από αυτά τα πειράματα είχαν σκοπό να παράξουν "φυλετικά αγνά" μωρά ή να διερευνήσουν τις αντοχές του ανθρώπινου σώματος στον πόνο, τον ακρωτηριασμό, την πίεση ή την θερμοκρασία (υπάρχουν, μεταξύ πολλών άλλων, μαρτυρίες για κρατούμενους που βυθίζονταν ζωντανοί σε καζάνια με βραστό ή παγωμένο νερό). Οι περισσότεροι από τους κρατούμενους που χρησιμοποιήθηκαν στα πειράματα αυτά δεν επέζησαν.

Το ίδιο σκληρή και βάναυση ήταν και η καθημερινή ζωή στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, με τους ξυλοδαρμούς, τα βασανιστήρια και τις ομαδικές εκτελέσεις από τους Ναζί να είναι στην ημερήσια διάταξη.

Θύματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα θύματα του Ολοκαυτώματος ήταν Εβραίοι, Σέρβοι, Πολωνοί, Ρώσσοι, Κομμουνιστές, ομοφυλόφιλοι, Ρομ και Σίντι (Αθίγγανοι), οι ψυχικά ασθενείς και σωματικά ανάπηροι, διανοητές και πολιτικοί ακτιβιστές, Μάρτυρες του Ιεχωβά, μέλη άλλων θρησκευτικών ομάδων, μέλη του Καθολικού και Προτεσταντικού κλήρου, συνδικαλιστές, μερικοί Αφρικανοί, κοινοί εγκληματίες, άνθρωποι που είχαν χαρακτηριστεί "εχθροί του κράτους", και πολλοί που δεν ανήκαν στην Άρεια φυλή. Αυτοί οι άνθρωποι χάθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και σε μαζικές εκτελέσεις, σύμφωνα με τα εκτεταμένα αρχεία που κράτησαν οι ίδιοι οι Ναζί (κείμενα και φωτογραφίες), μαρτυρίες (επιζώντων, δραστών και αυτοπτών μαρτύρων), και τα στατιστικά στοιχεία των χωρών υπό ναζιστική κατοχή.

Εβραίοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αντισημιτισμός ήταν διαδεδομένος στην Ευρώπη τις δεκαετίες του 1920 και 1930, παρότι οι ρίζες του είναι πολύ παλιότερες. Η γεμάτη φανατισμό εκδοχή του φυλετικού αντισημιτισμού του Αδόλφου Χίτλερ περιγράφηκε με λεπτομέρεια στο βιβλίο του Ο Αγών Μου, το οποίο αν και γενικά αγνοήθηκε όταν πρωτοεκδόθηκε το 1925, έγινε μπεστ-σέλερ στη Γερμανία όταν ο Χίτλερ απέκτησε πολιτική δύναμη.

Την 1 Απριλίου του 1933, λίγο μετά την αναρρίχηση του Χίτλερ στην εξουσία (Machtergreifung), οι Ναζί, υπό την καθοδήγηση κυρίως του Γιούλιους Στράιχερ (Julius Streicher), και των Ταγμάτων Εφόδου (Sturmabteilung), οργάνωσαν ένα μονοήμερο μποϊκοτάζ όλων των Εβραϊκών επιχειρήσεων της Γερμανίας. Μια σειρά ολοένα και πιο σκληρών ρατσιστικών νόμων εκδόθηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με το "Νόμο για την Αποκατάσταση του Επαγγελματικού Δημόσιου Τομέα", που ψηφίστηκε από το Ράιχσταγκ στις 7 Απριλίου 1933, όλοι οι Εβραίοι δημόσιοι υπάλληλοι σε κρατικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο διοίκησης απολύθηκαν αμέσως. Ο "Νόμος για την Αποκατάσταση του Επαγγελματικού Δημόσιου Τομέα" ήταν ο πρώτος αντισημιτικός νόμος που ψηφίστηκε στη Γερμανία μετά την ένωσή της το 1871. Τον ακολούθησαν οι Νόμοι της Νυρεμβέργης του 1935 που απαγόρευσαν το γάμο ανάμεσα σε Εβραίους και μη Εβραίους, και αφαίρεσαν από όλους τους Εβραίους τη γερμανική τους υπηκοότητα (ο επίσημος τίτλος που τους αποδόθηκε ήταν "υποκείμενα του κράτους") και τα βασικά πολιτικά τους δικαιώματα, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα της ψήφου.

Το 1936 απαγορεύτηκε στους Εβραίους να ασκούν οποιοδήποτε εξειδικευμένο επάγγελμα, εμποδίζοντάς τους ουσιαστικά από το να ασκούν οποιαδήποτε επίδραση στην εκπαίδευση όλων των βαθμίδων, την πολιτική, την έρευνα και τη βιομηχανία. Στις 15 Νοέμβρη 1938, απαγορεύτηκε στα παιδιά των Εβραίων να πηγαίνουν στα κανονικά σχολεία. Μέχρι τον Απρίλιο του 1939, σχεδόν όλες οι Εβραϊκές εταιρίες είχαν είτε καταρρεύσει κάτω από το βάρος της οικονομικής πίεσης και των ελάχιστων κερδών ή είχαν αναγκαστεί να πουληθούν στη Ναζιστική κυβέρνηση, σύμφωνα με την πολιτική «Αρειοποίησης» που ξεκίνησε να εφαρμόζεται το 1937.

Με την έναρξη του πολέμου έγιναν μεγάλες σφαγές Εβραίων και, το Δεκέμβριο του 1941, ο Χίτλερ αποφάσισε να εξοντώσει ολοκληρωτικά τους Εβραίους της Ευρώπης. Τον Ιανουάριο του 1942, στη Διάσκεψη της Βάνζεε, οι Ναζί ηγέτες συζήτησαν τις λεπτομέρειες της "Τελικής λύσης του Εβραϊκού ζητήματος" (Endlösung der Judenfrage). Ο Γιόζεφ Μπύλερ (Josef Bühler) παρότρυνε τον Ράινχαρντ Χάιντριχ να προχωρήσει στην Τελική Λύση στο λεγόμενο Generalgouvernement (= Γενικό Κυβερνείο, τις εκτάσεις της κατεχόμενης Πολωνίας που δεν είχαν προσαρτηθεί στην Γερμανία). Άρχισαν να απελαύνουν συστηματικά πληθυσμούς Εβραίων από τα γκέτο και από όλες τις κατεχόμενες περιοχές προς τα επτά στρατόπεδα που είχαν σχεδιαστεί ως Vernichtungslager ή στρατόπεδα εξόντωσης: του Άουσβιτς ΙΙ, του Μπέλζεκ, του Κέλμνο, του Μαϊντάνεκ, του Μάλυ Τρόστενετς, του Σομπιμπόρ και της Τρεμπλίνκα ΙΙ. Ο Σεμπάστιαν Χάφνερ (Sebastian Haffner) υποστήριξε σε ανάλυσή του το 1978 ότι ο Χίτλερ, από το Δεκέμβρη του 1941, αποδέχτηκε το μη πραγματοποιήσιμο του στόχου του να κυριαρχήσει στην Ευρώπη για πάντα, κηρύσσοντας τον πόλεμο στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά η απόσυρσή του από τη δημοσιότητα και η φαινομενική κατοπινή του ηρεμία οφείλονταν στην επίτευξη του δεύτερου στόχου του, της εξόντωσης δηλαδή των Εβραίων.[5]

Ακόμα και στα τελικά στάδια του πολέμου, όταν πλέον η Ναζιστική πολεμική μηχανή είχε αρχίσει να διαλύεται, πολύτιμοι στρατιωτικοί πόροι όπως καύσιμα, μεταφορές, πυρομαχικά, στρατιώτες και βιομηχανική παραγωγή, αντί να κατευθύνονται στο πολεμικό μέτωπο πήγαιναν στα στρατόπεδα θανάτου.

Μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος, ένα μεγάλο μέρος τους Εβραϊκού πληθυσμού της Ευρώπης είχε βρει το θάνατο στο Ολοκαύτωμα. Στην Πολωνία, όπου πριν τον πόλεμο βρισκόταν η μεγαλύτερη Εβραϊκή κοινότητα του κόσμου, δολοφονήθηκε πάνω από το 90% του Εβραϊκού πληθυσμού, ή περίπου 3.000.000 άνθρωποι. Ο αντισημιτισμός επικράτησε στην Πολωνία και στο Πογκρόμ του Κίλτσε δολοφονήθηκαν 40 και τραυματίστηκαν 80 Εβραίοι που γύρισαν σπίτια τους μετά τον πόλεμο. Η ποινή που επέβαλλαν οι Γερμανοί σε αυτούς που έκρυβαν Εβραίους ήταν ο θάνατος, και εφαρμοζόταν δίχως έλεος. Παρά το γεγονός αυτό, κάποιοι Πολωνοί έκρυψαν παιδιά και οικογένειες Εβραίων, σώζοντάς τους τη ζωή με κίνδυνο των δικών τους οικογενειών.

Η Ελλάδα, η Γιουγκοσλαβία, η Ουγγαρία, η Λιθουανία, η Βοημία, η Ολλανδία, η Σλοβακία και η Λετονία έχασαν πάνω από το 70% του Εβραϊκού τους πληθυσμού. Το Βέλγιο, η Ρουμανία, το Λουξεμβούργο, η Νορβηγία και η Εσθονία έχασαν περίπου τον μισό τους Εβραϊκό πληθυσμό, η Σοβιετική Ένωση πάνω από ένα τρίτο, και ακόμα και χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία είδαν το ένα τέταρτο του Εβραϊκού τους πληθυσμού να δολοφονείται. Η Δανία μπόρεσε να φυγαδεύσει σχεδόν το σύνολο των Εβραίων της χώρας στη Σουηδία, που ήταν ουδέτερη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Χρησιμοποιώντας κάθε πλεύσιμο μέσο, από ψαροκάικα μέχρι πολυτελή γιοτ, οι Δανοί φυγάδευσαν τους Εβραίους ομοεθνείς τους, γλιτώνοντάς τους από τον κίνδυνο.

Μερικοί Εβραίοι σε χώρες εκτός Ευρώπης που ήταν κατεχόμενες από τους Ναζί επηρεάστηκαν επίσης από το Ολοκαύτωμα και την κακομεταχείριση από τους Ναζί.

Πολωνοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Πολωνοί αποτέλεσαν για τον Χίτλερ έναν από τους πρώτους στόχους προς εξόντωση, όπως φαίνεται στην ομιλία του προς τους διοικητές της Βέρμαχτ πριν την Ναζιστική εισβολή στην Πολωνία το 1939. Η διανόηση και οι επιφανείς πολίτες ή όσοι είχαν επιρροή έγιναν οι κυρίως στόχοι, αν και έγιναν μερικές μαζικές δολοφονίες με θύματα από τον γενικό πληθυσμό, καθώς και άλλες σλαβικές ομάδες. Η Ναζιστική κατοχή της Πολωνίας (Γενικό Κυβερνείο, Reichsgau Wartheland) αποτέλεσε μια από τις μεγαλύτερες ωμότητες του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου, έχοντας ως αποτέλεσμα το θάνατο 1,8 - 1,9 εκατομμυρίων ανθρώπων επιπλέον των τριών εκατομμυρίων Εβραίων της Πολωνίας. Οι μελετητές διαφωνούν για το κατά πόσον αυτοί οι θάνατοι μη Εβραίων Πολωνών πολιτών αποτελούν μέρος του Ολοκαυτώματος, αν και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για τις γενοκτονικές προθέσεις των Ναζί προς τους Πολωνούς. Τουλάχιστον 140.000 Πολωνοί στάλθηκαν στο Άουσβιτς, και η πολωνική διανόηση αποτέλεσε από τους πρωταρχικούς στόχους των Einsatzgruppen.[6]

Ρώσοι, Ουκρανοί, Λευκορώσοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά της διάρκεια της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα, της εισβολής των δυνάμεων του Άξονα στη Σοβιετική Ένωση, εκατοντάδες χιλιάδες (έως και εκατομμύρια) αιχμάλωτων Σοβιετικών στρατιωτών εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες από τα γερμανικά στρατεύματα εισβολής (και ειδικά από τα περιβόητα Waffen-SS, μάχιμα SS), πέθαναν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες σε γερμανικά στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου ή στάλθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης προς εκτέλεση, απλά και μόνο επειδή ήταν Σλαβικής καταγωγής. Χιλιάδες χωριά της ΕΣΣΔ (στη Ρωσία, τη Λευκορωσία, την Ουκρανία) σβήστηκαν από το χάρτη, λίγο έως πολύ για τον ίδιο λόγο. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, οι Ρωσικές περιοχές του Λένινγκραντ, του Πσκοβ και του Νόβγκοροντ έχασαν γύρω στο ένα τέταρτο του πληθυσμού τους. Ο Bodan Wytwycky εκτίμησε ότι έως και το ένα τέταρτο όλων των δολοφονιών Σοβιετικών πολιτών που διαπράχθηκαν από τους Ναζί και τους συμμάχους τους είχαν ρατσιστικά κίνητρα. Αυτό το ποσοστό ισοδυναμεί με 5 εκατομμύρια Ρώσους πολίτες, 3 εκατομμύρια Ουκρανούς και 1,5 εκατομμύριο Λευκορώσους.[7] Ο Εβραϊκός πληθυσμός της Λευκορωσίας εξολοθρεύτηκε σχεδόν ολοκληρωτικά.

Κάποιοι Σλαβικοί πληθυσμοί ωστόσο δεν έγιναν στόχος των Ναζί, επειδή συνεργάστηκαν μαζί τους. Σλάβοι της Κροατίας, της Σλοβακίας και της Ουκρανικής Γαλικίας ήταν σύμμαχοι των Ναζί και συμμετείχαν ως συνεργάτες στο Ολοκαύτωμα.

Τσιγγάνοι (Ρομά και Σίντι)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πληθυσμιακή αυτή ομάδα (Ρομά, Σίντι και Μανούς) πλήρωσε το μεγαλύτερο φόρο αίματος από κάθε άλλη, αν οι δολοφονίες μελών της συγκριθούν με το συνολικό πληθυσμό της. Η εκστρατεία του Χίτλερ για τη γενοκτονία των Ρομά πληθυσμών της Ευρώπης περιελάμβανε μια ιδιαίτερα παράδοξη εφαρμογή της ναζιστικής «φυλετικής υγιεινής». Μολονότι —παρά τα ρατσιστικά μέτρα—- κάποιες ομάδες Ρομά, συμπεριλαμβανομένων κάποιων Σίντι και Λαλερί της Γερμανίας, γλίτωσαν τις διώξεις και το θάνατο, οι υπόλοιπες ομάδες Ρομά είχαν την ίδια μεταχείριση με τους Εβραίους. Το 25-50% του πληθυσμού των Τσιγγάνων δολοφονήθηκε, δηλαδή πάνω από 220.000 άνθρωποι.[8] Στην Ανατολική Ευρώπη, οι Τσιγγάνοι εκτοπίζονταν στα Εβραϊκά γκέτο, εκτελούνταν από τα Einsatzgruppen στα χωριά τους, και στέλνονταν στους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς και της Τρεμπλίνκα.

Άτομα με ειδικές ανάγκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκατοντάδες χιλιάδες ψυχικά ασθενείς και ανάπηροι άνθρωποι επίσης εξοντώθηκαν. Ακολουθώντας μια πολιτική ευγονικής, βασισμένη στον ψευδοεπιστημονικό ρατσισμό, οι Ναζί πίστευαν ότι οι ανάπηροι ήταν βάρος στην κοινωνία επειδή η φροντίδα τους κόστιζε στο κράτος σε υλικούς και ανθρώπινους πόρους, αλλά κυρίως επειδή η ύπαρξη ατόμων με ψυχικές και βιολογικές αναπηρίες θεωρούνταν προσβολή στο Ναζιστικό ιδεώδες μιας κοινωνίας αποτελούμενης από τέλειους Άρειους υπεράνθρωπους. Γύρω στα 400.000 άτομα στειρώθηκαν υποχρεωτικά παρά τη θέλησή τους, επειδή έπασχαν από ψυχικές ασθένειες ή αναπηρίες που πιστεύονταν ότι ήταν κληρονομικές. Τα άτομα με ειδικές ανάγκες ήταν ανάμεσα στους πρώτους που δολοφονήθηκαν, και το Μουσείο του Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ αναφέρει ότι το Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4, που ξεκίνησε το 1939, έγινε το "πρότυπο" για μελλοντικές μαζικές δολοφονίες από το Ναζιστικό καθεστώς.[9] Το Πρόγραμμα Τ-4 δημιουργήθηκε για να διατηρήσει την "καθαρότητα" της λεγόμενης Άρειας φυλής με τη συστηματική δολοφονία παιδιών και ενηλίκων που είχαν γεννηθεί με παραμορφώσεις ή υπέφεραν από ψυχικές ασθένειες. Υπολογίζεται ότι συνολικά 200.000 άνθρωποι θανατώθηκαν ως αποτέλεσμα αυτού του προγράμματος.

Κομμουνιστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ στις 27 Φεβρουαρίου 1933, μια σκηνοθετημένη επίθεση για την οποία κατηγορήθηκαν οι κομμουνιστές, ο Χίτλερ κήρυξε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και υποχρέωσε τον Χίντενμπουργκ να υπογράψει το Διάταγμα για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, που ανέστειλε, για όλο το υπόλοιπο της ύπαρξης του Τρίτου Ράιχ, το Σύνταγμα της Βαϊμάρης. Το ίδιο βράδυ του εμπρησμού συνελήφθησαν πάνω από 10.000 κομμουνιστές και σοσιαλδημοκράτες. Επίσης, στις 9 Μαρτίου του 1933, τρεις Βούλγαροι, ο Γκεόργκι Ντιμιτρόφ, ο Βασίλ Τάνεφ και ο Μπλαγκόι Ποπώφ, μέλη της Κομιντέρν, συνελήφθησαν και κατηγορήθηκαν άδικα ως συνένοχοι για τον εμπρησμό.

Ως αποτέλεσμα αυτών των γεγονότων, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD) έγινε το πρώτο κόμμα που τέθηκε εκτός νόμου, στις 1 Μαρτίου 1933, με τη δικαιολογία ότι προετοίμαζε πραξικόπημα. Αυτό επέτρεψε στο Ναζιστικό Κόμμα να περάσει τον Εξουσιοδοτικό νόμο, που επέτρεπε στον Καγκελάριο Χίτλερ και το υπουργικό του συμβούλιο να νομοθετούν χωρίς έγκριση του Ράιχσταγκ. Αυτοί οι δυο νόμοι σηματοδοτούν την εφαρμογή του Gleichschaltung ("συγχρονισμός"), την απαρχή δηλαδή του ολοκληρωτικού καθεστώτος των Ναζί.

Στις 2 Μαΐου 1933, την επομένη της εργατικής γιορτής της Πρωτομαγιάς, η συνομοσπονδία σωματείων ADGB (Allgemeiner Deutscher Gewerkschaftsbund) διαλύθηκε δια της βίας, καθώς μονάδες της SA και της NSBO (Nationalsozialistische Betriebszellenorganisation) κατέλαβαν τα γραφεία της και οι ηγέτες της συνομοσπονδίας οδηγήθηκαν στη φυλακή. Άλλες σημαντικές συνομοσπονδίες εξαναγκάστηκαν να συγχωνευθούν με το Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας (Deutsche Arbeitsfront (DAF)) τους επόμενους μήνες.

Γύρω στους 100.000 κομμουνιστές δολοφονήθηκαν, όντας από τους πρώτους, μαζί με τα άτομα με ειδικές ανάγκες, που στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πριν, είχαν γίνει προσπάθειες να τους στειρώσουν με τη χρήση ακτίνων Χ. Οι Γερμανοί κομμουνιστές προκαλούσαν ανησυχία στον Χίτλερ λόγω των δεσμών τους με τη Σοβιετική Ένωση και την Εβραϊκή κοινότητα, καθώς και ως απειλή προς το γερμανικό φασισμό. Ο Χίτλερ πιθανόν να πήρε υπόψη του και το γεγονός ότι ο ίδιος ο Μαρξ ήταν Εβραίος.

Μασόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο βιβλίο Ο Αγών μου, ο Χίτλερ γράφει ότι η Μασονία έχει «υποταχθεί» στους Εβραίους και έχει γίνει ένα «τέλειο εργαλείο» για να προωθούν τους σκοπούς τους και να εμπλέκουν τα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας στα υποτιθέμενα σχέδιά τους. Συνεχίζει λέγοντας ότι «η ειρηνιστική γενική παράλυση του εθνικού ενστίκτου της αυτοσυντήρησης που άρχισε από τους Μασόνους» μεταδίδεται κατόπιν στις κοινωνικές μάζες από τον ημερήσιο τύπο.[10]

Στα 1933, ο Χέρμαν Γκέρινγκ, πρόεδρος του Ράιχσταγκ και κεντρικό πρόσωπο στη διαδικασία του Gleichschaltung («συγχρονισμός»), δήλωνε ότι "στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, δεν υπάρχει θέση για τη Μασονία".[11]

Ο «Εξουσιοδοτικός νόμος» (στα γερμανικά Ermächtigungsgesetz) ψηφίστηκε από το γερμανικό Κοινοβούλιο στις 23 Μαρτίου 1933. Χρησιμοποιώντας τον, στις 8 Ιανουαρίου 1934 ο υπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης των Ναζί διέταξε τη διάλυση των Μασονικών οργανώσεων και τη δήμευση της περιουσίας όλων των Στοών, δηλώνοντας πως όσοι ήταν μέλη μασονικής Στοάς όταν ο Χίτλερ πήρε την εξουσία, το Γενάρη του 1933, δεν επιτρεπόταν να παίρνουν αξιώματα μέσα στο Ναζιστικό κόμμα ή τα παραστρατιωτικά παρακλάδια του, και απαγορευόταν να διορίζονται ως δημόσιοι υπάλληλοι.[12] Καθώς η Μασονία θεωρούνταν ιδεολογικός αντίπαλος του Ναζισμού όσον αφορά την κοσμοθεωρία της (Weltauffassung), ιδρύθηκαν ειδικά τμήματα της Υπηρεσίας Ασφάλειας (SD) και αργότερα η Κεντρική Υπηρεσία Ασφαλείας του Ράιχ, προκειμένου να ασχοληθούν ειδικά με τους Μασόνους.[13] Οι Μασόνοι κρατούμενοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κατατάσσονταν στους πολιτικούς κρατούμενους και φορούσαν ένα ανεστραμμένο (με την κορυφή προς τα κάτω) κόκκινο τρίγωνο.[14]

Στις 8 Αυγούστου 1935, ως Φύρερ και Καγκελάριος της Γερμανίας, ο Χίτλερ ανακοίνωσε στην επίσημη εφημερίδα του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος "Λαϊκός Παρατηρητής" (Völkischer Beobachter) την οριστική διάλυση όλων των Μασονικών Στοών της Γερμανίας. Το άρθρο κατήγγειλε μια συνωμοσία της Αδελφότητας και του «Παγκόσμιου Εβραϊσμού» για τη δημιουργία μιας Νέας Τάξης Πραγμάτων.[15]

Εφόσον πολλοί Μασόνοι που συνελήφθησαν ήταν ταυτόχρονα και Εβραίοι και/ή μέλη της αντιπολίτευσης, δεν είναι γνωστό πόσα άτομα οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και/ή έγιναν στόχος, επειδή ήταν Μασόνοι.[16] Σύμφωνα με μια συντηρητική εκτίμηση, συνολικά πάνω από 80.000 Μασόνοι από όλη την Ευρώπη έχασαν τη ζωή τους.[17]

Ομοφυλόφιλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ομοφυλόφιλοι αποτέλεσαν επίσης στόχο για το Ολοκαύτωμα, καθώς η ομοφυλοφιλία θεωρούνταν ασύμβατη με το Ναζισμό, λόγω της αδυναμίας των ομοφυλόφιλων να αναπαραγάγουν την κυρίαρχη φυλή. Αυτή η άποψη συνδυαζόταν με την ομοφοβία και την πεποίθηση που έτρεφαν οι Ναζί ότι η ομοφυλοφιλία μπορεί να είναι μεταδοτική.

Αρχικά η ομοφυλοφιλία έτυχε ανοχής σε μεμονωμένες περιπτώσεις, και η πρώιμη ηγεσία των Ναζί συμπεριελάμβανε έναν αριθμό γνωστών ομοφυλόφιλων. Μέχρι το 1936, ωστόσο, οι ομοφυλόφιλοι είχαν αποβληθεί από το κόμμα και ο Χάινριχ Χίμλερ ηγήθηκε μιας προσπάθειας να διωχθούν οι ομοφυλόφιλοι σύμφωνα με τους τότε υπάρχοντες αλλά και νέους αντί-ομοφυλοφιλικούς νόμους.

Πάνω από ένα εκατομμύριο ομοφυλόφιλοι Γερμανοί έγιναν στόχος, από τους οποίους 100.000 συνελήφθησαν και 50.000 φυλακίστηκαν ως καταδικασμένοι ομοφυλόφιλοι. Ένας επιπλέον άγνωστος αριθμός εγκλείστηκε σε κρατικά ψυχιατρεία. Εκατοντάδες Ευρωπαίοι ομοφυλόφιλοι που ζούσαν σε κατεχόμενες χώρες ευνουχίστηκαν βάσει δικαστικής απόφασης. Οι θάνατοι τουλάχιστον 15.000 περίπου ομοφυλόφιλων αντρών σε στρατόπεδα συγκέντρωσης έχουν καταγραφεί επίσημα, αλλά είναι δύσκολο να καθοριστεί ακριβώς πόσοι ομοφυλόφιλοι πέθαναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κάποιοι ομοφυλόφιλοι χρησιμοποιήθηκαν επίσης σε ιατρικά πειράματα. Σύμφωνα με τον Χάιντς Χέγκερ (Heinz Heger), στα στρατόπεδα συγκέντρωσης οι ομοφυλόφιλοι «είχαν μεγαλύτερο ποσοστό θνησιμότητας σε σχέση με άλλες σχετικά μικρές ομάδες θυμάτων, όπως οι Μάρτυρες του Ιεχωβά και οι πολιτικοί κρατούμενοι».[18] Οι ομοφυλόφιλες γυναίκες δεν είχαν συνήθως την ίδια μεταχείριση με τους ομοφυλόφιλους άντρες. Χαρακτηρίζονταν μεν ως «αντικοινωνικές», αλλά σπάνια στέλνονταν στα στρατόπεδα λόγω της ομοφυλοφιλικής τους ιδιαιτερότητας.

Μάρτυρες του Ιεχωβά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ήταν η μόνη θρησκευτική ομάδα η οποία, αν και τα μέλη της ήταν κατεξοχήν γερμανικής καταγωγής, έγινε στόχος του Ναζιστικού καθεστώτος. Υπολογίζεται ότι, από τους συνολικά 25.000 Μάρτυρες του Ιεχωβά στη Γερμανία και σε χώρες που βρίσκονταν υπό την κατοχή των Ναζί, περίπου 4.200-10.000 κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και γύρω στους 1.500-5.000 έχασαν τη ζωή τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.[19] Πιο συγκεκριμένα, αρνούνταν να αναμειχθούν σε πολιτικά ζητήματα, να εγγραφούν στο ναζιστικό κόμμα, να αποδώσουν χαιρετισμό λέγοντας «Χάιλ Χίτλερ» (που σημαίνει «Υγεία στον Χίτλερ» ή «Ζήτω ο Χίτλερ») και να υπηρετήσουν στο γερμανικό στρατό.

Άλλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κληρικοί και διανοούμενοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικά μέλη του Καθολικού κλήρου δολοφονήθηκαν από τους Ναζί, πολλά από τα οποία είτε είχαν Εβραϊκή καταγωγή, όπως η Ήντιθ Στάιν (Edith Stein), ή δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια της Ναζιστικής εκστρατείας κατά της Πολωνικής διανόησης. Στις χώρες όπου καθολικοί ιερωμένοι είχαν ανοιχτά καταγγείλει τις πρακτικές των Ναζί, όπως στην Ολλανδία και την Πολωνία όπου επίσκοποι και ιερείς είχαν διαμαρτυρηθεί για τις απελάσεις των Εβραίων, τα μέλη του κλήρου είτε απειλήθηκαν με απέλαση και φυλακίστηκαν (όπως στην περίπτωση του Γερμανού επίσκοπου Κλέμενς φον Γκάλεν (Clemens von Galen) ή απελάθηκαν κατευθείαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως στην περίπτωση του Ολλανδού Καρμελίτη ιερέα Τίτους Μπράντσμα (Titus Brandsma) και του Πολωνού Μαξιμίλιαν Κόλμπε (Maximillian Kolbe). Τα μέλη του Προτεσταντικού κλήρου, όπως εκείνα που ίδρυσαν την αντιναζιστική Εκκλησία της Ομολογίας, διώχθηκαν επίσης.

Εντούτοις, ως σύνολο, οι Εκκλησίες, τόσο στη Γερμανία όσο και στην Ιταλία, δεν αντιτάχθηκαν στο Ναζιστικό καθεστώς. Προτεστάντες και Καθολικοί δέχτηκαν ανεμπόδιστα το Γ' Ράιχ.[20] Μάλιστα μετά το 1929, οπότε ήρθε σε ύπαρξη το κράτος του Βατικανού με την σύμπραξη του Φασίστα Μουσολίνι, το 1933, έξι μήνες μετά τη άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ο ηγέτης του Ναζιστικού καθεστώτος μέσω του αντικαγκελάριου Φον Πάπεν σύναψε Κονκορδάτο με το Κράτος του Βατικανού (το οποίο είχε τότε ως κεφαλή τον Πάπα Πίο ΙΑ'), προφανώς στα πλαίσια του κοινού αγώνα κατά του φιλελευθερισμού και του μπολσεβικισμού.[21]

Έγχρωμοι και Ασιάτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι έγχρωμοι και Ασιάτες κάτοικοι της Γερμανίας, και οι έγχρωμοι αιχμάλωτοι πολέμου, ήταν επίσης θύματα, και συχνά κρατούνταν ξεχωριστά από τους υπόλοιπους κρατούμενους.[22] Η Ιαπωνία, που στις 27 Σεπτεμβρίου 1940 είχε υπογράψει την Τριμερές Σύμφωνο με τη Γερμανία και την Ιταλία, θεωρούνταν μέλος του Άξονα, και κανείς Γιαπωνέζος δεν φυλακίστηκε ή δολοφονήθηκε από πρόθεση.

Σέρβοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια άλλη ομάδα θυμάτων του Ολοκαυτώματος ήταν οι Σέρβοι στο Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας. Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των Σέρβων που δολοφονήθηκαν είναι αντικείμενο πρόσφατης αντιπαράθεσης. Το κέντρο Σίμον Βίζενταλ, γερμανικές πηγές του Β΄ Π.Π., ιστορικοί της εποχής του Τίτο από τη Σερβία και οι περισσότερες Σερβικές πηγές αναφέρουν αριθμούς άνω του 1.000.000, αλλά μερικές κροατικές πηγές εκτιμούν τον αριθμό γύρω στις 330-390.000, με τις 45-52.000 από τα θύματα να έχουν δολοφονηθεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Γιασένοβατς. Η γενοκτονία των Σέρβων από τους Ουστάσι ήταν ίσως η μοναδική περίπτωση όπου οι Γερμανοί (καθώς και οι Ιταλοί), συμπεριλαμβανομένων στρατιωτών των SS, παρενέβησαν για να προστατέψουν τα θύματα από τις ενέργειες των συνεργατών τους - υπερενθουσιώδεις Κροάτες Ουστάσι, που άρχισαν μαζικές δολοφονίες σε ρυθμούς ανήκουστους για την εποχή (από την εγκατάσταση ήδη του καθεστώτος-μαριονέτα), αναγκάζοντας τους αηδιασμένους Γερμανούς να περιορίσουν τη δράση του κατοχικού καθεστώτος. Ο βασικός νους πίσω από το Κροατικό Ολοκαύτωμα των Σέρβων ήταν ο Μίλε Μπούντακ (Mile Budak).

Η γενοκτονία των Σέρβων είχε θρησκευτικό υπόβαθρο. Παρά το γεγονός ότι τόσο οι Κροάτες όσο και οι Σέρβοι είναι Σλάβοι, και μιλούν σχεδόν την ίδια γλώσσα, οι Σέρβοι είναι Ορθόδοξοι χριστιανοί και οι Κροάτες Καθολικοί. Η ανάμειξη του Καθολικού κλήρου ήταν σημαντική, αφού η αναγκαστική μεταστροφή στον Καθολικισμό ήταν μερικές φορές η μόνη εναλλακτική εκτός από το θάνατο, και μέλη από οργανώσεις όπως οι Καθολικοί Σταυροφόροι ήταν από τους πιο ενθουσιώδεις και γνωστούς δράστες της γενοκτονίας. Ο διοικητής του στρατοπέδου Γιασένοβατς, ο Μίροσλαβ Φιλιππόβιτς (Miroslav Filipović) ήταν Καθολικός κοσμοκαλόγερος. Οι φόνοι γίνονταν τόσο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όσο και καταστρέφοντας χωριά, καίγοντας Ορθόδοξες εκκλησίες όπου είχαν στοιβαχτεί με τη βία Σέρβοι κλπ.

Απολογισμός των θυμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Στρατηγός (και αργότερα πρόεδρος των ΗΠΑ) Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, εξετάζοντας πτώματα κρατούμενων σ' ένα απελευθερωμένο στρατόπεδο συγκέντρωσης, το 1945

Ο ακριβής αριθμός των ανθρώπων που δολοφονήθηκαν από το ναζιστικό καθεστώς μπορεί να μη γίνει ποτέ γνωστός, αλλά μελετητές του θέματος, χρησιμοποιώντας διάφορες μεθόδους για να υπολογίσουν το φόρο θανάτου, έχουν σε γενικές γραμμές συμφωνήσει σε μια χοντρική εκτίμηση του αριθμού των θυμάτων. Πρόσφατα αποχαρακτηρισμένα Βρετανικά και Σοβιετικά έγγραφα έχουν δείξει ότι το σύνολο των θυμάτων μπορεί να είναι κάπως υψηλότερο απ' ότι πιστευόταν.[23] Πάντως, οι εκτιμήσεις που ακολουθούν θεωρούνται εξαιρετικά αξιόπιστες:

  • 5,1-6 εκατομμύρια Εβραίοι, συμπεριλαμβανομένων 3,0-3,5 εκατομμυρίων Πολωνών Εβραίων [24]
  • 1,8-1,9 εκατομμύρια μη-Εβραίοι Πολωνοί (αριθμός που περιλαμβάνει όλους εκείνους που δολοφονήθηκαν σε εκτελέσεις ή εκείνους που πέθαναν σε φυλακές, εξαναγκασμένη εργασία και στρατόπεδα συγκέντρωσης, καθώς και πολίτες που βρήκαν το θάνατο κατά τη γερμανική εισβολή του 1939 και την Εξέγερση της Βαρσοβίας του 1944 [25][26]
  • 250.000 Τσιγγάνοι (Ρομά και Σίντι)
  • 200.000 άτομα με ειδικές ανάγκες
  • 100.000 Κομμουνιστές
  • 80.000 Μασόνοι
  • 15.000 ομοφυλόφιλοι
  • 2.500-5.000 Μάρτυρες του Ιεχωβά
  • 330.000-1,2 εκατομμύρια Σέρβοι, που δολοφονήθηκαν από Κροάτες Ναζί

Υπολογίζεται ότι πάνω από ένα εκατομμύριο παιδιά περιλαμβάνονται στα άτομα που θανατώθηκαν κατά τη διάρκεια της Ναζιστικής κυριαρχίας στη Γερμανία και στην κατεχόμενη Ευρώπη.[27]

Ο Ραούλ Χίλμπεργκ, στην τρίτη έκδοση του πρωτοποριακού του έργου Η καταστροφή των Εβραίων της Ευρώπης, εκτιμά πως 5,1 εκατομμύρια Εβραίοι πέθαναν στο Ολοκαύτωμα. Αυτός ο αριθμός συμπεριλαμβάνει "πάνω από 80,000" που πέθαναν λόγω του "εγκλεισμού στα γκέτο και τις στερήσεις", 1.400.000 που δολοφονήθηκαν σε "εκτελέσεις στο ύπαιθρο" και έως 2.900.000 που πέθαναν στα στρατόπεδα. Ο Χίλμπεργκ εκτιμά τα θύματα στην Πολωνία "μέχρι 3.000.000".[28] Οι αριθμοί που δίνει ο Χίλμπεργκ θεωρούνται γενικά ως συντηρητικές εκτιμήσεις, καθώς συμπεριλαμβάνουν μόνο τους θανάτους εκείνους για τους οποίους υπάρχουν καταγραφές σε αρχεία, αποφεύγοντας να κάνει στατιστική διόρθωση.[29] Ο Βρετανός ιστορικός Μάρτιν Γκίλμπερτ χρησιμοποίησε μια παρόμοια μέθοδο στον "Άτλαντα του Ολοκαυτώματος", αλλά κατέληξε στον αριθμό των 5,75 εκατομμυρίων Εβραίων, καθώς εκτίμησε υψηλότερους αριθμούς Εβραίων δολοφονημένων στη Ρωσία και άλλες περιοχές.[30]

Χάρτης του Δεκέμβρη του 1941 με τον τίτλο "Εκτελέσεις Εβραίων από το Einsatzgruppe A από την Αναφορά Jäger ενός διοικητή τάγματος θανάτου. Διαβαθμισμένος ως «Απόρρητο ζήτημα του Ράιχ», ο χάρτης δείχνει τον αριθμό των Εβραίων που εκτελέστηκαν στις Βαλτικές χώρες, και στο κάτω μέρος γράφει: "ο εκτιμώμενος αριθμός των Εβραίων που ακόμα απομένουν είναι 128.000". Η Εσθονία είναι σημειωμένη ως judenfrei («απαλλαγμένη από Εβραίους»).

Η Λούσυ Νταβίντοβιτς χρησιμοποίησε προπολεμικές στατιστικές απογραφών για να εκτιμήσει ότι πέθαναν 5,934 εκατομμύρια Εβραίων. Η χρήση των επίσημων απογραφών μπορεί να οδηγήσει σε μετριοπαθείς εκτιμήσεις, καθώς πολλοί θάνατοι και γεννήσεις δεν καταγράφονταν στις μικρές πόλεις και στα χωριά. Ένας άλλος λόγος που κάποιοι θεωρούν τον αριθμό χαμηλό είναι ότι πολλά αρχεία καταστράφηκαν κατά τον πόλεμο.[31]

Ένας από τους πιο έγκυρους Γερμανούς μελετητές του Ολοκαυτώματος, ο καθηγητής Βόλφγκανγκ Μπεντς του Πολυτεχνείου του Βερολίνου, αναφέρει ότι μεταξύ 5,3 και 6,2 εκατομμύρια Εβραίοι δολοφονήθηκαν, στο έργο του Dimension des Volksmords (1991), ενώ οι Γισρέλ Γκουτμάν και Ρόμπερτ Ρόζετ εκτιμούν τους δολοφονημένους Εβραίους μεταξύ 5,59 και 5,86 εκατομμυρίων, στην "Εγκυκλοπαίδεια του Ολοκαυτώματος" (1990).[32]

Οι παρακάτω πληθυσμιακές ομάδες έγιναν επίσης στόχος από το Ναζιστικό καθεστώς, αλλά οι αποδείξεις για το ότι οι Ναζί τους δολοφονούσαν συστηματικά με σκοπό τη γενοκτονία είναι λίγες, σε σχέση με αυτές για τις πιο πάνω πληθυσμιακές ομάδες.

  • 3,5-6 εκατομμύρια Σλάβοι πολίτες
  • 2,5-4 εκατομμύρια Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου
  • 1-1,5 εκατομμύρια πολιτικά διαφωνούντες

Επιπλέον, οι σύμμαχοι των Ναζί, το καθεστώς των Ουστάσι στην Κροατία διεξήγαγε τις δικές του επιχειρήσεις μαζικής εξόντωσης εναντίον των Σέρβων, με αποτέλεσμα το θάνατο τουλάχιστον 330.000-390.000 Σέρβων.

Μια περίλήψη των εκτιμήσεων διάφορων πηγών για τον αριθμό των θυμάτων του Ναζιστικού καθεστώτος δίνεται στον διαδικτυακό άτλαντα της ιστορίας του 20ού αιώνα του Μάθιου Γουάιτ.

Αναζήτηση για τις τύχες των θυμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου, εκατομμύρια μέλη οικογενειών που διαλύθηκαν από το Ολοκαύτωμα έψαχναν για κάποια στοιχεία σχετικά με το τι απόγιναν ή/και το που βρίσκονταν οι αγνοούμενοι φίλοι και συγγενείς τους. Αυτές οι προσπάθειες άρχισαν να εξασθενούν καθώς τα χρόνια περνούσαν. Τελευταία, όμως, παρατηρήθηκε ανανέωση του ενδιαφέροντος, από απόγονους των επιζησάντων του Ολοκαυτώματος για την αναζήτηση της μοίρας των χαμένων συγγενών τους. Το Γιάντ Βασχέμ είναι μια βάση δεδομένων όπου μπορεί να γίνει αναζήτηση ανάμεσα σε τρία εκατομμύρια ονόματα, περίπου δηλαδή των μισών από τους Εβραίους που υπήρξαν θύματα. Η Κεντρική Βάση Δεδομένων Ονομάτων των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος βρίσκεται στην διεύθυνση yadvashem.org, ενώ μπορεί κανείς να ερευνήσει και επί τόπου στο συγκρότημα Γιαντ Βασχέμ στο Ισραήλ.

Άλλες βάσεις δεδομένων και κατάλογοι ονομάτων των θυμάτων βρίσκονται στο άρθρο Ολοκαύτωμα (πηγές).

Η Διάπραξη του Ολοκαυτώματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στρατόπεδα Συγκέντρωσης και Καταναγκαστικής Εργασίας (1933-1945)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Σκλάβοι» που υποβάλλονταν σε καταναγκαστική εργασία στο Μπούχενβαλντ

Ξεκινώντας στα 1933, οι Ναζί δημιούργησαν στρατόπεδα συγκέντρωσης μέσα στη Γερμανία, πολλά από τα οποία ιδρύθηκαν από τις τοπικές αρχές, για την κράτηση πολιτικών κρατουμένων και "ανεπιθύμητων". Αυτά τα πρώιμα στρατόπεδα συγκέντρωσης υπάχθηκαν τελικά σε μια κεντρική διοίκηση και, μέχρι το 1939, είχαν δημιουργηθεί έξι μεγάλα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μετά το 1939 και το ξέσπασμα του πολέμου, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μετατράπηκαν σε μέρη όπου οι εχθροί των Ναζί, μεταξύ άλλων Εβραίοι και αιχμάλωτοι πολέμου, είτε δολοφονούνταν είτε αναγκάζονταν να εργαστούν σαν σκλάβοι, και κρατούνταν σε καθεστώς υποσιτισμού και βασανισμών.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους Εβραίους και τους άλλους "ανεπιθύμητους" εξαπλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη, καθώς ιδρύθηκαν νέα στρατόπεδα "ανεπιθύμητων" πληθυσμών κοντά στα αστικά κέντρα, συχνά σε μέρη όπου υπήρχαν μεγάλοι Εβραϊκοί, Πολωνικοί, κομμουνιστικοί ή Ρομά πληθυσμοί. Τα περισσότερα βρίσκονταν στην περιοχή της Κεντρικής Κυβέρνησης της Πολωνίας, αλλά υπήρχαν στρατόπεδα σε όλες τις χώρες που κατέκτησαν οι Ναζί. Η μεταφορά των κρατουμένων συχνά γινόταν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες, με φορτηγά τραίνα μέσα στα οποία πολλοί πέθαιναν πριν φτάσουν στον προορισμό τους. Στρατόπεδα συγκέντρωσης υπήρχαν και στην ίδια τη Γερμανία, και αν και δεν ήταν σχεδιασμένα ως στρατόπεδα συστηματικής εξόντωσης, πολλοί κρατούμενοι πέθαναν λόγω των άθλιων συνθηκών ή εκτελέστηκαν.

Τα Πογκρόμ (1938-1941)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλοί μελετητές θεωρούν ως απαρχή του Ολοκαυτώματος τις αντιεβραϊκές ταραχές της «Νύχτας των Κρυστάλλων» ("Kristallnacht") στις 9 Νοεμβρίου 1938, όταν οι Εβραίοι και οι ιδιοκτησίες τους έγιναν στόχος επιθέσεων σε ολόκληρη τη Γερμανία. Περίπου 100 Εβραίοι δολοφονήθηκαν κι άλλες 30.000 στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ 7.000 καταστήματα που ανήκαν σε Εβραίους και 1.574 Συναγωγές (σχεδόν το σύνολο των Συναγωγών στη Γερμανία) καταστράφηκαν μερικά ή ολοσχερώς. Παρόμοια γεγονότα έγιναν ταυτόχρονα και στη Βιέννη.

Έγιναν επίσης και κάποια πογκρόμ από τοπικούς, μη-γερμανικούς πληθυσμούς κατά τη διάρκεια του πολέμου, κάποια με την ενθάρρυνση των Γερμανών και κάποια αυθόρμητα. Τέτοια ήταν το πογκρόμ του Ιασίου στη Ρουμανία, στις 30 Ιουνίου 1941, όταν ίσαμε 14.000 Εβραίοι δολοφονήθηκαν από ντόπιους κάτοικους και την αστυνομία, και το πογκρόμ του Τζεντβάμπνε, όπου μεταξύ 380 και 1.600 εβραίοι δολοφονήθηκαν από του Πολωνούς γείτονές τους.

Ευθανασία (1939-1941)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το "Πρόγραμμα Ευθανασίας Τ-4" ξεκίνησε με σκοπό να «διατηρήσει τη γενετική καθαρότητα» του Γερμανικού πληθυσμού, μέσω της συστηματικής δολοφονίας Γερμανών πολιτών που ήταν παραμορφωμένοι, άτομα με ειδικές ανάγκες, ανάπηροι, ή έπασχαν από ψυχικά νοσήματα. Από το 1939 ως το 1941, πάνω από 200.000 άνθρωποι δολοφονήθηκαν στα πλαίσια του προγράμματος.

Τα Γκέτο (1940-1945)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έπειτα από την εισβολή στην Πολωνία, οι ναζί δημιούργησαν γκέτο όπου φυλακίζονταν οι Ιουδαίοι (και μερικοί Ρομ (Τσιγγάνοι)), μέχρι τελικά να μεταφερθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και να δολοφονηθούν. Το Γκέτο της Βαρσοβίας ήταν το μεγαλύτερο, με 380.000 κρατούμενους, και το Γκέτο του Łódź, το δεύτερο μεγαλύτερο, με 160.000 περίπου κρατούμενους. Παρόλα αυτά, γκέτο ιδρύθηκαν σε πολλές πόλεις.[33] Τα γκέτο ιδρύθηκαν την περίοδο 1940-1941 και αμέσως μετατράπηκαν σε εξαιρετικά συνωστισμένες φυλακές. Παρόλο που το Γκέτο της Βαρσοβίας φιλοξενούσε το 30% του πληθυσμού της Βαρσοβίας, καταλάμβανε μόλις το 2.4% της έκτασης της πόλης, με μέσο όρο 9.2 ανθρώπους ανά δωμάτιο. Από το 1940 έως το 1942, οι αρρώστιες (κυρίως τύφος) και η πείνα σκότωσαν εκατοντάδες χιλιάδες Ιουδαίους κρατούμενους στα γκέτο.

Στις 19 Ιουλίου 1942, ο Χάινριχ Χίμλερ διέταξε να αρχίσει η μεταφορά των Εβραίων από τα γκέτο στα στρατόπεδα θανάτου. Στις 22 Ιουλίου 1942 ξεκίνησε η μεταφορά των κατοίκων του γκέτο της Βαρσοβίας. Μέσα στις επόμενες 52 ημέρες (μέχρι τις 12 Σεπτέμβρη του '42), περίπου 300.000 άνθρωποι από τη Βαρσοβία και μόνο είχαν μεταφερθεί με τραίνα στο Στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα. Πολλά ακόμα γκέτο εκκενώθηκαν τελείως. Υπήρξαν προσπάθειες ένοπλης αντίστασης στα γκέτο κατά τη διάρκεια του 1943, όπως η Εξέγερση του γκέτο της Βαρσοβίας και η Εξέγερση του γκέτο του Μπιάλιστοκ, όμως δεν μπόρεσαν να αναμετρηθούν με τον ανώτερο γερμανικό στρατό, και οι συμμετέχοντες Εβραίοι είτε εκτελέστηκαν είτε στάλθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης.

Τάγματα θανάτου (1941-1943)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Einsatzgruppen

Έως και 1,6 εκατομμύρια Εβραίοι δολοφονήθηκαν σε μαζικές εκτελέσεις από τους Ναζί και τους συνεργάτες τους, ειδικά το 1941 πριν την ίδρυση των στρατοπέδων εξόντωσης. Κατά την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, πάνω από 3.000 ειδικές μονάδες με αντικείμενο τις μαζικές δολοφονίες (Einsatzgruppen) ακολουθούσαν τη Βέρμαχτ, δολοφονώντας μαζικά Πολωνούς, κομμουνιστές και τους εβραϊκούς πληθυσμούς της Σοβιετικης Ένωσης.

Οι Πολωνοί έγιναν στόχος από νωρίς στην Επιχείρηση ΑΒ, κατά τη διάρκεια της οποίας 30.000 Πολωνοί διανοούμενοι και πολιτικοί συνελήφθησαν, από τους οποίους 7.000 δολοφονήθηκαν. Το καλοκαίρι του 1941, τα Τάγματα Θανάτου άρχισαν να σκοτώνουν Εβραίους, ξεκινώντας με τη δολοφονία 2.200 Εβραίων στο Μπιάλιστοκ στις 21 Ιουνίου 1941. Από το Σεπτέμβρη έως και τα τέλη του 1942, μια σειρά μαζικές δολοφονίες έλαβαν χώρα στην Πολωνία, τη Λιθουανία, την Ουκρανία και τη Λεττονία: πάνω από 33.000 Εβραίοι δολοφονήθηκαν στο Μπάμπι Γιαρ, 25.000 στη Ρούμπουλα, πάνω από 36.000 στη Σφαγή της Οδησσού από Ρουμανικές δυνάμεις, 9.000 στο Ένατο Οχυρό και 40.000 (μέχρι και 100.000 έως το 1944) στο Πανεριάι. Αυτές και παρόμοιες σφαγές σε ολόκληρη την Ευρώπη κόστιζαν τη ζωή σε περίπου 100.000 Εβραίους κάθε μήνα, για πέντε μήνες. Μέχρι το τέλος του 1943 άλλες 900.000 Εβραίων είχαν θανατωθεί με αυτό τον τρόπο, αλλά ακόμα κι αυτό δεν ήταν αρκετό για την ηγεσία των Ναζί, που στα τέλη του 1941 άρχισε την εφαρμογή της Τελικής Λύσης, της ολοκληρωτικής δηλαδή εξόντωσης των Εβραίων της Ευρώπης.

Στρατόπεδα εξόντωσης (1942-1945)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δεκέμβρη του 1941, οι Ναζί έθεσαν σε λειτουργία το στρατόπεδο του Κέλμνο, το πρώτο από αυτά που θα γίνονταν γνωστά ως στρατόπεδα εξόντωσης, των οποίων μοναδικός σκοπός ήταν οι δολοφονίες σε βιομηχανική κλίμακα, σε αντίθεση με τα στρατόπεδα εργασίας ή συγκέντρωσης. Πάνω από τρία εκατομμύρια Εβραίοι θα πέθαιναν σε αυτά τα στρατόπεδα εξόντωσης.

Οι δολοφονίες γίνονταν με δηλητηριώδες αέριο, συνήθως σε θαλάμους αερίων, αν και πολλοί κρατούμενοι δολοφονήθηκαν με μαζικές εκτελέσεις από πυροβόλα όπλα, απαγχονισμούς και άλλους, ιδιαίτερα βάρβαρους τρόπους. Τα πτώματα των δολοφονημένων καίγονταν σε κρεματόρια (εκτός από το Στρατόπεδο εξόντωσης Σομπιμπόρ, όπου καίγονταν σε υπαίθριες πυρές), και οι στάχτες θάβονταν ή σκορπίζονταν.

Το 1942, οι Ναζί ξεκίνησαν την πιο καταστροφική φάση του Ολοκαυτώματος με την Επιχείρηση Ράινχαρντ, ιδρύοντας τα στρατόπεδα εξόντωσης Μπέλζεκ, Σομπιμπόρ, Μαϊντάνεκ και Τρεμπλίνκα. Περισσότεροι από 1,7 εκατομμύρια Εβραίοι δολοφονήθηκαν στα τρία στρατόπεδα της Επιχείρησης Ράινχαρτ μέχρι τον Οκτώβριο του 1943. Το μεγαλύτερο στρατόπεδο θανάτου ήταν το Στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς, που περιελάμβανε ένα στρατόπεδο εργασίας (το Άουσβιτς) και ένα στρατόπεδο εξόντωσης (το Μπίρκεναου). Το Μπίρκεναου λειτουργούσε με τέσσερις θαλάμους αερίων και κρεματόρια. Σε αυτό το στρατόπεδο διαπράχθηκαν οι δολοφονίες περίπου ενός εκατομμυρίου Εβραίων (στους οποίους περιλαμβάνονταν 438.000 Εβραίοι από την Ουγγαρία, που θανατώθηκαν μέσα σε διάστημα λίγων μηνών), 75.000 Πολωνών και ομοφυλόφιλων, και περίπου 19.000 αθιγγάνων. Στο αποκορύφωμα της λειτουργίας του, στους θαλάμους αερίων του Μπίρκεναου έβρισκαν το θάνατο περίπου οκτώ χιλιάδες άνθρωποι την ημέρα.

Κατά την άφιξή τους στα στρατόπεδα αυτά, η διαλογή των κρατουμένων γινόταν σε δυο ομάδες: Η πρώτη ομάδα περιελάμβανε εκείνους που ήταν πολύ αδύναμοι ή άρρωστοι για να εργασθούν. Αυτοί οδηγούνταν κατευθείαν στους θαλάμους αερίων (συχνά καμουφλαρισμένους σαν ντους) και τα πτώματά τους καίγονταν. Στη δεύτερη ομάδα ανήκαν όσοι χρησιμοποιούνταν σαν σκλάβοι στο στρατόπεδο και στις βιομηχανίες ή στις επιχειρήσεις της περιοχής. Οι Ναζί ανάγκαζαν, επίσης, ορισμένους κρατούμενους να εργάζονται στη συλλογή και καταστροφή των πτωμάτων, και να τα ακρωτηριάζουν όποτε χρειαζόταν. Τα χρυσά δόντια αφαιρούνταν από τα πτώματα, όπως και τα γυαλιά όρασης αλλά και τα μαλλιά των γυναικών (που τους τα ξύριζαν πριν τις θανατώσουν) και χρησιμοποιούνταν για να κατασκευασθούν, μεταξύ άλλων, υφάσματα και κάλτσες.

Πορείες θανάτου και απελευθέρωση (1944-1945)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Πορείες θανάτου

Καθώς οι στρατιές των συμμάχων περικύκλωσαν τις γερμανικές δυνάμεις το 1944, οι Γερμανοί αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα στρατόπεδα εξόντωσης, κρύβοντας ή καταστρέφοντας τις αποδείξεις για τις θηριωδίες που διαπράχθηκαν εκεί. Ανάγκασαν τους κρατούμενους, που ήδη ήταν σε άθλια κατάσταση μετά από μήνες ή και χρόνια υποσιτισμού και κακομεταχείρισης, σε πορείες δεκάδων χιλιομέτρων μέσα στο χιόνι από τα στρατόπεδα σε σιδηροδρομικούς σταθμούς. Οι κρατούμενοι κατόπιν ταξίδευαν για μέρες χωρίς φαγητό σε ανοιχτά βαγόνια φορτηγών τρένων, και ξανά εξαναγκάζονταν σε πορεία μέχρι το καινούργιο στρατόπεδο. Αυτοί που καθυστερούσαν ή έπεφταν εκτελούνταν επί τόπου. Η μεγαλύτερη και πιο γνωστή πορεία θανάτου έγινε τον Ιανουάριο του 1945, καθώς ο Σοβιετικός στρατός προέλαυνε στην Πολωνία. Εννιά μέρες πριν οι Σοβιετικοί φτάσουν στο στρατόπεδο εξόντωσης του Άουσβιτς, οι Ναζί εξανάγκασαν 60.000 κρατούμενους σε πορεία εξήντα χιλιομέτρων μέχρι το Βόντισλαβ, όπου τους επιβίβασαν σε τρένα. Περίπου 15.000 άνθρωποι πέθαναν καθ' οδόν.

Το πρώτο μεγάλο στρατόπεδο ανακαλύφθηκε τον Ιούλιο του 1944 από τους Σοβιετικούς, οι οποίοι τελικά απελευθέρωσαν το Άουσβιτς το Γενάρη του 1945. Στα περισσότερα από τα στρατόπεδα που απελευθέρωσαν οι Σοβιετικοί οι κρατούμενοι είχαν ήδη μετακινηθεί με πορείες θανάτου, από τις οποίες γλύτωσαν μόνο μερικές χιλιάδες κρατούμενοι. Άλλα στρατόπεδα απελευθερώθηκαν από τους Αμερικανούς και Βρετανούς, όπως το στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν-Μπέλζεν στις 15 Απριλίου. Στο στρατόπεδο βρέθηκαν περίπου 60.000 κρατούμενοι, όμως 10.000 από αυτούς πέθαναν από ασθένειες ή υποσιτισμό τις πρώτες βδομάδες μετά την απελευθέρωση.

Αντίσταση και Σωτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντίσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγω της σχολαστικής οργάνωσης και της ανώτερης στρατιωτικής ισχύος του Ναζιστικού κράτους και των υποστηρικτών του, μονάχα λίγοι από τους Εβραίους και τα άλλα θύματα του Ολοκαυτώματος μπόρεσαν να αντισταθούν στις μαζικές δολοφονίες. Υπήρξαν, παρόλα αυτά, πολλές προσπάθειες αντίστασης με τη μια ή την άλλη μορφή.

Η μεγαλύτερη προσπάθεια οργανωμένης Εβραϊκής αντίστασης ήταν η εξέγερση του Γκέτο της Βαρσοβίας, το Μάιο-Απρίλιο του 1943, καθώς η τελική φάση των απελάσεων από το γκέτο προς τα στρατόπεδα εξόντωσης ήταν έτοιμη να ξεκινήσει. Η Εβραϊκή Οργάνωση Αγώνα (ΖΟΒ) και άλλες μικρότερες μπόρεσαν να αντισταθούν στους Ναζί για 27 μέρες, πριν οι εξεγερμένοι να σκοτωθούν μέχρις ενός. Υπήρξαν και άλλες εξεγέρσεις στα γκέτο, αν και καμιά δεν είχε επιτυχίες απέναντι στον ανώτερο γερμανικό στρατό.

Έγιναν επίσης σημαντικές προσπάθειες αντίστασης σε τρία από τα στρατόπεδα εξόντωσης. Τον Αύγουστο του 1943 σημειώθηκε εξέγερση στο στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα. Πολλά κτίρια κάηκαν ολοσχερώς και εβδομήντα κρατούμενοι απέδρασαν, όμως 1.500 σκοτώθηκαν. Η λειτουργία των θαλάμων αερίων διακόπηκε για ένα μήνα. Τον Οκτώβρη του 1943 έγινε άλλη μια εξέγερση στο στρατόπεδο εξόντωσης Σομπιμπόρ. Αυτή ήταν πιο επιτυχημένη: 11 φρουροί των SS σκοτώθηκαν, και περίπου 300 από τους 600 κρατούμενους του στρατοπέδου δραπέτευσαν. Η απόδραση ανάγκασε τους Ναζί να κλείσουν το στρατόπεδο. Στις 7 Οκτωβρίου 1944, οι Εβραίοι Ζοντερκομμάντο (που κρατούνταν έξω από το κυρίως στρατόπεδο και χρησιμοποιούνταν ως προσωπικό στους θαλάμους αερίων και τα κρεματόρια) του Άουσβιτς έκαναν εξέγερση. Γυναίκες κρατούμενοι τους είχαν προμηθεύσει με εκρηκτικά, κλεμμένα από ένα εργοστάσιο όπλων, με τα οποία καταστράφηκε εν μέρει το Κρεματόριο 4. Κατόπιν οι κρατούμενοι επιχείρησαν απόδραση, αλλά και οι 250 δολοφονήθηκαν.

Υπήρχαν και Εβραϊκές αντιστασιακές ομάδες σε αρκετές χώρες. Επίσης, Εβραίοι εθελοντές από την Παλαιστίνη, με πιο γνωστή την Χάννα Ζένες, έπεσαν με αλεξίπτωτο στην Ευρώπη, σε μια προσπάθεια να οργανωθεί αντίσταση.

Σωτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σουηδός διπλωμάτης Ραούλ Βάλλενμπεργκ και οι συνεργάτες του έσωσαν έως και 100.000 Εβραίους της Ουγγαρίας εκδίδοντάς τους διπλωματικά διαπιστευτήρια.

Δυο κράτη αντιστάθηκαν στην προσπάθεια απέλασης των εβραϊκών τους πληθυσμών. Ο βασιλιάς Κρίστιαν ο δέκατος της Δανίας και οι συνεργάτες του έσωσαν τις ζωές των περισσότερων από τους 7.500 Εβραίους της Δανίας, φυγαδεύοντάς τους στη Σουηδία με ψαροκάϊκα τον Οκτώβριο του 1943. Επιπλέον, η κυβέρνηση της Δανίας συνέχισε να προσπαθεί για την προστασία των λίγων Δανών Εβραίων που πιάστηκαν απ' τους Ναζί. Όταν οι Εβραίοι επέστρεψαν με το τέλος του πολέμου, βρήκαν τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους να τους περιμένουν, έτσι ακριβώς όπως τα είχαν αφήσει.

Στη δεύτερη περίπτωση, η συνεργαζόμενη με τους Ναζί κυβέρνηση της Βουλγαρίας, υπό την ηγεσία του Ντόμπρι Μποζίλοβ, αρνήθηκε να απελάσει τους 50.000 Εβραίους της χώρας σώζοντάς τους, αν και η Βουλγαρία απέλασε Εβραίους προς στρατόπεδα συγκέντρωσης από τις κατεχόμενες περιοχές της Μακεδονίας. Στη Ρώμη, περίπου 4.000 Ιταλοί Εβραίοι και αιχμάλωτοι πολέμου απέφυγαν την απέλαση. Πολλοί από αυτούς φυγαδεύτηκαν από την Ιταλία από μια αντιστασιακή ομάδα οργανωμένη από έναν Ιρλανδό ιερέα, τον Χιού Ο' Φλάερτυ της Αγίας Έδρας. Όντας κάποτε πρέσβης του Βατικανού στην Αίγυπτο, ο Ο' Φλάερτυ χρησιμοποίησε τις πολιτικές του διασυνδέσεις με σημαντικά αποτελέσματα όσον αφορά την εξεύρεση καταφυγίου για τους εκπατρισμένους Ιταλούς.

Στην Ελλάδα ο Ιταλός πρόξενος Γκουέλφο Ζαμπόνι κατάφερε να φυγαδεύσει αρκετούς Εβραίους από την Κοινότητα της Θεσσαλονίκης εφοδιάζοντάς τους με πλαστά πιστοποιητικά ιθαγενείας.

Άλλο παράδειγμα βοήθειας προς τους Εβραίους κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος ήταν ο Πορτογάλος διπλωμάτης Αριστίντες ντε Σούσα Μέντες. Παραβιάζοντας πλήρως την πορτογαλική κρατική ιεραρχία, ο Μέντες εξέδωσε βίζα για περίπου 30.000 Εβραίους και άλλες διωκόμενες μειονότητες της Ευρώπης. Έσωσε έναν τεράστιο αριθμό ανθρώπων, με αντίτιμο την πολιτική του καριέρα. Το 1941, ο δικτάτορας της πορτογαλίας Σαλαζάρ έχασε την εμπιστοσύνη του στον Μέντες και τον ανάγκασε να παραιτηθεί. Ο Μέντες πέθανε φτωχός το 1954.

Υπήρξαν πόλεις και εκκλησίες που βοήθησαν Εβραίους και άλλους να κρυφτούν, όπως η γαλλική πόλη Le Chambon-sur-Lignon, που έγινε στέγη πολλών χιλιάδων Εβραίων. Πολλές παρόμοιες πράξεις σωτηρίας από άτομα ή οικογένειες εγιναν σε όλη την Ευρώπη, όπως συνέβη και στη γνωστή περίπτωση της Άννας Φρανκ, συχνά με μεγάλο κίνδυνο για τους ίδιους. Σε κάποιες λίγες περιπτώσεις, μεμονωμένοι διπλωμάτες και άνθρωποι με επιρροή, όπως ο Όσκαρ Σίντλερ και ο Νίκολας Γουίντον, προστάτεψαν μεγάλους αριθμούς Εβραίων. Ο Σουηδός διπλωμάτης Ραούλ Βάλλενμπεργκ, ο ιταλός Τζιόρτζιο Πελάσκα, ο κινέζος διλωμάτης Χο Φενγκ Σαν και άλλοι έσωσαν δεκάδες χιλιάδες Εβραίους με πλαστές διπλωματικές ταυτότητες. Ο Τσιούνε Σουγκιχάρα έσωσε πολλές χιλιάδες Εβραίους, δίνοντάς τους ιαπωνική βίζα, ενάντια στις προθέσεις της σύμμαχης με τους Ναζί κυβέρνησής του.

Υπήρχαν επίσης και ομάδες, όπως η πολωνική οργάνωση Ζέγκοτα, που πήραν δραστικά και ριψοκίνδυνα μέτρα για τη σωτηρία των Εβραίων και άλλων ατόμων που διώκονταν από τους Ναζί. Ο Βίτολντ Πιλέκι, μέλος της Πολωνικής Εθνοφυλακής, οργάνωσε ένα κίνημα αντίστασης μέσα στο στρατόπεδο του Άουσβιτς από το 1940, και ο Γιαν Κάρσκι προσπάθησε να κάνει γνωστά τα του Ολοκαυτώματος.

Από το 1963, μια επιτροπή υπό το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ είναι επιφορτισμένη με το καθήκαν της απονομής σε τέτοιους ανθρώπους του τίτλου τιμής του «Δίκαιου Ανάμεσα στα Έθνη».

Ιστορικές ερμηνείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως με όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, οι συζητήσεις ανάμεσα στους ιστορικούς σχετικά με το τι ακριβώς έγινε και γιατί έγινε συνεχίζονται.

Ποιοι ενεπλάκησαν άμεσα στις δολοφονίες;[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από την ενεργή συμμετοχή των Ναζιστικών δυνάμεων, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες που ήταν σύμμαχοι ή κτήσεις του Άξονα συνεργάστηκαν με τους Ναζί στο Ολοκαύτωμα. Η συνεργασία είχε τη μορφή είτε της σύλληψης και απέλασης των Εβραίων προς τα γερμανικά στρατόπεδα εξόντωσης, είτε της απευθείας συμμετοχής σε δολοφονίες Εβραίων.

Το καθεστώς του Ίον Αντονέσκου στη Ρουμανία ήταν άμεσα υπεύθυνο για το θάνατο 280.000 έως 380.000 Εβραίων. Μια επίσημη έκθεση της Ρουμανικής κυβέρνησης κατέληγε πως «Από όλους τους συμμάχους της Ναζιστικής Γερμανίας, η Ρουμανία φέρει την ευθύνη για τους θανάτους περισσότερων Εβραίων από οποιαδήποτε άλλη χώρα εκτός της Γερμανίας. Οι δολοφονίες που διαπράχθηκαν στο προγκρόμ του Ιασίου, τη σφαγή της Οδησσού, και σε Μπογκντάνοβκα, Ντομάνκοβα και Πέτσιορα, για παράδειγμα, ήταν από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά των Εβραίων οπουδήποτε κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος».[34] Σε συνεργασία με τα γερμανικά Τάγματα Θανάτου και Ουκρανούς πολιτοφύλακες, οι Ρουμάνοι σκότωσαν εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίους στη Βεσσαραβία, τη Βουκοβίνα και την Τρανσνίστρια. Μερικές από τις μεγαλύτερες σφαγές περιλαμβάνουν 54.000 Εβραίους που δολοφονήθηκαν στην Μπογκντάνοβκα, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Ρουμανία, μεταξύ 21 και 31 Δεκέμβρη του 1941. Σχεδόν 100.000 Εβραίοι δολοφονήθηκαν στην κατεχόμενη Οδησσό και πάνω από 10.000 δολοφονήθηκαν στο πογκρόμ του Ιασίου. Οι Ρουμάνοι δολοφόνησαν Εβραίους και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης Ντομάνεβκα και Ακχμέτσκα.

Στην Ιταλία, ένας νόμος του 1938 περιόριζε τα δικαιώματα των Εβραίων, αλλά μετά την πτώση του Μουσολίνι και τη δημιουργία της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας οι Εβραίοι άρχισαν να απελαύνονται σε γερμανικά στρατόπεδα. Οι απελαθέντες ήταν 8.369 και μόνο περίπου χίλιοι επέζησαν. Αρκετά μικρά στρατόπεδα συγκέντρωσης λειτουργούσαν στην Ιταλία και το στρατόπεδο Ριζιέρα ντι Σαν Σάμπα διέθετε κρεματόριο. Στο Σαν Σάμπα δολοφονήθηκαν μεταξύ 3.000 και 5.000 άνθρωποι, από τους οποίους λίγοι μόνο ήταν Εβραίοι.

Η Βουλγαρία, παρά το ότι προστάτευσε τον δικό της εβραϊκό πληθυσμό, απέλασε 11.000 Εβραίους από τις κατεχόμενες περιοχές της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας. Η γαλλική Κυβέρνηση του Βισύ και η κατοχική γαλλική αστυνομία συμμετείχαν στις συλλήψεις 75.000 Εβραίων. Η κατοχική διοίκηση στην Ολλανδία και η αστυνομία της συμμετείχαν στις συλλήψεις 100.000 Εβραίων. Μια ολλανδική ομάδα, η Φάλαγγα Χάνεϊκε, κυνήγησε και παρέδωσε 9.000 Εβραίους για απέλαση.[35] Η Νoρβηγική αστυνομία συνέλαβε 750 Εβραίους. Το καθεστώς του Γιόζεφ Τίσο στη Σλοβακία απέλασε περίπου 70.000 Εβραίους, από τους οποίους δολοφονήθηκαν οι 65.000.[36]

Το Ουγγρικό καθεστώς του Χόρτυ απέλασε 20.000 Εβραίους από την προσαρτημένη Υπερκαρπαθική Ουκρανία το 1941 στο Κάμιανετς-Ποντίλσκι στο κατεχόμενο από τους γερμανούς μέρος της χώρας, οι οποίοι δολοφονήθηκαν από γερμανικά Τάγματα Θανάτου. Ο στρατός και η αστυνομία της Ουγγαρίας δολοφόνησαν πολλές χιλιάδες Εβραίους και Σέρβους στο Νόβι Σαντ τον Γενάρη του 1942. Παρόλα αυτά, ο Χόρτυ δεν ενέδωσε στις γερμανικές πιέσεις για τη μαζική απέλαση των Εβραίων της Ουγγαρίας, και οι περισσότεροι επέζησαν μέχρι το 1944, όταν η κυβέρνηση Χόρτυ ανατράπηκε. Παρά το γεγονός ότι το τέλος του πολέμου και η ήττα της Γερμανίας ήταν πλέον ορατά, η Ουγγρική αστυνομία συμμετείχε πλήρως, μαζί με τα SS, στη σύλληψη 440.000 Εβραίων, προκειμένου αυτοί να σταλούν στα Ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης. Επιπλέον, 20.000 Εβραίοι της Βουδαπέστης εκτελέστηκαν στις όχθες του Δούναβη από Ουγγρικές δυνάμεις. 70.000 Εβραίοι εξαναγκάστηκαν σε πορεία θανάτου προς την Αυστρία. Χιλιάδες από αυτούς εκτελέστηκαν και χιλιάδες ακόμα πέθαναν από το κρύο και την πείνα.[37]

Το καθεστώς των Ουστάσι στην Κροατία δολοφόνησε εκατοντάδες χιλιάδες Σέρβους (οι εκτιμήσεις ποικίλλουν, αλλά ο ελάχιστος αριθμός κατά γενική ομολογία είναι 330.000-390.000), πάνω από 20.000 Εβραίους και 26.000 Τσιγγάνους, κυρίως στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Γιασένοβατς που λειτουργιύσαν οι Ουστάσι κοντά στο Ζάγκρεμπ. Οι Ουστάσι απέλασαν επιπλέον 7.000 Εβραίους προς τα γερμανικά στρατόπεδα εξόντωσης.[38]

Οι Ουκρανοί εθνικιστές δολοφόνησαν 4.000 Εβραίους στο Λβιβ τον Ιούλιο του 1941, κι άλλους 2.000 στα τέλη Ιουλίου του 1941, κατά τη διάρκεια του Πογκρόμ του Πλιέτουρα. Γερμανικά Τάγματα Θανάτου, μαζί με Ουκρανούς δοσίλογους, δολοφόνησαν 33.000 Εβραίους του Κιέβου στο Μπάμπι Γιαρ το Σεπτέμβριο του 1941. Οι Ουκρανοί πολιτοφύλακες συμμετείχαν και σε άλλους φόνους Εβραίων, μεταξύ άλλων σε ρουμάνικα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μπογκντάνοβκα και τη Λετονία.

Λιθουανικές και Λετονικές κατοχικές δυνάμεις συμμετείχαν, μαζί με τα Γερμανικά Τάγματα Θανάτου, στην εξόντωση των εβραϊκών πληθυσμών στις χώρες τους, ενώ βοήθησαν τους Ναζί και σε άλλα μέρη, για παράδειγμα στην εκκένωση του Γκέτο της Βαρσοβίας. Το Arajs Commando, μια εθελοντική πολιτοφυλακή στη Λεττονία, για παράδειγμα, δολοφόνησε 26.000 Λεττονούς Εβραίους και υποβοήθησε τη δολοφονία ακόμα 60.000.[39]

Γύρω στο 75% των Εβαίων της Εσθονίας, γνωρίζοντας την μοίρα που τους περίμενε, κατάφεραν να αποδράσουν προς τη Σοβιετική Ένωση. Σχεδόν όλοι όσοι έμειναν πίσω (περίπου 950 με 1.000 άτομα) δολοφονήθηκαν από το Τάγμα Θανάτου Α και ντόπιους δοσίλογους μέσα στο 1941 (πηγή: Έρευνα της Επιτροπής Μαξ Γιάκομπσον για Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας).

Ποιοι εξουσιοδότησαν τη διάπραξη των δολοφονιών;[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χίτλερ έδωσε την έγκριση για τη μαζική δολοφονία εκείνων που οι Ναζί είχαν χαρακτηρίσει "ανεπιθύμητους" στο Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4. Ο Χίτλερ ενθάρρυνε τις δολοφονίες Εβραιων της Ανατολικής Ευρώπης από τα Τάγματα Θανάτου σε ένα λόγο του, τον Ιούλιο του 1941, αν και σχεδόν σίγουρα είχε δώσει έγκριση για αυτές τις μαζικές εκτελέσεις νωρίτερα. Ένα πλήθος τεκμηριωμένων στοιχείων μας δείχνουν ότι, κάποια στιγμή μέσα στο φθινόπωρο του 1941, ο Χίμλερ και ο Χίτλερ συμφώνησαν επί της αρχής για την ολοκληρωτική μαζική εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης στους θαλάμους αερίων, ενώ ο Χίτλερ διέταξε, με σαφή τρόπο, την «εξολόθρευση των Εβραίων» σε ένα λόγο του στις 12 Δεκέμβρη του 1941 (βλ. Τελική Λύση). Προκειμένου να βελτιωθεί η συνεργασία ανάμεσα στις διάφορες κρατικές υπηρεσίες κατά την εφαρμογή της «Τελικής Λύσης» του «Εβραϊκού Ζητήματος», οργανώθηκε η Διάσκεψη της Βάνζεε στις 20 Ιανουαρίου 1942, όπου συμμετείχαν δεκαπέντε Ναζί αξιωματούχοι, υπό την ηγεσία του Ράινχαρντ Χάιντριχ και του Άντολφ Άιχμαν. Τα αρχεία από αυτό το συνέδριο αποτελούν την καλύτερη απόδειξη για τον κεντρικό σχεδιασμό του Ολοκαυτώματος. Μονάχα πέντε βδομάδες μετά, στις 22 Φεβρουαρίου, καταγράφεται μια δήλωση του Χίτλερ στους στενούς συνεργάτες του πως «θα ανακτήσουμε την υγεία μας μόνο μέσω της εξόντωσης των Εβραίων».

Αυτοί που υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχουν ντοκουμέντα που να συνδέουν τον Χίτλερ με το Ολοκαύτωμα αγνοούν το αρχείο των λόγων του, που κρατούσαν διάφοροι Ναζί αξιωματούχοι, όπως ο Γιόζεφ Γκέμπελς, και βασίζονται στον τεχνητό περιορισμό της έννοιας του Ολοκαυτώματος έτσι, ώστε να μην περιλαμβάνονται γεγονότα, για τα οποία υπάρχει τεκμηρίωση, όπως το Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4 και η Νύχτα των Κρυστάλλων.

Ποιοι γνώριζαν για τις δολοφονίες;[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ισχυρίζονται κάποιοι - αρνητές του Ολοκαυτώματος - ότι το πλήρες μέγεθος όσων γίνονταν στις κατεχόμενες από τους Γερμανούς περιοχές δεν έγινε γνωστό παρά μόνο μετά τον πόλεμο. Όμως, πάμπολλες φήμες και μαρτυρίες από αυτόπτες μάρτυρες - κρατουμένους που απέδρασαν και άλλους - έδιναν τις πρώτες ενδείξεις ότι οι Εβραίοι δολοφονούνταν κατά χιλιάδες. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια του πολέμου, η εξόριστη Πολωνική κυβέρνηση έδωσε στη δημοσιότητα έγγραφα και οργάνωσε συναντήσεις για να γίνει γνωστή η τύχη των Εβραίων. Στις αρχές του 1941, οι Βρετανοί, μέσω της υποκλοπής ενός Χιλιανού μνημονίου, είχαν ήδη τις πρώτες πληροφορίες ότι οι Εβραίοι είχαν γίνει στόχος, και μέχρι το τέλος του χρόνου είχαν υποκλέψει πληροφορίες σχετικά με μια σειρά μαζικών σφαγών Εβραίων από τη Γερμανική αστυνομία. Το καλοκαίρι του 1942, μια Εβραϊκή οργάνωση εργατών (η Μπουντ) πληροφόρησε το Λονδίνο ότι 700.000 Εβραίοι ήταν ήδη νεκροί, και το BBC θεώρησε την πληροφορία αξιόπιστη, σε αντίθεση με το Υπουρείο Εξωτερικών των ΗΠΑ.[40] Μέχρι το τέλος του 1942, ωστόσο, οι αποδείξεις ότι το Ολοκαύτωμα λάμβανε χώρα είχαν γίνει ξεκάθαρες και στις 17 Δεκεμβρίου του 1942 οι Σύμμαχοι εξέδωσαν ανακοίνωση, στην οποία αναφερόταν ότι οι Εβραίοι μεταφέρονταν στην Πολωνία, όπου δολοφονούνταν. Το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ήταν, επίσης, ενήμερο για την θέση και τον σκοπό ύπαρξης των θαλάμων αερίων των στρατοπέδων εξόντωσης, αλλά αρνήθηκε να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις να τους αχρηστέψει με βομβαρδισμούς. Στις 12 Μαΐου του 1942, ο εξόριστος Πολωνός πρωθυπουργός και ηγέτης της Μπουντ, Ζμουλ Ζίγκελμπομ (Szmul Zygielbojm), αυτοκτόνησε στο Λονδίνο, διαμαρτυρόμενος έτσι για την αδράνεια των κρατών σχετικά με το Ολοκαύτωμα, δηλώνοντας στο σημείωμα της αυτοκτονίας του:

Δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω και να σιωπώ τη στιγμή που αυτοί που απέμειναν από τους Εβραίους της Πολωνίας, τους οποίους εκπροσωπώ, δολοφονούνται. Οι σύντροφοί μου στο Γκέτο της Βαρσοβίας έπεσαν με το όπλο στο χέρι στην τελευταία ηρωϊκή τους μάχη. Δεν μου επετράπη να πέσω σαν κι αυτούς, μαζί μ' αυτούς, αλλά ανήκω σ' αυτούς, στον ομαδικό τους τάφο.
Με το θάνατό μου, θέλω να εκφράσω την πιο βαθιά μου διαμαρτυρία για την αδράνεια του κόσμου που παρακολουθεί και επιτρέπει την καταστροφή του Εβραϊκού λαού.

Συνεχίζονται επίσης οι συζητήσεις για το κατά πόσον ο μέσος Γερμανός γνώριζε για το Ολοκαύτωμα. Πρόσφατες ιστορικές μελέτες υποστηρίζουν ότι οι Γερμανοί στην πλειοψηφία τους γνώριζαν ότι οι Εβραίοι δολοφονούνταν και διώκονταν αδιακρίτως, ακόμη και αν δεν ήξεραν λεπτομέρειες για τον τρόπο λειτουργίας των στρατοπέδων εξόντωσης. Από τον πρώτο κιόλας καιρό, είναι βέβαιο πως Γερμανοί στρατιώτες συζητούσαν για το ζήτημα με τους οικείους τους - μια τέτοια περίπτωση διασώζεται στο ημερολόγιο του Φρίντριχ Κέλνερ, με ημερομηνία καταχώρισης 28 Οκτωβρίου 1941. Ο Ρόμπερτ Τζέλατλι (Robert Gellately), ιστορικός στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, διεξήγαγε μια ευρέως αναγνωρισμένη έρευνα για τα Γερμανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου, καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως υπήρξε "ουσιαστική συναίνεση και ενεργή συμμετοχή μεγάλων αριθμών του μέσου γερμανικού πληθυσμού" σε πτυχές του Ολοκαυτώματος, αποδεικνύοντας ότι το θέαμα των παραταγμένων που πήγαιναν για εξαναγκασμένη εργασία ήταν συνηθισμένο, κι ότι τα βασικά των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αν όχι των στρατοπέδων εξόντωσης, ήταν πλατιά γνωστά.[41]

Γιατί κάποιοι άνθρωποι συμμετείχαν, εξουσιοδότησαν, ή σιωπηρά αποδέχτηκαν τις δολοφονίες;[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπακοή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Στάνλευ Μίλγκραμ (Stanley Milgram) ήταν ένας απ' τους ψυχολόγους και κοινωνιολόγους της μεταπολεμικής περιόδου που προσπάθησαν να εξηγήσουν γιατί οι άνθρωποι υπάκουσαν σε ανήθικες διαταγές κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. Η έρευνα του Μίλγκραμ έδειξε ότι λογικοί άνθρωποι, όταν διατάχθηκαν από κάποιο πρόσωπο σε ιεραρχική θέση, υπάκουσαν σε διαταγές που θα προκαλούσαν αυτό που πίστευαν ότι θα ήταν ο θάνατος ή/και ο βασανισμός άλλων ανθρώπων. Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν και από άλλα πειράματα, όπως το πείραμα φυλάκισης του Στάνφορντ. Στο βιβλίο του Η μαζική ψυχολογία του φασισμού (1933), ο Βίλχελμ Ράιχ (Wilhelm Reich) προσπάθησε επίσης να εξηγήσει την υπακοή αυτή, με ταξικούς και ψυχαναλυτικούς-ψυχοσεξουαλικούς όρους. Αυτό το έργο έγινε γνωστό ως θεμέλιο του φροϊδομαρξισμού. Ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας Ελίας Κανέτι (Elias Canetti) ανέλυσε το πρόβλημα της μαζικής υπακοής στο Μάζες και Εξουσία (Masse und Macht, 1960), αναπτύσσοντας μια πρωτότυπη θεωρία για τις συνέπειες που έχουν τέτοιες διαταγές, τόσο στο πρόσωπο που τις υπακούει όσο και σε αυτό που τις δίνει, που μπορεί να γίνει «δεσποτικός παρανοϊκός». Δυο πιο πρόσφατα πειράματα, το Τρίτο Κύμα και το πείραμα της Τζέιν Έλλιοτ προσπάθησαν να δώσουν απάντηση στο ερώτημα «πως οι άνθρωποι μπορούν να λάβουν μέρος σε κάτι αποτρόποιο και ύστερα να ισχυριστούν ότι δεν είχαν πραγματική ανάμειξη;».

Φoνξιοναλισμός εναντίον ιντενσιοναλισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα βασικό ζήτημα στις σύγχρονες μελέτες του Ολοκαυτώματος είναι το κατά πόσον ό,τι έγινε ήταν αποτέλεσμα φoνξιοναλισμού (ή «λειτουργισμός», από τη γαλλική λέξη fonctionnalisme, fonction, που σημαίνει "λειτουργία") ή ιντενσιοναλισμού (intentionalisme, intention, που σημαίνει "πρόθεση"). Οι όροι αυτοί εισάχθηκαν για πρώτη φορά το 1981 σε ένα άρθρο του Μαρξιστή ιστορικού Τίμοθι Μέισον (Timothy Mason) προκειμένου να περιγραφούν δυο διαφορετικές απόψεις για την προέλευση του Ολοκαυτώματος. Οι οπαδοί του ιντενσιοναλισμού πιστεύουν ότι το Ολοκαύτωμα ήταν το αποτέλεσμα ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου που προήλθε από τον Χίτλερ, και ότι ο Χίτλερ ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από το Ολοκαύτωμα. Οι φονξιοναλιστές υποστηρίζουν ότι ο Χίτλερ ήταν αντισημίτης, αλλά δεν είχε καταστρώσει σχέδιο γενοκτονίας. Θεωρούν ότι το Ολοκαύτωμα προκλήθηκε από υφιστάμενα στελέχη της γερμανικής γραφειοκρατίας, με λίγη έως καθόλου ανάμειξη από πλευράς Χίτλερ. Ο φονξιοναλιστές τονίζουν το ότι η Αντισημιτική πολιτική των Ναζί εξελισσόταν συνεχώς σε ολοένα και πιο ακραίες κατευθύνσεις και το τελικό προϊόν ήταν το Ολοκαύτωμα.

Κάποιοι ιντενσιοναλιστές, όπως η Λούσυ Νταβίντοβιτς, πιστεύουν ότι το Ολοκαύτωμα σχεδιάστηκε από τον Χίτλερ από την αρχή της πολιτικής του καριέρας, τουλάχιστον από το 1919, αν όχι νωρίτερα. Αργότερα η Νταβίντοβιτς κατέληξε στην ημερομηνία που ο Χίτλερ αποφάσισε τη γενοκτονία ως την 11η Νοεμβρίου του 1918. Άλλοι ιντενσιοναλιστές, όπως ο Αντρέας Χίλγκρουμπερ (Andreas Hillgruber), ο Καρλ Ντίτριχ Μπράχερ (Karl Dietrich Bracher) και ο Κλάους Χίλντεμπραντ (Klaus Hildebrand) υποστήριξαν ότι ο Χίτλερ είχε αποφασίσει το Ολοκαύτωμα κάποια στιγμή στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Πιο σύγχρονοι ιντενσιοναλιστές ιστορικοί όπως ο Έμπερχαρντ Γιέκελ (Eberhard Jäckel) συνεχίζουν να δίνουν έμφαση στο πρώιμο της απόφασης να δολοφονηθούν οι Εβραίοι, αν και δεν θέλουν να υποστηρίξουν την άποψη ότι ο Χίτλερ σχεδίασε το Ολοκαύτωμα απ' την αρχή. Κάποια άλλη ομάδα ιντενσιοναλιστών, όπως ο Αμερικανός Άρνο Μάγιερ (Arno J. Mayer) ισχυρίστηκαν ότι ο Χίτλερ απλώς διέταξε το Ολοκαύτωμα το Δεκέμβριο του 1941.

Φονξιοναλιστές όπως οι Hans Mommsen, Martin Broszat, Götz Aly, Ραούλ Χίλμπεργκ (Raul Hilberg) και Κρίστοφερ Μπράουνινγκ (Christopher Browning) πιστεύουν ότι το Ολοκαύτωμα ξεκίνησε το 1941-1942 ως αποτέλεσμα της αποτυχίας της πολιτικής απελάσεων των Ναζί και των επικείμενων στρατιωτικών αποτυχιών στη Ρωσία. Ισχυρίζονται ότι αυτά που κάποιοι βλέπουν ως φαντασιώσεις εξόντωσης στο Ο Αγών Μου του Χίτλερ και σε άλλα Ναζιστικά κείμενα ήταν απλή προπαγάνδα και δεν αποτελούσαν συγκεκριμένο σχέδιο. Στο Ο Αγών Μου ο Χίτλερ δηλώνει επανειλημμένα το ασίγαστο μίσος του για τους Εβραίους, όμως πουθενά δεν δηλώνει την πρόθεσή του να εξολοθρεύσει τον Εβραϊκό λαό.

Επιπλέον, οι φονξιοναλιστές καταδεικνύουν το γεγονός ότι, στην δεκαετία του 1930, η πολιτική των Ναζί ήταν να κάνει τη ζωή των Γερμανών Εβραίων τόσο δυσάρεστη ώστε να αναγκαστούν να φύγουν από τη Γερμανία. Ο Άντολφ Άιχμαν ήταν υπεύθυνος για τη διευκόλυνση της μετανάστευσης των Εβραίων με κάθε δυνατό μέσο από το 1937 μέχρι τις 3 Οκτωβρίου του 1941, όταν η έξοδος των Γερμανών Εβραίων απαγορεύτηκε, κατά διαταγή του Ράινχαρντ Χάιντριχ. Οι φονξιοναλιστές επίσης τονίζουν την υποστήριξη των SS, για κάποιο διάστημα του τέλους της δεκαετίας του 1930, προς τις Σιωνιστικές ομάδες ως την προτιμώμενη λύση στο "Εβραϊκό Ζήτημα" ως άλλη μια ένδειξη ότι δεν υπήρχε κεντρικό σχέδιο για γενοκτονία. Τα SS σταμάτησαν την υποστήριξή τους αυτή προς τις Γερμανικές Σιωνιστικές ομάδες το Μάιο του 1939, όταν ο Γιοαχίμ φον Ρίμπεντροπ πληροφόρησε σχετικά τον Χίτλερ, κι ο Χίτλερ διέταξε τον Χίμλερ να σταματήσει, καθώς δεν θεωρούσε τη δημιουργία του Ισραήλ στόχο με τον οποίο άξιζε να ασχολείται η Γερμανική εξωτερική πολιτική.

Πιο συγκεκριμένα, οι φονξιοναλιστές σημειώνουν ότι σε Γερμανικά έγγραφα του 1939-1941, ο όρος «Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος» εννοούνταν καθαρά σαν «γεωγραφική λύση», δηλαδή ότι το σύνολο των Εβραίων θα εκτοπιζόταν κάπου μακριά από τη Γερμανία και δεν θα τους επιτρεπόταν να γυρίσουν. Στην αρχή, τα SS σχεδίαζαν να δημιουργήσουν έναν γιγάντιο «Καταυλισμό Εβραίων» στην περιοχή του Λούμπλιν της Πολωνίας, αλλά το λεγόμενο Σχέδιο Λούμπλιν δεν προχώρησε λόγω της αντίθεσης του Χανς Φρανκ, επικεφαλής της Γενικής Κυβέρνησης της Πολωνίας, που αρνήθηκε να δώσει άδεια στα SS να στείλουν επιπλέον Εβραίους στην περιοχή του Λουμπλίν μετά το Νοέμβριο του 1939. Οι λόγοι για το βέτο του Φρανκ στο Σχέδιο Λούμπλιν δεν ήταν ανθρωπιστικοί, αλλά μάλλον το γεγονός ότι δεν ήθελε η επικράτεια της Γενικής Κυβέρνησης να γίνει "χωματερή" Εβραίων από τα Ες-Ες. To 1940, τα SS και το Γερμανικό Υπουρείο Εξωτερικών είχαν το λεγόμενο "Σχέδιο Μαδαγασκάρη", που προέβλεπε την απέλαση ολόκληρου του εβραϊκού πληθυσμού της Ευρώπης σε έναν «καταυλισμό» στη Μαδαγασκάρη. Το σχέδιο αυτό ακυρώθηκε επειδή η Γερμανία δεν μπόρεσε να νικήσει τη Μεγάλη Βρετανία, και μέχρι να σπάσει ο ναυτικός αποκλεισμός των Άγγλων το «Σχέδιο Μαδαγασκάρη» δεν μπορούσε να μπει σε εφαρμογή. Τέλος, φονξιοναλιστές ιστορικοί δίνουν μεγάλη αξία σε ένα μνημόνιο γραμμένο από τον Χίμλερ το Μάιο του 1940, όπου σαφώς απορρίπτει την εξόντωση του συνόλου του Εβραϊκού λαού ως πράξη που δεν ταιριάζει σε Γερμανούς, και όπου αναφέρεται ακόμα ότι θα προτείνει στον Χίτλερ το «Σχέδιο Μαδαγασκάρη» σαν την προτιμώμενη "γεωγραφική λύση" στο Εβραϊκό Ζήτημα. Μόνο μετά τον Ιούλιο του 1941 ο όρος «Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος» απέκτησε το νόημα της εξόντωσης.

Πρόσφατα έχει προκύψει μια σύνθεση των δυο απόψεων από ιστορικούς όπως ο Καναδός Μάικλ Μάρους (Michael Marrus), ο Ισραηλινός Γιεχούντα Μπάουερ (Yehuda Bauer) και ο Βρετανός Ίαν Κέρσοου (Ian Kershaw), που συμφωνούν στο γεγονός ότι ο Χίτλερ ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από το Ολοκαύτωμα, αλλά χωρίς να έχει μακροπρόθεσμο σχέδιο και με πολλές από τις πρωτοβουλίες που οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα να προέρχονται από υφιστάμενους, που προσπαθούσαν έτσι να ικανοποιήσουν αυτό που θεωρούσαν ως επιθυμία του Χίτλερ.

Μια άλλη αντιπαράθεση ξεκίνησε απ' τον πολιτικό επιστήμονα Ντάνιελ Γκολντχάγκεν (Daniel Goldhagen), που υποστηρίζει ότι οι απλοί Γερμανοί ήταν γνώστες τους Ολοκαυτώματος και συμμετείχαν ενεργά, γεγονός που ισχυρίζεται ότι οφείλεται σ' έναν βαθύ Γερμανικό αντισημιτισμό με προθέσεις εξόντωσης. Οι περισσότεροι ιστορικοί έχουν διαφωνήσει με τη θέση του Γκολντχάγκεν, με το επιχείρημα ότι αν και ο αντισημιτισμός αναμφίβολα υπήρξε στη Γερμανία, η άποψη του Γκολντχάγκεν για έναν μοναδικά Γερμανικό «εξοντωτικό» αντισημιτισμό είναι αστήριχτη, κι ότι οι μαζικές εξοντώσεις ήταν άγνωστες σε πολλούς, και ακόμα πως έπρεπε να επιβληθούν από τον δικτατορικό μηχανισμό των Ναζί.

Ρίζες του Ολοκαυτώματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Γερμανοί ναζί θεώρησαν καθήκον τους να ξεπεράσουν τη φυσιολογική συμπόνια ανθρώπου προς άνθρωπο και να εκτελέσουν απάνθρωπες διαταγές, προκειμένου να υπηρετήσουν αυτά που πίστευαν ότι είναι υψηλότερα ιδανικά. Έχει γίνει πολλή έρευνα για να εξηγηθεί το πώς συνηθισμένοι άνθρωποι μπόρεσαν να συμμετάσχουν σε τέτοια αποτρόπαια εγκλήματα, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία πως, όπως σε ορισμένες θρησκευτικές διαμάχες στο παρελθόν, κάποιοι, δηλητηριασμένοι από φυλετικές και θρησκευτικές ιδεολογίες μίσους διέπραξαν τα εγκλήματα νιώθοντας σαδιστική ηδονή. Η ψυχολογία της μάζας προσπάθησε να εξηγήσει τέτοιες αποτρόπαιες πράξεις, αν και το έργο Ο όχλος: Μια Μελέτη του Λαϊκού Νου (1895) του Γκυστάβ Λε Μπον (Gustave Le Bon) ήταν και μια από τις κύριες επιρροές του Ο Αγών μου, συγκεκριμένα όσον αφορά τις τεχνικές προπαγάνδας που περιγράφει. Ο σαδισμός ήταν ίσως πιο χαρακτηριστικός στην περίπτωση της γενοκτονίας που διέπραξαν οι Ουστάσι, των οποίων ο σαδισμός και o ενθουσιασμός που επέδειξαν δολοφονώντας Σέρβους σόκαρε Γερμανούς, Ιταλούς και ακόμα και τους αξιωματικούς των SS, που έφτασαν στο σημείο να τους αναγκάσουν να συγκρατηθούν. Παρόλα αυτά, η λογοτεχνία του Ολοκαυτώματος, όπως το έργο του Πρίμο Λέβι (Primo Levi) ή του Ρομπέρ Αντέλμ (Robert Antelme), περιέγραψε αναρίθμητες μεμονωμένες σαδιστικές πράξεις, που μεταξύ άλλων έγιναν από συγκρατούμενους που χρησιμοποιούνταν ως βοηθητικό προσωπικό (Kapos).

Μερικοί συγγραφείς, όπως η φιλόσοφος Χάννα Άρεντ (Hannah Arendt) στις Πηγές του Ολοκληρωτισμού (1951), ο Σουηδός συγγραφέας Σβεν Λίντκβιστ (Sven Lindqvist) ή ο Γάλλος ιστορικός Ολιβιέ Λεκούρ Γκρανμαιζόν (Olivier LeCour Grandmaison) έχουν συνδέσει το Ολοκαύτωμα με την αποικιοκρατία. Ισχυρίζονται ότι τεχνικές που αναπτύχθηκαν κατά την περίοδο του Νέου Ιμπεριαλισμού (και πρώτα απ' όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του πολέμου των Μπόερς, όπως και οι ψευδοεπιστημονικές θεωρίες που αναπτύχθηκαν εκείνη την περίοδο (για παράδειγμα, το Δοκίμιο για την ανισότητα των ανθρώπινων φυλών (1853) του Αρτύρ ντε Γκομπινώ (Arthur de Gobineau)) έπαιξαν θεμελιώδη ρόλο στην προετοιμασία των συνθηκών που επέτρεψαν να συμβεί το Ολοκαύτωμα. Άλλοι συγγραφείς έχουν αντιταχθεί με πείσμα σε αυτές τις απόψεις, δίνοντας έμφαση στη «μοναδικότητα» του Ολοκαυτώματος,, σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη γενοκτονία στην ιστορία. Ο φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ (Michel Foucault) εντόπισε τις ρίζες του Ολοκαυτώματος και των «ρατσιστικών πολιτικών», μεταξύ άλλων και σε αυτό που αποκάλεσε «κρατικό φασισμό», που είναι μέρος της βιοπολιτικής.

Τέλος, πολλοί δίνουν έμφαση και στις αρχαίες ρίζες του αντισημιτισμού, που υπάρχει στο Δυτικό κόσμο από την απαρχή του χριστιανισμού. Οι ίδιοι οι Ναζί έχουν επικαλεστεί ως πρόγονο του αντιεβραϊσμού τους, το αντιεβραϊκό έργο του Μαρτίνου Λούθηρου “Περί των Εβραίων και των ψευδών τους” (πρωτότυπος τίτλος: «Wider die Juden und ihre Lugen»), όπου "γράφει ότι οι συναγωγές, τα σχολεία και τα σπίτια τους θα πρέπει να καταστραφούν, τα βιβλία τους να παρθούν, και αυτοί να στερηθούν των οικονομιών τους και να οδηγηθούν, είτε στην εξορία, είτε ως εργάτες στους αγρούς. Φυσικά οι προτεστάντες άρχοντες ηγνόησαν τις απόψεις του, ο Χίτλερ όμως, τις εφήρμοσε κατά γράμμα, γι' αυτό ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Menachem Begin, τον Ιούνιο του 1981, εθεώρησε τον Λούθηρο ως συμμέτοχο της ευθύνης για το χιτλερικό ολοκαύτωμα".[42]

Σύγχρονες προσπάθειες οικουμενοποίησης, συγκεκριμένα αυτή της Καθολικής Εκκλησίας που ζήτησε άφεση για τους Εβραίους, γίνονται για να αποφευχθεί η επανάληψη τέτοιων πράξεων.

Ρεβιζιονιστές και αρνητές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άρνηση του Ολοκαυτώματος, ως μέρος του λεγόμενου «κοινωνικού αναθεωρητισμού» (ρεβιζιονισμός), είναι η πίστη ότι το Ολοκαύτωμα ποτέ δεν συνέβη, ή, πιο συγκεκριμένα, ότι πολύ λιγότεροι από έξι εκατομμύρια Εβραίοι δολοφονήθηκαν από τους Ναζί (οι αριθμοί που αναφέρονται είναι κάτω από ένα εκατομμύριο, συνήθως γύρω στους 30.000), ότι ποτέ δεν υπήρξε κεντρικά σχεδιασμένη προσπάθεια από τους Ναζί να εξοντώσουν τους Εβραίους ή/και ότι δεν έγιναν μαζικές δολοφονίες στα στρατόπεδα θανάτου. Αυτοί που υποστηρίζουν τις απόψεις αυτές, συνήθως ισχυρίζονται επιπλέον ότι οι Εβραίοι ή/και οι Σιωνιστές ξέρουν ότι το Ολοκαύτωμα ποτέ δεν συνέβη, παρόλα αυτά όμως έχουν οργανώσει μια τεράστια συνωμοσία για τη διαιώνιση της ψευδαίσθησης του Ολοκαυτώματος, έτσι ώστε να προωθούν τα πολιτικά τους συμφέροντα. Καθώς το Ολοκαύτωμα θεωρείται γενικά από τους ιστορικούς ως ένα από τα καλύτερα τεκμηριωμένα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας, αυτές οι απόψεις δεν θεωρούνται έγκυρες από τους μελετητές. Η Αμερικανική Ιστορική Ομοσπονδία, η μεγαλύτερη ομοσπονδία ιστορικών στις ΗΠΑ, δηλώνει ότι η άρνηση του Ολοκαυτώματος είναι «στην καλύτερη περίπτωση, μια μορφή ακαδημαϊκής απάτης».[43] Ο ιστορικός Πιερ Βιντάλ-Νακέ μέσω του έργου του καταπολέμησε τους ιστορικούς που, διεκδικώντας τον τίτλο του «αναθεωρητή» («αναθεωρητική σέχτα», συνήθιζε να τους αποκαλεί), επιχείρησαν να εμφανίσουν την αμιγώς πολιτική άρνηση του Ολοκαυτώματος ως καινοτόμο ανανέωση της σύγχρονης ιστοριογραφίας.[44]

Οι αρνητές του Ολοκαυτώματος σχεδόν πάντα προτιμούν να αποκαλούνται ρεβιζιονιστές (αναθεωρητές) του Ολοκαυτώματος. Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι ο δεύτερος αυτός όρος είναι παραπλανητικός. Ο ιστορικός ρεβιζιονισμός, με την πρωταρχική του σημασία, είναι ένα αποδεκτό και καθιερωμένο μέρος της μελέτης της ιστορίας· είναι η επανεξέταση της αποδεκτής ιστορίας, με πρόθεση να ανανεωθεί αυτή με την προσθήκη πρόσφατα ανακαλυφθέντων, ακριβέστερων ή/και λιγότερο υποκειμενικών πληροφοριών, ή το είδωμα γνωστών πληροφοριών από μια νέα οπτική γωνία. Αντίθετα, και κατά κανόνα, οι αρνητιστές εσκεμμένα αγνοούν ή κάνουν κακή χρήση των ιστορικών τεκμηρίων έτσι ώστε να μπορέσουν να αποδείξουν τα συμπεράσματά τους, όπως γράφει ο Γκόρντον Μακφί (Gordon McFee):

Οι ρεβιζιονιστές ξεκινούν από το συμπέρασμα ότι το Ολοκαύτωμα δεν συνέβη και δουλεύουν ανάποδα με τα γεγονότα για να τα προσαρμόσουν στο προαποφασισμένο τους συμπέρασμα. Για να το πούμε αλλιώς, αντιστρέφουν την σωστή μεθοδολογία [...], γυρνώντας έτσι την ενδεδειγμένη ιστορική μέθοδο της έρευνας και ανάλυσης τα πάνω-κάτω.[45]

Το περιοδικό Public Opinion Quarterly συνόψισε την κατάσταση ως εξής: «Κανείς διαπρεπής ιστορικός δεν αμφισβητεί την πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος, κι αυτοί που υποστηρίζουν την άρνηση του Ολοκαυτώματος είναι, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, αντισημίτες και Νεοναζί». Η άρνηση του Ολοκαυτώματος έχει γίνει δημοφιλής, τα τελευταία χρόνια, και ανάμεσα στους φονταμενταλιστές του Ισλάμ: στα τέλη του 2005 ο Ιρανός πρόεδρος Μαχμούντ Αχμαντινεζάντ αποκήρυξε το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ευρώπης ως «μύθο».[46] Η δημόσια υποστήριξη της άρνησης του Ολοκαυτώματος θεωρείται αδίκημα σε δέκα ευρωπαϊκές χώρες (ανάμεσά τους οι Γαλλία, Πολωνία, Αυστρία, Ελβετία, Βέλγιο, Ρουμανία και Γερμανία), ενώ το Σχέδιο Νίζκορ προσπαθεί να την αντικρούσει στο Διαδίκτυο.

Στην Ελλάδα, η άρνηση του Ολοκαυτώματος αποτελεί γενικότερα παραβίαση του αντιρατσιστικού νόμου ενώ πρόσφατα υπήρξε εκδίκαση σχετικής υπόθεσης και καταδικαστική απόφαση.[47]

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτοπισμένοι και το κράτος του Ισραήλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ολοκαύτωμα και τα επακόλουθά του προκάλεσε ένα κύμα εκατομμυρίων προσφύγων, συμπεριλαμβανομένων Εβραίων που έχασαν τα περισσότερα ή όλα τα μέλη των οικογενειών τους και τις ιδιοκτησίες τους, και συχνά αντιμετώπισαν αντισημιτισμό επιστρέφοντας στις πατρίδες τους. Το αρχικό σχέδιο των Συμμάχων ήταν να επαναπατρίσουν αυτά τα «εκτοπισμένα άτομα» στις χώρες προέλευσής τους, αλλά πολλοί αρνήθηκαν να επιστρέψουν, ή δεν μπορούσαν καθώς τα σπίτια ή τα χωριά τους είχαν καταστραφεί. Ως αποτέλεσμα, περισσότεροι από 250.000 παρέμειναν σε Στρατόπεδα εκτοπισμένων για χρόνια μετά το τέλος του πολέμου.

Αν και ο Σιωνισμός ήταν σημαντικό αλλά όχι κυρίαρχο ιδεολογικό ρεύμα πριν το Ολοκαύτωμα, οι Εβραίοι τον ασπάστηκαν σχεδόν καθολικά μετά από αυτό. Πολλοί Σιωνιστές, τονίζοντας το γεγονός ότι Εβραίοι πρόσφυγες από τη Γερμανία και τις κατεχόμενες από αυτή περιοχές είχαν εκδιωχθεί από άλλες χώρες όπου προσπάθησαν να καταφύγουν, ισχυρίστηκαν ότι αν υπήρχε ένα Εβραϊκό κράτος, το Ολοκαύτωμα μπορεί να μην συνέβαινε, τουλάχιστον όχι στην κλίμακα στην οποία συνέβη. Με την άνοδο του Σιωνισμού, η Παλαιστίνη, υπό Βρετανική διοίκηση τότε, έγινε ο προτιμώμενος προορισμός για τους Εβραίους πρόσφυγες, αλλά οι αυτόχθονες Άραβες αντιστάθηκαν στη μετανάστευση, το Ηνωμένο Βασίλειο αρνήθηκε να δεχθεί Εβραίους στην Παλαιστίνη, και πολλές χώρες του Σοβιετικού μπλοκ χαρακτήρισαν παράνομη τη μετανάστευση γενικότερα. Εβραίοι πρώην μέλη της αντίστασης στην Ευρώπη, μαζί με την Χαγκάνα στην Παλαιστίνη, οργάνωσαν μια μαζική προσπάθεια λαθραίας εισόδου Εβραίων στην Παλαιστίνη, με την ονομασία Μπερίχα, που έφερε τελικά 250.000 Εβραίους (εκτοπισμένους και άτομα που κρύβονταν κατά τη διάρκεια του πολέμου) εκεί. Ως το 1952 τα στρατόπεδα εκτοπισμένων είχαν κλείσει, καθώς οι Εβραίοι που πριν ήταν σε αυτά είχαν μεταναστεύσει: 80.000 στις ΗΠΑ, περίπου 136.000 στο Ισραήλ και άλλες 20.000 σε άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων ο Καναδάς και η Νότια Αφρική.

Νομικές διαδικασίες κατά των Ναζιστών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δικονομική έννοια του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας εμφανίστηκε μετά το Ολοκαύτωμα. Έγιναν ορισμένες νομικές προσπάθειες έτσι ώστε οι Ναζί και οι συνεργάτες τους να έρθουν ενώπιον της δικαιοσύνης. Μερικοί από τους πιο υψηλόβαθμους Ναζί δικάστηκαν στις Δίκες της Νυρεμβέργης, που προεδρευόταν από δικαστές των Συμμάχων και ήταν το πρώτο διεθνές δικαστήριο του είδους του. Στο σύνολο, 5.025 Ναζί εγκληματίες καταδικάστηκαν από το 1945 έως το 1949 στους αμερικανικούς, βρετανικούς και γαλλικούς τομείς της Γερμανίας. Άλλες δίκες έγιναν στις χώρες των κατηγορούμενων· στη Γερμανία και την Αυστρία, πολλοί Ναζί γλίτωσαν με ελαφριές ποινές, με τη δικαιολογία ότι «εκτελούσαν διαταγές» να λειτουργεί ως ελαφρυντικό, και πολλοί επέστρεψαν στην κοινωνία σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μια συνεχής προσπάθεια καταδίωξης των Ναζί και των συνεργατών τους οδήγησε, σε ένα διάσημο παράδειγμα, στη σύλληψη του οργανωτή του Ολοκαυτώματος, Άντολφ Άιχμαν στην Αργεντινή (σε μια επιχείρηση κάτω από την ηγεσία του Ράφι Εϊτάν (Rafi Eitan)) και στη δίκη και εκτέλεσή του στο Ισραήλ. Ο Σίμον Βίζενταλ (Simon Wiesenthal) έγινε ο πιο διάσημος κυνηγός Ναζί. Το Κέντρο Σιμόν Βίζενταλ, μια οργάνωση που κατόρθωσε να παραπέμψει σε δίκη εκατοντάδες ναζιστές συνεργάτες στο Ολοκαύτωμα, ξεκίνησε το 2005 τη διεθνή «Επιχείρηση Τελευταία Ευκαιρία» σε μια προσπάθεια να εντοπιστούν και να συλληφθούν τουλάχιστον 300 συγκεκριμένοι ύποπτοι για εγκλήματα πολέμου.

Μερικοί πρώην Ναζί, παρόλα αυτά, διέφυγαν από κάθε δίωξη. Ο Ράινχαρντ Γκέλεν (Reinhard Gehlen), πρώην αξιωματικός της αντικατασκοπείας της Βέρμαχτ, οργάνωσε το δίκτυο Οντέσσα, που βοήθησε πολλούς Ναζί να διαφύγουν στην φασιστική Ισπανία του Φράνκο, τη Λατινική Αμερική ή τη Μέση Ανατολή. Ο Γκέλεν κατάφερε να γυρίσει στη Γερμανία και να εργαστεί για την CIA, και το 1956 δημιούργησε την Bundesnachrichtendienst (BND), τη Γερμανική υπηρεσία πληροφοριών, την οποία διηύθυνε μέχρι το 1968. Ο Κλάους Μπάρμπι, γνωστός σαν "χασάπης της Λυών" για το ρόλο του ως επικεφαλής της Γκεστάπο, προστατευόταν από το 1945 έως το 1955 από την αγγλική MI-5 και την CIA, πριν διαφύγει στη Νότια Αμερική όπου, το 1980, υποβοήθησε το Πραξικόπημα της κοκαΐνης του Λουίς Γκαρσία Μέσα Τεχάδα στη Βολιβία. Ο Μπάρμπι τελικά συνελήφθη το 1983 και το 1987 καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Τον Οκτώβριο του 2005 αποκαλύφθηκε ότι ο Άριμπερτ Χάιμ (Aribert Heim), γνωστός και ως «Δόκτωρ Θάνατος», έζησε επί είκοσι χρόνια στην Ισπανία, υπό την προστασία της Οντέσσα, ενώ το 2007 εντοπίστηκαν τα ίχνη του στη Χιλή.[48] Νέες έρευνες (2009) δείχνουν ότι ο Χάιμ είχε αλλάξει όνομα και ζούσε στο Κάιρο.[49] Ο Πολ Σέφερ (Paul Schäfer), που είχε ιδρύσει την "Αποικία της Αξιοπρέπειας" (Colonia Dignidad) στη Χιλή, φυλακίστηκε το 2005, καταδικασμένος για παιδεραστία και για συνέργεια σε εξαφανίσεις αντιφρονούντων.

Επιπλέον, σε μερικούς «ανανήψαντες» Ναζί δόθηκε χάρη και τους επιτράπηκε να γίνουν μέλη του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Κουρτ Γκέοργκ Κίζινγκερ (Kurt Georg Kiesinger), που έγινε Καγκελάριος της Γερμανίας στη δεκαετία του 1960, ο Χανς Φίλμπινγκερ (Hans Filbinger) που έγινε πρωθυπουργός του κρατιδίου της Βάδης-Βυρτεμβέργης και ο Κουρτ Βαλντχάιμ (Kurt Waldheim), που έγινε πρόεδρος της Αυστρίας και Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ).

Νομικές ενέργειες κατά της γενοκτονίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ολοκαύτωμα ανάγκασε επίσης τη διεθνή κοινότητα να πάρει μέτρα ενάντια σε μελλοντικές γενοκτονίες, ένα από τα οποία ήταν η Σύμβαση για την Πρόληψη και Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας του 1948. Αν και η διεθνής νομοθεσία για τα ανθρώπινα δικαιώματα αναπτύχθηκαν γρήγορα μετά το Ολοκαύτωμα, η διεθνής ποινική νομοθεσία ακολούθησε πιο αργούς ρυθμούς· μετά τις δίκες της Νυρεμβέργης και τις δίκες εγκλημάτων πολέμου στην Ιαπωνία πέρασαν πάνω από σαράντα χρόνια μέχρι τις επόμενες ανάλογες διώξεις, με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY). Το 2002, συστάθηκε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο που εδρεύει στη Χάγη.

Οι επιζώντες σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έτος 2005, από τους σχεδόν 400.000 επιζώντες του Ολοκαυτώματος που ζούσαν στο Ισραήλ, το 40% ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας,[50] ποσοστό σημαντικά αυξημένο σε σχέση με το 1999. Αυτό οδήγησε σε έντονες και δραματικές διαμαρτυρίες από πλευράς των επιζώντων προς την Ισραηλινή κυβέρνηση και τις σχετικές υπηρεσίες. Ο ρυθμός εμφάνισης καρκίνου ανάμεσα στους επιζώντες είναι δυόμισι φορές μεγαλύτερος από τον εθνικό μέσο όρο. Οι περιπτώσεις, αναλογικά με τον πληθυσμό, καρκίνου του ορθού ανάμεσα στους επιζώντες είναι εννιά φορές περισσότερες από τον εθνικό μέσο όρο, κάτι που αποδίδεται στον υποσιτισμό που υπέστησαν οι επιζώντες και στις εξαιρετικά αγχωτικές καταστάσεις που βίωσαν.[51]

Επίδραση στον πολιτισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θεολογία του Ολοκαυτώματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναλογιζόμενοι το μέγεθος και την τραγικότητα του Ολοκαυτώματος, πολλοί θεολόγοι επανεξέτασαν τις κλασικές θεολογικές απόψεις για την καλοσύνη του Θεού και τις πράξεις του. Άτομα που απομακρύνθηκαν από την οργανωμένη θρησκεία αλλά και θρησκευόμενα άτομα αμφισβητούν το κατά πόσον οι άνθρωποι μπορούν ακόμα να πιστεύουν στο Θεό μετά το Ολοκαύτωμα, και κάποιες από τις θεολογικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα διερευνώνται από την θεολογία του Ολοκαυτώματος.

Τέχνες και λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα διάσημο σχόλιο του γερμανού φιλόσοφου Τέοντορ Αντόρνο αναφέρει πως «το να γράφεις ποίηση μετά το Άουσβιτς είναι βαρβαρότητα», και πράγματι το Ολοκαύτωμα είχε προφανή επίδραση στην τέχνη και τη λογοτεχνία, τόσο για τους Εβραίους όσο και για τους υπόλοιπους. Μερικά από τα πιο διάσημα δημιουργήματα που εχουν σχέση με το Ολοκαύτωμα έγιναν από επιζώντες ή θύματα, όπως ο Έλι Βίζελ, ο Πρίμο Λέβι ή η Άννα Φρανκ, αλλά υπάρχει γενικότερα ένας σημαντικός όγκος έργων τέχνης και λογοτεχνίας σε πολλές γλώσσες.

Το Ολοκαύτωμα αποτέλεσε επίσης το θέμα πολλών ταινιών, μεταξύ άλλων των βραβευμένων με Όσκαρ Η Λίστα του Σίντλερ και Η Ζωή Είναι Ωραία. Καθώς οι επιζώντες του Ολοκαυτώματος γερνούν και πεθαίνουν, τα τελευταία χρόνια δίνεται ολοένα και περισσότερο βάρος στη διατήρηση της μνήμης του Ολοκαυτώματος. Το αποτέλεσμα περιλαμβάνει αρκετές προσπάθειες να καταγραφούν οι ιστορίες των επιζόντων, όπως το σχέδιο «Επιζώντες του Σόαχ», καθώς και ιδρύματα μνήμης και μελέτης του Ολοκαυτώματος, όπως το Γιαντ Βασχέμ στο Ισραήλ και το Μουσείο Μνήμης του Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ.

Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε ομόφωνα, την 1η Νοεμβρίου του 2005, να καθιερώσει την 27η Ιανουαρίου ως «Διεθνή Μέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος». Η 27η Ιανουαρίου του 1945 ήταν η μέρα κατά την οποία απελευθερώθηκε το στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Όμως, ακόμα και πριν την απόφαση του ΟΗΕ, η 27η Ιανουαρίου ήταν ημέρα μνήμης του Ολοκαυτώματος σε πολλές χώρες, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Σουηδία, την Ιταλία, τη Γερμανία, τη Φινλανδία, τη Δανία και την Εσθονία. Στο Ισραήλ υπάρχει το Yom HaShoah, η «Μέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος», που είναι η 27η μέρα του Εβραϊκού μήνα Νισάν, που συνήθως ταυτίζεται με τον Απρίλιο. Αυτή η ημέρα μνήμης τιμάται συνήθως και από τους Εβραίους της διασποράς.

Στην Ελλάδα έχει καθιερωθεί η 27 Ιανουαρίου ως «ημέρα μνήμης των Ελλήνων Εβραίων μαρτύρων και ηρώων του Ολοκαυτώματος» σύμφωνα με το Νόμο 3218 ΦΕΚ Α/12/27-1-04.[52]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η λέξη Σοά προτιμάται από πολλούς Εβραίους και άλλους για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και το ότι η λέξη Ολοκαύτωμα είναι δυνητικά προσβλητική από θεολογικής άποψης.
  2. Euthanasia and Eugenics, trdd.org (accessed June 8, 2005)
  3. Richard Overy, Russia's War. Penguin Books; 1998.
  4. IBM and the Holocaust
  5. Sebastian Haffner, The Meaning of Hitler ISBN 0-674-55775-1, translated from Anmerkungen zu Hitler, Publishing house. Fischer Taschenbuch, Frankfurt am Main. ISBN 3-596-23489-1.
  6. Yisrael Gutman, Michael Berenbaum, Raul Hilberg, Franciszek Piper, Yehuda Baur, Anatomy of the Auschwitz Death Camp, Indiana University Press, 1998, p.70
  7. Donald L Niewyk, The Columbia Guide to the Holocaust, Columbia University Press, 200, p 49
  8. "Jewish Response to the Porrajmos (The Romani Holocaust)," Center for Holocaust and Genocide Studies, University of Minnesota (accessed June 24, 2005). Απολογισμοί θυμάτων από το Μουσείο του Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ
  9. "Το Πρόγραμμα Ευθανασίας" από την Εγκυκλοπαίδεια του Ολοκαυτώματος του Μουσείου Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ
  10. A. Hitler, Mein Kampf, σελ. 315 και 320.
  11. The American Mercury , Volume LII, No. 206, εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1941 προσπελάστηκε 21 Μαΐου 2006.
  12. Ο «Εξουσιοδοτικός Νόμος» (προσπελάστηκε 23 Φεβρουαρίου 2006).
  13. Αποδείξεις για τις διώξεις κατά των Μασόνων από το Αναμνηστικό Μουσείο Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ (προσπελάστηκε 21 Μαΐου 2006).
  14. The Encyclopedia of the Holocaust, τομ. 2, σελ. 531, σε παράθεση του Katz, Jews and Freemasons in Europe.
  15. Bro. E Howe, Freemasonry in Germany, Quatuor Coronati Lodge, Αρ. 2076 (UGLE), 1984 Yearbook.
  16. Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα του Αναμνηστικού Μουσείου Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ.
  17. Ο υπολογισμός αυτού του αριθμού δίνεται στην επίσημη ιστοσελίδα της Μεγάλης Στοάς της Σκωτίας.
  18. Heinz Heger, Men with the Pink Triangle, Alyson Publishing: 1994
  19. Βλέπε σχετική ιστοσελίδα του Αναμνηστικού Μουσείου Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ και το τεύχος της 15ης Οκτωβρίου 2007 του περιοδικού Η Σκοπιά.
  20. Η εφημερίδα Καθημερινή, στο τεύχος της 18ης Ιουνίου 2006, αναφέρει: «Καθόλου περιττή ιδέα δεν θα ήταν πάντως να αναρωτηθεί πρώτα ο ποντίφικας πού ήταν η Αγία Εδρα στο Άουσβιτς, ποια η στάση του καθολικισμού και των λοιπών δογμάτων έναντι του Χίτλερ αλλά και του Μουσολίνι. Αρκούν εδώ λίγες λέξεις από τον 6ο τόμο της «Γενικής Ιστορίας της Ευρώπης» του F.- G. Dreyfus, του Roland Marx και του Raymond Poidevin (εκδ. Παπαζήση, 1990): «Αναμφίβολα, η μεγαλύτερη πλειοψηφία των διαμαρτυρομένων δέχτηκε χωρίς μεγάλη δυσκολία το Γ΄ Ράιχ. Στις 20 Ιουλίου του 1933 υπογράφεται συνθήκη μεταξύ Αγίας Εδρας και Γ΄ Ράιχ, που δίνει στην Εκκλησία σημαντικά προνόμια και επιτρέπει στον Χίτλερ να υπολογίζει στην υποστήριξη των καθολικών. Από τις αρχές του 1934, όμως, οι σχέσεις τους εντείνονται. [...] Ο καρδινάλιος Αρχιεπίσκοπος του Μονάχου επιτίθεται θαρραλέα κατά του ναζισμού, αλλά δεν πρόκειται παρά για μειοψηφία. [...] Οι γερμανικές εκκλησίες, εγκαταλελειμμένες ως επί το πλείστον από τις αδελφές τους της Ευρώπης, δεν αντιστάθηκαν ιδιαίτερα. Καμία δεν αγωνίστηκε έντονα κατά του ναζισμού». Όσο για τη σχέση με το μουσολινικό καθεστώς, μετά την εγκύκλιο του πάπα Πίου του 11ου, «δεν έμειναν παρά μόνο σποραδικές συγκρούσεις μεταξύ Καθολικής Εκκλησίας και φασισμού»» [1].
  21. Η ιταλική εγκυκλοπαίδεια Enciclopedia del Novecento, (έκδοση Institute of the Italian Encyclopedia), αναφέρει στο λήμμα «Εθνικοσοσιαλισμός»: "But since the episcopacy, after agreeing to an unusually obliging concordat (with the Nazis), was hesitant to go openly against the regime, and since Secretary of State cardinal Pacelli (later pope Pius XII) looked favorably on the anti-Bolshevik aspect of the Third Reich . . . the tension never exploded into a formal rupture. [...] Nevertheless relations between the regime and the churches, who avoided absolutely uttering a word against the persecution of Jews and Jehovah’s Witnesses, were in a state of suspension, since Hitler, against Bormann’s view, forbade actions clearly anticlerical until the war would be over. [...] The majority of the clergy of the two creeds, (Lutheran and Catholic) maintained behavior that was outwardly loyal to the regime [...] In foreign politics the conciliatory attitude of the Vatican was of valid support to the regime, especially during the stage of its rise to power". (Τόμος IV, σ. 519) Ο Καρδινάλιος Φάουλχαμπερ είχε πει σε λόγο του: «Είστε όλοι μάρτυρες του γεγονότος ότι σε όλες τις Κυριακές και τις γιορτές στην κύρια δοξολογία προσευχόμαστε σε όλες τις εκκλησίες για τον Φύρερ σύμφωνα με την υπόσχεση που δώσαμε στο Κονκορδάτο. [...] Νιώθουμε προσβεβλημένοι όταν αμφισβητούν την αφοσίωσή μας προς το κράτος». (Amtsblatt für die Erzdiözese München und Freising, ένθετο Αρ. 16, 12 Ιουνίου 1936, σ. 7) Επίσης, The Vatican in World Politics, Μανχάταν, 1949, σσ. 165-170· Columbia Encyclopedia, σ. 1240.
  22. Blacks during the Holocaust from the US Holocaust Museum's Encyclopedia of the Holocaust
  23. Douglas Davis, "7 million died in Holocaust," Jerusalem Post, May 20, 1997 (accessed June 8, 2005).
  24. "http://replay.waybackmachine.org/20050216025625/http://www1.yadvashem.org/about_holocaust/faqs/answers/faq_3.html How many Jews were murdered in the Holocaust? How do we know? Do we have their names?]," Yad Vashem (accessed June 8, 2005). A detailed breakdown of various estimates of the victims is available from the Online Library of the United States Holocaust Museum (accessed August 10, 2005)
  25. Poles: Victims of the Nazi Era at the US Holocaust Museum
  26. Polish Victims of the Holocaust, Holocaust Teachers' Guide.
  27. Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα του Αναμνηστικού Μουσείου Ολοκαυτώματος των Η.Π.Α.
  28. Hilberg, Raul. The destruction of the European Jews (Yale Univ. Press, 2003, c1961).
  29. Yisrael Gutman, Michael Berenbaum, Raul Hilberg, Franciszek Piper, Yehuda Baur, Anatomy of the Auschwitz Death Camp, Indiana University Press, 1998, p.71.
  30. Gilbert, Martin, Atlas of the Holocaust, New York: William Morrow and Company, Inc, 1993.
  31. Lucy Dawidowicz, The War Against The Jews, 1933-1945, New York : Holt, Rinehart and Winston, 1975 ISBN 0-03-013661-X
  32. Wolfgang Benz in Dimension des Volksmords: Die Zahl der Judischen Opfer des Nationalsocialismus (Munich: Deutscher Taschebuch Verlag, 1991). Israel Gutman, Encyclopedia of the Holocaust, MacMillan Reference Books; Reference edition (October 1, 1995)
  33. Βλέπε www.deathcamps.org/occupation/ghettolist.htm για κατάλογο πόλεων με γκέτο.
  34. Ρουμανία: Αντικρύζοντας το παρελθόν" στα αγγλικά , δημοσιευμένο στο ίντερνετ το Μάριο του 2005.
  35. Ad van Liempt, A Price on Their Heads, Kopgeld, Dutch bounty hunters in search of Jews, 1943, NLPVF (accessed June 8, 2005).
  36. "Victims and Perpetrators, Michal Kabác: Slovak Hlinka Guard," PBS (accessed June 8, 2005).
  37. "The Holocaust in Hungary" Prof. Jonathan Petropoulos, Claremont McKenna College. Δείτε επίσης τη σελίδα του Ουγγρικού Μουσείου του Ολοκαυτώματος
  38. "Γιασένοβατς" στην Εβραϊκή Εικονική Βιβλιοθήκη
  39. «Το Ολοκαύτωμα στη Λετονία: Εισαγωγή» του Andrew Ezergailis, απόσπασμα βιβλίου, Ινστιτούτο Ιστορίας της Λετονίας, 1996.
  40. Richard Breitman, "What Diplomats Learned about the Holocaust," Εθνικά Αρχείο των ΗΠΑ (προσπελασμένο 30 Αυγούστου, 2005).
  41. John Ezard, "Germans knew of Holocaust Horror about Death Camps," Guardian, 17 Φεβρουαρίου 2001.
  42. Δεληκωστόπουλος Αθανάσιος, 'Ορθοδοξία, η σύγχρονη πρόκληση', 3η έκδ., εκδ. Άλφα-Δέλτα, Αθήνα 1990, σελ. 147-148.
  43. Donald L. Niewyk, ed. The Holocaust: Problems and Perspectives of Interpretation, D.C. Heath and Company, 1992.
  44. "Ιος" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, 24 Σεπτεμβρίου 2006.
  45. Gord McFee, "why 'Revisionism' isn't," The Holocaust History Project (accessed June 8, 2005).
  46. Τον Δεκέμβριο του 2006 υπήρξε Διάσκεψη για το Εβραϊκό Ολοκαύτωμα στην Τεχεράνη. [2]
  47. Ελευθεροτυπία, 4 Δεκεμβρίου 2007, «Στη δίκη για το βιβλίο του Κ. Πλεύρη «Οι Εβραίοι»: Οργή και ύβρεις», 5 Δεκεμβρίου 2007, «Αμετανόητος Πλεύρης», Η Καθημερινή, 2 Δεκεμβρίου 2007, σ. 18, «Παρούσα στη δίκη για όλη την αλήθεια» και 14 Δεκεμβρίου 2007, «Καταδίκη Κ. Πλεύρη για φυλετικές διακρίσεις».
  48. Ο Άριμπερτ Χάιμ κατηγορείται για τη δολοφονία εκατοντάδων κρατουμένων με ιατρικές τεχνικές, όπως οι ακρωτηριασμοί χωρίς αναισθητικό για να διαπιστώσει το μέγεθος του πόνου που θα μπορούσε να αντέξει ένα άνθρωπος προτού χάσει τη ζωή του και η αφαίρεση οργάνων από ασθενείς που διατηρούσαν τις αισθήσεις τους. (Το Βήμα, 20ης Ιουλίου 2008, σ. Α37, «Ο "Δρ Θάνατος" των ναζιστών»)
  49. Εφημ. "Τα Νέα" Ο Δόκτωρ θάνατος ζούσε στο Κάιρο 6-2-2009
  50. "Holocaust survivors 'in poverty'", BBC, 29 Δεκεμβρίου 2005.
  51. "Social Safety Nets" (PDF), In Re Holocaust Victim Assets Litigation (Swiss Banks), 11 Σεπτεμβρίου 2000.
  52. Εθνικό Τυπογραφείο

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Dean, Martin: Robbing the Jews - The Cofiscation of Jewish Property in the Holocaust, 1935 - 1945, Cambridge University Press, 2008.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]