Εικονοστάσιο (τέμπλο)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εικονοστάσι ορθόδοξου ρωσικού ναού

Το εικονοστάσιο ή τέμπλο είναι ένα αρχιτεκτονικό κατασκεύασμα το οποίο χωρίζει τον κυρίως ναό από το Ιερό Βήμα.

Ο όρος τέμπλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη τέμπλο προέρχεται από την λατινική λέξη templum που σημαίνει τέμενος, δηλαδή χώρος ιερός, διακριτός από κάποιον άλλο και προοριζόμενος για τη λατρεία του Θεού.

Το τέμπλο στους προχριστιανικούς ναους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τέμπλο ως ένα είδος φράγματος δεν ήταν άγνωστο στους προχριστιανικούς αρχαίους ελληνικούς και ιουδαΐκούς ναούς. Με αυτό διαχωριζόταν ο κυρίως ναός από το άδυτο.

Το τέμπλο στον χριστιανικό ναό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος απαντάται σε αγιολογικές πηγές από τον 7ο αιώνα μ.Χ.: στα Θαύματα του Αγίου Αρτεμίου, στον Βίο του ιερέως Φιλίππου και τον 8ο αιώνα σε κείμενα του Θεόδωρου Στουδίτη.

Παλιότερα απέδιδε με άλλες ονομασίες την συγκεκριμένη αρχιτεκτονική κατασκευή: ιεραί κιγκλίδες, κάγκελλοι/κάγκελλα, δρύφακτα, στήθεα, θώρακες, έρκος, περίβολος, περιφραγή, διάστυλα. Όσον αφορά τον όρο Εικονοστασιο απαντάται μεταγενέστερα, στο Τυπικόν της Μονής Κεχαριτωμένης στην Κωνσταντινούπολη (11ος αιώνας) και στον Ψευδο-Κωδινό (15ος αιώνας)

Η επικοινωνία ιερού Βήματος και κυρίως ναού γίνεται με τις τρεις θύρες του εικονοστασίου, την ωραία πύλη (κεντρική), από την οποία μπαινοβγαίνουν μόνο οι λειτουργοί, τη βόρεια και τη νότια πύλη.

Παλαιοχριστιανική-πρωτοβυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις παλαιοχριστιανικές βασιλικές ήταν ένα απλό χαμηλό διάφραγμα, μπροστά από το οποίο κρεμούσαν τα «καταπετάσματα» ή «βήλα» και είχε μικρούς κίονες και μαρμάρινα ή ξύλινα θωράκια. Πάνω στους κίονες αναρτούσαν μικρές εικόνες, χωρίς να εμποδίζουν τη θέα προς την Αγία Τράπεζα. Το υψηλό τέμπλο υπάρχει αρκετά νωρίς όμως: σε εκφράσεις ναών που μας σώζονται όπως του Ευσέβιου Καισαρείας, του Παύλου Σιλεντιάριου (6ος αι.), στα Θαύματα του Αγίου Αρτεμίου (7ος αι) αναφέρεται κάτι τέτοιο.

Πριν την εικονομαχική περίοδο το φράγμα του Ιερού Βήματος έλαβε τρεις παραλλαγές κατά την κατά πλάτος διαμόρφωσή του: α)φράγμα σε σχήμα Π. β) φράγμα ευθύγραμμο γ) φράγμα ασυνεχές. Μέχρι τον 4ο αιώνα το φράγμα κατασκευάζεται από μέταλλο ή ξύλο ενώ από τα μέσα του 4ου γίνεται και λίθινο. Η βάση του έφτανε τα 0,15 έως τα 0,30 μέτρα ώστε το Ιερό Βήμα να βρίσκεται κατά μια κλίμακα ψηλότερα από τον υπόλοιπο ναό. Το φράγμα υψωνόταν από τα 0,70 έως το 1 μέτρο. Τα ύψη αυτά διακαιολογούσαν τις ονομασίες στηθέον, θώραξ επειδή προσέγγιζε στο ύψος του ανθρώπινου στήθους. Την ίδια περίοδο οι βοηθητικοί χώροι της πρόθεσης και του Διακονικού μεταφέρονται στο ανατολικό τμήμα του ναού και το τέμπλο προσαρμόζεται σε αυτήν την εξέλιξη επεκτεινόμενο πέρα από τις κιονοστοιχίες του κεντρικού κλίτους μέχρι τους εξωτερικούς τοίχους του ναού. Τους 5ο και 6ο αιώνες χαμηλό και υψηλό τέμπλο συνυπάρχουν ενώ από τον 7ο αιώνα δεν αναφέρεται χαμηλό φράγμα.


Μεσοβυζαντινή-υστεροβυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την επικράτηση των Εικονόφιλων σταθεροποιήται η μορφή του ψηλού τέμπλου με κιονίσκους και πεσσίσκους με συμφυείς κιονίσκους οι οποίοι στηρίζουν ένα οριζόντιο επιστύλιο με επιστύλιο-γείσο.


Σήμερα, στα εικονοστάσια βρίσκονται αφενός ζωγραφισμένες μεγάλες εικόνες, αφετέρου, κάτω από αυτές, είναι ανηρτημένες μικρές εικόνες με το ίδιο θέμα για προσκύνηση. Οι μεγάλες εικόνες είναι συνήθως αυτές της Παναγίας, του Χριστού, του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή και του Αγίου στον οποίο είναι αφιερωμένος ο Ναός.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ἀγγελική Τριβυζαδάκη, «Ἡ διαμόρφωση του Τέμπλου», Θεοδρομία, τ/χ.1-3 (Ιανουάριος-Σεπτέμβριος 2002), σελ.236-253

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη, Εκδοτικός Οίκος Ελευθερουδάκης Α.Ε., 1929
  • Άρθρο Το Ιερό Βήμα, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, ανακτήθηκε στις 17 Ιουνίου 2007
  • Efthalia Rentetzi, Le iconostasi delle chiese greche in Italia[1], Apostoliki Diakonia, Atene 2008.