Ορλωφικά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Μάχη της Χίου, έργο του Ιβάν Αϊβαζόφσκι (1848). Η μάχη έλαβε χώρα στις 24 Ιουνίου 1770.

Με τη δημώδη ονομασία Ορλωφικά, ή Ορλοφικά, ή περισσότερο λόγιο Ορλώφεια (τα), φέρεται περισσότερο γνωστή στην ιστορία του Ανατολικού Ζητήματος, η αποτυχημένη εξέγερση των ορθοδόξων χριστιανών της Βαλκανικής, όπως των Σέρβων, των Βοσνίων, των Μαυροβουνιωτών και κυρίως των Ελλήνων της Στερεάς Ελλάδας της Πελοποννήσου και της Κρήτης κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1770, την εποχή του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-74), καθώς και οι ναυτικές επιχειρήσεις των Ρώσων στη νότια Πελοπόννησο, στα νησιά του Αιγαίου και στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας με τεράστιες οδυνηρές συνέπειες στους εξεγερθέντες. Βασικός υποκινητής αυτής της εξέγερσης των Ελλήνων ήταν ο Γεώργιος Παπαζώλης, η δε ονομασία της προήλθε από το όνομα των πατρώνων αυτής, Ρώσων αξιωματούχων, αδελφών Ορλώφ.

Η βαλκανική πολιτική της Ρωσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επί βασιλείας του σπουδαίου αναμορφωτή της Ρωσίας, σε Μεγάλη Δύναμη, Τσάρου Μεγάλου Πέτρου Α΄ άρχισε να καθίσταται η ανάγκη δημιουργίας στόλου και η έξοδος της χώρας στη Μαύρη θάλασσα και στη συνέχεια στη Μεσόγειο όπως αυτό διαφάνηκε στη περίφημη Συνθήκη του Κάρλοβιτς, που αποτέλεσε σταθμό στα δρώμενα της Μεσογείου και ιδιαίτερα στο Αιγαίο. Δημιουργός του ανύπαρκτου μέχρι τότε τσαρικού στόλου ήταν ο ελληνικής καταγωγής Ιβάν Μπότσης. Με τη συνθήκη εκείνη όπου πολλά ελλαδικά μέρη πέρασαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ενώ για την Πελοπόννησο άρχιζε η δεύτερη τουρκοκρατία φυσικό επόμενο ήταν οι ορθόδοξοι χριστιανοί της νότιας ευρύτερης περιοχής της Βαλκανικής και κυρίως οι Έλληνες ν΄ αρχίσουν να προσβλέπουν στην ομόθρησκη αυτή Δύναμη αναπτύσσοντας έτσι ένα φιλορωσισμό. Το φιλορωσισμό εκείνο ενίσχυσαν ακόμα προφητείες και θρύλοι για την λυτρωτική επέμβαση από ένα ομόθρησκο κράτος, που έβρισκαν πρόσφορο έδαφος και συγκινούσαν όλες τις κοινωνικές τάξεις.[1]
Ο Μέγας Πέτρος ανταποκρινόμενος θετικά στη προσδοκία αυτή έκανε ό,τι μπορούσε προκειμένου να την ενισχύει υπέρ των βλέψεών του ξεκινώντας αρχικά από τους Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας και στη συνέχεια της Βαλκανικής. Η βαλκανική πολιτική του Μεγάλου Πέτρου αν και ανεστάλη προσωρινά ύστερα από την ήττα του στον Προύθο (1711) κληρονομήθηκε ως φυσική συνέχεια στους διαδόχους του.

Επί βασιλείας της Τσαρίνας Άννας, στη δεκαετία 1730-1740, ο διάσημος Ρώσος (εκ Γερμανίας) και σπουδαίος φιλέλληνας στρατάρχης Μιούνιχ ή Μύνιχ υπέβαλε ένα μεγαλόπνοο και ευφυέστατο σχέδιο στραγγαλισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από δυτικά προτρέποντας και ενισχύοντας τους ομόδοξους λαούς της Βαλκανικής σε εξέγερση, δρώντας έτσι επικουρικά για τους Ρώσους ως αντιπερισπασμός για τους Τούρκους. στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο, διασπέρνοντας μάλιστα και ο ίδιος από τη Μολδαβία σχετικές προκηρύξεις. Το αποκαλούμενο αυτό σχέδιο Μύνιχ αποτέλεσε στη συνέχεια δόγμα για τους μετέπειτα ηγεμόνες της Ρωσίας, ιδίως από την Αικατερίνη Β', που βρισκόταν σε πόλεμο με την Υψηλή Πύλη από τον Ιανουάριο του 1769 προβάλλοντας ως επιχείρημα την προστασία των ομοδόξων της χριστιανών, πολιτική που ακολούθησε έντονα αργότερα και ο Τσάρος Αλέξανδρος Α' της Ρωσίας.

Το σχέδιο εξέγερσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μάχη του Τσεσμέ

Το σχέδιο για την επέμβαση των ρωσικών ναυτικών δυνάμεων στην Ελλάδα υπέβαλαν στη φιλόδοξη αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη Β΄ οι ευνοούμενοι και συνεργάτες της, αδελφοί Γκριγκόρι, Αλεξέι και Φιοντόρ Ορλώφ από τους οποίους ονομάσθηκε και το κίνημα. Σύνδεσμοι των Ορλώφ στην Ελλάδα ήταν ο Γεώργιος Παπαζώλης, ο Εμμανουήλ Σάρρος, ο αρχιμανδίτης Αδαμόπουλος κ.α. Πριν αρχίσουν ωστόσο οι επιχειρήσεις, οι δύο αδελφοί Ορλώφ εγκαταστάθηκαν κρυφά στη Βενετία και άρχισαν συνεννοήσεις με τους Έλληνες που ζούσαν στην ιταλική πόλη και τους πράκτορές τους, οι οποίοι πηγαινοέρχονταν στην Ήπειρο, στη Μακεδονία και στην Πελοπόννησο.
Στην Πελοπόννησο ο Παπαζώλης βρήκε αρκετή ανταπόκριση, με εξαίρεση τη Μάνη όπου αρχικά αντιμετώπισε δυσπιστία. Στην Καλαμάτα συνεργάστηκε με τον Παναγιώτη Μπενάκη, πλούσιο γαιοκτήμονα και έμπορο, στον πύργο του οποίου συγκεντρώθηκαν και άλλοι προύχοντες και κληρικοί. Μέσα σε ενθουσιασμό και χωρίς ψύχραιμη εξέταση της κατάστασης, οι παριστάμενοι υπόγραψαν έγγραφο με το οποίο υπόσχονταν να εξεγείρουν πάνω από 100.000 Έλληνες μόλις θα εμφανίζονταν τα ρωσικά πλοία στις ακτές του Μοριά. Οι Μανιάτες, παρ' ό,τι είχαν πληροφορηθεί από ανθρώπους τους στην Ιταλία ότι οι υποσχέσεις του Παπαζώλη ήταν χωρίς αντίκρυσμα, υποσχέθηκαν ότι θα βοηθούσαν τους Ρώσους όταν θα έρχονταν στην Πελοπόννησο με τον όρο ότι οι ρωσικές δυνάμεις δεν θα ήταν λιγότερες από 10.000 άνδρες.
Οι Αλέξιος και Θεόδωρος Ορλώφ αναχώρησαν το 1768 από τη Ρωσία και έφτασαν στη Βενετία όπου συνεργάστηκαν με τον Πάνο Μαρουτσή, γόνο γνωστής ηπειρωτικής οικογένειας εμπόρων και ευεργέτη, καθώς και με τον ζακυνθινό κόμη Μοτζενίγο. Ο τελευταίος τους εφοδίασε με χάρτες και στρατιωτικές πληροφορίες για τις δυνάμεις των Τούρκων στην Πελοπόννησο και αλλού. Στη Βενετία, όπου έφτασε και ο Παπαζώλης, καταστρώνονταν στρατηγικά σχέδια και στρατολογούνταν εθελοντές. Όμως οι κινήσεις τους έγιναν αντιληπτές από τις ενετικές αρχές και αναγκάστηκαν να φύγουν και να εγκατασταθούν στη Γένοβα όπου αγόρασαν ένα πλοίο με 20 πυροβόλα. Αναγκάστηκαν να φύγουν και από εκεί και να μεταφέρουν το στρατηγείο τους στο δουκάτο της Τοσκάνης.

Όταν εξερράγη ο ρωσοτουρκικός πόλεμος στις 30 Σεπτεμβρίου 1768, η Αικατερίνη Β’ επεχείρησε να εξεγείρει τους χριστιανούς των Βαλκανίων δίνοντας στον πόλεμο το χαρακτήρα σταυροφορίας κατά του ισλαμισμού. Οι Έλληνες νόμισαν ότι πλησίαζε το τέλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η ανασύσταση της Βυζαντινής. Περισσότερο ενθουσιώδεις ήταν οι Έλληνες κληρικοί, ανώτεροι και κατώτεροι, οι οποίοι βοήθησαν το έργο των Ρώσων πρακτόρων διαδίδοντας τις προφητείες και κάνοντας προμήθειες από όπλα και πολεμοφόδια.[2]

Έντονες επαναστατικές προετοιμασίες γίνονταν στην Πελοπόννησο με αποθήκευση τροφίμων και προμηθειών. Στην Ηλεία ο Ζαΐμης με δικές του δαπάνες συγκέντρωσε μεγάλες ποσότητες τροφίμων. Ο Μπενάκης συγκέντρωσε σώμα από 400 μισθοφόρους και ανάλογες ενέργειες έκανε ο Μαυρομιχάλης στη Μάνη. Παράλληλα, κληρικοί και πρόκριτοι ανέλαβαν έντονη εκστρατεία για την τόνωση του φρονήματος του πληθυσμού. Φαίνεται όμως ότι αυτές οι ενέργειες είχαν έλθει εις γνώση των τουρκικών αρχών. Φαίνεται επίσης ότι κάποιες οικογένειες που συμμετείχαν στην εξέγερση είχαν επαφές και με τους Τούρκους. Ταυτόχρονα, σε ρωσικά ναυπηγεία ετοιμάζονταν πλοία. Κατά τα μέσα του 1769 ήταν έτοιμος ο στόλος που θα κατερχόταν στη Μεσόγειο και στα τέλη Ιουνίου ανεχώρησε η πρώτη μοίρα από την Κροστάνδη υπό την ηγεσία του ναυάρχου Σπυριδώφ, αλλά με ουσιαστικό διοικητή των Άγγλο ναύαρχο Greyg.

Οι παράγοντες που έκαναν περισσότερο δεκτικούς τους Κοτσαμπάσηδες της Πελοποννήσου ήταν, κατά ορισμένη άποψη: Α) η ένταξη του ρωσικού σχεδίου εξέγερσης στους κοινωνικοπολιτικούς προσανατολισμούς των κοτσαμπάσηδων που ενισχύετο από την ανασφάλεια και τον φόβο των Κοτσαμπάσηδων που κορυφώθηκαν σε δυσαρέσκεια, λόγω των ανταγωνισμών των τοπικών προυχόντων αλλά και των παρεμβάσεων της Υψηλής Πύλης. Β) Η έντονα διάχυτη προσδοκία που υπήρχε σχετικά με την έλευση των Ρώσων, η οποία εκαλλιεργείτο από προφητείες και χρησμούς της μεσσιανικής θεολογίας. Γ) Η καλλιέργεια εκ μέρους της Ρωσίας της υποδοχής της ως προστάτη και λυτρωτή των Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[3]

Κατά τον Ν. Σαρρή σημαντικό ρόλο στην επανάσταση έπαιξε η συναισθηματική φόρτιση των χριστιανών «ρεαγιάδων» λόγω της βαθιάς καταφρόνησης και των εξευτελισμών που υφίσταντο από τους Τούρκους και της μεγάλης αντίθεσης μεταξύ αυτών των δύο πλευρών. Αυτή η ψυχική φόρτιση εξηγεί και τη στροφή του ελληνισμού προς τη Ρωσία. Παράδειγμα αυτής της τάσης ήταν απήχηση των «χρησμών» του Αγαθάγγελου που αναφερόταν στο «ξανθό γένος» που έμελλε να ελευθερώσει τους υπόδουλους Έλληνες από τον οθωμανικό ζυγό. Εξ άλλου, από το 1753 ο ευεργέτης Ι. Πρίγκος που ζούσε τότε στο Άμστερνταμ αποκαλούσε τη Ρωσία «κοινή των ορθοδόξων μητέρα και μόνη ελπιδα και καταφυγή του δυστυχούς μας γένους».[4]

Η Εξέγερση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του Ιουλίου 1769 άρχισε η αποστολή της πρώτης ρωσικής ναυτικής μοίρας στο Αιγαίο, με διοικητή τον ναύαρχο Γκριγκόρι Σπιρίντοφ και τον Άγγλο αξιωματικό Γκρέιγ, ο οποίος υπηρετούσε το ρωσικό ναυτικό. Χρέη τοποτηρητή του στόλου είχε ο Μυκονιάτης πλοίαρχος Αντώνιος Ψαρός. Λίγο αργότερα ξεκίνησε από τη Βαλτική δεύτερη ρωσική μοίρα, με διοικητή τον Σκοτσέζο Έλφινστον και, στις αρχές Ιουνίου, αναχώρησε για το Αιγαίο και τρίτη ρωσική δύναμη, με διοικητή τον Δανό υποναύαρχο Αρφ. Ο Φιόντορ Ορλώφ έσπευσε να συναντήσει το μεγαλύτερο τμήμα του ρωσικού στόλου στην Μαόν της Μινόρκας, απέσπασε ένα πολεμικό και με τρία ακόμη πλοία, τα οποία είχε εξοπλίσει στο Λιβόρνο, έφτασε στις 17 Φεβρουαρίου 1770 στο Οίτυλο της Μάνης και κήρυξε την επανάσταση.

Οι επαναστάτες συγκρότησαν αμέσως δύο λεγεώνες (συνολικά περίπου 1.450 άνδρες) και την 1 Μαρτίου άρχισε η πολιορκία της Κορώνης. Άλλη επαναστατική δύναμη Μανιατών και Ρώσων κυρίευσε τον Μιστρά, όπου και σχηματίσθηκε ο πρώτος πυρήνας ελληνικής προσωρινής κυβέρνησης με επικεφαλής τον Αντώνιο Ψαρρό. Ύστερα από την επιτυχία αυτή, η εξέγερση γενικεύτηκε σε πολλές επαρχίες της Πελοπονήσσου (Κορινθία, Αργολίδα, Κυπαρισσία, Αχαϊα), αλλά και σε άλλες ελληνικές περιοχές (στην Κρήτη με τον Δασκαλογιάννη, στη Ήπειρο με τους Χειμαριώτες, στο Μεσολόγγι με τον Αναστάσιο Παλαμά). Οι επιχειρήσεις ωστόσο γρήγορα εξελίχθηκαν σε άγριες λεηλασίες και σφαγές αμάχων και η τελική, κρίσιμη αναμέτρηση των αντιπάλων έληξε με την καταστροφή των ελληνικών στρατευμάτων στην πολιορκία της Τριπολιτσάς (29 Μαρτίου 1770), όπου στο μεταξύ είχαν καταφθάσει ισχυρές δυνάμεις Τουρκαλβανών, οι οποίοι κατέπνιξαν την εξέγερση επιδιδόμενοι σε φοβερές σφαγές και λεηλασίες. Την αποτυχία της Τριπολιτσάς αντιστάθμισε για λίγο η κατάληψη του Ναυαρίνου από τους Ρώσους (10 Απριλίου) και η άφιξη του Αλεξέι Ορλώφ, αλλά η αποτυχία των επαναστατών στο στενό του Ριζόμυλου, στον Μελίπυργο και κυρίως στην Μεθώνη οδήγησε σε άδοξο τέλος την επιχείρηση των Ορλώφ και των Ελλήνων της Πελοποννήσου, και το Ναυαρίνο εγκαταλείφθηκε στις 26 Μαρτίου 1770.

Η κατάληξη της Ρωσοτουρκικής διαμάχης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκκλησία στο Τσάρκογιε-Σέλο

Ο Αλεξέι Ορλώφ και οι συνεργάτες τους δεν μπορούσαν όμως να επιστρέψουν στη Ρωσία χωρίς κάποια εντυπωσιακή νίκη. Άρχισαν λοιπόν τη συστηματική καταδίωξη του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο, η οποία κατέληξε στη μεγάλη νικηφόρο για τους Ρώσους ναυμαχία του Τσεσμέ (4 Ιουλίου 1770), μεταξύ Χίου και μικρασιατικών παράλιων, η οποία αποτέλεσε μία από τις σοβαρότερες ναυτικές καταστροφές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ωστόσο, οι Ορλώφ δεν κατόρθωσαν να περάσουν τα Δαρδανέλια, όπου στο μεταξύ ο βαρόνος Ντε Τοτ και οι Γάλλοι σύμμαχοι των Τούρκων είχαν οργανώσει την άμυνα και είχαν κατασκευάσει ισχυρά οχυρωματικά έργα. Κατόπιν τούτου εγκαταστάθηκαν στο λιμάνι της Νάουσας στην Πάρο, όπου έμειναν άπρακτοι έως την υπογραφή της συνθήκης Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774),[5] η οποία αποκαθιστούσε την ειρήνη στο Αιγαίο. Στη δεκαετή επέτειο (1780) σε ανάμνηση της νίκης αυτής κτίσθηκε στο Τσάρσκοε Σελό (Tsarkoe Selo) η περίφημη εκκλησία του Ιωάννη του Βαπτιστή γιατί η νίκη επιτεύχθηκε την ημέρα της γιορτής του και ανεγέρθηκε και ειδική στήλη.

Τα μετέπειτα στον ελληνικό χώρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέσως μετά την αποχώρηση των Ρώσων, μέλη της οθωμανικής κυβέρνησης (Διβάνι) πρότειναν την γενική σφαγή των Ελλήνων, αδιακρίτως φύλου κι ηλικίας. Όλοι συμφώνησαν εκτός από τον αρχιναύαρχο Χασάν Τζεζαϊρλή, ο οποίος κατόρθωσε τελικά να επιβάλει την άποψή του με το ακαταμάχητο επιχείρημα «Εάν φονευθώσιν όλοι οι Έλληνες, ποίος θα πληρώνη το χαράτσι;»[6]

Ύστερα (προφανώς μετά το 1774, δηλαδή μετά την αποχώρηση του Ρωσικού στόλου από τις Κυκλάδες και την συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή) ο Χασάν έπλευσε στα νησιά του Αιγαίου. Πολλών τα πλοία είχαν υψώσει την ρωσική σημαία κατά την διάρκεια της επανάστασης και πραγματοποιούσαν καταδρομές στα παράλια, συλλήψεις πλοίων και λεηλασίες. Αλλά ενώ οι κάτοικοι περίμεναν έντρομοι την εκδικητική μανία των Τούρκων, ο Χασάν φέρθηκε ηπιότατα επηρεασμένος από τον διερμηνέα του στόλου Νικόλαο Μαυρογένη.

Στην Πελοπόννησο όμως οι συνθήκες που επικράτησαν μετά την καταστολή της επανάστασης ήταν φοβερές για τους Έλληνες. Οι Αλβανοί, τους οποίους οι Τούρκοι είχαν εξαπολύσει κατά των Ελλήνων, επί εννέα χρόνια λεηλατούσαν την χερσόνησο, έκαιγαν, έσφαζαν, εξανδραπόδιζαν και πουλούσαν τους κατοίκους. Οι κάτοικοι της Βοστίτσας (Αιγίου) σφάχτηκαν όλοι, οι Σπέτσες ερημώθηκαν. Όταν δεν έβρισκαν πρόχειρη λεία ανάγκαζαν οι Αλβανοί τους Πελοποννήσιους να υπογράψουν χρεωστικές ομολογίες και πολλοί είχαν τέτοιες στα χέρια τους για πεντακόσιες ή εξακόσιες χιλιάδες γρόσια. Όσοι Έλληνες μπόρεσαν, κρύφτηκαν στα βουνά ή κατέφυγαν στην Επτάνησο. Ακόμα κ’ οι Μανιάτες ανέβηκαν στα κρυσφήγετα του Ταΰγετου και οι οικισμοί τους λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν.

Η Οθωμανική κυβέρνηση τους διέταξε επανειλημμένως να αποχωρήσουν αλλά οι Αλβανοί περιγελούσαν τις εντολές, ποδοπατούσαν τα σουλτανικά διατάγματα και άρχισαν να επιτίθενται και κατά των Τούρκων, απαιτώντας μισθούς και φόρους. Τελικά ο σουλτάνος αποφάσισε την εξόντωσή τους και την ανέθεσε στον Χασάν Τζεζαϊρλή.

Όταν οι Αλβανοί έμαθαν τις εναντίον τους ετοιμασίες, διεμήνυσαν στον σουλτάνο ότι είναι πιστοί του υπήκοοι που ζητούν μόνο δικαιοσύνη και ότι θα φύγουν μόλις τους πληρώσουν οι Πελοποννήσιοι τα χρήματα που τους χρωστούν, δηλ. τις ομολογίες. Ο σουλτάνος έστειλε δύο νομομαθείς να εξετάσουν τις απαιτήσεις των Αλβανών, αυτοί όμως, αν και κατάλαβαν το άδικο των απαιτήσεων αυτών, δεν τόλμησαν να εκδώσουν απόφαση.[7] Συγχρόνως όμως ο αρχιναύαρχος διατάχθηκε να προχωρήσει.

Ο στόλος του Χασάν έφτασε στην Αργολίδα και οι δυνάμεις του στρατοπέδευσαν στο Άργος. Η κύρια δύναμη των Αλβανών από δέκα χιλιάδες άντρες ήταν οχυρωμένη στην Τριπολιτσά. Στις 10 Ιουλίου 1779 ο Χασάν, ύστερα από νυκτερινή πορεία, εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά μπροστά τους.[7]

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει ότι η δύναμη του Χασάν ήταν έξι χιλιάδες άντρες και τρεις χιλιάδες Κλέφτες του Μοριά που ενώθηκαν μαζί του ύστερα από «μπουγιουρντί (προσκυνοχάρτι)» που τους έστειλε ο αρχιναύαρχος για «να ευρή ο ραγιάς το δίκηό του». Ο πατέρας του Θεόδωρου, ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, απέφυγε να δηλώσει υποταγή στον Χασάν, κατέλαβε όμως με χίλιους άντρες τα στενά των Τρικόρφων, δυτικά της Τριπολιτσάς, για να εμποδίσει την υποχώρηση των Αλβανών. Ο Χασάν έστειλε τότε στον Κολοκοτρώνη μήνυμα «να πάγη σε δαύτονε διά να τον προσκυνήση» αλλά αυτός προφασίστηκε την κρισιμότητα των περιστάσεων και ο αρχιναύαρχος τον πίστεψε (ή έκανε πως τον πίστεψε) και του έστειλε μάλιστα και δώρα.[8]

Ο Χασάν επιτέθηκε αμέσως στους Αλβανούς οι οποίοι αμύνθηκαν λυσσωδώς αλλά τελικά τράπηκαν σε φυγή και κατασφάχτηκαν.[7] Κατά την διήγηση του Κολοκοτρώνη, δύο φορές τμήματα Αλβανών από 4.000 και 6.000 άντρες προσπάθησαν κατά την διάρκεια των εχθροπραξιών να απωθήσουν τον πατέρα του Κωνσταντίνο από τα Τρίκορφα, χωρίς όμως επιτυχία. Στο τέλος, ύστερα από την επικράτηση του Χασάν, όλοι οι Αλβανοί επιχείρησαν να εκβιάσουν την δίοδο, αλλά ο Κωνσταντίνος και οι άλλοι οπλαρχηγοί που έσπευσαν εν τω μεταξύ, τους συγκράτησαν ενώ το επερχόμενο τουρκικό ιππικό τους αποδεκάτισε.[9]

Μετά την νίκη του ο Χασάν διέταξε ν’ ανεγερθεί μπροστά από την ανατολική πλευρά της Τριπολιτσάς «πυραμίς εκ τεσσάρων χιλιάδων κεφαλών προσκεκολλημένων δι’ άμμου και ασβέστου» με επιγραφή που απειλούσε με θάνατο αυτόν που θα τολμούσε να την γκρεμίσει.[10]

Ύστερα ο Χασάν άρχισε τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και σύντομα η Πελοπόννησος απαλλάχτηκε οριστικά από τους Αλβανούς, οι οποίοι είτε εξοντώθηκαν είτε έφυγαν, όσοι μπόρεσαν. Σ’ εκείνη την εκστρατεία ο Χασάν προσπάθησε να περιορίσει την αυτονομία των Μανιατών,απέτυχε όμως[11] και συνέχισε τις επιχειρήσεις του κατά των Αλβανών στην υπόλοιπη Ελλάδα. Η τάξη αποκαταστάθηκε και οι Αλβανοί περιορίστηκαν στην πατρίδα τους.

Μετά από ένα χρόνο (1780) ο Χασάν επέστρεψε στην Πελοπόννησο για να υποτάξει τους Κλέφτες. Συνέλαβε με δόλο και θανάτωσε με ανασκολοπισμό τον μπέη της Μάνης Καπετανάκη Γρηγοράκη, του οποίου οι συγγενείς εκδικούμενοι κατέλαβαν το φρούριο του Πασαβά και εξολόθρευσαν επτακόσιες οικογένειες Τούρκων.[12] Η Μάνη υποχρεώθηκε σε καταβολή ετήσιου φόρου 15.000 αντί των μέχρι τότε 4.000 και στο εξής ο ηγεμόνας της (ο μπέης της Μάνης) έπρεπε να εγκρίνεται από την Υψηλή Πύλη. Οι περισσότεροι από τους Κλέφτες εξοντώθηκαν, μεταξύ αυτών και οι Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης και ο Παναγιώταρος Βενετσιανάκης που και πάλι δεν προσκύνησαν. Πολιορκήθηκαν επί δώδεκα μερόνυχτα σε δύο πύργους και τελικά σκοτώθηκαν σχεδόν όλοι, ο Παναγιώταρος, ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης και οι αδελφοί του Αποστόλης και Γεώργιος. Μεταξύ των λίγων διασωθέντων ο δεκάχρονος τότε Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.[13]

Προσωπικότητες που έλαβαν μέρος ή προετοίμασαν την επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τ.ΙΘ΄, σ.78 (Ορλώφεια, Ορλώφ)
  • Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής, 1846
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1860-1872
  • Κωνσταντίνος Σάθας, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, 1869, εκδ. Κ.Καμαρινόπουλου, 1962

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Ελληνική Ιστορία», τόμ 25 σ. 252, 1992
  2. Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία του νέου ελληνισμού, τομ. Δ’, 1973, σ. 384. Αναφέρεται στο Ν. Σαρρής, 1993, σ. 113.
  3. Διονύσιος Τζάκης, «Υποδαυλιζόμενοι παρά της Ρωσίας...Η συμμετοχή των κοτζαμπάσηδων στην εξέγερση του 1770 στην Πελοπόννησο», Ρωσία και Μεσόγειος Πρακτικά Α' Διεθνούς συνεδρίου (Αθήνα, 19-22 Μαΐου 2005), τομ.Β', εκδ.Ηρόδοτος, Αθήνα, 2011,σελ.13,23,24
  4. Ν. Σαρρής, 1993, σ. 113.
  5. Ωστόσο στην αυτοβιογραφία του ο Παναγιώτης Παπαναούμ αναφέρει ότι το 1834 στις Σπέτσες φιλοξενήθηκε εγκάρδια από την οικογένεια Ορλώφ
  6. Σάθας, 523.
  7. 7,0 7,1 7,2 Σάθας, 527.
  8. Κολοκοτρώνης, 5.
  9. Κολοκοτρώνης, 6.
  10. Σάθας, 528 και υποσημ.
  11. Παπαρρηγόπουλος, Βιβλίον ΙΔ΄, κεφ. Η΄, υποκεφ. ΙΖ΄.
  12. Σάθας, 533.
  13. Κολοκοτρώνης, 8. Παπαρρηγόπουλος, ο.π.

Βοηθήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κωνσταντίνος Σάθας, Τουρκοκρατημένη Ελλάς (1453-1821), Αθήνα, 1869
  • Γεώργιος Ρούσσος, Ο κουρσάρος του Αιγαίου (Λάμπρος Κατσώνης), ISBN 960-441-060-1
  • Διονύσιος Τζάκης, «Υποδαυλιζόμενοι παρά της Ρωσίας...Η συμμετοχή των κοτζαμπάσηδων στην εξέγερση του 1770 στην Πελοπόννησο», Ρωσία και Μεσόγειος Πρακτικά Α' Διεθνούς συνεδρίου (Αθήνα, 19-22 Μαΐου 2005), τομ.Β', εκδ.Ηρόδοτος, Αθήνα, 2011,σελ.11-31

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Brunet de Presle, W.(Vladimir), Grèce:depuis la conquête romaine jusqu' a nos jours /par Brunet de Presle et Alexandre Blanchet.Paris :F. Didot,1860 (σελ 385-)
  • Δέσποινα Ερ. Βλάσση,Η συμμετοχή των Επτανησίων στα Ορλωφικά (1770) και η αντίδραση της Βενετίας, Μνήμων 8(1980-1982),σελ.64-84