Παύλος Μελάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Μίκης Ζέζας)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Παύλος Μελάς (αποσαφήνιση).
Παύλος Μελάς
Pavlos Mellas Officer.jpg
Ο Παύλος Μελάς.
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση29  Μαρτίου 1870
Μασσαλία
Θάνατος13  Οκτωβρίου 1904
Μελάς Καστοριάς
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
ΣπουδέςΣτρατιωτική Σχολή Ευελπίδων
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
Οικογένεια
ΣύζυγοςΝαταλία Δραγούμη
ΤέκναΜιχαήλ Π. Μελάς
Ζωή Μελά
ΓονείςΜιχαήλ Μελάς
ΑδέλφιαΚωνσταντίνος Μελάς
Λέων Μ. Μελάς
Βασίλειος Μ. Μελάς
Γεώργιος Μελάς
Άννα Μελά-Παπαδοπούλου
ΟικογένειαΟικογένεια Μελά και Οικογένεια Δραγούμη
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςανθυπολοχαγός/Ελληνικός Στρατός
Πόλεμοι/μάχεςΕλληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και Μακεδονικός Αγώνας
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Παύλος Μελάς (Μασσαλία, 29 Μαρτίου 1870Στάτιστα (σημ. Μελάς Καστοριάς), 13 Οκτωβρίου 1904) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, αξιωματικός πυροβολικού του ελληνικού στρατού και μακεδονομάχος.

Γεννήθηκε στη Μασσαλία το 1870, αλλά η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα τέσσερα χρόνια αργότερα. Ήταν γιος του μεγαλέμπορου Μιχαήλ Μελά, που του εμφύσησε το όραμα της Μεγάλης Ιδέας. Φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων και παντρεύτηκε τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του πολιτικού Στέφανου Δραγούμη. Ήταν ένας από τους αξιωματικούς που το 1894, λίγο καιρό αφότου επέδραμαν στα γραφεία της εφημερίδας Ακρόπολις, συνέστησαν την Εθνική Εταιρεία, μια αλυτρωτική οργάνωση, της οποίας ήταν δραστήριο μέλος. Ως μέλος της Εθνικής Εταιρείας συμμετείχε στη διοργάνωση της εισβολής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία Ελλήνων ατάκτων που προκάλεσε τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ο οποίος έληξε με συντριπτική ήττα της Ελλάδας και βύθισε το Μιχαήλ Μελά σε θανάσιμη θλίψη.

Μετά την αυτοδιάλυση της Εθνικής Εταιρείας το 1900 αναμίχθηκε στις μακεδονικές υποθέσεις, πεδίο ελληνοβουλγαρικού ανταγωνισμού, που απασχολούσαν όλα τα μέλη της οικογένειας Δραγούμη. Σε συνεργασία με το γυναικαδελφό του Ίωνα Δραγούμη στάθηκε από τους πρωτεργάτες του Μακεδονικού αγώνα, ενισχύοντας τις ελληνικές διεκδικήσεις με όπλα και άνδρες. Το Μάρτιο του 1904, εν μέσω όξυνσης της εθνοθρησκευτικής διαμάχης στον απόηχο της εξέγερσης του Ιλιντεν, ήταν ένας από τέσσερεις Έλληνες αξιωματικούς που στάλθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση στη δυτική Μακεδονία για να πραγματοποιήσουν μια αναγνωριστική περιοδεία, η οποία κατέληξε σε αντικρουόμενα αποτελέσματα αναφορικά με τη σκοπιμότητα αποστολής ένοπλων σωμάτων από την Ελλάδα. Τον Ιούλιο επισκέφθηκε ιδιωτικά την Κοζάνη και τη Σιάτιστα και αποφάσισε να αναλάβει αντάρτικη δράση στην περιοχή. Τον Αύγουστο διορίστηκε από το νεοϊδρυθέν Μακεδονικό Κομιτάτο αρχηγός των ελληνικών ομάδων στην περιοχή Καστοριάς και Μοναστηρίου και εισήλθε για τρίτη φορά στην οθωμανοκρατούμενη τότε περιοχή της Μακεδονίας, αυτή τη φορά επικεφαλής ένοπλου σώματος. Με τους άνδρες του περιόδευσε σε ετερόγλωσσα χωριά της περιοχής καταδιώκοντας κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ, πειθαναγκάζοντας εξαρχικούς σλαβόφωνους να επιστρέψουν στο Πατριαρχείο και οργανώνοντας ένα δίκτυο υποστηρικτικό της δράσης των ελληνικών σωμάτων. Ενώ βρισκόταν στο σλαβόφωνο χωριό Στάτιστα της Καστοριάς, επιδιώκοντας να συναντηθεί με την ανταρτοομάδα των Καούδη και Κύρου, το σώμα του δέχτηκε επίθεση από ένα απόσπασμα του οθωμανικού στρατού, που παραπλανημένο από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο νόμιζε ότι επιτίθεται σε ομάδα της ΕΜΕΟ· ο Μελάς τραυματίστηκε από έναν πυροβολισμό και πέθανε υπό ομιχλώδεις συνθήκες. Μετά από περιπετειώδη πορεία η αποτμηθείσα κεφαλή του ενταφιάστηκε τελικά μαζί με το σώμα του στην Καστοριά.

Αν και η αντάρτικη δράση του Μελά στη Μακεδονία δεν είχε σημαντικά άμεσα αποτελέσματα, ο θάνατός του υψηλόβαθμου στρατιωτικού συγκλόνισε την ελληνική κοινή γνώμη και έστρεψε την προσοχή της στο Μακεδονικό Αγώνα, ως το σύμβολο του οποίου και καθιερώθηκε. Στην Ελλάδα τιμάται ως ήρωας και έχουν ονομαστεί προς τιμήν του το χωριό Μελάς της Καστοριάς και ο Δήμος Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη.

Πρώτα χρόνια και οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στη Μασσαλία, πόλη της νότιας Γαλλίας, στις 29 Μαρτίου του 1870. Ήταν ένα από τα επτά παιδιά της Ελένης Βουτσινά, κόρης εύπορου Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό, και του Ηπειρώτη έμπορου Μιχαήλ Μελά,[1] γόνου σημαντικής εμπορικής οικογένειας η προέλευση της οποίας στις αρχές του 18ου αιώνα εντοπίζεται στην παλιά Πογδοριανή (σημ. Παρακάλαμος), όπου διασώζονται ερείπια πύργου των Μελάδων.[2] Η οικογένεια του Μελά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1874 και κατοίκησε σε ένα κτήριο της οδού Πανεπιστημίου, που σήμερα αποτελεί το μεγαρο της Αθηναϊκής Λέσχης.[3] Ο πατέρας του Μελά, που, όπως και άλλοι Έλληνες επιχειρηματίες της διασποράς, μετέφερε τις επιχειρήσεις του και εγκαταστάθηκε επίσης στην Αθήνα το 1876,[4] είχε ενστερνιστεί το όραμα της Μεγάλης Ιδέας,[5] της διεύρυνσης των συνόρων του ελληνικού κράτους ώστε να συμπεριλάβουν όλες τις περιοχές όπου κατοικούσαν Έλληνες.[6] Στη Μασσαλία είχε δώσει στον Παύλο το όνομα ενός προγόνου του που είχε σκοτωθεί στην έξοδο του Μεσολογγίου,[7] ενώ στην Αθήνα ανέπτυξε φιλανθρωπική και εθνική δράση[4] και το 1878 έγινε ταμίας της Εθνικής Άμυνας, μιας οργάνωσης που υποστήριζε αλυτρωτικές κινήσεις στην Ηπειροθεσσαλία και την Κρήτη. Ασχολήθηκε με την πολιτική,[5] το 1890 εκλέχτηκε βουλευτής Αττικής και τον επόμενο χρόνο δήμαρχος Αθηνών.[8] Ο Μελάς μεγάλωσε σε αυτή την ατμόσφαιρα (κάποια στιγμή μάλιστα έτυχε να ανακάλυψει στο σπίτι τους όπλα που προορίζονταν για την Κρήτη) και συχνά φανταζόταν τον εαυτό του ως αντάρτη.[5] Μεταξύ των δύο συνήθων επιλογών για τους γόνους αστικών οικογενειών, συμπεριλαμβανομένων των αδελφών του, δηλαδή της νομικής και των στρατιωτικών σπουδών, ο Μελάς, υπό την επήρεια του οικογενειακού κλίματος και του αντίκτυπου εθνικών κρίσεων επέλεξε τη στρατιωτική σταδιοδρομία.[7]

Ο Μελάς με τη σύζυγό του, Ναταλία, και τα παιδιά τους.

Το Σεπτέμβριο του 1886 ξεκίνησε την πενταετή του εκπαίδευση στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων στον Πειραιά, απ' όπου αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός του πυροβολικού τον Αύγουστο του 1891.[5] Το ίδιο καλοκαίρι γνώρισε τη Ναταλία Δραγούμη,[9] κόρη του καταγόμενου από το Βογατσικό της Μακεδονίας πολιτικού και πρώην υπουργού Εξωτερικών στις κυβερνήσεις του Χαρίλαου Τρικούπη, Στέφανου Δραγούμη.[10] Ο Μελάς και η Δραγούμη παντρεύτηκαν τον Οκτώβριο του 1892[9] και απέκτησαν δύο παιδιά, το Μιχαήλ (χαϊδευτικά Μίκης) το 1894 και τη Ζωή[11] το 1898.[12] Απέναντι στα παιδιά του, που αποτελούσαν πηγή ικανοποίησης, ο Μελάς δε δίσταζε να συμπεριφερθεί με αγάπη και με απροσχημάτιστη παιδικότητα ακόμη και ενώπιον άλλων. Αλληλοσυμπληρούμενοι, η Ναταλία εκτιμούσε την παιδικότητα που χαρακτήριζε το Μελά και τον στήριζε στις αποφάσεις του, ενώ ο Μελάς τις λογικές συμβουλές της και λυπόταν που δεν αισθανόταν άξιος να διαδραματίσει το ρόλο του προστάτη της.[13]

Εθνική Εταιρεία και ο πόλεμος του 1897[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μελάς με τους αδερφούς του κατά τον πόλεμο του 1897.

Τον Αύγουστο του 1894 ο Μελάς συμμετείχε μαζί με άλλους 85 αξιωματικούς στην καταστροφή των γραφείων της εφημερίδας Ακρόπολις, που μετά τον αναίτιο ξυλοδαρμό ενός πολίτη από τρεις αξιωματικούς είχε δημοσιεύσει ένα πρωτοσέλιδο άρθρο που κατήγγειλε τον αυταρχισμό τους και αμφισβητούσε τη χρησιμότητα του σώματος των αξιωματικών. Οι στρατιωτικοί παραπέμφθηκαν στο στρατοδικείο, αλλά τα εντάλματα της προφυλάκισής τους έμειναν ανεκτέλεστα και στο στρατοδικείο αθωώθηκαν.[14] Το Νοέμβριο δεκατέσσερεις από αυτούς, υλοποιώντας μια ιδέα του ανθυπολοχαγού Νικόστρατου Καλομενόπουλου, ίδρυσαν την Εθνική Εταιρεία,[15][16] μια συνωμοτική οργάνωση νεαρών -αρχικά- αξιωματικών, που φιλοδοξούσαν να απαντήσουν τόσο στην πρόκληση που είχε εμφανιστεί για τον πολιτικό ρόλο του σώματος των αξιωματικών όσο και στο πολλαπλό αδιέξοδο της ελληνικής κοινωνίας λίγο μετά την πτώχευση του 1893 βρίσκοντας διέξοδο στον αλυτρωτισμό.[17][18][19] Ανάμεσα στα πρώτα μέλη της Εταιρείας, με αριθμό μητρώου 25, ήταν ο Μελάς,[20][16] ο οποίος εκείνη την περίοδο υπηρετούσε στην Χαρτογραφική Υπηρεσία στους Μύλους του Άργους.[16] Πέρα από μέλος της ιδρυτικής ομάδας της Εθνικής Εταιρείας,[16] ο Μελάς ήταν ένας από τους πιο ενεργούς αξιωματικούς της, αναφορικά με την ίδρυση νέων κατά τόπους τμημάτων στην επαρχία και τη διασφάλιση της απρόσκοπτης επικοινωνίας τους με την ηγεσία της.[21] Την ευθύνη για την ανάπτυξη της οργάνωσης στην Πελοπόννησο ανέθεσε στον Ιωάννη Μεταξά, που υπηρετούσε στο Ναύπλιο, όπου και ίδρυσε τμήμα της Εταιρείας.[16] Ο Μιχαήλ Μελάς έγινε και αυτός μέλος της Εθνικής Εταιρείας και το 1897 ορίστηκε υπεύθυνος για τη διοργάνωση ενός μεγάλου εράνου της οργάνωσης,[4] που διενεργούνταν για την αγορά όπλων.[16]

Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1896 η Εθνική Εταιρεία είχε ξεκινήσει να αποστέλλει πολυάριθμα σώματα ατάκτων πολεμιστών στη Μακεδονία, αλλά έπαυσε τις δραστηριότητές της μετά την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης.[18][22] Στις 31 Ιανουαρίου (Ι.Η.) του 1897 ο Μελάς υπηρετούσε ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όταν τον κάλεσαν να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού.[23] Υπό την πίεση της Εθνικής Εταιρείας και ενάντια στη θέληση των Μεγάλων Δυνάμεων, η ελληνική κυβέρνηση είχε αποφασίσει να στείλει εκστρατευτικό σώμα στην Κρήτη για την στήριξη της εκεί επανάστασης.[24] Ο Μελάς απογοητευμένος έμαθε πως η μονάδα του δεν περιλαμβανόταν στο εκστρατευτικό σώμα. Την επόμενη ημέρα όμως ανακοινώθηκε πως η πεδινή πυροβολαρχία υπό τη διοίκηση του πρίγκηπα Νικολάου, στην οποία υπηρετούσε, θα μετέβαινε στη Λάρισα. Στις 16 Φεβρουαρίου η μονάδα αναχώρησε με πλοίο από τον Πειραιά και μέσω Χαλκίδας και με το σιδηρόδρομο από το Βόλο έφτασε στη Λάρισα.[25] Από τη Λάρισα πήγε στο Βόλο, απ' όπου με ευθύνη του Μελά και την κάλυψη ανωτέρων του, οργανώθηκε η μετακίνηση με μια αμαξοστοιχία 55 βαγονιών ως τα ελληνοοθωμανικά σύνορα ατάκτων της Εθνικής Εταιρείας που σκόπευαν να εισβάλλουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για να προκαλέσουν πόλεμο.[3] Καθώς δεν είχε υπακούσει σε διαταγή του διοικητή του, Νικόλαου Ζορμπά, να επιστρέψει στη Λάρισα, αλλά παρουσιάστηκε με δύο μέρες καθυστέρηση, φυλακίστηκε ως τις 5 Απριλίου.[26] Η αποτυχημένη εισβολή Ελλήνων άτακτων στη Μακεδονία στις 9 Απριλίου έδωσε στην οθωμανική κυβέρνηση την αφορμή που αναζητούσε· στις 5/17 Απριλίου ανακοινώθηκε η διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών και η κήρυξη πολέμου.[27]

Ενταγμένος στο φρενήρες εθνικό κλίμα των ημερών, ο Μελάς, πριν την έναρξη του πολέμου, ανέμενε να καταληφθεί η Θεσσαλονίκη,[28] ενώ στα ημερολόγια του εμφανίζεται ενθουσιασμένος από την έναρξη των εχθροπραξιών.[3] Ενώ η μονάδα του βρισκόταν στα σύνορα, ο ίδιος παρέμενε στη Λάρισα, όπου πληροφορήθηκε την κατάρρευση του μετώπου.[3] Η γρήγορη αρνητική τροπή των πραγμάτων, η άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού και η εκκένωση της Λάρισας απογοήτευσαν το Μελά.[29][30] Μη αντιλαμβανόμενος την ελληνική επιχειρησιακή ανεπάρκεια, καταφερόταν εναντίον των πολιτικών και ανώτερων αξιωματικών (πλην του διαδόχου), τους οποίους θεωρούσε υπεύθυνους για την απουσία ελληνικών νικών.[30] Παρακολούθησε τη μάχη των Φαρσάλων και τη μάχη του Δομοκού. Δύο μέρες αργότερα,[3] στις 7 Μαΐου, το σύνταγμά του στρατοπέδευσε στην Αλαμάνα, αλλά ο γιατρός είδε το Μελά εξαντλημένο και τον έστειλε στη Λαμία. Με τη συνοδεία ενός φίλου του ο Μελάς μετέβη στην Αγία Μαρίνα, όπου ελλιμενίστηκε το πλωτό νοσοκομείο Θεσσαλία, στο οποίο υπηρετούσε ως εθελόντρια νοσοκόμα η σύζυγός του Ναταλία.[31] Μαζί επέστρεψαν στο οικογενειακό του σπίτι στην Αθήνα, όπου παρέμεινε για μία εβδομάδα, και στη συνέχεια ζήτησε και επέστρεψε στη Λαμία.[32] Τον Ιούνιο έλαβε μήνυμα ότι ο πατέρας του ασθενούσε και επέστρεψε στην Αθήνα. Στις 17 Ιουνίου, δυο μέρες μετά την άφιξη του Παύλου, ο Μιχαήλ Μελάς πέθανε περίλυπος για την ελληνική ήττα.[33] Στο φέρετρο του πατέρα του ο Μελάς ορκίστηκε να προσφέρει τη ζωή του στην πατρίδα.[34] Το 1898 ο Μελάς υπηρέτησε στη Θεσσαλία, αρχικά για την ανακατάληψη των πόλεων από τις οποίες αποχωρούσε ο οθωμανικός στρατός και έπειτα ως συνοδός της περιοδείας μιας επιτροπής της βασίλισσας Όλγας που κατέγραφε το μέγεθος των καταστροφών του πολέμου.[35]

Τον Ιανουάριο του 1899 ο Μελάς έγινε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Εταιρείας,[21] η οποία αυτοδιαλύθηκε το Δεκέμβριο του 1900 μετά από γενική κατακραυγή για την ήττα του '97 και διαμάχη με την κυβέρνηση για τη διαχείριση των οικονομικών κεφαλαίων της. Ωστόσο, μετά από πρόταση του Μελά και του Νικόλαου Πολίτη, αποφασίστηκε το ΔΣ της Εταιρείας να συνεχίσει να συσκέπτεται για εθνικά ζητήματα «εισηγούμενον αναλόγους λύσεις εις την εκάστοτε Κυβέρνησιν».[3][36]

Εμπλοκή στις μακεδονικές υποθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δίκτυο Δραγούμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φέροντας τύψεις για την έκβαση του πολέμου του 1897, ο Μελάς αναμίχθηκε έντονα στις μακεδονικές υποθέσεις.[37] Όσο ενισχυόταν το βουλγαρικό εθνικό κίνημα, στις διεκδικήσεις του εντάχθηκαν και περιοχές θεωρούνταν «ιστορικές ελληνικές χώρες», όπως η Μακεδονία,[38] που για τους Έλληνες συνδεόταν αναπόφευκτα με την νεοελληνική εθνική ταυτότητα, καθώς αυτή είχε συγκροτηθεί με αναφορά στην κλασική αρχαιότητα.[39] Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 θορύβησε το ελληνικό πολιτικό κατεστημένο με αποτέλεσμα το μακεδονικό ζήτημα να μετατραπεί στο σημαντικότερο ζήτημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.[40] Μήλο της έριδας μεταξύ των αντιδιεκδικητών της περιοχής υπήρξαν πρωτίστως οι σλάβοι της Μακεδονίας,[41] που επικρατούσαν στην ύπαιθρο της μακεδονικής ενδοχώρας.[42] Προξενώντας μία πρωτοφανή για την περιοχή εκπαιδευτική και πολιτιστική δραστηριότητα, οι διεκδικητές της Μακεδονίας επιδόθηκαν σε έναν ανταγωνισμό για τον έλεγχο των εκκλησιών και των κοινοτικών σχολείων,[43] όπου, πέρα από τη διδασκαλία της γλώσσας, διαμορφωνόταν η εθνική ταυτότητα.[44] Το 1893 ιδρύθηκε η ΕΜΕΟ, μία βουλγαρομακεδονική επαναστατική οργάνωση, που αποσκοπούσε στο να γίνει η Μακεδονία αυτόνομη[45] και που προσανατολίστηκε στην προετοιμασία μιας ένοπλης εξέγερσης και στην οικοδόμηση ενός παράλληλου κράτους στα σλαβικά χωριά της Μακεδονίας, χρησιμοποιώντας ένοπλες ομάδες και τρομοκρατικές μεθόδους για να εδραιώσει τη βάση της, με αποτέλεσμα μέχρι τις αρχές του αιώνα να έχει αποκτήσει σημαντικά ερείσματα στην περιοχή.[46]

Η υπόθεση της Μακεδονίας είχε μεγάλη σημασία για την οικογένεια Δραγούμη, οικογένεια πολιτικών, όλα τα μέλη της οποίας, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών, συμμετείχαν ενεργά σε αυτή.[47] Ο Στέφανος Δραγούμης, Μακεδόνας τρίτης γενιάς, πρώην υπουργός Εξωτερικών και έκπαλαι υποστηρικτής των ελληνικών αλυτρωτικών επιδιώξεων, ήταν ένας από τους λίγους που ασκούσαν πίεση στην Αθήνα για μακεδονικά ζητήματα.[48] Το σπίτι των Δραγούμηδων, το οποίο επισκέπτονταν Μακεδονες πρόσφυγες και μεταναστες στην Αθήνα, θεωρούνταν από όλους τους ενδιαφερόμενους το στρατηγείο για την υπόθεση της Μακεδονίας.[49] Γύρω από την οικογένεια Δραγούμη και με πρωτοβουλία του κουνιάδου του Μελά, Ίωνα, δημιουργήθηκε μια οργάνωση με σκοπό την υπεράσπιση του ελληνισμού στη Μακεδονία. Η ιδέα βρήκε μεγάλη απήχηση σε νέους αξιωματικούς και σε αξιωματικούς που είχαν υπάρξει μέλη της Εθνικής Εταιρείας, όπως ο Μελάς.[50] Αξιωματικοί που υπηρετούσαν στη Χαρτογραφική Υπηρεσία Στρατού μετέφεραν στα σύνορα όπλα που κατέληγαν στην Μακεδονία στα χέρια ανθρώπων όπως του Μητροπολίτη Καστοριά Γερμανού Καραβαγγέλη,[51] επιθετικότερου εκπροσώπου μιας ομάδας νέων ηλικιακά νεοτοποθετηθέντων επισκόπων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως που υποστήριζαν τις ελληνικές θέσεις, ο οποίος από τις αρχές του 1902 προσπάθησε να διαβρώσει την ΕΜΕΟ, προσεταιριζόμενος απογοητευμένα στελέχη της και σχηματίζοντας ένοπλες ομάδες υπό οπλαρχηγούς της, με πρώτο τον Κώτα, σλαβόφωνο πατριαρχικό από τη Ρούλια της Φλώρινας.[52]

Το Νοέμβριο του 1902 ο Ίων Δραγούμης διορίστηκε υποπρόξενος στο Μοναστήρι,[53][54] απ' όπου διατηρούσε αλληλογραφία με το Μελά, τον οποίο ενημέρωνε επιστολικά, του ζητούσε την αποστολή όπλων, χρημάτων και συνιστούσε την εξαγορά ευρωπαϊκών εφημερίδων,[53] ενώ στις αρχές του 1903 σύστησε στο Μοναστήρι μια δική του οργάνωση με την ονομασία Άμυνα, για την αποτελεσματικότερη οργάνωση της ελληνικής προσπάθειας στη δυτική και κεντρική Μακεδονία.[55] Με επιστολή του από εκεί τον Ιανουάριο του 1903 ο Δραγούμης έγραφε στο Μελά για την επικείμενη ίδρυση και τους σκοπούς μιας Εταιρείας από «λίγους ανθρώπους, πλουσίους και καλούς».[36] Μετά από αίτημα του μητροπολίτη Καστοριάς, ο κύκλος του Δραγούμη και ο Μελάς οργάνωσαν το Μάιο του 1903 με τη βοήθεια του Σφακιανού ανθυπολοχαγού Γεώργιου Τσόντου και τη χορηγία της Λουίζας Ριανκούρ την αποστολή στον Καραβαγγέλη ένδεκα Κρητικών μισθοφόρων, Οθωμανών υπηκόων, μεταξύ των οποίων και ο Ευθύμιος Καούδης. Οι Κρητικοί αυτοί είτε συνόδευαν ένοπλοι το μητροπολίτη για να τελέσει με τη βία τη θεία λειτουργία σε εξαρχικά χωριά είτε επιτίθενταν σε ομάδες κομιτατζήδων της ΕΜΕΟ και, με την έναρξη της εξέγερσης του Ίλιντεν, εξεγερμένων χωρικών, ώσπου τον Αύγουστο ο Καραβαγγέλης τους έστειλε πάλι στην Αθήνα, στο Μελά και το Στέφανο Δραγούμη, όπου φυγαδεύτηκαν με μεγάλη δυσκολία.[56]

Για την ελληνική κυβέρνηση, η εξέγερση του Ίλιντεν τον Ιούλιο του 1903, αποκορύφωμα της δράσης της ΕΜΕΟ, έσεισε τον κώδωνα του κίνδυνου να προσαρτηθεί η Μακεδονία στη Βουλγαρία.[57] Δυσανασχετώντας με τους αργούς ρυθμούς της διπλωματίας και τις επιφυλακτικές κινήσεις του ελληνικού ΥπΕξ και αμφισβητώντας την καταλληλότητα των συνταγματικών κοινοβουλευτικών θεσμών της Ελλάδας να επιτύχουν τις εθνικές επιδιώξεις, τον Οκτώβριο ο Ίων Δραγούμης έγραψε στο Μελά από τη νέα θέση του, τις Σέρρες, ζητώντας του να είναι σε ετοιμότητα για να κινηθεί στρατιωτικά, είτε εναντίον των Βουλγάρων στη Μακεδονία είτε για την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα με επικεφαλής το στρατηγό Τιμολέοντα Βάσσο προκειμένου να αντικατασταθεί η κυβέρνηση Ράλλη από μία φιλικότερη και να εξασφαλιστεί η Μακεδονία για την Ελλάδα.[36][58][59] Λίγες μέρες αργότερα, ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς της πραγματικότητας, έστειλε νέες διαφορετικές οδηγίες.[59]

Αναγνωριστικές περιοδείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συγκέντρωση Καστοριανών στο προαύλιο του μητροπολιτικού μεγάρου (Μάιος 1904).

Το Νοέμβριο του 1903 η Υψηλή Πύλη αποδέχτηκε τη συμφωνία της Μυρστέγης που είχαν συνάψει τον προηγούμενο μήνα η Ρωσία και η Αυστρία, το τρίτο σημείο της οποίας προέβλεπε τον ανασχεδιασμό των ορίων των διοικητικών υποδιαιρέσεων της περιοχής της Μακεδονίας, μετά την ειρήνευσή της, με σκοπό την ομαλότερη κατανομή των διαφόρων εθνοτήτων.[60][61] Ενώ για τις Μεγάλες Δυνάμεις η συμφωνία αποσκοπούσε στη σταθερότητα και τη διατήρηση της ισχύουσας κατάστασης, από τους χριστιανικούς λαούς των Βαλκανίων ερμηνεύτηκε ως εγγύηση μελλοντικής βοήθειας υπέρ των διεκδικήσεών τους.[62] Τα βαλκανικά κράτη επικέντρωσαν στο τρίτο σημείο της συμφωνίας και καθώς, στην οθωμανική τάξη η εκκλησιαστική ένταξη αποτελούσε κριτήριο εθνικής κατηγοριοποίησης, η ένταξη κάποιου σε μία από τις δύο Εκκλησίες, τη βουλγαρική Εξαρχία ή το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, σήμανε τη δήλωσή του ως «Βούλγαρου» ή «Έλληνα» αντίστοιχα.[63] Η Ελλάδα απευχόταν την ταχεία ειρήνευση της περιοχής πριν την αναστροφή της, συνήθως υπό πίεση, προόδου της εξαρχικής δραστηριότητας τα τελευταία χρόνια, ενώ οι ηγέτες της ΕΜΕΟ θεώρησαν σκόπιμο να υποστηρίξουν την Εξαρχία.[64] Η οθωμανική καταστολή είχε αποδυναμώσει το εξαρχικό κίνημα και την ΕΜΕΟ, οι εναπομείνασες ομάδες της οποίας το χειμώνα του 1903-4 συγκέντρωναν τη δράση τους στην προσπάθεια να αναγνωρίσουν την Εξαρχία χωριά που πρόσφατα είχαν επανέλθει στο Πατριαρχείο, μεταξύ άλλων στην περιοχή της δυτικής Μακεδονίας.[65] Η ακριβής ένταξη του κάθε χωριού στο Πατριαρχείο ή την Εξαρχία έγινε δυσεξακρίβωτη και δεν παρέμενε σταθερή, καθώς λόγω της δράσης ένοπλων ομάδων, επικρατούσε το ένα από τα δύο κόμματα που συνήθως συνυπήρχαν στο ίδιο χωριό, ενώ την άνοιξη του 1904 ξέσπασε βία και σημειώθηκαν σφαγές.[66]

Το Φεβρουάριο του 1904 ήρθαν στην Αθήνα ο Κώτας, ο Φλωρινιώτης Λάκης Πύρζας και ο Παύλος Κύρου, σλαβόφωνος από το Ζέλοβο, για να παρουσιάσουν στην ελληνική κυβέρνηση την κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία,[67] και οι δύο πρώτοι συνάντησαν το Μελά στο σπίτι των Δραγούμηδων.[68] Στις αρχές του 1904, η ελληνική κυβέρνηση, υπό την πίεση κοινής γνώμης έστρεψε το ενδιαφέρον της στη Μακεδονία και όρισε τον Αλέξανδρο Κοντούλη επικεφαλής μιας τετραμελούς ομάδας αξιωματικών που στάλθηκαν να ελέγξουν την κατάσταση στη δυτική Μακεδονία[69] και τις δυνατότητες ένοπλης ελληνικής εμπλοκής στην περιοχή.[70] Ο Κοντούλης επέλεξε ως συνοδεία του τον Αναστάσιο Παπούλα, το Γεώργιο Κολοκοτρώνη και το Μελά, που ήταν φίλος του,[69] παρά την αντίρρηση του υπουργού Εξωτερικών Άθω Ρωμανού, που θεωρούσε το Μελά ακατάλληλο «ὡς ἐνθουσιώδη».[71] Παρά τη διαφωνία της Ναταλίας και τη συγκαταβατική στάση των υπόλοιπων Δραγούμηδων, ο Μελάς ήταν γεμάτος ενθουσιασμό και δέος μπροστά στην προοπτική να μεταβεί στη Μακεδονία, χώρο τον οποίο δε γνώριζε ουσιαστικά, αλλά που θα του επέτρεπε να τηρήσει τον όρκο στον πατέρα του και να αφοσιωθεί σε μια υψηλή ιδέα.[72] Η αγωνία για το μέλλον και η προοπτική της απομάκρυνσης από τα παιδιά του αναστάτωναν ψυχικά το Μελά, αλλά τον ηρέμησε η σύζυγός του.[73]

Άποψη του Ανταρτικού (πρώην Ζέλοβο).

Αφου επέλεξαν τέσσερεις συνοδούς, μεταξύ των οποίων ο Καούδης, οι τέσσερεις αξιωματικοί ακολούθησαν χωριστές πορείες και συναντήθηκαν στο τέλος Φεβρουαρίου στα ελληνοθωμανικά σύνορα, στο Βελεμίστι, με τον Κώτα, τον Πύρζα και τον Κύρου.[74] Για λόγους μυστικότητας οι αξιωματικοί χρησιμοποίησαν διαβατήρια με ψευδώνυμο, ο Μελάς συγκεκριμένα με το όνομα «Ζέζας»,[75] το οποίο στα αρβανίτικα σημαίνει «μαύρος» ή «μελαχρινός» και το οποίο είχε δώσει στο Μελά ο Κοντούλης, που μιλούσε τη γλώσσα.[76] Η αποστολή καθυστέρησε εξαιτίας των άσχημων καιρικών συνθηκών και διέσχισαν τον Αλιάκμονα μόλις στις 9(Ι.Η.)/22(Γ.Η.) Μαρτίου και ακολούθως κατευθύνθηκαν μέσω Σιατίστης προς το μοναστήρι του αγίου Νικολάου στο Τσιρίλοβο. Με οδηγό έναν απεσταλμένο του μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη έφτασαν στο χωριό Γκαμπρές στις 15/28 Μαρτίου. Την επομένη ο Μελάς και ο Κολοκοτρώνης συνέδραμαν χρηματικά το δάσκαλο και το απόγευμα ο Κώτας, ο Κοντούλης και ο Μελάς μίλησαν στους ντόπιους υπέρ της σύνταξης με την ελληνική πλευρά. Έπειτα, προχώρησαν στη Ρούλια, το χωριό του Κώτα, την Όστιμα και το Ζέλοβο.[77] Η προσωπικότητα του Κώτα εντυπωσίασε το νεαρό Μελά, ο οποίος τον αντιμετώπιζε με θαυμασμό και σεβασμό και ξεκίνησε να αντιλαμβάνεται την κατάσταση στη Μακεδονία σύμφωνα με την αντίληψη του Κώτα, ενός από τους τελευταίους εκπροσώπους της κλέφτικης παράδοσης και αδιαμφισβήτητου αρχηγού των ατάκτων της περιοχής.[78] Ενώ βρίσκονταν στο Ζέλοβο (σημ. Ανταρτικό) της Φλώρινας ο Παπούλας και ο Κολοκοτρώνης διαφώνησαν με το Μελά και τον Κοντούλη αναφορικά με το αν τα ελληνικά συμφέροντα θα εξυπηρετούνταν με την αποστολή ένοπλων σωμάτων από την Ελλάδα, όπως υποστήριζαν οι πρώτοι, ή με την οργάνωση ντόπιων ομάδων,[79] όπως υποδείκνυε εδώ και ένα χρόνο στο Μελά ο Ίων Δραγούμης.[80] Μετά το Ζέλοβο, βρέθηκαν στο Όροβνικ, όπου -χάρη σε μία από τις φωτογραφίες που μοίραζε ο Μελάς σε όσους τον επισκέπτονταν από τη Μακεδονία στην Αθήνα, την οποία είχε στο σπίτι του στο Πισοδέρι ο παπα-Σταύρος Τσάμης- ο ιερέας του χωριού αναγνώρισε το Μελά ως το πρόσωπο με την άφιξη του οποίου «θα γίνουν μεγάλα πράγματα».[81]

Την ίδια μέρα έλαβαν ένα μήνυμα από το Δραγούμη ότι ο Μελάς έπρεπε να επιστρέψει αμέσως στην Ελλάδα, επειδή οι οθωμανικές αρχές είχαν πληροφορηθεί την παρουσία του. Ο Μελάς επισκέφθηκε στο Μοναστήρι το Δραγούμη, που τον έπεισε να υπακούσει. Απογοητευμένος, ο Μελάς πήρε το τραίνο για τη Θεσσαλονίκη φορώντας ένα φέσι, σύμβολο κύρους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, και στις 29 Μαρτίου έφτασε στην Αθήνα. Πέντε βδομάδες αργότερα επέστρεψαν και οι άλλοι τρεις αξιωματικοί, μετά από διαταγή του ελληνικού ΥπΕξ, ενώ ο Καούδης παρέμεινε με τον Κώτα.[82][83] Από τη Μακεδονία οι τρεις αξιωματικοί είχαν στείλει μία αναφορά που έκανε λόγο για ευνοϊκές συνθήκες ανάληψης ελληνικής δράσης, αλλά ο Παπούλας και ο Κολοκοτρώνης είχαν στείλει κρυφά επιστολές που έκαναν λόγο για δυσμενή υποδοχή της αποστολής τους και την ακαταλληλότητα των ντόπιων για ένοπλη δράση.[84][85] Πίσω στην Αθήνα, μία λογομαχία στις 13 Μαΐου ανάμεσα στο Μελά και τον Κολοκοτρώνη για το ζήτημα της αποστολής ή όχι ενόπλων στη Μακεδονία κατέληξε στη διοργάνωση με αίτημα του Κολοκοτρώνη ανάμεσά στους δύο στις 28 του ίδιου μηνός μίας μονομαχίας[86][87] —προσφιλούς στους Έλληνες αξιωματικούς μεθόδου αποκατάστασης της τιμής την περίοδο που ακολούθησε τον ατιμωτικό για τους ίδιους πόλεμο του '97—[88] η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον ελαφρύ τραυματισμό του Κολοκοτρώνη από πυροβολισμό.[89]

Το επισκοπικό μέγαρο της Κοζάνης.

Έπειτα, ο Μελάς ανέλαβε καθήκοντα στη Σχολή Ευελπίδων, αλλά μετά από ειδικό αίτημα δύο Κοζανιτών, που επισκέφθηκαν το Στέφανο Δραγούμη το τέλος Ιουνίου και έκαναν λόγο για κατάσταση ετοιμότητας για την ανάληψη δράσης, πήρε άδεια είκοσι ημερών για να επανέλθει στη Μακεδονία,[90] προκαλώντας την έκπληξη και τη λύπη των οικείων του. Έχοντας αποκτήσει μια πρώτη εμπειρία δράσης στο μακεδονικό χώρο, ο Μελάς αναχώρησε για τη Μακεδονία αφού εμψύχωσε την «απαρηγόρητη» σύζυγό του και τους οικείους του.[91] Μαζί με τον Πύρζα, έφτασε στην Κοζάνη, πόλη σχεδόν ολοκληρωτικά ελληνική, στις 19 Ιουλίου ως ζωέμπορος,[90] με το ψευδώνυμο «Παύλος Δέδες».[92] Εκεί, ο Μελάς διαπίστωσε ότι η προετοιμασία δεν είχε προοδεύσει όπως τον είχαν πληροφορήσει, αλλά συναντήθηκε στο επισκοπικό μέγαρο της πόλης με την εξαμελή επιτροπή της Άμυνας, με την οποία συνομολόγησε την ανάγκη δημιουργίας επτά σωμάτων των δεκαπέντε ανδρών το καθένα, που θα δρούσαν στην περιοχή Καστοριάς και Βοδενών, υπό τους κλέφτες Καραλίβανο και Βισβίκη και το ύψος του μηνιαίου μισθού που θα δινόταν στους άνδρες. Ενώ ο Πύρζας έλεγχε τις απαιτήσεις ανάληψης δράσης στο Βογατσικό, το Μπλάτσι και την Καστοριά, ο Μελάς έστειλε μια αναφορά στο Στέφανο Δραγούμη ζητώντας την αποστολή χρημάτων στην Κοζάνη και επισκέφθηκε τη Σιάτιστα, όπου ενθουσιάστηκε από την τοπική επιτροπή που συνάντησε. Αν και σχεδίαζε να επισκεθεί τη Βέροια, τη Νάουσα και τα Βοδενά, καθώς εξέλιπαν οι μέρες της άδειάς του, επέστρεψε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου.[93] Ενόσω ήταν στην Κοζάνη, ο Μελάς συνειδητοποίησε την ανάγκη αποστολής ενόπλων στη Μακεδονία και αποφάσισε να αναλάβει ο ίδιος αντάρτικη δράση, ακολουθώντας το παράδειγμα δύο συμμαθητών του από τη Σχολή Ευελπίδων, των ανθυπολοχαγών Τσόντου και Κατεχάκη, για τους οποίους πληροφορήθηκε ότι είχαν οριστεί επικεφαλής ένοπλων ομάδων από το Μακεδονικό Κομιτάτο.[94] Επρόκειτο για μια ημιεπίσημη αλυτρωτική οργάνωση που ιδρύθηκε το Μάιο του 1904 από πρώην μέλη της Εθνικής Εταιρείας υπό την προεδρία του Δημήτριου Καλαποθάκη, με χρηματοδότηση από την κυβέρνηση και σκοπό την προπαρασκευή ένοπλων σωμάτων.[95][96] Τις ίδιες μέρες με την αποστολή του Μελά, μια αποστολή του Κομιτάτου κατέληξε στην ανάγκη συντονισμένης ελληνικής δράσης για την αποφυγή αντιποίνων.[97] Αν και ο ίδιος ο Μελάς, όπως και ο Στέφανος Δραγούμης, δεν έγιναν μέλη του Κομιτάτου, συνεργάστηκαν ωστόσο, με τα μέλη του χρησιμοποιώντας το δικό τους δίκτυο.[98]

Ένοπλη δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φωτογραφία του Μελά της 21ης Αυγούστου.

Η κατάδοση στις οθωμανικές αρχές τον Ιούνιο του 1904 του Κώτα, που είχε συμβάλει τα μέγιστα στην ενίσχυση του ελληνικού κόμματος στην περιοχή, από τους πρώην συνεργούς του, τον Παύλο Κύρου υπό την καθοδήγηση του Γερμανού Καραβαγγέλη, στέρησε τα ερείσματα της δράσης της ελληνικής πλευράς στα Κορέστεια[99][100] και στο τέλος Ιουλίου αποφασίστηκε η αποστολή ένοπλων σωμάτων στη Μακεδονία από την Ελλάδα.[101] Στο εσωτερικό του Μακεδονικού Κομιτάτου μία μερίδα υπό τον Καλαποθάκη ευνοούσε τον Καούδη, ενώ μία άλλη, που προωθούσε την πρόσδεση στην κυβέρνηση, το Μελά, που ήταν γνωστός του πρωθυπουργού Θεοτόκη.[102] Στις 14 Αυγούστου, λίγο μετά την επιστροφή του από την Κοζάνη[103] και μετά από παρέμβαση του πρωθυπουργού Γεώργιου Θεοτόκη,[3] ο Μελάς διορίστηκε από το Μακεδονικό Κομιτάτο αρχηγός όλων των σωμάτων που δρούσαν στην περιοχή του Μοναστηρίου και της Καστοριάς.[103] Ο Καούδης αρνήθηκε να ενταχθεί στο σώμα του Μελά, καθώς είχε ήδη δεσμευτεί στον Καλαποθάκη,[102] από τον οποίο έλαβε πλήρη εξουσιοδότηση για ελεύθερη δράση,[104] και στις 18 Αυγούστου διέσχισε την ελληνοοθωμανική μεθόριο επικεφαλής σώματος με οδηγό και συναρχηγό τον Κύρου.[105] Την ίδια μέρα ο Μελάς, περισσότερο ψύχραιμος απ' ότι τις δύο πρώτες φορές, αν και βέβαιος ότι δε θα επέστρεφε στην Ελλάδα, αναχώρησε με κάποια μυστικότητα και χωρίς συγκινητικούς αποχαιρετισμούς, παρά μόνο με τα παιδιά του,[106] για την τρίτη περιοδεία του στη Μακεδονία συνοδευόμενος από τρεις Κρητικούς και τον Πύρζα,[103] που εντάχθηκε στο σώμα του Μελά μετά την αποτυχία του να συγκροτήσει δικό του σώμα.[107] Στη Λάρισα προστέθηκαν στη συνοδεία του τέσσερεις Μακεδόνες και ο Δεσκατιώτης κλέφτης Κατσαμάκας με έξι άνδρες.[103] Εκεί ο Μελάς φιλοξενήθηκε από τον ανθυπολοχαγό Χαράλαμπο Λούφα που, σύμφωνα με επιστολή που έστειλε ο Μελάς στη σύζυγό του, του ζήτησε να τον φωτογραφίσει. Ο Μελάς συμφώνησε και φωτογραφήθηκε στις 21 Αυγούστου από το Λαρισαίο φωτογράφο Γεράσιμο Δαφνόπουλο ένοπλος -κρατώντας ένα Μάουζερ, ζωσμένος ένα περίστροφο Μάουζερ Ζιγκ-Ζάγκ- και ένστολος,[108] ενδεδυμένος ένα μαύρο κεντητό ντουλαμά.[109] Ο Μελάς έστειλε το πρώτο αντίτυπο της φωτογραφίας στη σύζυγό του, «υπό τον όρον να μην ιδή το φως της ημέρας», αλλά να μείνει ως ανάμνηση για την ίδια και τα παιδιά του αν έχανε τη ζωή του στην αποστολή του,[108] βρίσκοντας ότι θα ήταν «κωμικό» και «μαρτύριο», εάν επέστρεφε άπρακτος, να βλέπει «την φάτσαν [τ]ου έτσι μασκαρεμένην».[109] Την επομένη αναχώρησαν από τη Λάρισα[110] και στις 27 έφτασαν στο μοναστήρι της Μερίτσας, όπου δέχτηκαν την απρόθυμη φιλοξενία του ηγουμένου.[111]

Ο Μελάς (καθιστός στην πρώτη σειρά) με την ομάδα του (26.8.1904).

Τη νύχτα της 27ης με 28ης Αυγούστου ο Παύλος Μελάς με το επιχειρησιακό όνομα «Ζέζας» και ένοπλο σώμα περίπου 35 ανδρών, Κρητικών και Μακεδόνων, διέβη τα ελληνοοθωμανικά σύνορα και εισέβαλε στα εδάφη της Μακεδονίας, κοντά στο Οστροβό,[112][113] (σημ. Αγναντιά Τρικάλων).[114] Όπως και στις δύο πρώτες εξορμήσεις του στη Μακεδονία, ο Μελάς βρισκόταν κατά το ήμισυ σε ρυθμούς οικογενειακής ζωής· διατήρησε την ώρα Ελλάδας στο ρολόι του και αναλογιζόταν τις ασχολίες του καθενός μέλους της οικογένειάς του κατά τη διάρκεια της ημέρας.[115] Στο σώμα του Μελά βρίσκονταν ντόπιοι κλέφτες και Κρητικοί παρόμοιων ενασχολήσεων, οι οποίοι κινούνταν και δρούσαν όπως οι κλέφτικες ομάδες. Διαβαίνοντας τα σύνορα, ο Μελάς προσπάθησε να υιοθετήσει την κλέφτικη στάση, απεκδύθηκε τη στολή του αξιωματικού[116] και επέλεξε ως μόνιμη ενδυμασία του το ντουλαμά, με αποτέλεσμα να κερδίσει το σεβασμό των αντρών του σώματός του.[109] Παρότι δεν ήταν πρακτική, ιδίως στην κακοκαιρία, η παραδοσιακή κλέφτικη φορεσιά τον έκανε να αισθάνεται πιο άνετα, βρίσκοντας, όπως πολλοί Μακεδονομάχοι, ότι εμψύχωνε τους άντρες του.[117] Στις 30 Αυγούστου ο ληστής Θανάσης Βάγιας, τον οποίο ο Μελάς είχε προσλάβει ως οδηγό, λιποτάκτησε και στη συνέχεια κατέδωσε το σώμα του Μελά στους Οθωμανούς.[113] Για πάνω από μία εβδομάδα το ένοπλο σώμα του Μελά περιπλανήθηκε στην περιοχή της Σαμαρίνας, ορειβατώντας τη νύχτα, συχνά υπό βροχή, για να περνά απαρατήρητο, με τον ασυνήθιστο σε κακουχίες Μελά να καταπονείται ιδιαίτερα.[118] Στις 5 Σεπτεμβρίου, ύστερα από πορεία πολλών ημερών, κατά την οποία αντιμετώπισαν την καχυποψία του τοπικού πληθυσμού[119] ο Μελάς και οι σύντροφοι του έφθασαν στο χωριό Ζάνσκο, όπου τους βοήθησε και εφοδίασε πρόσωπο της εμπιστοσύνης τους.[113] Στις 7 διέβησαν τον Αλιάκμονα και με ενδιάμεσες στάσεις στο ελληνόφωνο πατριαρχικό Κωσταράτσι, όπου έμειναν για τρεις μέρες δεχόμενοι αιτήματα βοήθειας από γειτονικά χωριά, στο Βογατσικό και στη μονή του Αγίου Νικολάου στο Τσιρίλοβο, προπύργιο των ελληνικών σωμάτων της περιοχής, έφτασαν στις 13 Σεπτεμβρίου στο αλβανόφωνο πατριαρχικό χωριό Λέχοβο. Εκεί συνάντησαν τον ντόπιο κλέφτη Ζήση Δημουλιό, που με την άδεια των οθωμανικών αρχών διατηρούσε ένα σώμα εννιά ανδρών και εργαζόταν υπέρ των πατριαρχικών συμφερόντων,[120] ενώ στο σπίτι του είχε αναρτημένη μεταξύ άλλων τη φωτογραφία της πριγκίπισσας Σοφίας και του Στέφανου Δραγούμη.[121] Με τον Πύρζα ο Μελάς συζήτησε διστακτικά την ανάγκη αντεκδίκησης του φόνου του ιερέα του σλαβόφωνου χωριού Στρέμπενο, ο οποίος είχε δολοφονηθεί από κομιτατζήδες το Νοέμβριο του 1901.[122]

Για το Μελά, όπως και άλλους Έλληνες αξιωματικούς που κατευθύνθηκαν από το ελεύθερο ελληνικό βασίλειο στη Μακεδονία, η σιωπηρή άρνηση σλαβόφωνων χωρικών να αναγνωρίσουν ως θρησκευτικό τους ηγέτη το Βούλγαρο Έξαρχο αντί του Οικουμενικού Πατριάρχη ήταν απόδειξη του ελληνικού τους «φρονήματος». Ο Μελάς θεωρούσε τους σλαβόφωνους χωρικούς εξίσου Έλληνες με τους ελληνόφωνους Κρητικούς που τον συνόδευαν και πίστευε ότι είχαν αλλοφωνήσει ως αποτέλεσμα της ξένης κυριαρχίας, μεταναστεύσεων και έλλειψης ελληνικής εκπαίδευσης.[123] Τους αποκαλούσε «Μακεδόνες», εννοώντας ότι είναι κάτοικοι της Μακεδονίας, και τη γλώσσα τους «μακεδονική» και τους θεωρούσε όμοιους με το υπόλοιπο αλλόφωνο ποίμνιο του Πατριάρχη.[124] Συνειδητοποιώντας τη δυσκολία ταύτισης των χωρικών με έννοιες εθνικές, ο Μελάς εξήγησε στους άνδρες του ότι βάση του αγώνα που θα διεξήγαγαν ήταν η θρησκεία, η οποία προσβαλλόταν από τη δράση των Βουλγάρων. Ο ίδιος επέλεξε ως σφραγίδα του το σταυρό και την επιγραφή «Εν τούτω νίκα», σύμβολα κατανοητά από τους χωρικούς που αποσκοπούσε να προσεταιριστεί.[125]

Στις 15 Σεπτεμβρίου ο Μελάς πραγματοποίησε την πρώτη του επιχείρηση στο Στρέμπενο, όπου συνέλαβε δύο καταζητούμενους εξαρχικούς, που είχε ταυτοποιήσει χάρη στη βοήθεια του Ζήση, και νωρίς το βράδυ το σώμα εισέβαλε στο χωριό. Μετά από ικεσίες ντόπιων, αποφάσισε τελικά να μην σκοτώσει τους δύο καταζητούμενους υπό τον όρο πως θα πήγαιναν στην ελληνική Μητρόπολη και θα δήλωναν υποταγή στον εκεί Μητροπολίτη,[126] όπως τους έβαλε να ορκιστούν σε μία βίβλο ότι θα πράξουν.[127] Ταυτόχρονα, έδωσε στους παρόντες στην πρόχειρη αυτή δίκη πρόκριτους του χωριού διορία δέκα ημερών να αναγνωρίσουν τον Έλληνα Μητροπολίτη της Καστοριάς και να του ζητήσουν την αποστολή δασκάλου και ιερέα, ώστε να επανέλθει το χωριό στο Πατριαρχείο.[128] Ενίσχυσε επίσης χρηματικά συγγενείς των θυμάτων, διέλυσε την τοπική επιτροπή της ΕΜΕΟ και στη θέση της συνέστησε και εξόπλισε μία «επιτροπή άμυνας» πατριαρχικών.[129] Η επιεικής αυτή στάση του Μελά προκάλεσε τη μήνιν των πατριαρχικών του χωριού, που προσέβλεπαν σε πράξεις αντεκδίκησης για τις πράξεις βίας που είχαν διαπράξει τα προηγούμενα χρόνια εις βάρος τους τα ένοπλα βουλγαρικά σώματα,[127] και έκανε τον Καραβίτη να αμφιβάλλει για το αν ο Μελάς είχε τη σωματική και ψυχική σκληρότητα που απαιτούνταν από τις περιστάσεις. Παρά τις αμφιβολίες των ανταρτών για τις ικανότητες του Μελά ως στρατιωτικού, αναγνώριζαν την ηθική του καθαρότητα και ευγένεια, με αποτέλεσμα να απολαμβάνει την εκτίμησή τους.[130] Στις 17 Σεπτεμβρίου ο Μελάς προσπάθησε να οργανώσει επίθεση στο χωριό Αετόζι, καθώς ήταν κέντρο εξαρχικών αυτονομιστών, όμως η απροθυμία συνεργασίας του Ζήση από το Λέχοβο του άλλαξε τα σχέδια.[131] Μη διαθέτοντας κανέναν άνδρα που να γνωρίζει την περιοχή και μη έχοντας τη δυνατότητα να ακολουθήσει τις φευγαλέες κινήσεις των εξαρχικών σωμάτων, υποχρεώθηκε να στραφεί στην τιμωρητική δράση κατά μεμονωμένων ατόμων και αποφάσισε την ίδια μέρα να μεταβεί στην Πρεκοπάνα (σημερινή Περικοπή).[132][133] Εκεί περικύκλωσε τον τοπικό πληθυσμό, που εκείνη την ώρα παρακολουθούσε μια κηδεία και συνέλαβε τον εξαρχικό δάσκαλο και τον εξαρχικό ιερέα[113] ποπ-Νικόλα, ο οποίος τον Ιούλιο του 1903 είχε δολοφονήσει τον προκάτοχό του, παπα-Χρίστο.[134] Εν μέρει λόγω του φόβου τους, όπως αντιλήφθηκε ο Μελάς, οι κάτοικοι του χωριού και οι πρόκριτοι δήλωσαν την αποστροφή τους για την Εξαρχία και ο Μελάς απαίτησε να ορκιστούν ότι θα δηλώσουν πίστη στον Έλληνα Μητροπολίτη και θα ζητήσουν την αποστολή πατριαρχικού ιερέα και δασκάλου, απειλώντας, όπως είχε κάνει και στο Στρέμπενο, ότι θα επανερχόταν για να τιμωρήσει τυχόν επίορκους.[135] Η εκτέλεση των δύο κομιτατζήδων από άνδρες του σώματός του λίγο έξω από το χωριό[113] φαίνεται να συγκλόνισε τον Μελά, που είχε ενδοιασμούς αναλογιζόμενος την αναντιστοιχία ανάμεσα στο «ωραίο και ευγενές έργο» που είχε αναλάβει και «τας σκληράς ανάγκας» προκειμένου αυτό να υλοποιηθεί.[136]

Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στη Μπελκαμένη (σημ. Δροσοπηγή), χωριό Αλβανών και Βλάχων. Ο Μελάς τους εκφώνησε ομιλία, οργάνωσε μια επιτροπή «άμυνας» και επέβαλε το κλείσιμο του ρουμανικού σχολείου του χωριού.[137][138][139][140] Ακολούθως, ο Μελάς σχεδίαζε να συλλάβει πέντε κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ στο σλαβόφωνο χωριό Νερέτ (σημερινός Πολυπόταμος) και οι άνδρες του Μελά εισήλθαν κρυφά στο χωριό, δίχως να καταφέρουν να συναντήσουν τους ντόπιους πατριαρχικούς. Το σχέδιο δράσης τους ανατράπηκε άμα τη ενάρξει της εφαρμογής του, όταν αντιλήφθηκαν πως στο χωριό βρισκόταν σημαντική δύναμη του οθωμανικού στρατού.[141][142] Λόγω της απειρίας του Μελά στον ανταρτοπόλεμο,[143] κατά τη διάρκεια της άτακτης φυγής τους τραυματίστηκε θανάσιμα ο Φίλιππος Καπετανόπουλος, μέλος της επιτροπής Άμυνας του Μοναστηρίου, ο οποίος είχε ενταχθεί στο σώμα του Μελά στη Μπελκαμένη την προηγούμενη μέρα.[144][145][146] Ο Μελάς τον σκέπασε με την κάπα του, στην οποία είχε αφήσει από αμέλεια ένα γράμμα του ίδιου του Καπετανόπουλου προς τον Δημήτριο Καλλέργη, τον Έλληνα πρόξενο στο Μοναστήρι. Η εύρεση της επιστολής οδήγησε αργότερα σε διάβημα της Υψηλής Πύλης προς την ελληνική κυβέρνηση και την ανάκληση του Καλλέργη.[147] Σύμφωνα με μία απολογιστική του έκθεση, που έμεινε ανολοκλήρωτη, ο Μελάς έγραψε στον καϊμακάμη της Φλώρινας ότι μοναδικός σκοπός της δράσης του ήταν «η τιμωρία των δολοφόνων Βουλγάρων και η προστασία των αδελφών μας από τας ορδάς αυτών».[3][148] Η δράση του σώματος του Μελά προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των πολιτικών, αλλά όχι και των στρατιωτικών Οθωμανών αξιωματούχων και δε μεταφράστηκε στην ανάληψη δράσης για την εξουδετέρωσή του.[149]

Η Νεγκοβάνη (σημ. Φλάμπουρο), όπου διέμεινε ο Μελάς, σε φωτογραφία των αφών Μανάκη το 1906-7.

Από το Νερέτ το σώμα του Μελά κατευθύνθηκε στο πατριαρχικό Λέχοβο και έπειτα στη Νεγκοβάνη (σημερινό Φλάμπουρο), χωριό αρβανιτο-βλάχικο και επίσης κατά πλειοψηφία πατριαρχικό, όπου έμεινε για αρκετές μέρες λόγω της αδιάκοπης βροχόπτωσης, οργανώνοντας την άμυνα της ευρύτερης περιοχής.[150][151] Εκεί τους συνάντησαν στις 30 Σεπτεμβρίου πρόκριτοι του βλάχικου χωριού Νέβεσκα (σημερ. Νυμφαίο Φλώρινας), που τους εφοδίασαν με τρόφιμα και ενδύματα.[152] Ο Μελάς βασίστηκε, λόγω της σύνθεσης του πληθυσμού τους, στο Λέχοβο, όπου βρισκόταν ο Ζήσης, και στη Νεγκοβάνη, όπου ανέλαβε με τα χρήματα του Μακεδονικού Κομιτάτου τη μισθοδοσία του οπλαρχηγού Κόλε Πίνα, που είχε εργαστεί για τον Καραβαγγέλη. Ως κέντρο τους όρισε τη Νέβεσκα, όπου διόρισε μία πενταμελή επιτροπή άμυνας, όπως έπραξε και σε άλλα χωριά, όμοια με την οργάνωση Άμυνα του Ίωνα Δραγούμη. Έργο των επιτροπών αυτών ήταν η τροφοδοσία των αντάρτικων σωμάτων, η φύλαξη των χωριών και η προπαγανδιστική δράση στη γύρω περιοχή. Με τους πόρους του Κομιτάτου μισθοδότησε στα χωριά πέρα από ένοπλες φρουρές, αγγελιαφόρους και κατασκόπους της βουλγαρικής δράσης.[153] Την ίδια περίοδο ενεργούσε στην περιοχή των Κορεστείων η ανταρτοομάδα των Καούδη και Κύρου, που ανάγκασε πολλούς κομιτατζήδες να εγκαταλείψουν τα χωριά όπου βρίσκονταν. Στις 18 Σεπτεμβρίου(Ι.Η.)/1 Οκτωβρίου(Γ.Η.) η ομάδα αυτή επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στην Όστιμα (σημερ. Τρίγωνο Φλώρινας) στο Μήτρο Βλάχο, που μετά από πολύωρη μάχη κατάφερε να διαφύγει, χάνοντας ωστόσο περίπου είκοσι άνδρες.[154][155] Ευρισκόμενος στο Λέχοβο, ο Μελάς πληροφορήθηκε την επικράτηση του Καούδη, στον οποίο είχε στείλει μηνύματα διατάζοντάς τον να τον συναντήσει, τα οποία ο Καούδης, που επίσης προσέβλεπε στην ανάληψη κοινής δράσης, δεν είχε λάβει, κάνοντας το Μελά να νομίζει ότι η έλλειψη απάντησης ήταν σκόπιμη.[156] Λόγω της ανυπαρξίας σταθερών διαύλων επαφής, τρεις προσπάθειες συνάντησης μετά την πρώτη μεταξύ τους επικοινωνία στις 25 Σεπτεμβρίου έμειναν ανεπιτυχείς.[157]

Απογοητευμένος από τις άσχημες καιρικές συνθήκες, τις συναντήσεις με τον οθωμανικό στρατό, τις ικανότητες διαφυγής των αντιπάλων του, την απροθυμία των ντόπιων να τον συνδράμουν και την απουσία ενισχύσεων σε χρήματα και άνδρες από το Κομιτάτο,[158] ο Μελάς σχεδίαζε να επιστρέψει στην Αθήνα και να επανέλθει στη Μακεδονία το Μάρτιο με νέο σώμα, αφήνοντας ολιγάριθμες φρουρές στα χωριά της περιοχής. Στις 9 Οκτωβρίου, όμως, έλαβε αναπάντεχα ενισχύσεις από την Ελλάδα,[3] όταν έφτασε στη Νεγκοβάνη ο Καραλίβανος με περίπου σαράντα άνδρες, με αποτέλεσμα το σώμα του Μελά να ξεπεράσει τους 70 το πλήθος και να δρα κατατετμημένο σε τέσσερεις ομάδες υπό τον Καραλίβανο, το Γιοβάνη, τον Πουλάκα και τον Πύρζα.[159] Ο Μελάς περιέγραψε τη θέλησή του να παραμείνει στην περιοχή σε ένα γράμμα -το τελευταίο του-, που έστειλε στην κουνιάδα του Έφη Καλλέργη, κόρη του Στέφανου Δραγούμη και σύζυγο του αξιωματικού του ιππικού Γιάννη Καλλέργη,[160] με την οποία ο Μελάς είχε ερωτικό δεσμό τους τελευταίους μήνες της ζωής του.[161] Έχοντας οργανώσει την άμυνα των χωριών της Καστοριάς, σκόπευε να αφήσει περίπου πενήντα άνδρες να ελέγχουν την περιοχή και ο ίδιος να περάσει μέσα από το Ζέλοβο και το Πισοδέρι στην περιοχή του Μεγάροβου και του Μοναστηρίου, για να εκδιώξει από εκεί τις ανταρτοομάδες των κομιτατζήδων και να οργανώσει την άμυνά τους για το χειμώνα.[160] Σε έκθεσή του προς το Κομιτάτο έγραψε ότι μετά το Μοναστήρι σχεδίαζε να κινηθεί προς τα Βοδενά και τη Βέροια, ώστε να αναπτύξει δράση σε όλη την περιοχή της οποίας είχε οριστεί υπεύθυνος.[162] Δύο μέρες αργότερα με δύναμη 60 ανδρών επιτέθηκε εναντίον προγραμμένων μελών των κομιτάτων στο Νερέτ (σημ. Πολυπόταμο),[3] όπου τους ειδοποίησε ότι κρύβονταν τρεις συμμορίες κομιτατζήδων ο γιος του δολοφονημένου ιερέα του χωριού, που είχε στοχοποιηθεί και ο ίδιος από την ΕΜΕΟ.[163] Η επιχείρηση απέβη άκαρπη και κατά την υποχώρηση του το ελληνικό σώμα δέχτηκε επίθεση κομιτατζήδων με αποτέλεσμα να τραπεί σε φυγή.[3]

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ευθύμιος Καούδης (αριστερά) και ο Παύλος Κύρου (δεξιά). Ο Ευθύμιος Καούδης (αριστερά) και ο Παύλος Κύρου (δεξιά).
Ο Ευθύμιος Καούδης (αριστερά) και ο Παύλος Κύρου (δεξιά).
Ο Μήτρος Βλάχος και η ανταρτοομάδα του.

Μετά την αποτυχημένη επιδρομή στο Νερέτ, ο Μελάς έμεινε με τους μισούς άνδρες του,[3] διανυκτέρευσε υπό βροχήν στο Βίτσι[164] και κινήθηκε προς τη Στάτιστα (σημερινός Μελάς), όπου συνάντησε τον Ντίνα ή Ντίνε Στεργίου,[164][165] έναν εικοσιτετράχρονο πρώην κομιτατζή και μέλος της ομάδας του Μήτρου Βλάχου, που είχε φύγει από αυτή για λόγους αντιζηλίας και, συστημένος από το μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, είχε ενταχθεί τον περασμένο Αύγουστο στο σώμα των Καούδη και Κύρου, δίχως να έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη τους για το οριστικό της μεταστροφής του στην ελληνική πλευρά.[164][165] Ο Ντίνας προσκάλεσε το Μελά να καταλύσουν στη Στάτιστα,[164] χωριό τότε σλαβόφωνο και μικτού πληθυσμού πατριαρχικών και εξαρχικών,[160][166] που διέθετε οργανωμένο βουλγαρικό πυρήνα.[164] Παρά την αντίρρηση του Πύρζα ότι θα ήταν ασφαλέστερο να μην μπουν στη Στάτιστα, καθώς ήταν πέρασμα των οθωμανικών δυνάμεων που μετακινούνταν τακτικά από το Ζέλοβο στο Κονομπλάτι, ο Μελάς επέμενε να εισέλθουν στο χωριό.[160] Από εκεί έστειλε μήνυμα στον Κύρου και τον Καούδη να συναντηθούνε τα χαράματα της 14ης Οκτωβρίου κοντά στη Στάτιστα.[160][164] Ο Καούδης ετοιμάστηκε να μεταβεί στη Στάτιστα, νομίζοντας ότι ο Μελάς είχε έρθει για να ενισχύσει το σώμα του, αλλά ο Κύρου, που αφενός δεν ήθελε να απομακρυνθούν από το χωριό του, το πατριαρχικό Ζέλοβο, που ήταν εκτεθειμένο σε επιθέσεις εξαρχικών σωμάτων, αφετέρου είχε ψυχρανθεί με το Μελά, που τον είχε κατηγορήσει για την προδοσία του Κώτα, αντιτάχθηκε και τελικά στάλθηκαν μόνο δύο άτομα για να οδηγήσουν το σώμα του Μελά στο Ζέλοβο.[167]

Στη Στάτιστα το σώμα του Μελά δέχτηκε τη φιλοξενία προκρίτων του χωριού και του Ντίνε,[160] που θα οδηγούσε το σώμα του Μελά στον τόπο συνάντησης με τον Καούδη και τον Κύρου στις 14 Οκτωβρίου και βοήθησε το Μελά να μοιράσει τους άνδρες της ομάδας σε πέντε σπίτια.[164][165] Το απόγευμα της 13ης Οκτωβρίου, όταν πληροφορήθηκαν ότι ένα οθωμανικό απόσπασμα είχε αναχωρήσει από το Κονοπλάτι, ο Μελάς δεν ανησύχησε, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν οθωμανική πολιτική να επιτίθενται σκόπιμα στις ελληνικές ομάδες, που τους απάλλασσαν από το καθήκον καταδίωξης των κομιτατζήδων. Ωστόσο, το απόσπασμα είχε κινητοποιηθεί μετά την παραλαβή ένός παραπλανητικού γράμματος γραμμένου στα ελληνικά που είχε συντάξει και στείλει με έναν χωρικό ο επικηρυγμένος Μήτρος Βλάχος, ο κομιτατζής, και έγραφε ότι στη Στάτιστα βρισκόταν ο ίδιος, υπολογίζοντας ότι ο τούρκος λοχαγός θα επετίθετο στη Στάτιστα για να λάβει το ποσό με το οποίο είχε επικηρυχθεί ο Μήτρος Βλάχος, προξενώντας, ωστόσο, το θάνατο του Μελά.[160] Το χωριό περικυκλώθηκε από οθωμανικό απόσπασμα κάποιων δεκάδων ανδρών και ξεκίνησαν αψιμαχίες. Το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας θα έβρισκε τον Μελά νεκρό υπό ομιχλώδεις συνθήκες.[164]

Το σπίτι όπου σκοτώθηκε ο Μελάς στη Στάτιστα σήμερα στεγάζει το Μουσείο Παύλου Μελά.

Για τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου του Μελά υπάρχει πλήθος εκδοχών.[168] Το οθωμανικό απόσπασμα εντόπισε ένα από τα κρησφύγετα των Ελλήνων και ξέσπασαν πυροβολισμοί.[168] Περικύκλωσε επίσης το σπίτι όπου έμεναν ο Μελάς, ο Πύρζας, ο Ντίνας,[160] ο Χατζητάσης[164] και ένας Κρητικός ονόματι Στρατινάκης, το οποίο καταδεικνυόταν σαφώς στο γράμμα του Μήτρου Βλάχου.[160] Οι περισσότερες αφηγήσεις συντρόφων του Μελά αμφισβητούν το ότι υπήρξε σημαντική μάχη και είναι αμφίβολο αν ο Μελάς και όσοι ήταν μαζί του συμμετείχαν. Όλες οι εκδοχές συγκλίνουν πως κάποια στιγμή τη νύχτα ο Μελάς προσπάθησε να διαφύγει, όμως τραυματίστηκε θανάσιμα. Οι μαρτυρίες ποικίλουν για το αν ο Μελάς τραυματίστηκε από βόλι του οθωμανικού αποσπάσματος ή των ανδρών του σώματός του, συγκεκριμένα από εκπυρσοκρότηση του όπλου του Πύρζα.[164][168] Μετά τον τραυματισμό του ο Μελάς ζήτησε από τον Πύρζα να παραδώσει το σταυρό του στη σύζυγό του, το τουφέκι του στο γιο του και το κωνσταντινάτο του στην Έφη Καλλέργη.[161][169] Οι μαρτυρίες ποικίλουν επίσης για το αν, ύστερα από τον τραυματισμό του, ο Μελάς απεβίωσε, αυτοκτόνησε, ζήτησε από τον Ντίνα να τον αποτελειώσει ή ο τελευταίος τον σκότωσε αυτόβουλα.[164][168] Φαίνεται πως ο Μελάς ήταν ο μοναδικός νεκρός της ελληνικής πλευράς. Όλοι οι άνδρες του σώματός του διέφυγαν, εκτός από τους επτά που βρίσκονταν στο σπίτι που πολιόρκησε ο οθωμανικός στρατός, οι οποίοι παραδόθηκαν και το 1905 καταδικάστηκαν σε φυλάκιση πέντε ετών για σύσταση συμμορίας.[168] Οι σύνοικοι του Μελά άφησαν στον αχυρώνα του σπιτιού όπου βρίσκονταν τη σορό του Μελά, η οποία τάφηκε από χωρικούς της Στάτιστας ενδεχομένως την ίδια νύχτα, και κατευθύνθηκαν προς το κοντινό Ζέλοβο.[164]

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρωί της επομένης (14η Οκτωβρίου) οι τέσσερεις σύνοικοι του Μελά φτάσαν στο Ζέλοβο (σημ. Ανταρτικό) όπου συνάντησαν τον Καούδη και τον Κύρου και τους πληροφόρησαν για το θάνατο του αρχηγού τους.[164][168] Την ίδια μέρα ο Ντίνας στάλθηκε στη Στάτιστα, απ' όπου επέστρεψε δυο μέρες αργότερα λέγοντας ότι υπήρχε κίνδυνος να «πάρουν το κεφάλι» της σορού.[164] Το βράδυ της 17ης αναχώρησαν για τη Μπελκαμένη (σημ. Δροσοπηγή) όλοι οι Μακεδονομάχοι, εκτός από τον Κύρου που παρέμεινε στο Ζέλοβο, ενώ ο Ντίνας στάλθηκε πάλι στη Στάτιστα εφοδιασμένος από τον Καούδη με πέντε λίρες για να ανακτήσει τη σορό του Μελά.[140][164] Το πρωί της 18ης Οκτωβρίου ο Ντίνας εμφανίστηκε στο Ζέλοβο φέροντας το κεφάλι του Μελά και λέγοντας στον Κύρου και στον υπάλληλο του ελληνικού προξενείου του Μοναστηρίου, που μόλις λίγες ώρες πριν είχε έρθει στο χωριό, ότι, ενώ έκανε την εκταφή του νεκρού, στο χωριό εμφανίστηκε οθωμανικός στρατός και γι' αυτό έκοψε βιαστικά το κεφάλι του νεκρού και έφυγε.[164][170]

Ο τάφος του Παύλου Μελά όπως δημιουργήθηκε πρώτα στην Καστοριά. Φωτογραφία του 1904 του Λεωνίδα Παπάζογλου.

Το κεφάλι του Μελά τάφηκε στο παρεκκλήσι του ναού της Αγίας Παρασκευής στο χωριό Πισοδέρι[171][172] από τον παπα - Σταύρο Τσάμη,[173] ενώ μετά από έρευνα στη Στάτιστα ο οθωμανικός στρατός εντόπισε το ακέφαλο σώμα και το μετέφερε στην Καστοριά στις 23 Οκτωβρίου.[164] Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, ο καϊμακάμης της Καστοριάς εντόπισε πάνω στο νεκρό του Μελά γράμματα προς τον «κύριο Τζέτζα», ψευδώνυμο του Μελά, χάρη στα οποία ο Καραβαγγέλης αντιλήφθηκε την ταυτότητα του νεκρού και επέμεινε να παραδοθεί στον ίδιο για να τον κηδεύσει ως Έλληνα. Μπροστά στην επιμονή του καϊμακάμη να τον παραδώσει σε Βούλγαρο ιερέα, ο Καραβαγγέλης κινητοποίησε τη νεολαία της Καστοριάς και στη συνέχεια ζήτησε τη μεσολάβηση των ντόπιων μπέηδων, προειδοποιώντας ότι μπορεί να συμβούν ταραχές που θα έβλαπταν την ειρηνική συμβίωση Τούρκων και Ελλήνων. Οι μπέηδες της Καστοριάς ανάγκασαν τον καϊμακάμη να παραδώσει στον Καραβαγγέλη το σώμα του Μελά, το οποίο και τάφηκε στον περίβολο από το βυζαντινό παρεκκλήσι των Ταξιαρχών κοντά στο Μητροπολιτικό Μέγαρο Καστοριάς.[171][172] Το 1907 ο Στέφανος Δραγούμης ζήτησε από τον Καραβαγγέλη να παρευρεθεί η Ναταλία στην μετά τριετία εκταφή του σώματος του συζύγου της καθώς και να του δοθεί το κεφάλι του Μελά. Ο Καραβαγγέλης φρόντισε να έρθει το κεφάλι του Μελά από το Πισοδέρι στην Καστοριά και η Ναταλία επιβεβαίωσε, χάρη σε τρία χρυσά δόντια που η αδερφή του δεσπότη, Κλεονίκη, εντόπισε στο στόμα του, ότι επρόκειτο για το κεφάλι του Μελά, το οποίο ο Καραβαγγέλης έθαψε στην Καστορια μαζί με το υπόλοιπο σώμα, κάτω από την Αγία Τράπεζα του μητροπολιτικού ναού της πόλης.[164][174] Τον Ιούλιο του 1950 τα οστά του Μελά μεταφέρθηκαν σε τάφο στο εσωτερικό του παρεκκλησίου των Ταξιαρχών.[175]

Ταφικά μνημεία
Ο τάφος του Μελά μέσα στο παρεκκλήσι των Ταξιαρχών.
Ο τάφος του Μελά μέσα στο παρεκκλήσι των Ταξιαρχών.  
Κενοτάφιο του Μελά στον περίβολο του παρεκκλησίου των Ταξιαρχών
Ο αρχικός τάφος του Μελά έξω από το παρεκκλήσι των Ταξιαρχών.  
Αναφορά στο ΥπΕξ του προξένου στο Μοναστήρι Φίλιππου Κοντογούρη για το θάνατο του Μελά (19.Χ.1904).[176]

Στις 16 Οκτωβρίου ο Πύρζας έστειλε με καθυστέρηση ενημερωτική επιστολή στο προξενείο του Μοναστηρίου, το τηλεγράφημα του οποίου της 17ης Οκτωβρίου προς το ελληνικό ΥπΕξ έφθασε στην Αθήνα στις 18, οπότε και ενημερώθηκαν για το θάνατο του Μελά οι Δραγούμηδες, ενώ την επομένη το νέο δημοσιεύθηκε στον τύπο.[164][177] Στις εκκλησίες της Ελλάδας τελέστηκαν μνημόσυνα για το Μελά, ενώ στα σχολεία εκφωνήθηκε μια ομιλία συνταγμένη από την «Επίκουρο των Μακεδόνων Επιτροπή» που τον εξυμνούσε ως γενναίο «Βουλγαροκτόνο», απόστολο της Μεγάλης Ιδέας και φιλόπατρι θυσιασθέντα υπέρ της ελευθερίας, αντάξιο των μεγάλων ανδρών της αρχαίας Ελλάδας.[178] Σύμφωνα με την αφήγηση που κυριάρχησε, ο Μελάς βρήκε εκούσιο θάνατο αψηφώντας χάρη στη φιλοπατρία του τους κινδύνους που διέτρεχε,[178] καθώς ο αθηναϊκός τύπος έγραψε ότι ο Μελάς πυροβολήθηκε αφότου είχε διασπάσει μαζί με το σώμα του τις γραμμές των τούρκων στρατιωτών.[168] Η διασπορά πολλών διαφορετικών φημών σχετικά με το γεγονός και η προσπάθεια απόκρυψης ενοχλητικών λεπτομερειών[164] —όπως του ότι οι μακεδονομάχοι ανέμεναν να μη δεχτούν επίθεση των οθωμανικών αρχών και του ότι αυτές τους επιτέθηκαν επειδή νόμιζαν ότι είναι βουλγαρική ομάδα, που "ευλόγως", κατά τον Έλληνα πρόξενο στο Μοναστήρι, αποκρύφθηκαν από την ελληνική κοινή γνώμη—[168] κάλυψαν κάτω από ένα πέπλο μυστηρίου τις συνθήκες θανάτου του Μελά.[164]

Στα μέσα Νοεμβρίου ανέλαβε ως διάδοχος του Μελά στη θέση του αρχηγού των ελληνικών σωμάτων στη δυτική Μακεδονία ο Γεώργιος Τσόντος, που έγινε γνωστός ως «καπετάν Βάρδας», κατάφερε τα πρώτα αξιόλογα πλήγματα στον αντίπαλο, αποκατέστησε το κύρος της ελληνικής πλευράς στα μάτια των ντόπιων και αναδείχθηκε ο σημαντικότερος αξιωματικός του Μακεδονικού Αγώνα.[179] Το 1907 ο Τσόντος-Βάρδας πληροφορήθηκε ότι δύο χρόνια νωρίτερα, το 1905, φοβούμενος για τη ζωή του, επειδή είχε θανατώσει το Μελά, ο Ντίνε μετανάστευσε στις ΗΠΑ.[164][165] Τρία χρόνια αργότερα, ένας Έλληνας πράκτορας έγραψε στον πεθερό του Μελά, Στέφανο Δραγούμη, ότι συνέχιζε να αναζητεί τον Ντίνε αποφασισμένος να του δώσει «οικτρόν θάνατον» ως προδότη και υπεύθυνο για το θάνατο του Μελά.[165]

Υστεροφημία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ου αι. με τα υποτιθέμενα τελευταία λόγια του Μελά.

Αν και ο Μελάς ήταν ιδανικός για το έργο της προώθησης του ελληνισμού στη Μακεδονία, τα άμεσα αποτελέσματα της δράσης του ως οπλαρχηγού ήταν πενιχρά.[180] Ο θάνατος του, όμως, κατά το πρότυπο του παραδοσιακού «παλληκαριού», σε μια περίοδο κατά την οποία ο τακτικός στρατός θεωρούνταν άνευ αξίας, ενώ οι άτακτοι πολεμιστές ο αληθινός "στρατός του έθνους", κατέστησε το Μελά μέλος του ελληνικού εθνικού πανθέου, συγκλόνισε την κοινή γνώμη της εποχής, εξώθησε πολλούς εθελοντές να ακολουθήσουν το παράδειγμά του και κατέστησε αδύνατο για τις ελληνικές κυβερνήσεις να παραβλέψουν την υπόθεση της Μακεδονίας.[181] Ήδη πριν την ένταξη της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος, ο Μελάς έγινε εθνικός ήρωας και σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα.[182] Ο θάνατός του αποτέλεσε θέμα θεατρικού έργου,[183] ενώ το 1907 ο Ίωνας Δραγούμης δημοσίευσε με το ψευδώνυμο "Ίδας" το βιβλίο Μαρτύρων και ηρώων αίμα, όπου διηγείται την πορεία και τη δράση του Μελά στη Μακεδονία.[184] Σύμφωνα με μια φήμη που αποτυπώθηκε σε προπαγανδιστικό επιστολικό δελτάριο σε φάση έντασης της ελληνοβουλγαρικής σύγκρουσης, η τελευταία του φράση πριν ξεψυχήσει ήταν «Βούλγαρος να μη μείνη».[185][186] Σε συνθήκες μυστικότητας ο Καστοριανός φωτογράφος Λεωνίδας Παπάζογλου φωτογράφησε το στεφανωμένο τάφο του Μελά και οι παραχθείσες εικόνες αναπαρήχθησαν στον ελληνικό τύπο και κατόπιν ως καρτ ποστάλ.[187] Λίγες μέρες μετά το θάνατο του Μελά, η Ακρόπολις δημοσίευσε σχετικό ποίημα του Κωστή Παλαμά που εντάχθηκε στη σχολική ύλη,[183][188] ενώ η φωτογραφία του Μελά με αντάρτικη περιβολή αποτέλεσε την έμπνευση για πορτρέτο που αναπαρήχθη στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Άστυ και ακολούθως σε επιστολικά δελτάρια.[183] Η φωτογραφία αυτή, μαζί με τον πίνακα που την ίδια χρονιά φιλοτέχνησε με βάση αυτήν ο Γεώργιος Ιακωβίδης, έγινε το γνωστότερο και μακροβιότερο σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα. Κατά τον ιστορικό Βασίλη Γούναρη, η ιστορία και η σημασία της φωτογραφίας αυτής «είναι το καλύτερο παράδειγμα της απόστασης που χωρίζει τη συμβολική, σχεδόν μυθική, σημασία του Μακεδονικού αγώνα από την ιστορία του».[109] Ως εθνομάρτυρας και σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα, ο Μελάς εικονίστηκε με την ενδυμασία του Μακεδονομάχου και από το ζωγράφο Θεόφιλο.[189]

Ο Χατζητάσης (δεξιά) και ο Πύρζας μπροστά στο σπίτι όπου σκοτώθηκε ο Μελάς (δεκαετία του 1920).

Την περίοδο του Μεσοπολέμου, όταν η εν εξελίξει προσπάθεια αφομοίωσης των σλαβόφωνων στο ελληνικό έθνος και η συνέχιση ύπαρξης διαμαχών μεταξύ των πολιτικά ενεργών Μακεδονομάχων οδηγούσε στον αποκλεισμό του Μακεδονικού Αγώνα από τον επίσημο δημόσιο λόγο, η απότιση φόρου τιμής στο Μελά λειτούργησε ως υποκατάστατο της δημόσιας μνημόνευσης του Μακεδονικού Αγώνα.[182][190] Το όνομα του Μελά δόθηκε το 1927 στη Στάτιστα, το χωριό όπου σκοτώθηκε, που ονομάζεται σήμερα Μελάς,[191] και σε μία «Εθνική Οργάνωση» ντόπιων κυρίως Μακεδονομάχων που ιδρύθηκε τον ίδιο χρόνο, γρήγορα εξαπλώθηκε σε πόλεις και κωμοπόλεις της Μακεδονίας, στόχευε στην ικανοποίηση μέσω πελατειακών δικτύων αιτημάτων υλικής αποκατάστασης των μελών της και ιδεολογία της οποίας ήταν η αντικομμουνιστική εθνικοφροσύνη.[192] Το 1931 ένα στρατόπεδο στο δυτικό τμήμα της Θεσσαλονίκης μετονομάστηκε προς τιμήν του σε «στρατόπεδο Παύλου Μελά».[193] Το 1934 ανεγέρθηκε στον πρώτο τάφο του Μελά, στη Στάτιστα, ένα μνημείο, που τον Οκτώβριο του ίδιου έτους καταστράφηκε από αγνώστους (ο βενιζελικός γερουσιαστής Λεωνίδας Ιασωνίδης καταλόγισε την ευθύνη σε «βουλγαρίζοντας βουλγαροφώνους» της περιοχής), αλλά ανεγέρθηκε εκ νέου από την τοπική κοινότητα.[194][195] Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940 η στοχευμένη παρουσίαση των κομμουνιστών ως "Βουλγάρων" και η θεώρηση του εμφυλίου πολέμου ως επανάληψη της ελληνοβουλγαρικής διένεξης των αρχών του αιώνα είχε ως αποτέλεσμα την επιστράτευση στην εθνικόφρονα ρητορική της εποχής των συμβολικών μορφών του Δραγούμη και του Μελά, το όνομα του οποίου δόθηκε σε μία σειρά από τοπόσημα και διοργανώσεις.[196]

Το 1926 δημοσιεύθηκε ανώνυμα στην Αλεξάνδρεια και το 1963 επώνυμα στην Αθήνα μία βιογραφία του Μελά γραμμένη από τη σύζυγό του, Ναταλία Δραγούμη, συνοδευόμενη από την επιστολογραφία του και εικονογραφημένη από το Φώτη Κόντογλου.[3][197] Η Ναταλία επενέβη στη γλώσσα του σημειωματαρίου του Μελά και των επιστολών του, ώστε να είναι περισσότερο κατάλληλη για δημοσίευση, και λογόκρινε αναφορές που υπήρχαν σε προσωπικές στιγμές του Μελά με την ίδια, τα παιδιά του ή την Έφη Καλλέργη, καθώς και σε πρακτικές που μπορούσαν να απομυθοποιήσουν το Μακεδονικό Αγώνα στην κοινή γνώμη, όπως την παροχή χρημάτων σε εμπλεκόμενους στον Αγώνα ή διηγήσεις του Μελά για την ανευθυνότητα πολλών από αυτούς.[198] Το 1973, όταν η Ελλάδα βρισκόταν υπό στρατιωτική δικτατορία, κυκλοφόρησε η ταινία Παύλος Μελάς του σκηνοθέτη Φίλιππου Φυλακτού με το Λάκη Κομνηνό στον πρωταγωνιστικό ρόλο.[199] Πριν γυριστεί η ταινία διορίστηκε ένας λοχαγός για να επεξεργαστεί το σενάριό της και διατάχθηκε από το ΥπΕξ να αποκρυφθεί ότι η ταινία ήταν παραγωγή του Αρχηγείου Στρατού.[200] Την προβολή της ταινίας παρακολούθησαν όλα τα σχολεία της χώρας.[201]

Το σπίτι όπου βρήκε το θάνατο ο Μελάς μετατράπηκε σε μουσείο το 1963 και έκτοτε κάθε χρόνο τελείται στο Μελά μνημόσυνο, το οποίο παρακολουθεί πολύς κόσμος και αξιωματούχοι.[202][164] Την περίοδο του Μακεδονικού, στις αρχές της δεκαετίας του '90, μετά την ανεξαρτητοποίηση της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, σημειώθηκε αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το Μελά και η ενενηκοστή επέτειος του θανάτου του κηρύχθηκε σχολική αργία.[203] Στην Ελλάδα ο Μελάς θεωρείται σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα[182] και συχνά παρουσιάζεται, ως συνδεόμενος με τον αγώνα υπεράσπισης της ελληνικότητας της Μακεδονίας, μαζί με το Μέγα Αλέξανδρο, όπως τους απεικόνισε και ο Νίκος Εγγονόπουλος στον πίνακα «Οι δύο Μακεδόνες».[204] Πολλά προσωπικά του αντικείμενα εκτίθενται τώρα στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Θεσσαλονίκης[205] και στο Μουσείο Παύλος Μελάς στην Καστοριά.[εκκρεμεί παραπομπή] Πλήθος από ανδριάντες του ανεγέρθηκαν σε πλατείες πόλεων[206] μεταξύ των οποίων στη Θεσσαλονίκη, στο Ελευθέριο - Κορδελιό, την Αθήνα, τη Δράμα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, προτομές και μνημεία. Ακόμη σχολεία, πλατείες και[εκκρεμεί παραπομπή] οδοί ανά την Ελλάδα φέρουν το όνομά του.[206] Στη Θεσσαλονίκη, με το πρόγραμμα «Καλλικράτης» οι δήμοι Σταυρούπολης, Πολίχνης και Ευκαρπίας ενώθηκαν το 2010 σε έναν δήμο, στα όρια του οποίου ανήκει το στρατόπεδο «Παύλου Μελά» (που έπαψε να λειτουργεί το 2006) και ο οποίος έχει την ονομασία Παύλος Μελάς.[εκκρεμεί παραπομπή] Το σπίτι του Μελά στην Κηφισιά εγκαταλείφθηκε, αλλά το 2009 αναγνωρίστηκε ως μνημείο,[207] δωρήθηκε στο Υπουργείο Άμυνας και το 2020 αποκαταστάθηκε.[εκκρεμεί παραπομπή]

Καλλιτεχνικές απεικονίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζωγραφικοί πίνακες
Ο Μελάς σε πορτραίτο του Ιακωβίδη
Ο Μελάς σε πορτραίτο του Ιακωβίδη  
Ο Μελάς με αντάρτικη περιβολή (Ιακωβίδης)
Ο Μελάς σε πορτραίτο του Ιακωβίδη, εμπνευσμένο από τη φωτογραφία της 21.8.1904.  
Ο Μελάς με αντάρτικη περιβολή (Θεόφιλος)
Ο Μελάς σε πίνακα του Θεόφιλου.  

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μελά 1992, σελ. 17, 20, Dakin 1966, σελ. 140.
  2. «Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού». Ανακτήθηκε στις 18 Μαρτίου 2020.  Για τη μετονομασία της Πογδόριανης, βλ. Πανδέκτης: Pogdoriani -- Parakalamon. Ανακτήθηκε στις 18 Μαρτίου 2020. 
  3. 3,00 3,01 3,02 3,03 3,04 3,05 3,06 3,07 3,08 3,09 3,10 3,11 3,12 Τάσος Κωστόπουλος (2018-10-14). «Ο αληθινός Παύλος Μελάς». Η Εφημερίδα των Συντακτών. https://www.efsyn.gr/arthro/o-alithinos-paylos-melas. Ανακτήθηκε στις 2018-11-15. 
  4. 4,0 4,1 4,2 Καραμπάτη 2014, σελ. 19.
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 Dakin 1966, σελ. 140.
  6. Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 231.
  7. 7,0 7,1 Καραμπάτη 2014, σελ. 39.
  8. Dakin 1966, σελ. 141.
  9. 9,0 9,1 Μελά 1992, σελ. 52-53.
  10. Dakin 1966, σελ. 140-141.
  11. Μελά 1992, σελ. 56, 176.
  12. Ανδριανή Γρηγοράτου, Αγγελική Μελπίδου. «Η μαχητική και αποφασιστική Ζωή Μελά (30/11/1898 - 21/12/1996).». Ενημερωτικό Δελτίο (Ελληνική Εταιρεία Κλινικής Χημείας-Κλινικής Βιοχημείας): 9. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2016-04-24. https://web.archive.org/web/20160424051614/http://www.eekx-kb.gr/pdf/ENIMEROTIKO_16.pdf. Ανακτήθηκε στις 2020-03-18. 
  13. Καραμπάτη 2005, σελίδες 28-31.
  14. Γιανουλόπουλος 2003, σελ. 16, 50.
  15. Γιανουλόπουλος 2003, σελ. 33-4.
  16. 16,0 16,1 16,2 16,3 16,4 16,5 Πικρός 1977, σελ. 96-7.
  17. Βεργόπουλος, Κωνσταντίνος (1977), «Η τελευταία κυβέρνηση Τρικούπη και η πτώχευση», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΔ΄: Νεώτερος Ελληνισμός από το 1881 έως το 1913, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σελ. 36-37, ISBN 978-960-213-110-7 
  18. 18,0 18,1 Koliopoulos, John S. (1999). Brigands with a Cause: Brigandage and Irredentism in Modern Greece, 1821-1912. Οξφόρδη: Clarendon Press. σελ. 17. 
  19. Πικρός 1977, σελ. 93-96.
  20. Γιανουλόπουλος 2003, σελ. 50, σημ. 4.
  21. 21,0 21,1 Γιανουλόπουλος 2003, σελ. 50.
  22. Πικρός 1977, σελ. 99-100.
  23. Μελά 1992, σελ. 63-64.
  24. Πικρός 1977, σελ. 120.
  25. Μελά 1992, σελ. 66-69.
  26. Καραμπάτη 2014, σελ. 53.
  27. Πικρός 1977, σελ. 127.
  28. Καραμπάτη 2014, σελ. 53.
  29. Μελά 1992, σελ. 104-105.
  30. 30,0 30,1 Καραμπάτη 2014, σελ. 55.
  31. Μελά 1992, σελ. 121-123.
  32. Μελά 1992, σελ. 127.
  33. Μελά 1992, σελ. 128-129, «ΜΙΧΑΗΛ ΜΕΛΑΣ. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ». Εμπρός: σελ. 2. 18-06-1897. http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin_ftr.asp?c=108&pageid=-1&id=869&s=0&STEMTYPE=0&STEM_WORD_PHONETIC_IDS=&CropPDF=0. Ανακτήθηκε στις 2020-03-19. 
  34. Καραμπάτη 2005, σελ. 26.
  35. Καραμπάτη 2014, σελ. 57.
  36. 36,0 36,1 36,2 Ο ΙΟΣ (2013-11-10). «Η γέννηση του «βαθέος κράτους»». Η Εφημερίδα των Συντακτών. http://archive.efsyn.gr/?p=146211. Ανακτήθηκε στις 2018-11-15. 
  37. Dakin 1966, σελ. 141-2.
  38. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 47, 49.
  39. Γούναρης 2008, σελ. 185.
  40. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 47-50, Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 280.
  41. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 49.
  42. Κολιόπουλος 2003, σελ. 16, Gounaris 1995, σελ. 410-1.
  43. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 49.
  44. Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 337.
  45. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 79, Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 280, Livanios 2008, σελίδες 17–9.
  46. Livanios 2008, σελίδες 17–9, Kostopoulos 2016, σελίδες 143–6.
  47. Καραμπάτη 2005, σελίδες 28, 34, Gounaris 1997, σελ. 103.
  48. Gounaris 1997, σελ. 102-103.
  49. Gounaris 1997, σελ. 103-104.
  50. Dakin 1966, σελ. 142.
  51. Dakin 1966, σελ. 142-3.
  52. Gounaris 2007, σελ. 192, Kaliakatsos 2013, σελ. 54, Dakin 1966, σελίδες 119-121, Dakin 1985, σελ. 52: "Ο Κώτας, σλαβόφωνος πατριαρχικός, από το χωριό Ρούλια της Φλώρινας [...]".
  53. 53,0 53,1 Dakin 1966, σελ. 143.
  54. Dakin 1985, σελ. 52.
  55. Kaliakatsos 2013, σελ. 54.
  56. Dakin 1966, σελ. 143-145, Λιθοξόου, Δημήτρης (Ιανουάριος 1995). «3. Οι δέκα κρητικοί μισθοφόροι του Καραβαγγέλη». 3opa (6). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2015-10-16. https://web.archive.org/web/20151016011133/http://www.lithoksou.net/p/3-oi-deka-kritikoi-misthoforoi-toy-karabaggeli. Ανακτήθηκε στις 10-11-2019.  Gounaris 2007, σελ. 192.
  57. Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 281, Gounaris 2007, σελ. 191.
  58. Gounaris 2007, σελ. 192.
  59. 59,0 59,1 Kaliakatsos 2013, σελ. 54, 71-2, 74-75, σημ. 15.
  60. Dakin 1966, σελ. 114-6, 148-9.
  61. Akhund 2014, σελ. 590.
  62. Dakin 1966, σελ. 149, Akhund 2014, σελ. 597-8.
  63. Dakin 1966, σελ. 149, Akhund 2014, σελ. 598-900.
  64. Dakin 1966, σελ. 149, Akhund 2014, σελ. 599.
  65. Dakin 1966, σελ. 174, 163-4, 167, 168, Akhund 2014, σελ. 599.
  66. Dakin 1966, σελ. 168, Akhund 2014, σελ. 598.
  67. Dakin 1966, σελ. 175-6, Μελά 1992, σελ. 189, Stelios Nestor (1962). «Greek Macedonia and the Convention of Neuilly (1919)». Balkan Studies 3 (1): 178. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2018-03-13. https://web.archive.org/web/20180313031707/https://ojs.lib.uom.gr/index.php/BalkanStudies/article/view/81/90. Ανακτήθηκε στις 2020-03-18. «many leaders who fought and fell in the field defending the Greek cause, though they did not speak but Bulgarian. Such leaders were: Capetan Kottas from Roulia, Vangelis from Strebeno, Kyrou from Zelovo [...]». .
  68. Καραμπάτη 2005, σελ. 23.
  69. 69,0 69,1 Dakin 1966, σελ. 175-6.
  70. Καραμπάτη 2014, σελ. 65.
  71. Καραμπάτη 2005, σελ. 36.
  72. Καραμπάτη 2005, σελίδες 35-6.
  73. Καραμπάτη 2005, σελ. 31, 39.
  74. Dakin 1966, σελ. 175-6, Μελά 1992, σελ. 189.
  75. Μελά 1992, σελ. 190-191.
  76. Καραμπάτη 2005, σελ. 34.
  77. Dakin 1966, σελ. 176-7.
  78. Koliopoulos, John (1999). «Brigandage and Insurgency in the Greek Domains of the Ottoman Empire, 1853-1908». Στο: Dimitri Gondicas· Charles Issawi. Ottoman Greeks in the Age of Nationalism: Politics, Economy, and Society in the Nineteenth Century. Πρίνστον, Νιου Τζέρσεϋ: Darwin Press. σελίδες 156–157. 
  79. Dakin 1966, σελ. 177-9.
  80. Καραμπάτη 2014, σελ. 67.
  81. Gounaris 1997, σελ. 108, Μελά 1992, σελ. 260.
  82. Dakin 1966, σελ. 177.
  83. Καραμπάτη κ.ά. 2009, σελ. 100, σημ. 80.
  84. Καραμπάτη 2014, σελ. 69-71.
  85. Το κείμενο της έκθεσης των τριών αξιωματικών (Βογατσικό, 16/4/1904) αναπαράγεται ολόκληρο στο Πετσίβας, Γιῶργος, επιμ. (2000). Τά Τετράδια τοῦ Ἴλιντεν. Αθήνα: Πετσίβας. σελίδες 636–647. 
  86. Dakin 1966, σελ. 179.
  87. Καραμπάτη 2014, σελ. 71.
  88. Vassiliadou, Dimitra (2019). «Masculinity on Stage: Dueling in the Greek Capital, 1870–1918». Aspasia: The International Yearbook of Central, Eastern, and Southeastern European Women's and Gender History 13 (1): 18-19. doi:10.3167/asp.2019.130104. https://www.berghahnjournals.com/downloadpdf/journals/aspasia/13/1/asp130104.xml. [νεκρός σύνδεσμος]
  89. Dakin 1966, σελ. 179.
  90. 90,0 90,1 Dakin 1966, σελ. 179-80.
  91. Καραμπάτη 2005, σελ. 36, 38-39.
  92. Καραμπάτη 2014, σελ. 75.
  93. Dakin 1966, σελ. 180-1.
  94. Dakin 1966, σελ. 179, 181.
  95. Gounaris 2007, σελ. 192-3.
  96. Καραμπάτη 2014, σελ. 71.
  97. Dakin 1966, σελ. 180.
  98. Dakin 1966, σελ. 143.
  99. Dakin 1966, σελ. 182-3.
  100. Ανδρέου 2002, σελ. 157-8, 166, 169.
  101. Gounaris 2007, σελ. 193.
  102. 102,0 102,1 Καούδης 1992, σελ. 19-21, σημ. 35.
  103. 103,0 103,1 103,2 103,3 Dakin 1966, σελ. 184.
  104. Καούδης 1992, σελ. 46, σημ. 154.
  105. Καούδης 1992, σελ. 21, 17.
  106. Καραμπάτη 2005, σελίδες 39-42.
  107. Καραμπάτη κ.ά. 2009, σελ. 240-1, σημ. 125.
  108. 108,0 108,1 «Συλλογή φωτογραφιών - ID: 57082». Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Φεβρουαρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 3 Απριλίου 2017. 
  109. 109,0 109,1 109,2 109,3 Γούναρης 2002, σελ. 8.
  110. Traykova 2003, σελ. 105.
  111. Dakin 1966, σελ. 184.
  112. Dakin 1966, σελ. 184, Μελά 1992, σελ. 316, 330-333.
  113. 113,0 113,1 113,2 113,3 113,4 Λιθοξόου, Δημήτρης (Μάιος 1996). «Ο Παύλος Μελάς». 3opa. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2014-10-19. https://web.archive.org/web/20141019210059/http://www.lithoksou.net/p/o-paylos-melas. 
  114. Για τη μετονομασία του Οστροβού, βλ. «Πανδέκτης: Ostrovos -- Agnantia». Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2020. 
  115. Καραμπάτη 2005, σελίδες 36-37.
  116. Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 213.
  117. Gounaris 1997, σελ. 107.
  118. Dakin 1966, σελ. 185, Μελά 1992, σελ. 348.
  119. Καραβίτης, Ιωάννης (2008). Ο Μακεδονικός Αγών. Απομνημονεύματα. Α'. Αθήνα: Πετσίβας. σελ. 65. ISBN 9789609001007. 
  120. Dakin 1966, σελ. 185.
  121. Gounaris 1997, σελ. 108.
  122. Dakin 1966, σελ. 185, 128, Μόδης, Γεώργιος (2007). Ο Μακεδονικός Αγών και η νεώτερη μακεδονική ιστορία (B' έκδοση). Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. σελ. 177. 
  123. Koliopoulos, John S. (1999). Plundered Loyalties: Axis Occupation and Civil Strife in Greek West Macedonia, 1941-1949. Λονδίνο: Hurst & Co. σελίδες 19–20. 
  124. Koliopoulos, John S. (1997). «The War over the Identity and the Numbers of Greece's Slav-Macedonians». Στο: Mackridge, Peter· Yannakakis, Eleni. Ourselves and Others: The development of a Greek Macedonian cultural identity since 1912. Οξφόρδη: Berg. σελ. 44. 
  125. Livanios 1999, σελ. 216.
  126. Μελά 1992, σελίδες 385-386, Dakin 1966, σελ. 187, Traykova 2003, σελ. 107.
  127. 127,0 127,1 Livanios 1999, σελ. 206-8.
  128. Traykova 2003, σελ. 108.
  129. Dakin 1966, σελ. 186, Traykova 2003, σελ. 108-9.
  130. Καραμπάτη 2005, σελίδες 42-3.
  131. Μελά 1992, σελ. 388.
  132. Dakin 1966, σελ. 188.
  133. Traykova 2003, σελ. 109.
  134. Gounaris 2005, σελ. 36-7.
  135. Traykova 2003, σελ. 109-110.
  136. Traykova 2003, σελ. 109 Μελά 1992, σελ. 390.
  137. Traykova 2003, σελ. 110.
  138. Dakin 1966, σελ. 188.
  139. Καραβίτης, τ. Α’, σ. 86-91
  140. 140,0 140,1 Για τη μετονομασία της Μπελκαμένης, βλ. Πανδέκτης: Belkameni -- Drosopigi. Ανακτήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 2019. .
  141. Traykova 2003, σελ. 110.
  142. Dakin 1966, σελ. 188.
  143. Καραμπάτη 2014, σελ. 83.
  144. Traykova 2003, σελ. 110.
  145. Dakin 1966, σελ. 188-9.
  146. Μελά 1992, σελ. 258.
  147. Κώστας Κλειδής, Με τη λάμψη στα μάτια, Ηριδανός, Αθήνα 1984, σ. 127.
  148. Για την έκθεση του Μελά, βλ. Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού 1979, σελ. 331-338.
  149. Traykova 2003, σελ. 121-2.
  150. Dakin 1966, σελ. 189,
  151. Traykova 2003, σελ. 111.
  152. Dakin 1966, σελ. 189.
  153. Traykova 2003, σελ. 119-21.
  154. Dakin 1966, σελ. 189-90.
  155. Καούδης 1992, σελ. 13, 17, 62, σημ. 188.
  156. Καούδης 1992, σελ. 46, σημ. 154, 91, σημ. 182.
  157. Καούδης 1992, σελ. 12, 60-61, σημ. 182, 65, σημ. 197, 68, σημ. 208.
  158. Traykova 2003, σελ. 118-9.
  159. Dakin 1966, σελ. 189.
  160. 160,0 160,1 160,2 160,3 160,4 160,5 160,6 160,7 160,8 Dakin 1966, σελ. 190.
  161. 161,0 161,1 Ο ΙΟΣ (2013-07-14). «Και ο παντρεμένος είχε ψυχή - Ο άγνωστος έρωτας του Παύλου Μελά». Η Εφημερίδα των Συντακτών. http://archive.efsyn.gr/?p=73179. Ανακτήθηκε στις 2018-11-15. 
  162. Traykova 2003, σελ. 118.
  163. Gounaris 2005, σελ. 38.
  164. 164,00 164,01 164,02 164,03 164,04 164,05 164,06 164,07 164,08 164,09 164,10 164,11 164,12 164,13 164,14 164,15 164,16 164,17 164,18 164,19 164,20 164,21 164,22 Γούναρης 2004.
  165. 165,0 165,1 165,2 165,3 165,4 Ο Ιός (2004-10-10). «Ποιος σκότωσε τον Παύλο Μελά; -- Το πορτρέτο του "εκτελεστή"». Ελευθεροτυπία. http://www.iospress.gr/ios2004/ios20041010b.htm. Ανακτήθηκε στις 2018-11-15. 
  166. Brancoff, D.M. (1905). La Macédoine et sa Population Chrétienne. Παρίσι. σελίδες 182–3. 67. Statichta: 960 Bulgares Exarchistes 
  167. Καούδης 1992, σελ. 11, 21, σημ. 35, 71, 73, σημ. 224.
  168. 168,0 168,1 168,2 168,3 168,4 168,5 168,6 168,7 Ο Ιός (10 Οκτωβρίου 2004). «Ποιος σκότωσε τον Παύλο Μελά;». Ελευθεροτυπία. http://www.iospress.gr/ios2004/ios20041010a.htm. Ανακτήθηκε στις 2014-05-23. 
  169. Μελά 1992, σελίδες 413-4.
  170. Για το Ζέλοβο/Ανταρτικό, βλ. Πανδέκτης: Zelovo -- Antartikon. Ανακτήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 2019. .
  171. 171,0 171,1 Καραβαγγέλης, Γερμανός (1993). Απομνημονεύματα Γερμανού Καραβαγγέλη Μητροπολίτου Καστοριάς. Ο Μακεδονικός Αγών. Θεσσαλονίκη: Μπαρμπουνάκης. σελίδες 64–66. 
  172. 172,0 172,1 Μελά 1992, σελ. 425.
  173. Μελά 1992, σελ. 418-9.
  174. Karakasidou 2004, σελίδες 214-5.
  175. Μελά 1992, σελ. 427.
  176. Καραμπάτη κ.ά. 2009, σελ. 290-300.
  177. Καραμπάτη κ.ά. 2009, σελ. 287-288.
  178. 178,0 178,1 Karakasidou 2004, σελ. 197.
  179. Gounaris 2007, σελ. 193, Dakin 1966, σελ. 192-3.
  180. Gounaris 2005, σελ. 37, σημ. 21.
  181. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 64, Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 212-3.
  182. 182,0 182,1 182,2 Kostopoulos, Tasos (2011). «La guerre civile macédonienne de 1903-1908 et ses représentations dans l’historiographie nationale grecque». Cahiers Balkaniques 38-39: 213-226. https://ceb.revues.org/835. 
  183. 183,0 183,1 183,2 Γούναρης 2002, σελ. 13.
  184. «.:BiblioNet : Μαρτύρων και ηρώων αίμα / Δραγούμης, Ίων, 1878-1920». Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2020. 
  185. Ε Ιστορικά:Μακεδονικό, η περιπέτεια ενός ονόματος από το 1850 έως σήμερα, Έκδοση της Ελευθεροτυπίας, σελ.40
  186. Βασίλης Γούναρης (2007). Τα Βαλκάνια των Ελλήνων: από το Διαφωτισμό έως τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο. σελ. 225. 
  187. Stathatos, John (2016). «The Tree-way Mirror: Photography as Record, Mirror and Model of Greek National Identity». Στο: Philip Carabott· Yannis Hamilakis· Eleni Papargyriou. Camera Graeca: Photographs, Narratives, Materialities. Λονδίνο: Routledge. σελ. 34. 
  188. «Κωστής Παλαμάς: Παύλος Μελάς». Ανακτήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2018. 
  189. Karakasidou 2004, σελ. 204.
  190. Κωστόπουλος 2006, σελ. 406-7.
  191. «Πανδέκτης: Statista -- Melas». Ανακτήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2018. 
  192. Γούναρης, Βασίλης Κ. (1990). «Βουλευτές και Καπετάνιοι: Πελατειακές σχέσεις στη μεσοπολεμική Μακεδονία». Ελληνικά 41: 327-9, 334-5. http://www.academia.edu/24757791/%CE%92%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AD%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%9A%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CE%B9_%CE%A0%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AD%CF%82_%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1. .
  193. Στέλλα Ψυλλάκη (2013). Οθωμανικοί Στάβλοι ιππικού στο στρατόπεδο Παύλου Μελά (PDF). σελίδες 7, 9. 
  194. Κωστόπουλος 2006, σελ. 409.
  195. Ο Ιός (2000-11-26). «Ο εμφύλιος των προτομών». Ελευθεροτυπία. http://www.iospress.gr/ios2000/ios20001126b.htm. Ανακτήθηκε στις 2018-12-14. 
  196. Gounaris 2004, σελ. 177-178.
  197. Καραμπάτη 2014, σελ. 9-10.
  198. Καραμπάτη 2005, σελίδες 19-23.
  199. «Pavlos Melas (1973)». IMDb. Ανακτήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2018. 
  200. Τ. Κωστ. (2013-10-14). «Μια ανύπαρκτη απαγόρευση». Η Εφημερίδα των Συντακτών. http://archive.efsyn.gr/?p=132217. Ανακτήθηκε στις 2018-12-05. 
  201. Karakasidou 2004, σελ. 207.
  202. Karakasidou 2004, σελ. 208.
  203. Karakasidou 2004, σελ. 204, 207.
  204. Loring M., Danforth (2003). «Alexander the Great and the Macedonian conflict». Στο: Roisman, Joseph. Brill's Companion to Alexander the Great. Λάιντεν: Brill. σελ. 361-362. 
  205. «Η συλλογή του μουσείου». Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Ιουνίου 2020. Ανακτήθηκε στις 20 Μαρτίου 2020. 
  206. 206,0 206,1 Tziampiris, Aristotle (2000). Greece, European Political Cooperation and the Macedonian Question. Όλντερσοτ: Ashgate. σελ. 55, σημ. 28. 
  207. Συκκά, Γιώτα (13-11-2009). «Σχέδιο σωτηρίας της οικίας Παύλου Μελά». Η Καθημερινή. https://www.kathimerini.gr/culture/376078/schedio-sotirias-tis-oikias-payloy-mela/. Ανακτήθηκε στις 15-11-2020. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιπλέον βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

. Τάκης Παπανικολάου, Μορφές της Ιστορίας σε ποιητική Μετάπλαση, από τον Αλκιβιάδη και τους Γράκχους ως τον Τόμας Μπέκετ και τον Παύλο Μελά, εκδόσεις Αντωνίου Ν. Σάκκουλα Ε.Ε, 2021

Μίτση Πικραμένου, Παύλος Μελάς, ωραίος ως Έλλην. Μυθιστορηματική βιογραφία, εκδ. Τετράγωνο, 20

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ο Παύλος Μελάς Σε Ποιήματα Μακεδόνων Ποιητών. Εκατό χρόνια από το θάνατό του (Θεσσαλονίκη: Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα / Κυρομάνος, 2004).