Καϊμακάμης

Ο Καϊμακάμης (τουρκικά: Kaymakam, οθωμανικά τουρκικά: قائم مقام) αποτελούσε τίτλο διοικητικού αξιώματος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, απονεμόμενο σε διάφορους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς. Ο όρος χρησιμοποιείτο, μεταξύ άλλων, για να δηλώσει τον αναπληρωτή του μεγάλου βεζίρη, τον διοικητή επαρχιακού σαντζακιού καθώς και τον επικεφαλή καζά. Η χρήση του τίτλου επιβίωσε και μεταγενέστερα της Οθωμανικής περιόδου, διατηρούμενος ενίοτε αμετάφραστος, ιδίως στα διάδοχα οθωμανικά κράτη, όπως η Τουρκία, το Κουβέιτ, το Ιράκ και ο Λίβανος, όπου εξακολουθεί να αναφέρεται σε επαρχιακούς ή υποπεριφερειακούς διοικητές.
Ετυμολογία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πρόκειται περί σύνθετου τουρκικού όρου, προερχομένου εκ των αραβικών λέξεων قَائِم (qāʾim), σημαίνουσας «ιστάμενος» ή «ανιστάμενος», και مَقَام (maqām), δηλούσης «θέσιν» ή «αξίωμα» - εξ ου και ο πλήρης τύπος قَائِم مَقَام (ḳāʾim-maḳām), ήτοι «ο κατέχων τη θέση» ή «αναπληρωτής». Ο τίτλος Καϊμακάμης έχει λατινοποιηθεί στην αγγλική γλώσσα ήδη από το 1645, παρουσιάζοντας πληθώρα ορθογραφικών παραλλαγών. Οι επικρατέστερες σύγχρονες μορφές είναι kaymakam, kaimakam και qaimaqam. Ο νεότερος τουρκικός τύπος kaymakam ανάγεται στο οθωμανικό τουρκικό kaymakam (قایمقام), το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από τον αραβικό όρο qāʾim maqām (قَائِم مَقَام), σημαίνοντα «αναπληρωτής» ή «τοποτηρητής».
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο τίτλος του Καϊμακάμη (γνωστού επίσης ως sadâret kaymakamı ή kaymakam pasha), αποδιδόταν αρχικώς στον αξιωματούχο ο οποίος αναπλήρωνε τον μεγάλο βεζίρη κατά τη διάρκεια ασθενείας, απουσίας του από την πρωτεύουσα λόγω εκστρατείας, ή μεταξύ της παύσεώς του και της αφίξεως του διαδόχου του στην Κωνσταντινούπολη. Η πρακτική αυτή καθιερώθηκε ήδη από τον 16ο αιώνα, ενδεχομένως και νωρίτερα, και διατηρήθηκε έως τη διάλυση της Αυτοκρατορίας. Ο Καϊμακάμης διέθετε πλήρη εξουσιοδότηση και τα προνόμια του μεγάλου βεζίρη, πλην όμως απαγορευόταν να αναμειγνύεται στη διεξαγωγή των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Επιλεγόμενος μεταξύ των μελών του σώματος των βεζίρηδων, ο Καϊμακάμης διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της πρωτεύουσας, συμμετέχοντας συχνά σε αυλικές μηχανορραφίες κατά του απόντος Μεγάλου Βεζίρη, με σκοπό να καταλάβει ο ίδιος το αξίωμα. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες της Αυτοκρατορίας, η θέση του Καϊμακάμη καταλαμβανόταν είτε από μέλη του αυτοκρατορικού συμβουλίου (Meclis-i Vükelâ) είτε από τον σεϊχουλισλάμη.
Οι μεταρρυθμίσεις εκσυγχρονισμού και δυτικοποίησης του 19ου αιώνα προσέδωσαν νέες σημασίες στον όρο. Με την ίδρυση του τακτικού στρατού Asakir-i Mansure-i Muhammediye το 1826, ο τίτλος kaymakam καθιερώθηκε και ως στρατιωτικός βαθμός, αντίστοιχος προς τον αντισυνταγματάρχη. Ο βαθμός αυτός διατηρήθηκε καθ’ όλον τον τελευταίο αιώνα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και παρέμεινε σε χρήση στην Τουρκική Δημοκρατία έως τη δεκαετία του 1930, οπότε αντικαταστάθηκε από τον τίτλο yarbay.
Η διοικητική αναδιοργάνωση της Αυτοκρατορίας στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ επέφερε περαιτέρω διοικητική μετατόπιση του τίτλου: αρχικώς αποδόθηκε στους διοικητές των σαντζακιών (δευτέρου βαθμού επαρχίες), ενώ μετά την καθιέρωση του συστήματος των βιλαετίων το 1864, ο Καϊμακάμης ορίστηκε διοικητής καζά (διοικητικής υποδιαιρέσεως τρίτου βαθμού). Το σύστημα αυτό διατηρήθηκε και στο νεοτουρκικό κράτος, όπου ο Καϊμακάμης εξακολουθεί να είναι επικεφαλής της υποδιοικήσεως (ilçe), δηλαδή της υποεπαρχίας, από τη δεκαετία του 1920 έως σήμερα.
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]| Αυτό το λήμμα χρειάζεται επέκταση. Μπορείτε να βοηθήσετε την Βικιπαίδεια επεκτείνοντάς το. |