Σταύρος Τσάμης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Παπά- Σταύρος Κ.Τσάμης
Ο παπα-Σταύρος Κ.Τσάμης.jpg
Ο ιερέας και μακεδονομάχος παπα-Σταύρος Τσάμης.
Γέννηση 14 Σεπτεμβρίου 1870
Πισοδέρι Φλώρινας
Θάνατος

27 Αυγούστου 1906

(36 ετών)
Πισοδέρι Φλώρινας
Κατοικία Πισοδέρι Φλώρινας
Εθνικότητα Ελληνική
Ιδιότητα ιερέας
Σύζυγος Θωμαή Παπαδάμου
Τέκνα 1
Βραβεύσεις Μετάλλιο της Μακεδονικής Άμυνας,
Μετάλλιο του Μακεδονικού Αγώνα,

Ο Παπά- Σταύρος Κ.Τσάμης (1870 - 1906) ήταν ιερέας και μακεδονομάχος ο οποίος έδρασε κυρίως στα τέλη του 19ου αιώνα.

Πίνακας περιεχομένων

Τα πρώτα χρόνια στο Πισοδέρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μακεδονομάχος και ιερέας Σταύρος Τσάμης ή Παπασταύρος.

Γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1870 στο Πισοδέρι του καζά Φλώρινας [1],[2] Η καταγωγή της οικογενείας του ήταν από την Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου. Γονείς του ήταν ο Κοσμάς Τσάμης και η Αναστασία (Σία) Γκέρκα , κόρη πλούσιου έμπορου του Μοναστηρίου (τώρα Μπίτολα στη ΠΓΔΜ). Τον βάφτισε ο ΠαρασκευαΪδης από τον Λαιμό Πρεσπών και του έδωσε το όνομα Σταύρος επειδή γεννήθηκε την ημέρα της 'Υψωσης του Τιμίου Σταυρού. Kατά τα έθιμα των Βλάχων , δεν ήταν επιτρεπτό να δοθεί το όνομα του παππού στον εγγονό του εφόσον ήταν εν ζωή ο εκ πατρός παππούς κατά την ημέρα βάπτισης του μωρού. ΄Ετσι δεν του δόθηκε το όνομα Γεώργιος (Γάκης) επειδή την εποχή της βαπτίσεώς του ο παππούς του ζούσε. Σημειωτέον ότι την ίδια χρονιά γεννήθηκε στη Μασσαλία Γαλλίας ο Παύλος Μελάς και ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία , δύο γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή του Σταύρου Τσάμη. Ο πατέρας του , μουχτάρης του Πισοδερίου , το 1870 , το 1877 και το 1893 δεν δήλωσε στις Οθωμανικές Αρχές επί τριετία την γέννηση του πρωτότοκου γιού του Σταύρου για να αποφύγει την πληρωμή του ειδικού φόρου μπεντέλ-ι ασκερί που πλήρωναν οι χριστιανοί προκειμένου να μη καταταγούν στον Οθωμανικό Στρατό. ΄Ετσι στα επίσημα Οθωμανικά Αρχεία εμφανίσθηκε ως χρονολογία γέννησής του το 1873. Η οικογένειά του εκμεταλλευόταν μεγάλες εκτάσεις αμπελιών και ήταν από τις πιο πλούσιες της περιοχής.[3] Μικρότερος αδελφός του Σταύρου , κατά 10 χρόνια ήταν ο Λάζαρος ή Λάζος Τσάμης[4], έμπορος που έδρασε στην κρίσιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνα στην περιοχή..Το καλοκαίρι του 1878 κατά τη διάρκεια της Επανάστασης της Μακεδονίας τάγμα Οθωμανικού Στρατού , με διοικητή τον Ντελή Αχμέτ , έπεσε σε ενέδρα Ελλήνων επαναστατών με αρχηγούς τους Φώτη Σπέρκο και Φώτη Οσντόλα στη Βίγλα Πισοδερίου με αποτέλεσμα την εξόντωση του τάγματος. Οι 'Ελληνες αντάρτες μπήκαν στο Πισοδέρι τροπαιούχοι φέρνοντας 36 κεφάλια Οθωμανών , το μπαϊράκι , το ταμείο του τάγματος και πολλά όπλα και πυρομαχικά. Οι Πισοδερίτες από τον φόβο των αντιποίνων , εγκατέλειψαν για αρκετό χρόνο το χωριό τους.[5][6] Ο πατέρας του Σταύρου φοβούμενος αντίποινα εκ μέρους των Οθωμανών έστειλε τον οκτάχρονο Σταύρο στους θείους του , αδελφούς Γκέρκα , στο Μοναστήρι. Ο Σταύρος επέστρεψε στο Πισοδέρι το φθινόπωρο του 1878 και παρακολούθησε τα μαθήματα του Δημοτικού Σχολείου Πισοδερίου με δασκάλους τους Χ. Καραντζίδη , Λ. Φίσκα , Ν. Δάνη , Κ. Μάντζαρη , Δ. Παπασωτηρίου και Σ. Παπαβασιλείου μέχρι το 1882]

Ο Σταύρος Τσάμης στο Μοναστήρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σταύρος Τσάμης(δεξιά) με τον εξάδελφό του Θωμά την ημέρα την ημέρα εισόδου τους στην Οργάνωση Νέων Εκδικητών Μοναστηρίου

Το 1882 τέλειωσε την φοίτησή του στο Δημοτικό Σχολείο Πισοδερίου και οι γονείς του αποφάσισαν να συνεχίσει ο Σταύρος τις σπουδές στο Μοναστήρι επειδή είχε επιδείξει έφεση στα γράμματα. Tον προέτρεψαν να συνεχίσει τις γυμνασιακές σπουδές του στο τριτάξιο Ελληνικό Σχολείο ή Σχολαρχείο Μοναστηρίου , κοντά στους θείους του , αδελφούς Γκέρκα. Μετά την περάτωση των σπουδών στο Σχολαρχείο Μοναστηρίου το 1885 ο Σταύρος εγγράφηκε στο Ημιγυμνάσιο Μοναστηρίου,παρακολούθησε τον 3ετη κύκλο μαθημάτων αλλά ποτέ δεν αποφοίτησε από αυτό. Ο Σταύρος επειδή ήταν χαρακτήρας ενθουσιώδης και παρορμητικός στρατολογήθηκε , κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο Ημιγυμνάσιο Μοναστηρίου , από τον καθηγητή μαθηματικών του Γυμνασίου Μοναστηρίου Παντελή Νάκα στην οργανωμένη νεολαία της Ελληνικής Κοινότητας του Μοναστηρίου. Μαζί με τον εξάδελφό του Θωμά Τσάμη μπήκαν , μετά από θετική εισήγηση του μεγαλέμπορου Μοναστηρίου Χρήστου Δούμα από το Πισοδέρι , στην Οργάνωση Νέων Εκδικητών Μοναστηρίου. Σκοπός της Οργάνωσης των Εκδικητών ήταν η περιφρούρηση σημαντικών προσώπων της Ελληνικής Κοινότητας του Μοναστηρίου από δολοφονικές επιθέσεις που είχαν ήδη αρχίσει εκ μέρους του Βουλγαρικού Κομιτάτου και ανταπέδιδε η Οργάνωση στους Βουλγάρους του Μοναστηρίου. Στην Οργάνωση των Εκδικητών συμμετείχαν κατά καιρούς , μεταξύ άλλων , οι Δ. Ρακοβίτης , Ι. Κίτσος , Στέφανος Γρηγορίου {ο μετέπειτα καπετάν Στέφος) , Π. Χατζηστεφάνου {Πάκιας} , Στ. Ιωάννου , Μ. Μάγερας , Αλ. Νίτσας , Λ. Παμπουράκης , Β.Κωνσταντίνου , Γ. Κόνιας , Σ. Μίμης και πολλοί άλλοι[7] Ηγετικά μέλη της ομάδας αυτής ήταν ο Μοναστηριώτης βιομήχανος Νικόλαος Καζάζης και ο καθηγητής μαθηματικών του Γυμνασίου Μοναστηρίου Παντελής Νάκας [8] Η δράση της Οργάνωσης ήταν τόσο αποτελεσματική , ώστε τελικά οι Βούλγαροι πρότειναν και έγινε ένα είδος ανακωχής. Η Οργάνωση συνέχισε την δράση της εφαρμόζοντας τον οικονομικό αποκλεισμό των εμπόρων των άλλων κοινοτήτων που είχε αποφασίσει το Ελληνικό Κομιτάτο Μοναστηρίου. Η συνηθισμένη ποινή όσων Ελλήνων δεν πειθαρχούσαν στις εντολές του Ελληνικού Κομιτάτου ήταν το μελάνιασμα δηλαδή η εκτόξευση κουβά με μελάνη σε δημόσιο χώρο. ‘Ελληνας Πρόξενος στο Μοναστήρι τότε ήταν ο Ναπολέων Μπέτζος , άνθρωπος που προσπαθούσε να μη δημιουργεί ζητήματα στους Οθωμανούς και συνεπώς όχι μόνο δεν ενίσχυε τη δράση της Οργάνωσης αλλά την εύρισκε ενοχλητική. Το 1888 έγιναν αθρόες συλλήψεις στο Μοναστήρι. Οι Αστυνομικές έρευνες απλώθηκαν σε ολόκληρη την Περιοχή της Πελαγονίας. Συγκροτήθηκε , με Σουλτανικό Διάταγμα , Ειδικό Στρατοδικείο με την κατηγορία όσων παραπέμπονταν σε αυτό , της συνομωσίας και της προετοιμασίας επανάστασης για να προσαρτηθεί το βιλαέτι Μοναστηρίου στην Ελλάδα. Η υπόθεση έγινε γνωστή ως Πηχεωνικά. Η συμμετοχή και η δράση του Σταύρου στην Οργάνωση των Νέων Εκδικητών τον εξέθεσε και διέτρεχε πλέον τον κίνδυνο της συλλήψεως και του απαγχονισμού[9] επειδή η Οθωμανική Αστυνομία είχε ήδη αρχίσει ανακρίσεις και είχε προβεί σε συλλήψεις μελών της Οργάνωσης. Με προτροπή των θείων του ο Σταύρος διέκοψε τις σπουδές του και επέστρεψε στο Πισοδέρι το 1889.

Η Επιστροφή του Σταύρου Τσάμη στο Πισοδέρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μακεδονική Επανάσταση του 1896[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1889 εως το 1896 ο Σταύρος ασχολήθηκε με τις οικογενειακές επιχειρήσεις χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον.Τον Ιούλιο του 1896 προστέθηκε μια νέα επαναστατική εμπειρία στην ζωή του. Εκείνο το καλοκαίρι ήλθε και κρύφθηκε στο Πισοδέρι ο Ιωάννης Τσάμης ,[10] και η ομάδα των επιζήσαντων από το σώμα του Αθανασίου Μπρούφα,[11] Αργότερα το τμήμα αυτό του σώματος Μπρούφα κινήθηκε στη Πρέσπα. και εξέδωσε την προκήρυξη της 15ης Αυγούστου 1896 όπου οι οπλαρχηγοί διακήρυξαν: Ημείς , Έλληνες όντες , ελληνικήν την Μακεδονίαν θέλομεν και προς τούτο αγωνιζόμεθα[12]. Η ομάδα αυτή με αρχηγούς τους Βάρτζη , Ιωάννη Τσάμη και Τάκη Περήφανο ενεπλάκη σε μάχη με τα Οθωμανικά στρατεύματα στο χωριό Ακρίτας Φλωρίνης (Μπούφι) αλλά κατόρθωσε μετά από πολλές περιπέτειες να περάσει τα Ελληνοτουρκικά σύνορα στο Αγιόφυλλο και να επιστρέψει στην Ελεύθερη Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1896. Ο πατέρας του Σταύρου , Κοσμάς Τσάμης , φοβήθηκε ότι οι Οθωμανικές Αρχές θα τον θεωρούσαν ύποπτο για την απόκρυψη του Ιωάννη Τσάμη και των συντρόφων του στο Πισοδέρι και την εν συνεχεία διαφυγή του , επειδή ήταν γνωστός στους Οθωμανούς ο συγγενικός του δεσμό με τον Ιωάννη Τσάμη. 'Εφυγε από το Πισοδέρι και πήγε στη Προύσα όπου έμαθε την τέχνη της ραπτικής και παρέμεινε για διάστημα πολλών μηνών ώσπου να ξεχαστεί η υπόθεση. Επιστρέφοντας ο Κοσμάς Τσάμης από την Προύσα το 1897 έμαθε ότι ο Σταύρος είχε αποκαταστήσει την επαφή του με την Ελληνική Οργάνωση Νέων Εκδικητών Μοναστηρίου που είχε επαναλάβει τη δράση της μετά και την άφιξη Εξαρχικού Μητροπολίτη στο Μοναστήρι. Ταυτόχρονα ο νονός του Σταύρου , o Σπύρος Παρασκευαϊδης πληροφόρησε τον Κοσμά ότι είχε ενταχθεί στην αντάρτικη ομάδα του Καπετάν Κώττα και μάλιστα ήταν υπαρχηγός του[13].

Ο γάμος του Σταύρου Τσάμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1899 ο Σταύρος νυμφεύθηκε την κόρη του Νικολάου Παπαδάμου , την Θωμαή. Από τον γάμο αυτόν γεννήθηκε ένα παιδί , η κόρη του Ελευθερία το 1905. Ο παπα-Σταύρος μετά τον γάμο του συνέχισε να διαμένει στο σπίτι του πατέρα του Κοσμά Γ. Τσάμη.

Ο Σταύρος Τσάμης κληρικός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1900 ήταν το έτος των εντυπωσιακών αλλαγών στη ζωή του Σταύρου. Ο Σταύρος κατά τις επαφές του με την Ελληνική Κοινότητα Μοναστηρίου διαπίστωσε ότι ο 'Ελληνας Πρόξενος Μοναστηρίου Ναπολέων Μπέζος , αντιλαμβάνονταν διαφορετικά τη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στη Μακεδονία και η Ελληνική Κυβέρνηση απέφευγε να λάβει μέτρα ενίσχυσης του Ελληνισμού στη περιοχή. Θεώρησε ότι η ιδιότητα του κληρικού θα τον βοηθούσε να πλησιάσει ευκολότερα τους ανθρώπους της υπαίθρου της περιοχής Κορεστίων και Πρεσπών και ταυτόχρονα θα είχε μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων έναντι των πάντοτε καχύποπτων Οθωμανικών Αρχών. Στις 17 Φεβρουαρίου 1900 έγραψε στο εξώφυλλο ενός παλιού Ευαγγελίου (έκδοση Βενετία 1788) τα εξής: Εχειροτονήθην ιερεύς το 1900 έτει την 25 Ιανουαρίου εν τω Πανσέπτω Ναώ του εν Κρουσόβω Αγίου Νικολάου υπό του Πανεριωτάτου Μητροπολίτου Πρεσπών και Αχριδών κ.κ. Ανθίμου του εκ Μετρών. Ο Σταύρος προτίμησε ως τόπο χειροτονίας του το Κρούσοβο επειδή ο Μητροπολίτης Μοναστηρίου Κοσμάς Ευμορφόπουλος και ο Μητροπολίτης Μογλενών Πανάρετος , χαρακτηρίζονταν από το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου ως ανεύθυνοι[14].

Διανομή περιουσίας Γάκη Τσάμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πατριάρχης της οικογένειας Τσάμη, Γεώργιος (Γάκης) παππούς του Σταύρου , εκείνη τη χρονιά 1901 μοίρασε τη μεγάλη ακίνητη και κινητή περιουσία του στα τέσσερα παιδιά του, Δημήτριο (Μήτο), Κοσμά , Ναούμ και Στέργιο Τσάμη. Ο Σταύρος κληρικός πλέον δεν είχε καμία αντίρρηση όπως ο 20χρονος μικρότερος αδελφός του Λάζαρος αναλάβει τις εμπορικές δραστηριότητες που ασκούσε ο πατέρας τους Κοσμάς και έτσι ο Λάζαρος Τσάμης ανέλαβε και την εποπτεία των τριών εμπορικών καταστημάτων που πήρε από την διανομή της περιουσίας του Γάκη Τσάμη ο πατέρας τους Κοσμάς.

Η απαρχή της φιλίας καπετάν Κώττα και παπα-Σταύρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

΄Ενοπλοι κάτοικοι Πισοδερίου το 1900
Η επισκεπτήρια κάρτα του ΜΑΖΛΟΥΜ ΚΑΡΑϊΣΚΑΚ με την οποία πληροφόρησε τον παπα-Σταύρο Τσάμη για το δρομολόγιο του Κασήμ αγά

Στις 16 Απριλίου 1900 ο Παρασκευαϊδης , ενεργώντας κατ΄εντολή του καπετάν Κώττα , ζήτησε από τον βαφτιστικό του παπα-Σταύρο , την βοήθεια του για την εξόντωση του τοπικού τύραννου Κασήμ αγά και του σωματοφύλακά του Νετζήπ. Ο παπα-Σταύρος συμφώνησε να κτυπήσει την καμπάνα της εκκλησίας Αγίας Παρασκευής Πισοδερίου όταν ο Κασήμ αγάς θα αναχωρούσε από το Πισοδέρι για να ειδοποιήσει τον ενεδρεύοντα στην θέση εικόνισμα καπετάν Κώττα. Το σχέδιο εκτελέσθηκε , και ο φόνος του Κασήμ αγά έγινε τραγούδι της περιοχής[15] απόσπασμα του οποίου είναι το παρακάτω

στο Πισοδέρι σταμάτησες καφέ για να πιής,
καφέ για να πιής , καφέ σερεκλήδικο,
και ο καπετάν Κώττας μετερίζι σούπιασε
τη μεγάλη πέτρα κάτω από το Πισοδέρι.
από το Πισοδέρι τράβηξες κι η καμπάνα κτύπησε,
από μέσα από το Πισοδέρι είδησις δόθηκε,
στον καπετάν Κώττα τον μπέη να περιμένη,
με τρείς σωματοφύλακες όλους οπλισμένους,
με την πρώτη ντουφεκιά πούρριξε ο Κώττας ,
απ΄το άλογο έπεσες, στον τόπο έμεινες.

Αναστατώθηκαν οι Οθωμανικές Αρχές της Φλώρινας , Καστοριάς , Κορυτσάς και του Μοναστηρίου επειδή ο Κασήμ αγάς ήταν ξακουστός και είχε αρκετούς συγγενείς πασάδες που πίεσαν τις Οθωμανικές Αρχές για την ταχύτερη εξιχνίαση του φόνου. Οι ανακρίσεις οδήγησαν στη φυλάκιση ως ηθικού αυτουργού τον Χουσείν μπέη Καραϊσκάκ , εχθρό του Κασήμ αγά,[16] όχι άδικα αφού ο παπα- Σταύρος είχε ενημερωθεί για το δρομολόγιο του Κασήμ αγά από τον οικογενειακό φίλο Μαζλούμ Καραϊσκακ.Η βοήθεια του παπα – Σταύρου στον καπετάν Κώτα για να πετύχει το σχέδιο εξόντωσις του Κασήμ αγά ήταν το πρώτο βήμα στην θεμελίωση σχέσεων βαθειάς εκτίμησης και φιλίας μεταξύ των που άντεξε στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν.

Αρχή συνεργασίας παπα-Σταύρου και Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συμμετοχή του Σταύρου Τσάμη στην Οργάνωση Νέων Εκδικητών του Μοναστηρίου τον είχε οδηγήσει πολλές φορές στο Ελληνικό Προξενείου του Μοναστηρίου. Το 1901 αντικαταστάθηκε ο ΄Ελληνας Πρόξενος Μοναστηρίου Ναπολέων Μπέτζος από τον Σταμάτιο Κιουζέ Πεζά , που έδειχνε ενδιαφέρον για το εθνικό ζήτημα της Μακεδονίας. Ο νέος ΄Ελληνας Πρόξενος επέστησε τη προσοχή του βαλή Μοναστηρίου στη δραστηριότητα της Βουλγάρικης Εσωτερικής Οργάνωσης και ζήτησε την βοήθεια του παπα-Σταύρου Τσάμη , για να αναπτύξει επαφές με τους Αλβανούς μπέηδες της Βορειοδυτικής Μακεδονίας , εκμεταλλευόμενος τις εμπορικές σχέσεις της οικογένειας Τσάμη στη περιοχή [17]. Ο Πεζάς ήταν ο πρώτος ΄Ελληνας Πρόξενος Μοναστηρίου που εγκατέλειψε το ξεπερασμένο δόγμα της Ελληνοτουρκικής συνεργασίας και θεώρησε ότι μόνο η ένοπλη αντιστασιακή οργάνωση του Μακεδονικού Ελληνισμού θα μπορούσε να μεταβάλει ευνοϊκά τη κατάσταση. Πάνω στην αρχή αυτή έδωσε οδηγίες και εντολές για τις ενδεδειγμένες ενέργειες και στον παπα-Σταύρο. Αυτού του είδους η συνεργασία κατέστησε τον παπα-Σταύρο γρήγορα πολύτιμο, έμπιστο και ένθερμο συνεργάτη του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου. Όταν τον Μάρτιο του 1901 ανέλαβε καθήκοντα Μητροπολίτη Καστοριάς θ Γερμανός Καραβαγγέλης το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου ζήτησε από τον παπα – Σταύρο Τσάμη να συνεργασθεί και με τον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη. Από τότε (Μάρτιος 1901) ο παπα-Σταύρος μετείχε παράλληλα και στην οργάνωση του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη. Ο ατυχής Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 είχε δημιουργήσει βαθύτατο μίσος των Οθωμανών κατά της Ελλάδας που πλέον υποστήριζαν τις Εξαρχικές αξιώσεις. Οι Βούλγαροι επωφελήθηκαν αυτής της ψυχολογικής καταστάσεως και άρχισαν να δραστηριοποιούνται. Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, έπειτα από επείγουσα αναφορά που υπέβαλε στην Ελληνική Κυβέρνηση , μέσω του Έλληνα Πρόξενου του Μοναστηρίου Σταματίου Γκιουζέ Πεζά , διαπίστωσε την αδιαφορία της Ελληνικής Κυβέρνησης. Πικραμένος από αυτήν την εξέλιξη, αποφάσισε να δράσει μόνος του. Έτσι με το ψευδώνυμο Κώστας Γεωργίου άρχισε μυστική αλληλογραφία με όλους τους επιφανείς Έλληνες της περιοχής με σκοπό την σύσταση ένοπλων Επιτροπών Προστασίας των Ελληνικών χωριών του καζά Καστοριάς, αλλά και την οργάνωση ενός καλά συντονισμένου δικτύου πληροφοριών[18].

Ο παπα-Σταύρος την ημέρα της χειροτονίας του με τον αδελφό του Λάζαρο Τσάμη.

Οργάνωση δικτύου πληροφοριών σε Κορέστια και Πρέσπες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία από τις πρώτες επιτροπές προστασίας των χωριών, ήταν αυτή του Πισοδερίου, της οποίας ένα από τα ιδρυτικά μέλη ήταν ο παπα - Σταύρος Τσάμης[19]. Οι επαφές του ίδιου αλλά και του έμπορου αδελφού του Λάζαρου με ευκατάστατους εμπόρους του Μοναστηρίου αλλά και με πολιτικούς και στρατιωτικούς Τουρκαλβανούς αξιωματούχους της περιοχής των Κορεστίων, των Πρεσπών και της Κορυτσάς, τον κατέστησαν πολύτιμο, έμπιστο και ένθερμο συνεργάτη του Ελληνικού Προξενείου του Μοναστηρίου και μετά και του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη. Ο παπα-Σταύρος , μαζί με τον αδελφό του Λάζαρο , οργάνωσε ένα πυκνό δίκτυο πληροφοριών στην περιοχή των Πρεσπών που βασιζόταν και στις προσωπικές και οικογενειακές επαφές του.[20]. Στο χωριό Άγιος Γερμανός Πρεσπών, μέλη του δικτύου του ήταν οι Ευάγγελος Δημουλής, Μουντούσης, ο νονός του Παρασκευαΐδης , ο Παπαναούμ, στο χωριό Λαιμός Πρεσπών ο Τράικος Βασιλόπουλος, στο χωριό Πλατύ Πρεσπών οι οικογένειες Μιχαηλίδη και Καρύδα, στο χωρίο Καλλιθέα Πρεσπών, ο Πετρίδης, στο χωριό Πυξός Πρεσπών η οικογένεια Παπαδοπούλου, στο χωριό Ψαράδες Πρεσπών ο Παπαστέφανος, στο χωριό Καρυές Πρεσπών η οικογένεια Αναστασίου, και στο χωριό Ανταρτικό(Ζέλοβο) ο Τράϊκος Λαντζάκης[21].

Ο παπα-Σταύρος στη Βουλγαρική Οργάνωση ΕΜΕΟ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με προτροπή του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη και με την σύμφωνη γνώμη του Έλληνα Προξένου Μοναστηρίου Σταματίου Κιουζέ Πέζα , ο παπα-Σταύρος εντάχθηκε , μαζί με τον αδελφό του Λάζαρο και άλλα μέλη της Επιτροπής του Πισοδερίου στην Βουλγαρόφιλη Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ) ή αλλιώς (Βίτρισνα Μακεντόσνκα Ρεβολιούσιολνα Οργκανιζάτσια (ΒΜΡΟ) , με μοναδικό σκοπό τη συλλογή πληροφοριών για τις κινήσεις και τη δράση του Βουλγάρικου Κομιτάτου)[22],[23],[24].

Βερχοβιστές και Σεντραλιστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως μέλος της ΕΜΕΟ ο παπα-Σταύρος κλήθηκε στο χωριό Ανταρτικό (Ζέλοβο) για να συναντηθεί με τους Πετρώφ , Στοϊάνωφ και καπετάν Κώττα. Στις 29 Μαρτίου 1902 με επιστολή του αναφέρει ο παπα-Σταύρος στον ΄Ελληνα Πρόξενο Μοναστηρίου [25] ότι ο βοεβόδας Ατανάς Πετρώφ , από το Σιδηροχώρι Καστοριάς , του ζήτησε ..ας αφήσωμεν τον αναμεταξύ μας φθόνον , και ας χειραγωγηθώμεν και Έλληνες και Αλβανοί και Βλάχοι και Βούλγαροι και Σέρβοι και ας λάβωμεν τα όπλα , διότι δια των όπλων αποκτάται η ελευθερία , δια να ελευθερώσωμεν την πατρίδα μας Μακεδονία…. εμπρός για ελευθερίαν να διώξωμεν την Τουρκίαν να αναστηθή η Μακεδονία.... Την επιστολή αυτή ο Πρόξενος Πεζάς απέστειλε ως συνημμένη στην υπ΄ αριθμόν 167 αναφορά του στο Υπουργείο Εξωτερικών [26] στην οποία υπογράμμιζε ότι η εν λόγω επιστολή προέρχεται από τον πράκτορά του παπά-Σταύρο , ότι δεν έχει λόγους ν΄ αμφιβάλλει περί της αξιοπιστίας του και δεν κρίνει ανάξιας προσοχής τας υπ΄ αυτού διαβιβαζομένας πληροφορίας. Με την επιστολή αυτή του παπα-Σταύρου , που χαρακτηρίσθηκε από τον ΄Ελληνα Πρόξενο του Μοναστηρίου ως λίαν περίεργον πλήν όμως πλήρως αξιόπιστη . η Ελληνική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε τις μέχρι τότε ανεπιβεβαίωτες δημοσιογραφικές πληροφορίες για την ύπαρξη δύο τάσεων εντός της ΕΜΕΟ , αυτής των Βερχοβιστών που επιδίωκαν την απελευθέρωση και ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία και των Σεντραλιστών που επιδίωκαν την απελευθέρωση και αυτονομία της Μακεδονίας.[27].

Η ΕΜΕΟ αγοράζει όπλα απο την Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O παπά-Σταύρος λόγω της συμμετοχής του στην ΕΜΕΟ πληροφορήθηκε την άνοιξη του 1902 και ενημέρωσε το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου , ταυτόχρονα δε ειδοποίησε με τον αδελφό του Λάζαρο τον Μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη ότι , απεσταλμένος του Βουλγαρικού Κομιτάτου θα επιχειρούσε, διασχίζοντας τα Ελληνοτουρκικά σύνορα που έφταναν τα όρια της Θεσσαλίας, να μεταβεί στην Αθήνα για να προμηθευθεί όπλα και ειδικώτερα τουφέκια Γκρά για τον εξοπλισμό των Βουλγαρικών αντάρτικων σωμάτων, εν όψει επικείμενης επαναστατικής κινήσεως που προετοιμάζονταν στη Μακεδονία και την Θράκη. Σε επόμενη ενημέρωση, ο αδελφός του παπα-Σταύρου Λάζαρος πληροφόρησε τον Μητροπολίτη Καστοριάς ότι ο απεσταλμένος της ΕΜΕΟ θα ήταν ο ικανός και φανατικός βοεβόδας Βασίλ Τσακαλάρωφ, άριστος γνώστης της ελληνικής γλώσσας από το χωριό Κρυσταλλοπηγή Φλώρινας (Σμαρδέσι). Ο Τσακαλάρωφ παρά τις πληροφορίες που είχαν στην διάθεση τους οι Ελληνικές Αρχές, κατόρθωσε να περάσει την Ελληνοτουρκική μεθόριο και να φτάσει στην Αθήνα, όπου επισκέφτηκε το εργοστάσιο κατασκευής όπλων Αφοί Μαλτσινιώτη προσποιούμενος ότι είναι Αρβανίτης από τα Γιάννενα και δήλωσε ψευδώς, ότι ήθελε να αγοράσει όπλα για τον εξοπλισμό Αλβανών επαναστατών κατά της Οθωμανικής κυριαρχίας. Συμφώνησε στην τιμή των 17 δραχμών ανά τουφέκι, κατέβαλε ποσό 220 εικοσόφραγκων και σύντομα άρχισαν οι αποστολές των όπλων, μέσω του Ελληνικού Τελωνείου Τυρνάβου, του οποίου ο Έλληνας Τελώνης εξαπατήθηκε (νόμιζε ότι τα τουφέκια προοριζόταν για τους Αλβανούς επαναστάτες) και δωροδοκήθηκε για να αποσιωπήσει την λαθραία εξαγωγή προς την Μακεδονία χιλιάδων τυφεκίων.[28],[29]. ΄Οταν ενημερώθηκε ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης για την επιτυχή έκβαση της επιχείρησης εξοπλισμού των Βουλγαρικών ανταρτικών ομάδων δηλαδή την αγορά και την λαθραία εισαγωγή των όπλων και την αδράνεια των Ελληνικών μηχανισμών ασφάλειας , έστειλε δύο μέλη της οργάνωσής του στην Αθήνα, τους Γεώργιο Γκιάμο και τον παπά-Ηλία Παπαδημητρίου από το χωριό Χάλαρα Καστοριάς (Ποδοβίστα) , με αποστολή να εντοπίσουν τον Βασίλ Τσακαλάρωφ και να τον υποδείξουν στις Ελληνικές Αστυνομικές Αρχές. Ο Τσακαλάρωφ κατόρθωσε να διαφύγει από την αποτυχούσα αστυνομική επιχείρηση , αφού όμως αναγνώρισε τα δύο άτομα που τον είχαν καταδώσει στην Ελληνική Χωροφυλακή.[30],[31], [32].

Η αποκάλυψη των Ελλήνων πρακτόρων στην ΕΜΕΟ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Μάϊο του 1902, ο Τσακαλάρωφ εισήλθε στο χωριό Χάλαρα, συνέλαβε τους Γεώργιο Γκιάμο και παπα-Ηλία Παπαδημητρίου και κατόπιν βασανιστηρίων τους απέσπασε τα ονόματα των Ελλήνων συνεργατών του Μητροπολίτη Καραβαγγέλη που είχαν διεισδύσει στην Βουλγαρική Οργάνωση ΕΜΕΟ και στο τέλος τους εκτέλεσε. Μετά από αυτές τις αποκαλύψεις, άρχισαν οι φόνοι των αποκαλυφθέντων συνεργατών από τον κατάλογο που συνέταξε ο Τσακαλάρωφ. Μετά την εκτέλεση των πέντε πρώτων που ήταν σημειωμένοι στον κατάλογο, έγινε η πρώτη δολοφονική απόπειρα κατά του αδελφού του παπα- Σταύρου , Λάζαρου Τσάμη , που όμως διέφυγε της ενέδρας αφού ήταν ενημερωμένος για τις πρώτες δολοφονίες και ήταν προετοιμασμένος. Με τηλεγραφική αναφορά του προς το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ο ΄Ελληνας Πρόξενος Μοναστηρίου παραπονέθηκε ότι παρά τον υποβληθέντα κατάλογο των μελών της ΕΜΕΟ που μετέβησαν στην Ελλάδα δια να αγοράσουν όπλα , η Ελληνική Κυβέρνηση ουδέν ενήργησε κατ΄αυτών [33]. Ο ατυχής χειρισμός της υπόθεσης εκ μέρους των Ελληνικών Αρχών οδήγησε στην πλήρη διάλυση του Ελληνικού δικτύου που είχε διαβρώσει την ΕΜΕΟ αφού οι περισσότεροι εκτελέσθηκαν από τους Βούλγαρους ως προδότες οι δε διασωθέντες κατηγορήθηκαν ως συνεργάτες των Οθωμανών. ΄Ετσι έληξε και η συμμετοχή του παπα-Σταύρου Τσάμη στην ΕΜΕΟ αφού αποκαλύφθηκε ότι ήταν πράκτορας του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου. Ο παπα-Σταύρος απελευθερωμένος πλέον από την μυστική αποστολή που του είχε αναθέσει το Ελληνικό Προξενείο προκαλούσε το Βουλγαρικό Κομιτάτο όταν στα Κυριακάτικα κηρύγματά του , στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής Πισοδερίου , τελείωνε πάντοτε με τις φράσεις όσα ακούτε δεν είναι για το καλό του ελληνισμού , πατριώτες προσοχή. Την ίδια εποχή η ρουμανική προπαγάνδα φρόντιζε ανεπιτυχώς για ανασύσταση Ρουμανικού σχολείου στο Πισοδέρι από τον Ρουμανοδιδάσκαλο Παντελή Χρήστου Γρίβα και ο παπα-Σταύρος πλέον αντιμετώπιζε καθημερινά διμέτωπο αγώνα.[34].

Παπα-Σταύρος και καπετάν Κώττας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικογένεια Τσάμη είχε με τον καπετάν Κώττα πολύχρονη φιλική σχέση και εμπορική συνεργασία , όταν αυτός μίσθωνε και εκμεταλλεύονταν ένα χάνι της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του χωριού του Κώττα (Ρούλια). Αργότερα οι δεσμοί αυτοί , με την βοήθεια του υπαρχηγού του και νονού του παπα-Σταύρου Παρασκευαϊδη έγιναν και αγωνιστικοί , κατά των Οθωμανών. Στον αγώνα του κατά των Οθωμανών ο καπετάν Κώττας πλαισιώθηκε από μια ομάδα που την αποτελούσαν ο Λάκης Πύρζας , ο Δημήτριος Νταλίπης , ο καπετάν Βαγγέλης Στρεμπενιώτης , ο Λάκης Νταηλάκης , ο Ναούμ Σπανός , ο Λάζαρος Τσάμης και ο αδελφός του παπα-Σταύρος που συνέδραμε αποφασιστικά τον καπετάν Κώττα στην εξόντωση του Κασήμ αγά.

Διαφωνία καπετάν Κώτα και ΕΜΕΟ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Σεπτέμβριο του 1900 ο καπετάν Κώττας τραυματίσθηκε σοβαρά στην ωμοπλάτη σε δολοφονική ενέδρα που οργάνωσε ο Βούλγαρος αρχικομιτατζής Τάνε και έτσι τελείωσε το όραμα του καπετάν Κώττα για ομόνοια όλων των υπόδουλων Χριστιανών και κοινή δράση κατά των Οθωμανών[35]. Λόγω του σοβαρού τραυματισμού του αποσύρθηκε για διάστημα τριών μηνών (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 1900) από την ενεργό δράση και οι Βούλγαροι τον θεωρούσαν πλέον νεκρό. Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης όταν δεν πήρε απάντηση , στο αίτημά του για συνδρομή στον αγώνα από την Ελληνική Κυβέρνηση , αποφάσισε ν΄ αποσπάσει Βουλγαρόφωνο οπλαρχηγό από την ΕΜΕΟ , να τον πείσει , να τον μεταστρέψει και να τον κάνει 'Ελληνα οπλαρχηγό[36].

Πρόταση παπα-Σταύρου προς Καραβαγγέλη για συνεργασία με καπετάν Κώττα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με επιστολή του στις 26 Φεβρουαρίου 1902 ο παπα- Σταύρος πρότεινε στον Μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη , συνεργασία με τον καπετάν Κώττα αναφέροντας ότι ήταν παλληκάρι , δεινός σκοπευτής , καταδικασμένος σε θάνατο από τους Οθωμανούς λόγω του φόνου του Κασήμ αγά και αγαπητός στον πληθυσμό των Κορεστίων. Επισήμανε στον Μητροπολίτη Καραβαγγέλη ότι η εναντίον του καπετάν Κώττα δολοφονική απόπειρα από τον αρχικομιτατζή Αθ. Πετρώφ (Τάνε) τον είχε οδηγήσει σε θανάσιμη σύγκρουση με το Βουλγαρικό Κομιτάτο. Ο παπα-Σταύρος υπογράμμιζε , σε αυτή την επιστολή του ότι όταν αυτός δήλωσε κατηγορηματικά στον καπετάν Κώττα ότι ...εγώ Βούλγαρος δεν γίνομαι και εκουσίως κύπτω τον αυχένα μου , ίνα με σφάξης ο καπετάν Κώτας του απάντησε ..εγώ ουδέποτε έπραξα ούτε θα πράξω τούτο , το οποίο λέγεις...[37]. Στις 20 Μαρτίου 1902 ο παπα –Σταύρος με επιστολή του προς το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου γνωστοποίησε την οριστική απόφαση που πήρε ο Κώττας να διαχωρίσει την δράση του από την δράση του Βουλγαρικού Κομιτάτου όταν πληροφορήθηκε ότι σε συνάθροιση των κατοίκων του χωριού Στάτιστα (Μελάς) ο βοεβόδας Πέτερ Πογκόντσιεφ αναρωτήθηκε εάν οι κάτοικοι θέλουν την ελευθερία τους τότε έπρεπε πρώτα να σφάξουν τους ΄Ελληνες παπάδες και δασκάλους. Ο παπα-Σταύρος σε αυτή την επιστολή του προς το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου ανέφερε ότι ο Κώττας φέρεται δηλώσας ότι οι Χριστιανοί , Έλληνες , Αλβανοί , Βλάχοι και Βούλγαροι οφείλουν να αλληλοβοηθηθούν , διότι ο σκοπός είναι ιερός και το όφελος κοινό [38].Το Βουλγαρικό Κομιτάτο όταν πληροφορήθηκε ότι ο καπετάν Κώττας είχε επιζήσει της δολοφονικής απόπειρας προσπάθησε να τον εξευμενίσει και έστειλε τον ιερέα του Δενδροχωρίου για να τον συναντήσει με προτάσεις συμφιλίωσης στην ΄Ανω Λεύκη , αλλά ήταν πλέον αργά[39]. Ο παπα – Σταύρος μετέφερε αυτή την απόφαση του Καπετάν Κώττα στο Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη[40]. Την θετική απάντηση του Μητροπολίτη Καραβαγγέλη , στη πρόταση του καπετάν Κώττα , μετέφερε στον τελευταίο ο δάσκαλος του χωριού Ανταρτικό {Ζέλοβο} Νικ. Σιδέρης αφού συμφώνησε και το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου.

Συμφωνία καπετάν Κώττα και Καραβαγγέλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Αύγουστο του 1902 πραγματοποιήθηκε συνάντηση του καπετάν Κώττα με τον Μητροπολίτη Καραβαγγέλη στο χωριό Πράσινο (Τύρνοβο) όπου ο καπετάν Κώττας συμφώνησε εγγράφως να υπηρετήσει την Ελληνική υπόθεση αναλαμβάνοντας την υπεράσπιση των χωριών της περιφέρειας Κορεστίων ενώ ο Μητροπολίτης Καραβαγγέλης ανέλαβε την συντήρηση των ανταρτών του Κώττα.[41]. Ο παπα-Σταύρος χάρηκε και αισθάνθηκε ενθουσιασμένος απο την εξέλιξη της υπόθεσης του φίλου του καπετάν Κώττα. ΄Οταν το καλοκαίρι του 1902 ζήτησε ο καπετάν Κώττας τη συνδρομή του παπα-Σταύρου για να απομακρύνει τους δύο γιούς του Δημήτριο και Σωτήριο από το χωριό του φοβούμενος αντίποινα των Βουλγάρων , αυτός προώθησε το αίτημά του στο Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου και παράλληλα ζήτησε και έλαβε την έγκριση και από τον Μητροπολίτη Καραβαγγέλη . Ο καπετάν Ναούμ Σπανός , από το ΄Αργος Ορεστικό , με εντολή του Μητροπολίτη Καραβαγγέλη συναντήθηκε με τον παπα-Σταύρο και μαζί μετέβησαν στο δάσος Ανταρτικού {Ζελόβου] όπου τους περίμενε ο καπετάν Κώττας. Στις 2,30 μετά τα μεσάνυκτα δώσανε τα χέρια και συμφώνησαν να συνοδεύσει ο Ναούμ Σπανός τα δύο παιδιά στην Αθήνα[42]. Μετά από περιπετειώδη διαδρομή τα δύο παιδιά του καπετάν Κώττα έφθασαν στην Αθήνα και γράφτηκαν στο Λύκειο Δέλλιου αφού η δούκισσα Λουϊζα Ριανκούρ ανέλαβε να πληρώνει τα δίδακτρά τους στο Λύκειο. Απελευθερωμένος πλέον ο καπετάν Κώττας από τον φόβο αντιποίνων κατά της οικογενείας του ενέτεινε την δράση του στη περιοχή Κορεστίων και Πρεσπών..

Πρώτη συμμετοχή του παπά πλέον Σταύρου Τσάμη σε ένοπλη συμπλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βοεβόδας Βασίλ Τσακαλάρωφ αποφάσισε να εξοντώσει τον καπετάν Κώττα και για τον σκοπό αυτό σχεδίασε τον φόνο του με τρόπο αριστοτεχνικό. Εισέβαλε στο σπίτι του Βαγγέλη (Γκέλε) , παλαιού συνεργάτη του καπετάν Κώττα στο Μακροχώρι και συνέλαβε αυτόν , την γυναίκα του και την κουνιάδα του. Την επόμενη ημέρα απελευθέρωσε τον Γκέλε και τον διέταξε να δολοφονήσει τον καπετάν Κώττα εκμεταλλευόμενος την σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης που είχε μαζί του. Ο Τσακαλάρωφ κράτησε ως όμηρους τις δύο γυναίκες και δήλωσε στον Γκέλε ότι θα τις σκότωνει εάν αυτός αποτύγχανε στην αποστολή του ή τον πρόδιδε. Ο Γκέλε συναντήθηκε με τον καπετάν Κώττα και του αποκάλυψε ολόκληρο το σχέδιο του Τσακαλάρωφ. Ο καπετάν Κώττας με αιφνιδιαστική ενέργεια απελευθέρωσε τις δύο αιχμάλωτες γυναίκες αλλά έγινε αντιληπτός από τους φρουρούς τους οι οποίοι τον ακολούθησαν πυροβολούντες και έτσι έφθασαν μέχρις το χωριό Τρίγωνο ('Οστιμα) όπου ο καπετάν Κώττας περικυκλώθηκε από ισχυρές δυνάμεις του Βουλγαρικού Κομιτάτου με αρχηγούς τους Τσακαλάρωφ , Ποπτράϊκοφ και Ρόζωφ και έδωσε μάχη που κράτησε οκτώ ώρες. Προς ενίσχυση του καπετάν Κώττα έσπευσαν ενισχύσεις από το Ανταρτικό (Ζέλοβο) , από την ομάδα του καπετάν Ναούμ Σπανού και από κατοίκους του Πισοδερίου με επικεφαλής τους αδελφούς Τσάμη και εξαναγκάσθηκε ο Τσακαλάρωφ ν΄ αποσυρθή από την περιοχή[43]. Αυτή ήταν η πρώτη συμμετοχή του παπά πλέον Σταύρου Τσάμη σε ένοπλη συμπλοκή.

Παπα-Σταύρος και αντισυνταγματάρχης Αναστάς Γιαγκώφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877 , στην μάχη της Σίπκας οι Οθωμανοί συνετρίβησαν. Στην επέτειο των 25 χρόνων από την μάχη αυτή , δηλαδή τον Σεπτέμβριο του 1902 , ήλθε από την Μόσχα ο εμπνευστής της Συνθήκης Αγίου Στεφάνου (Μεγάλη Βουλγαρία) στρατηγός και διπλωμάτης Ιγνάτιεφ και εκφώνησε λόγο στη Σόφια όπου ζήτησε από τους Βούλγαρους να μη λησμονήσουν ποτέ την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Το τμήμα του Βουλγαρικού Κομιτάτου που υποστήριζε την ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία Βερχοβιστές αποφάσισε να κηρύξει αμέσως την επανάσταση στη Μακεδονία ο δε Βούλγαρος στρατηγός Τσόντσεφ δήλωσε στην εφημερίδα Ρεφόρμ ότι ..ρίχτηκε ο κύβος.. και ότι ..κηρύχθηκε η επανάσταση σε δώδεκα επαρχίες της Μακεδονίας..[44]. Στα πλαίσια αυτής της απόφασης εμφανίσθηκε στα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας ο αντισυνταγματάρχης του Βουλγαρικού στρατού Αναστάς Γιαγκώφ με υπασπιστή του τον Γιάννη Μοσκώφ και ομάδα 50 ανδρών οπλισμένων με σύγχρονα τουφέκια μάνλιχερ.Ζητούσε από τον πληθυσμό των χωριών των Κορεστίων να επαναστατήσουν κατά των Οθωμανών και τους υποσχόταν ότι αμέσως θα προχωρούσε μέσα στην επαναστατημένη Μακεδονία ο Βουλγαρικός και ο Ρωσικός στρατός . Το άλλο τμήμα του Βουλγαρικού Κομιτάτου που υποστήριζε την αυτονομία της Μακεδονίας Σεντραλιστές ζήτησε από τους ανθρώπους του στη περιοχή των Κορεστίων δηλαδή από τους Τσακαλάρωφ , Κλιάσεφ , Καρσακώφ κλπ να συναντήσουν τον Γιαγκώφ και να του δηλώσουν ότι δεν ήταν έτοιμοι για επανάσταση. Ο Γιαγκώφ ήταν αμετάπειστος και αυτή τη διαφωνία στους κόλπους του Βουλγαρικού Κομιτάτου πληροφορήθηκε ο παπα – Σταύρος και με υπόδειξη του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου έδρασε κατάλληλα ώστε να διευρυνθεί το χάσμα προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων.

Κρυφή συνάντηση παπα-Σταύρου και αντισυνταγματάρχη Γιαγκώφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

ο αντισυνταγματάρχης του Βουλγαρικού Στρατού Αναστάς Γιασγκώφ

Στην από 8 Οκτωβρίου 1902 επιστολή - αναφορά του προς τον ΄Ελληνα Πρόξενο Σταμάτη Κιουζέ Πεζά περιέγραψε ο παπα - Σταύρος την συνάντησή του με τον καπετάν Κώττα και τον Βούλγαρο αντισυνταγματάρχη Γιαγκώφ στο χωριό Ανταρτικό (Ζέλοβο) που έγινε σύμφωνα με τις υποδείξεις του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου. Στη συνάντηση αυτή απερίφραστα ο Γιαγκώφ καταδίκασε τις δολοφονίες χριστιανών από τοπικούς βοεβόδες και ζήτησε απο τον καπετάν Κώττα να σκοτώσει τον Τσακαλάρωφ και μαζί ο καπετάν Κώττας και ο παπα-Σταύρος να προσπαθήσουν να πείσουν τα σχισματικά χωριά να δεχθούν τον Μητροπολίτη Καραβαγγέλη και να παρακαλέσουν την Ελληνική Κυβέρνηση να βοηθήσει την επανάσταση ..επειδή η Ελλάδα απέχει από τη Μακεδονία 24 ώρες ενώ από τη Βουλγαρία 10 ημέρες. Σε απόδειξη της δήθεν καλής του πίστης ο αντισυνταγματάρχης Γιαγκώφ πληροφόρησε τους παπα – Σταύρο και καπετάν Κώττα ότι κινδύνευε η ζωή των παιδιών του καπετάν Κώττα από τον Τσακαλάρωφ.[45].

Διαφωνία Βερχοβιστών και Σεντραλιστών , αποτυχία εξέγερσης 1902[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη συνάντηση παπα-Σταύρου και αντισυνταγματάρχη Γιαγκώφ , τον Οκτώβριο 1902 , πληροφορήθηκαν οι Σεντραλιστές και μέσω του Τσακαλάρωφ κατηγόρησαν τον αντισυνταγματάρχη Γιαγκώφ ότι είναι ληστής , διασπαστής , γροικημένος και μάλιστα επιχείρησαν να στρέψουν τους άνδρες του εναντίον του αλλά απέτυχαν. Στο απόγειο της αντίθεσης Βερχοβιστών και Σεντραλιστών , ο Κλιάσεφ στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι στις 22 Οκτωβρίου 1902 μπροστά σε πλήθος συγκεντρωμένων χωρικών στο χωριό Κρυσταλοπηγή (Σμαρδέσι), ο αντισυνταγματάρχης Γιαγκώφ κατηγόρησε τον Τσακαλάρωφ ότι καταχράστηκε ποσό 5.000 λιρών που του έστειλαν οι Βερχοβιστές καθώς και ποσό 700 λιρών που του έδωσαν οι κάτοικοι της Βασιλειάδας (Ζαγορίτσανης) για να τους εφοδιάσει με όπλα και δεν τους έδωσε ούτε ένα τουφέκι. Ο Τσακαλάρωφ με την σειρά του κατηγόρησε τον Γιαγκώφ ότι καταχράστηκε ποσό 500 λιρών που του είχαν δώσει Καστοριανοί εγκατεστημένοι στη Κωνσταντινούπολη[46],[47]. Ο διαπληκτισμός μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πλέον παρατάξεων του Βουλγαρικού Κομιτάτου συνεχίσθηκε μέχρι τα τέλη του 1902 με αποτέλεσμα να επέλθει σύγχυση μεταξύ των μυημένων κατοίκων των Κορεστίων ως προς ποιά γραμμή ν΄ ακολουθήσουν και έτσι να επέλθει αποδιοργάνωση του Βουλγαρικού Κομιτάτου στη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας και να μη σημειωθεί η οργανωμένη εξέγερση που είχε σχεδιασθεί για το 1902[48]. Τον ανειλικρινή και διπλωματικό χειρισμό του αντισυνταγματάρχη Γιαγκώφ , να συνδράμει δηλαδή καλόπιστα η Ελλάδα τη Βουλγαρία στην απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον Οθωμανικό ζυγό και την εν συνεχεία προσάρτησή της στη Βουλγαρία , εξουδετέρωσε το δίδυμο παπα – Σταύρου και καπετάν Κώττα πρώτα με την λεπτομερή πληροφόρηση του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου περί των κινήσεων του αντισυνταγματάρχη Γιαγκώφ ,από τον παπα – Σταύρο, και δεύτερον με την συνάντησή τους (που φρόντισε γι΄αυτή ο καπετάν Κώττας) με τον αντισυνταγματάρχη Γιαγκώφ που τον εξέθεσε στα μάτια των Σεντραλιστών (Τσακαλάρωφ , Κλιάσεφ , Καρσακώφ κλπ. Έτσι προξενήθηκε χάσμα απόψεων και αντιθέσεων που έγινε αντιληπτό στην επανάσταση του Ίλιντεν που ακολούθησε ένα χρόνο αργότερα.-

Ο Ιων Δραγούμης στο Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Νοέμβριο του 1902 τοποθετήθηκε στο Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου , στη θέση του Υποπρόξενου ο Ίων Δραγούμης ο οποίος αμέσως προχώρησε στην ίδρυση του Σωματείου ΑΜΥΝΑ που σύμφωνα με το καταστατικό του είχε ως σκοπό ..την άμυνα των Ελληνικών Κοινοτήτων εναντίον οιουδήποτε εχθρού και ειδικότερα την περιφρούρηση του Ελληνισμού , τον εξοπλισμό του ελληνικού στοιχείου και την συλλογή πληροφοριών σχετικά με την δράση των Βουλγαρικών συμμοριών. Η πρώτη επιτροπή της ΑΜΥΝΗΣ στο Μοναστήρι αποτελέστηκε από τον μεγαλέμπορο Θεόδωρο Μόδη , την φαρμακοποιό Φίλιππο Καπετανόπουλο , τον μεγαλέμπορο Χρήστο Δούμα από το Πισοδέρι κλπ. Ο Δούμας υπογραμμίζοντας τη μέχρι τότε συνεργασία των αδελφών Τσάμη με το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου και την ύπαρξη Επιτροπής Προστασίας στο Πισοδέρι , πρότεινε στον Ιωνα Δραγούμη τη συμμετοχή των αδελφών Τσάμη στην ΑΜΥΝΑ και την ενσωμάτωση της Επιτροπής Προστασίας Πισοδερίου στην οργάνωση της ΑΜΥΝΑΣ. Ο 'Ιωνας Δραγούμης , κατά τη μεγάλη περιοδεία του στο βιλαέτι Μοναστηρίου , για την οποία είχε αντιδράσει χωρίς αποτέλεσμα ο προϊστάμενός του Πρόξενος Μοναστηρίου Κυπραίος , επισκέφθηκε το Πισοδέρι και γνώρισε όλα τα μέλη της επιτροπής ΑΜΥΝΑΣ του Πισοδερίου και φυσικά τους αδελφούς Τσάμη[49]. ΄Ετσι άρχισε η συνεργασία του ΄Ιωνα Δραγούμη με τον παπα-Σταύρο Τσάμη με κύριο αντικείμενο τη συλλογή πληροφοριών από αξιόπιστες πηγές και την εκμετάλλευσή τους από την Αθήνα.

Πρώτο ταξείδι του παπα-Σταύρου στην Αθήνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Νοέμβριο του 1902, ο παπα-Σταύρος πήγε μαζί τον αδελφό του Λάζαρο στην Αθήνα, όπου στο σπίτι της Οικογενείας Δραγούμη, συνάντησε τον μετέπειτα πρωθυπουργό Στέφανο Δραγούμη, τον Ανθυπολοχαγό Παύλο Μελά, τον παιδαγωγό Ιωάννη Δέλλιο, τον παιδαγωγό Αναστάσιο Πηχεών καθώς και τον εκδότη της εφημερίδας Εμπρός Δημήτριο Καλαποθάκη.στους αδελφούς Τσάμη έγινε ανάλυση της θέσης της Ελλάδας για την Μακεδονία καθώς και των προθέσεων της Βουλγαρίας. Οι αδελφοί Τσάμη ζήτησαν την αποστολή όπλων και εφοδίων για να εξοπλισθούν οι επιτροπές ΄Αμυνας κάθε χωριού και αναχώρησαν από την Αθήνα με την πεποίθηση ότι τα αιτήματά τους θα έφθαναν στην Ελληνική Κυβέρνηση.

Δεύτερο ταξείδι παπα-Σταύρου στην Αθήνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φωτογραφία του Παύλου Μελά και των παιδιών του αφιερωμένη στον παπα-Σταύρο Τσάμη

Τον Φεβρουάριο του 1903 ο παπα-Σταύρος αποφάσισε να επισκεφθεί μόνος του την Αθήνα για να ...σκουντήσει τους δικούς μας να ενεργήσουν. όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ΄Ιωνας Δραγούμης στην από 6 Φεβρουαρίου 1903 επιστολή του προς τον Παύλο Μελά [50] επειδή οι Οθωμανικές Αρχές άρχισαν να εφαρμόζουν το Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων της Βιέννης με αποτέλεσμα να χαλαρώσουν τα μέτρα ασφαλείας και κατόπιν τούτου να επαναλάβουν τη δράση τους οι Βουλγαρικές ένοπλες ομάδες και πολλά χωριά της Δυτικής Μακεδονίας να προσχωρήσουν στη Σχισματική Εκκλησία της Βουλγαρίας[51]. Ο ΄Ιωνας Δραγούμης αρχικά προσπάθησε να εμποδίσει την επίσκεψη του παπα-Σταύρου στην Αθήνα λέγοντάς του ότι ....δεν είναι ανάγκη να πάει στην Ελλάδα... , ότι μπορεί να ενεργήσει εδώ (στη Μακεδονία) και πως θα βρεθούν χρήματα για τον αγώνα αλλά ο παπα-Σταύρος επέμενε επειδή ήταν νωπή ακόμη η αδιαφορία των Αθηνών στις εκκλήσεις για βοήθεια του Μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη λίγους μήνες πριν. Τελικά ο ΄Ιωνας Δραγούμης συμφώνησε και μάλιστα έδωσε του παπα-Σταύρου συστατική επιστολή ταυτόχρονα όμως ζήτησε από τον Παύλο Μελά να ενθαρρύνει τον παπα-Σταύρο , αποκαλύπτωντάς του την ύπαρξη της ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ και να του ζητήσει να γυρίσει στη Μακεδονία το συντομότερο υπογραμμίζοντάς του ότι δεν πρέπει να σταλούν τώρα αντάρτες από την Ελλάδα αλλά να στρατολογηθούν από την Μακεδονία. Ο παπα-Σταύρος εφοδιασμένος με τη συστατική επιστολή του Ιωνα Δραγούμη κατέβηκε στην Αθήνα αποφασισμένος να ζητήσει από τους ιθύνοντες της ΑΜΥΝΑΣ να εφοδιάσουν τις Επιτροπές Προστασίας των χωριών των Κορεστίων με όπλα και με χρήματα. Τον συνόδευε ο Ναούμ Καλαρρύτης , άνθρωπος του Ιωνα Δραγούμη , που είχε αποστολή να παραλάβει 100 λαχεία της Αρχαιολογικής Εταιρείας , να φροντίσει να πωληθούν στη Μακεδονία και τα έσοδα να διατεθούν για τις ανάγκες του αγώνα[52]. Ο παπα-Σταύρος συναντήθηκε στο σπίτι του Δραγούμη με τον Καλαποθάκη , τον Πηχεώνα , τον Δέλλιο κ.α. και μυήθηκε στα της ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ πλην όμως δεν πήρε καμία θετική απάντηση στα συγκεκριμένα αιτήματά του για αποστολή βοήθειας (κυρίως όπλων και εφοδίων) στη Μακεδονία. Ο παπα-Σταύρος αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στα της πωλήσεως των λαχείων της Αρχαιολογικής Εταιρίας σε κατοίκους της Μακεδονίας και επέστρεψε στο Πισοδέρι μέσω Θεσσαλονίκης στις 14 Μαρτίου 1903. Το ακτοπλοϊκό εισιτήριο του παπα-Σταύρου εξέδωσε ο συνεργάτης του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης Ιωάννης Εμίρης[53] και κοιμήθηκε στο ξενοδοχείο Ο Παρθενών] που χρησιμοποιούσε το Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης για τις μετακινήσεις των μυημένων[54].Ο παπα-Σταύρος εισέπραξε απο το Προξενείο Θεσσαλονίκης , για τα έξοδα του ταξειδίου του τριάντα γρόσια, [55] δαπάνη που αμφισβήτησε ο Πρόξενος Μοναστηρίου Σταμάτης Κιουζέ Πεζάς. Με την αμφισβήτηση αυτή του Πεζά δεν συμφώνησε ο Υποπρόξενος Μοναστηρίου Ιων Δραγούμης [56] επειδή γνώριζε ότι , τις χρεώσεις για τις μετακινήσεις και την διαμονή του παπα-Σταύρου , έκαναν έμπιστοι συνεργάτες του Προξενείου Θεσσαλονίκης.

΄Αρνηση παπα-Σταύρου στην απαίτηση Τσακαλάρωφ να του παραδώσει τον καπετάν Κώττα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία ημέρα μετά την επιστροφή του παπα-Σταύρου στο Πισοδέρι δηλαδή στις 16 Μαρτίου 1903 οι Τσακαλάρωφ και Μήτρο-Βλάχος με δύναμη 100 ανδρών επιχείρησαν να παγιδεύσουν και να εξοντώσουν τον καπετάν Κώττα κοντά στο Πισοδέρι[57]. Η αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων του υποχρέωσε τον καπετάν Κώττα να ζητήσει καταφύγιο στο Πισοδέρι. Ο Τσακαλάρωφ υποψιάσθηκε ότι ο καπετάν Κώττας ήταν στο Πισοδέρι και ζήτησε από την Επιτροπή ΑΜΥΝΑΣ Πισοδερίου να μπεί σε αυτό , με το πρόσχημα την προμήθεια ποσοτήτων ψωμιού , αρνιών και πετάλων για τα άλογά του , αλλά με αντικειμενικό σκοπό την εξόντωση του καπετάν Κώττα. Ο παπα-Σταύρος διάβασε την επιστολή του Τσακαλάρωφ στους κατοίκους του Πισοδερίου , που είχαν συγκεντρωθεί στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής , και με εισήγηση του που έγινε ομόφωνα αποδεκτή αρνήθηκαν την είσοδο του Τσακαλάρωφ στο Πισοδέρι λέγοντάς του ελθέτω λαβέτω[58]. Ο Τσακαλάρωφ χολωμένος γνωρίζοντας ότι το Πισοδέρι είχε μεγάλη ένοπλη ομάδα προστασίας του χωριού αποχώρησε από την περιοχή Πισοδερίου υποσχόμενος εκδίκηση.

Καταδίκη παπα-Σταύρου σε θάνατο απο Τσακαλάρωφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο παπα-ΣΤΑΥΡΟΣ με τον παιδικό του φίλο ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΧΑΣΟ

Στις 27 Μαρτίου του 1903 δολοφονήθηκε στο χωριό Άλωνα (΄Αρμενσκο} ο Γκέλε και η σύζυγός του από τον Βούλγαρο βοεβόδα Σ. Πετρώφ. Ο Γκέλε ήταν παλαιός συνεργάτης του καπετάν Κώττα και είχε αρνηθεί να δολοφονήσει τον καπετάν Κώττα , κατά διαταγή του Τσακαλάρωφ . Είχε βοηθήσει τον Μητροπολίτη Καραβαγγέλη να τελέσει Θεία Λειτουργία στο χωριό Τρίβουνο Φλωρίνης (Τύρσια) και να πείσει τους κατοίκους χωριού να αποχωρήσουν από την Βουλγάρικη Σχισματική Εκκλησία.Εκκλησία[59]. Η Οθωμανικές Αρχές πληροφορήθηκαν την ενεργή ανάμειξη του Τσακαλάρωφ , στην δολοφονία Γκέλε , και περικύκλωσαν το χωριό Κρυσταλλοπηγή Φλωρίνης (Σμαρδέσι) , γενέτειρα του Τσακαλάρωφ όπου είχε κρυφθεί ο Τσακαλάρωφ , ο Σαράφωφ και 90 ένοπλοι. Από την πολιορκούμενη Κρυσταλλοπηγή ο Σαράφωφ ζήτησε από τον καπετάν Κώττα , που ήταν στο Πισοδέρι , να έλθει και να διασπάσει την πολιορκία του Οθωμανικού στρατού. Το αίτημα αυτό ήταν παράλογο αφού δεν είχαν περάσει πολλές ημέρες που ο Τσακαλάρωφ είχε δολοφονήσει τον στενό συνεργάτη του καπετάν Κώττα δηλαδή τον Γκέλε και την σύζυγό του. Ο καπετάν Κώττας αρνήθηκε κάθε βοήθεια και τότε οι Τσακαλάρωφ και Σαράφωφ ζήτησαν την βοήθεια του Μήτρου-Βλάχου ο οποίος διέσπασε την πολιορκία και τους βοήθησε να διαφύγουν. Αμέσως μετά αυτό ο Τσακαλάρωφ και ο Σαράφωφ ανακοίνωσαν με δύο απεσταλμένους τους στο παπα-Σταύρο ότι τον είχαν καταδικάσει σε θάνατο επειδή .αντιπράττει στις πράξεις τους. και επειδή πίστευαν ότι πίσω από την άρνηση του καπετάν Κώττα να διασπάσει την πολιορκία της Κρυσταλλοπηγής (Σμαρδέσι) κρυβόταν ο παπα-Σταύρος[60]. Ο παπα-Σταύρος είχε ήδη δεχθεί απειλές για την ζωή του από τον Σεπτέμβριο του 1902 όταν τον είχε προειδοποιήσει ο τότε Πρόξενος Μοναστηρίου Σταμάτης Κιούζε – Πεζάς ότι ....παρά προσώπου αξιόπιστου …πληροφορούμαι ότι κατά τα τέλη Αυγούστου …… αποφάσισαν την δολοφονίαν εμού και του εφημερίου Πισοδερίου παπα-Σταύρου. Και εγώ μεν έλαβον και λαμβάνω τα προσήκοντα προφυλακτικά μέτρα , εθεώρησα όμως σκοπίμον ν΄ ανακοινώσω τα ανωτέρω και εις τον Βαλήν...[61],[62]. Η κατάσταση στη περιοχή των Κορεστίων ήταν απελπιστική και σιγά – σιγά έκλεινε προς την Βουλγαρική πλευρά , κυρίως λόγω της απραξίας της Ελληνικής Κυβέρνησης. Ο παπα-Σταύρος έγραψε στις 1 Απριλίου 1903 από το Μοναστήρι στον Παύλο Μελά μεταξύ άλλων τα εξής .λάβετε τα μέτρα σας και να κάμετε εκείνο το οποίο πρέπει διότι θα πάθωμεν και ημείς ωσάν τους προφονευθέντας ιερείς και διδασκάλους και προκρίτους και διότι το Πισοδέριον και Ζέλοβον είναι προπύργια …και εάν πατήσουν ακόμη εις αυτά τα χωριά χάνεται η επαρχία Πρεσπών , Πελαγονίας και Καστορίας.. Εξειδικεύοντας τα παράπονά του ο παπα-Σταύρος υπογράμμιζε ότι .πέρασαν τόσαι εβδομάδαι και δεν εκάματε τίποτε. προφανώς αναφερόμενος στις υποσχέσεις που έλαβε κατά την κάθοδό του στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1903, και συνεχίζει .εαν μεν θα βοηθήτε ολίγον ημάς τότε θα θυσιάσωμεν το παν …εάν δε δεν θέλετε να βοηθήτε τίποτες τώρα εις ταύτην την κρίσιμον ώραν ,τότε να μη παίρνωμεν στον λαιμόν τον εαυτόν μας και τας οικογενείας μας ...και ας όψωνται εν ημέρα κρίσεως οι πατέρες και αρχηγοί του έθνους μας , και κρίμα το άφθονον χρήμα όπου εξόδευσαν έως σήμερον δια την Μακεδονίαν.[63].

Ο παπα-Σταύρος προειδοποιεί για επικείμενη εξέγερση στη Μακεδονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την από 1 Απριλίου 1903 επιστολή του ο παπα-Σταύρος προειδοποίησε τον Παύλο Μελά για την επικείμενη εξέγερση που οργάνωνε η ΕΜΕΟ στη Μακεδονία και για την τύχη των Ελλήνων της Μακεδονίας όταν θα ξεσπούσε η επανάσταση ως εξής .ότε δε θα ακούσετε την επανάστασιν εν Μακεδονία τότε να ανεβήτε εις τα ψηλά βουνά και να παρατηρήσητε τους ΄Ελληνας Μακεδόνας οίτινες θα ευρεθούν παραδιδόμενοι εις τας χείρας των δολοφόνων απογόνων του Κρούμου μη έχοντες εις τας χείρας ουδέ μάχαιραν ίνα υπερασπισθώσι την ζωήν των...[63].

Ευαισθητοποίηση κοινής γνώμης στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστολή αυτή του παπα-Σταύρου ευαισθητοποίησε τους κύκλους των Αθηνών , επειδή ήταν φανερό πλέον ότι ενώ διατίθεντο σημαντικά χρηματικά ποσά εν τούτοις η κατάσταση στη Μακεδονία χειροτέρευε. Επιπλέον ο παπα-Σταύρος προειδοποιούσε για την επερχόμενη και υπό Βουλγαρικό έλεγχο εξέγερση στη Μακεδονία και προφήτευε για την οικτρή τύχη που ανέμενε τους Έλληνες της Μακεδονίας. Τρείς μήνες αργότερα , δυστυχώς ο παπα-Σταύρος επαληθεύθηκε , όταν ξέσπασε η εξέγερση του ΄Ιλιντεν.

Νέος Πρόξενος στο Μοναστήρι ο Κων. Κυπραίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον ίδιο μήνα (Απρίλιος του 1903) και ενώ η Ελληνική Κυβέρνηση έχει ενημερωθεί για επικείμενη εξέγερση στη Μακεδονία και η κοινή γνώμη απαιτεί την λήψη κατάλληλων μέτρων αναλαμβάνει καθήκοντα Προξένου στο Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου ο Κωνσταντίνος Κυπραίος τον οποίο ο Υποπρόξενος ΄Ιων Δραγούμης θεωρεί ότι …φοβείται τας ευθύνας… και ότι τον … επιτηρεί αστυνομικώς…[64] ενώ παράλληλα υπογραμμίζει στον Παύλο Μελά ότι η …εργασία μας έως τώρα είναι ο καταρτισμός κυρίως των συμμοριών της Καστοριάς (αγορά όπλων , ρούχων κλπ) η συντήρηση του Κώττα, η μύησις των Ελλήνων εδώ και εις τα χωρία…[65] , ενέργειες που συμφωνούσαν με τις προτάσεις για δράση του παπα-Σταύρου που είχε καταθέσει στο πρόσφατο ταξείδι του στην Αθήνα. Στις αρχές Ιουλίου 1903 ο παπα-Σταύρος ήταν πλέον βέβαιος ότι επίκειται εξέγερση στη Μακεδονία , που είχε σχεδιάσει και οργανώσει η ΕΜΕΟ , και για τον λόγο αυτό ζήτησε από τον ΄Ιωνα Δραγούμη , μέσω του αδελφού του Λάζαρου , χρήματα για να τ΄ αποστείλει στο χωριό Γέρμα Καστοριάς προς ενίσχυση των Ελλήνων του χωριού αυτού [66]. Ο Σαράφωφ πληροφορήθηκε την κίνηση του παπα-Σταύρου και αντέδρασε αμέσως. Πήγε στο χωριό Γέρμα , συγκέντρωσε τους κατοίκους στο βουνό , τους υπέδειξε να μη δέχονται τον παπα-Σταύρο και ζήτησε να του πληρώσει κάθε οικογένεια ποσό από 1,25 έως 1,5 τουρκικές λίρες.[67].

Εξέγερση του Ίλιντεν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο παπα ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΣΑΜΗΣ την εποχή της εξέγερσης του ΄Ιλιντεν

Στις 20 Ιουλίου 1903 , ημέρα εορτασμού του Προφήτη Ηλία [Ιλι-ντεν] ,εκδηλώνεται η κίνηση της ΕΜΕΟ , γνωστή και ως Εξέγερση του΄Ιλιντεν. Παρά την έγκαιρη προειδοποίηση του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών από τις αναφορές του παπα-Σταύρου αλλά και του ΄Ελληνα Υποπρόξενου στο Μοναστήρι ΄Ιωνα Δραγούμη , δεν δόθηκαν οδηγίες αντιμετώπισης της κατάστασης. Στις 21 Ιουλίου 1903 ο ΄Ιωνας Δραγούμης υπογράμμιζε ότι …ένα είδος εξεγέρσεως άρχισε από χθές …. τουρκικά χωριά δέχθηκαν επίθεση ώστε να προκληθούν αντίποινα…... δεν έχομεν οδηγίας της Κυβερνήσεως …[68] και στις 25 Ιουλίου 1903 ο Δραγούμης ανακοινώνει επισήμως ότι …έχομεν σλαυικήν επανάστασιν εν Μακεδονία ….[69]. Η κατάσταση που ακολούθησε υπήρξε χαώδης και το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου έχασε την επαφή του με το δίκτυο πληροφόρησης που είχε στηθεί από τον παπα-Σταύρο στη περιοχή των Κορεστίων. ’Έτσι βασιζόμενο το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου σε ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες αγνώστων προσώπων γνωστοποίησε στην Αθήνα ότι μόλις ο Οθωμανικός στρατός εγκατέλειψε το Πισοδέρι αμέσως κατελήφθη αυτό υπό των επαναστατών της ΕΜΕΟ[70] πληροφορία που διαψεύσθηκε στις 27 Ιουλίου 1903 όταν ο παπα-Σταύρος ενημέρωσε το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου ότι το Πισοδέρι δεν καταλήφθηκε από τους Βούλγαρους[71] παρά το γεγονός ότι είχε δεχθεί επίθεση από τις ένοπλες ομάδες των Παπαχρηστώφ και Παντούρωφ.[72].

Στρατηγικός σχεδιασμός της εξέγερσης του Ιλιντεν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημεία όπου εκδηλώθηκε η εξέγερση του Ίλιντεν

Για το κίνημα του ΄Ιλιντεν είχε προηγηθεί σημαντική ψυχολογική και στρατιωτική προετοιμασίαεκ μέρους της ΕΜΕΟ. Το Βουλγαρικό Κομιτάτο (ΕΜΕΟ) είχε υποσχεθεί στον πληθυσμό της Μακεδονίας ότι μόλις θα ξεσηκωθεί αμέσως όλα τα χριστιανικά κράτη της Ευρώπης , και της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης , θα έσπευδαν σε βοήθειά του. Ο σχεδιασμός προέβλεπε αφενός την πυρπόληση των πύργων (κουλάδες) των τοπικών μπέηδων , πράξη συμβολική αφού σηματοδοτούσε την αρχής της κατάλυσης του φεουδαλικού συστήματος , και αφετέρου τον εφησυχασμό του μουσουλμανικού πληθυσμού αφού οι επαναστάτες θα στρεφόταν μόνο κατά των Οθωμανικών Αρχών και της τυραννίας του Σουλτάνου. Οι στρατιωτικές κινήσεις των επαναστατών προέβλεπαν πράξεις δολιοφθοράς στις τηλεφωνικές γραμμές Μοναστηρίου – Αχρίδος , ανατινάξεις σε πολλά σημεία της σιδηροδρομικής γραμμής Μοναστηρίου – Θεσσαλονίκης και προσβολή μεμονωμένων Οθωμανικών φρουρών για να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι πρόκειται για γενική εξέγερση αλλά και να παρασύρουν τους πληθυσμούς των χωριών που δεν είχαν προσχωρήσει στο κίνημα , αφού ήταν σίγουρο ότι θα επακολουθούσαν αντίποινα των Οθωμανών. Με βάση αυτό το σκεπτικό προσεβλήθησαν μικρές Οθωμανικές φρουρές στο Κρούσοβο , στο Νυμφαίο Φλωρίνης , στη Μηλόβιστα και στη Κλεισούρα Καστοριάς με αποτέλεσμα να επακολουθήσουν τρομερά αντίποινα εκ μέρους του Οθωμανικού Στρατού και να εξοντωθεί το ελληνικό στοιχείο σε πολλά από τα μέρη αυτά (Κρούσοβο κλπ}.

Αποκάλυψη εξάρτησης ΕΜΕΟ απο Βουλγαρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προπαγανδιστικό δελτάριο της ΕΞΈΓΕΡΣΗΣ ΤΟΥ 1903 και ο αντισυνταγματάρχης του Βουλγαρικού Στρατού Αναστάς Γιαγκώφ
Ευχές από την Βουλγαρική ηγεσία των εξεγέρσεων 1902-1903

Λίγες ημέρες μετά την έκρηξη της εξέγερσης του Ίλιντεν και προτού οι ηγέτες του βεβαιωθούν για την επιτυχία του εστάλη από τον συναρχηγό του κινήματος Νταμιάν Γκρούεφ έγγραφο προς την Βουλγαρική Κυβέρνηση στο οποίο ρητά ανέφερε …τεθέντες επι κεφαλής του λαϊκού κινήματος κάμνομεν έκκλησιν προς υμάς (την Βουλγαρική κυβέρνηση) εξ ονόματος του δούλου Βουλγάρου όπως σπεύσητε εις βοήθειαν αυτού , κατά τον πλέον αποτελεσματικόν τρόπον….….[73]. Παρόμοιο έγγραφο δεν έστειλε η ηγεσία του ΕΜΕΟ και στην Ελληνική Κυβέρνηση με το οποίο θα ζητούσε τη συνδρομή της για την βοήθεια του δούλου Έλληνα της Μακεδονίας. Έτσι αποκαλύφθηκε η απόλυτη εξάρτηση της Εξέγερσης του ΄Ιλιντεν από την Βουλγαρία. Ο παπα-Σταύρος είχε ενημερωθεί εγκαίρως για την πατρότητα της Εξέγερσης του Ίλιντεν και είχε ενημερώσει το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου και μέσω αυτού την Ελληνική Κυβέρνηση για τα διλήμματα που θα προέκυπταν. Εάν ο ελληνικός πληθυσμός της Μακεδονίας βοηθούσε τους επαναστάτες τότε αυτομάτως κατέτασσε , εν αγνοία του , τον εαυτό του στη κατηγορία του δούλου Βούλγαρου όπως με ειλικρίνεια παραδέχεται ο Νταμιάν Γκρούεφ ενώ εάν δεν βοηθούσε τους επαναστάτες τότε αντιμετώπιζε την κατηγορία του προδότη αφού έπαιρνε την πλευρά του αλλόδοξου κατακτητή.

Σπασμωδικές ενέργειες Ελληνικής Κυβέρνησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών με την από 28 Ιουλίου 1903 σύσταση - οδηγία του θεώρησε ότι αρκούσε , για την αντιμετώπιση του κινήματος , η επισήμανσή του …η συμμετοχή ημετέρων και βουλγαρόφωνων εις κίνημα Βουλγάρων θα έχη ολεθριώτατας και ανεπανόρθωτους δι’ ημέτερα δίκαια συνεπείας….[74]. Για την στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης αναφέρει ο Παύλος Μελάς σε επιστολή του από την Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 1903 , στον Υποπρόξενο Μοναστηρίου ΄Ιωνα Δραγούμη … αυτό που είναι ακόμη πιο απελπιστικό εδώ είναι η αμεριμνησία ολόκληρης της χώρας με πρώτον τον Βασιλέα. ΄Οσο για τον Ράλλη (υπουργό) και τον γοητευτικό μας Πανά είναι ότι είναι και οι δυό τους ηλίθιοι του χειρίστου είδους …[75].

Το Πισοδέρι και η εξέγερση του ΄Ιλιντεν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μη συμμετοχή του Πισοδερίου στην εξέγερση του ΄Ιλιντεν , οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό , στην θέση που πήρε επι του θέματος ο παπα-Σταύρος , που ήταν σύμφωνη με τις οδηγίες της Ελληνικής Κυβέρνησης που …παραγγέλλει ίνα πάση θυσία αποτραπούν τα ημέτερα χωρία από του να μετάσχουν του Βουλγαρικού Κινήματος … θα έχη ολεθριώτατας και ανεπανόρθωτους δι’ ημέτερα δίκαια συνεπείας… [76]. Αυτή η θέση του παπα-Σταύρου προκάλεσε το μίσος της ηγεσίας της εξέγερσης του Ίλιντεν. Τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου 1903 το σώμα του βοεβόδα Κοκάρεφ μπήκε στο χωριό Νακολέτς (σήμερα ανήκει στην FYROM) και έκαψε το κατάστημα του Κοσμά Τσάμη , πατέρα του παπα-Σταύρου. Λίγες ημέρες αργότερα μπήκε στο χωριό Λευκώνα (Πόπλι) και έκαψε άλλο κατάστημα του Κοσμά Τσάμη[77]. Παράλληλα τα Βουλγαρικά σώματα των βοεβόδων Παπαχριστώφ και Παντούρωφ επιτέθηκαν στην Οθωμανική φρουρά στη Βίγλα Πισοδερίου με σκοπό να εισβάλουν εν συνεχεία στο Πισοδέρι αλλά απέτυχαν[72] και για αντίποινα κατέστρεψαν το διπλανό χωριό ΄Αλωνα. Ο παπα-Σταύρος θεωρώντας ως επικείμενη την κατάληψη και καταστροφή του Πισοδερίου από τα Βουλγαρικά σώματα και για να μην επαναληφθεί η τραγωδία του Ελληνικού πληθυσμού του Κρουσόβου , έστειλε την οικογένειά του στο Μοναστήρι και ο ίδιος πήγε στις 10 Αυγούστου 1903 στη Φλώρινα και ζήτησε την αποστολή Οθωμανικού στρατού στο Πισοδέρι. Το αίτημα έγινε δεκτό και τέσσερα τάγματα Οθωμανικού στρατού και δύο τηλεβόλα , με διοικητή τον Λιβά Ισμαήλ πασά , στρατοπέδευσαν την ίδια ημέρα στο Πισοδέρι. Οι πληροφορίες που είχε ο παπα-Σταύρος για την κατάσταση του Ελληνικού πληθυσμού των χωριών της περιοχής Πρεσπών ήταν τραγικές επειδή οι κάτοικοι των χωριών φοβούμενοι τα Οθωμανικά αντίποινα είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους και είχαν κρυφθεί στα βουνά ενώ την ίδια στιγμή οι περιουσίες τους λεηλατούνταν και καταστρέφονταν από άτακτους Οθωμανούς βασιβουζούκους καθώς και από Βούλγαρους κινηματίες. Πρόσφυγες των οποίων τα σπίτια είχαν λεηλατηθεί ή καταστραφεί συννωθούνταν στις πόλεις του Μοναστηρίου , της Φλώρινας και της Καστοριάς και σε Μοναστήρια , άρρωστοι , γυμνοί και πεινασμένοι.

Μικτή επιτροπή Λιβά Ισμαήλ πασά και παπα-Σταύρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να αποτραπεί η εξόντωση του Ελληνικού στοιχείου ο παπα-Σταύρος εκμεταλλεύθηκε την διακήρυξη του Σουλτάνου που με την …φιλευσπλαγχνία του …συγχωρούσε τους φυγάδες και τους καλούσε να επιστρέψουν στις εστίες τους και οι ένοπλοι να παραδώσουν τον οπλισμό τους και ζήτησε από τον Διοικητή του Οθωμανικού στρατού που στρατοπέδευε στο Πισοδέρι , τον Λιβά Ισμαήλ πασά , να περιοδεύσουν τα χωριά της περιοχής. Το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου ενέκρινε την συμμετοχή Ελλήνων Προεστών σε μικτές επιτροπές από Οθωμανούς Αξιωματούχους που θα είχαν ως έργο την επίσκεψη των χωριών της περιοχής Κορεστίων - Πρεσπών και την εξασφάλιση της ασφαλούς επιστροφής των φυγάδων στα χωριά τους και την αποτροπή βιαιοτήτων εκ μέρους των Οθωμανών βασιβουζούκων [78]. Στις 13 Αυγούστου 1903 ο Λιβά Ισμαήλ πασάς και ο παπα-Σταύρος αναχώρησαν από το Πισοδέρι , με συνοδεία στρατιωτικού αποσπάσματος και περιόδευσαν μέχρι την 26η Αυγούστου 1903 τα χωριά Ανταρτικό (Ζέλοβο) , ΄Οροβνικ , Λευκώνα (Πόπλι) , Νάκολετς , Στίρκοβο , Μέδοβο , Ράμπη , Ρούδαρη , Γέρμα , Βραϊτσενο , μονή Αγίας Παρασκευής (Σφέκα Πέτκα) . Ο παπα-Σταύρος έτσι είχε την ευκαιρία να πληροφορήσει την Ελληνική Κυβέρνηση , μέσω του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου , για την πραγματική , τραγική κατάσταση , που επικρατούσε στα χωριά της περιοχής Κορεστίων - Πρεσπών . Το Οθωμανικό απόσπασμα εισήρχετο σε άδεια χωριά …όπου τα πάντα είχαν μεταβληθεί σε παρανάλωμα του πυρός και είχον μεταβληθή εις σωρόν τεφρών και λίθων. Ο Οθωμανικός στρατός με διαταγή του Λιβά Ισμαήλ πασά στρατοπέδευε εκτός των χωρίων.[79].

Είσοδος βοεβόδα Τσακαλάρωφ στο Πισοδέρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βοεβόδας Τσακαλάρωφ εκμεταλλεύθηκε την αποχώρηση του Οθωμανικού στρατού από το Πισοδέρι και την απουσία του παπα-Σταύρου , λόγω της συμμετοχής του στην μικτή επιτροπή Κορεστίων – Πρεσπών , και ζήτησε στις 17 Αυγούστου 1903 πέντε φορτία άλατος από το Πισοδέρι. ΄Οταν οι κάτοικοι του Πισοδερίου αρνήθηκαν εκτέλεσε τέσσερεις Πισοδερίτες αγωγιάτες , τον Γεώργιο Κώστα και τους ανήλικους, Θωμά Μπούλδα , Γεώργιο Τσάνη και Ανδρέα Κώττα αρνήθηκε δε να παραδώσει τα πτώματά τους στις μητέρες όταν τα ζήτησαν οι ίδιες. Στις 24 Αυγούστου 1903 ο Τσακαλάρωφ μπήκε στο Πισοδέρι και εκμεταλλευόμενος την απουσία του Οθωμανικού Στρατού και του παπα-Σταύρου καθώς και τον φόβο που προκάλεσε η εν ψυχρώ δολοφονία τεσσάρων αθώων Πισοδεριτών απαίτησε να του παραδοθούν .1200 οκάδες ψωμί , πέταλα και καρφιά για 200 άλογα , ρακί και κρασί [80]. Ο παπα-Σταύρος πληροφορήθηκε την είσοδο του Τσακαλάρωφ στο Πισοδέρι , διέκοψε την συμμετοχή του στη μικτή επιτροπή και επέστρεψε στο Πισοδέρι όπου μετά από λίγες ημέρες έλαβε απειλητική επιστολή από τον βοεβόδα Τσακαλάρωφ με την οποία τον απειλούσε ότι θα είχε την ίδια τύχη με τον Λάμπρο Τράϊκο και τον Αντώνιο Τζάϊκο που τον μεν πρώτο έκαψε ζωντανό τον δε δεύτερο του έκοψε τα χέρια και του έβγαλε τα μάτια.[81].

Αναφορά παπα-Σταύρου για την τραγική κατάσταση των χωριών των Κορεστίων και Πρέσπας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αναφορά του παπα-Σταύρου για την χαοτική κατάσταση στην περιοχή Κορεστίων – Πρεσπών , μετά την έκρηξη του κινήματος του Ίλιντεν ήταν η πρώτη πηγή πληροφόρησης του Προξενείου Μονσστηρίου για την τραγική κατάσταση των χωριών των Κορεστίων και της Πρέσπας. Το περιεχόμενό της θορύβησε τον Έλληνα Υποπρόξενο Μοναστηρίου ΄Ιωνα Δραγούμη ο οποίος ζήτησε από τον Προϊστάμενο του Πρόξενο Κυπραίο να του εγκρίνει επίσημη περιοδεία στα Κορέστια και στις Πρέσπες προκειμένου να διαπιστώσει και ο ίδιος την επικρατούσα κατάσταση. Το αίτημά του έγινε δεκτό αλλά κατά την απουσία του και σε ερώτημα του Υπουργείου Εξωτερικών προς τον Πρόξενο Μοναστηρίου Κυπραίο , περί του σκοπού της περιοδείας του ΄Ιωνα Δραγούμη , ο Κυπραίος φοβούμενος τυχόν ευθύνες απάντησε ότι ο Υποπρόξενος Δραγούμης αναχώρησε χωρίς την συναίνεσή του. Για να γίνει δε και πιστευτός στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος δεν κατέβαλε ούτε μέρος των εξόδων της περιοδείας όταν επέστρεψε ο Δραγούμης ο οποίος πλέον τον χαρακτήριζε ότι είναι μικρός άνθρωπος και βεβαίως κατώτερος των καιρών , αχαρακτήριστος , αδύνατος , μικρότατος , ανειλικρινής[82] και ακατάλληλος για την θέση αυτή στις δύσκολες εκείνες περιστάσεις[83]. Στην αδράνεια και ανικανότητα των Ελληνικών Αρχών ο Δραγούμης προσέθεσε και την στάση ορισμένων Μητροπολιτών της περιοχής. ΄Ισχυρίσθηκε ότι ο Μητροπολίτης Μογλενών έχει πολλά ελαττώματα, επειδή είναι καλόγηρος ότι ο Μητροπολίτης Πρεσπών είναι φώκη , παχύς , δυσκίνητος και ο Μητροπολίτης Πελαγονίας είναι βυζαντινός , ευφυέστατος , κακός , μικρός και αναρωτήθηκε ο Ίωνας Δραγούμης πως είναι δυνατόν να εργάζονται οι Μητροπολίται υπέρ των ελληνικών συμφερόντων αφ΄ού ο επιούσιος σκοπός αυτών είναι άσχετος προς οιονδήποτε ελληνικόν συμφέρον δηλαδή ευζωία και κερδοσκοπία[84].

Σύσταση Μακεδονικού Κομιτάτου στην Αθήνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κυβερνητική ατολμία και η απουσία συγκεκριμένων στόχων που έπρεπε να χαράξει η Ελληνική κυβέρνηση κατά το κρίσιμο δεύτερο εξάμηνο του 1903 ανάγκασε σημαντικές προσωπικότητες ν΄αναλάβουν ιδιωτική πρωτοβουλία και να συστήσουν το Μακεδονικό Κομιτατο με σκοπό .την άμυνα του Ελληνισμού εν Μακεδονία , Θράκη , Ηπείρω και Αλβανία , κατά πάσης απόπειρας προς μείωσίν του.[85]. Πρόεδρος του Μακεδονικού Κομιτάτου εκλέχθηκε ο Διευθυντής της εφημερίδας Εμπρός Δημήτριος Καλαποθάκης , μετείχε δε του Διοικητικού Συμβουλίου ο Βουλευτής Λαρίσης Αντώνιος Καρτάλης ενώ ενίσχυε οικονομικά το Μακεδονικό Κομιτάτο η κόμισσα Λουϊζα Ριανκούρ[86].

Υπόθεση Λάζο Ποπτράϊκωφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τις συμπλοκές , του Αυγούστου 1903 , μεταξύ του Οθωμανικού Στρατού και των κινηματιών του Ιλιντεν τραυματίσθηκε στο κάτω σαγόνι ο Αρχηγός του Βουλγαρικού Κομιτάτου της περιοχής Καστοριάς Λάζο Ποπτράϊκωφ και κατέφυγε στο χωριό Χάλαρα Καστοριάς. Κάτοικοι αυτού του χωριού , εκδικούμενοι την εκτέλεση του παπά του χωριού τους παπα-Ηλία και του Γεωργίου Γιάμτση από άνδρες των βοεβόδων Τσακαλάρωφ και Κλιάσεφ , αποκάλυψαν στον καπετάν – Κώττα το κρησφύγετο του Ποπτράικοφ.

Εκτέλεση Ποπτράϊκοφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 28 Αυγούστου 1903 ο καπετάν Κώττας έστειλε δύο έμπιστούς του , τον Λάμπρο Κίζο και τον Σφέτκο Πάνο οι οποίοι συνέλαβαν τον Ποπτράϊκωφ και τον μετέφεραν στην ορεινή θέση Λίσετς του όρους Βιτσίου όπου κατέφθασε και ο καπετάν- Κώττας. Ο καπετάν Κώττας τον καταδίκασε σε θάνατο , στην ίδια τοποθεσία που είχαν εκτελεσθεί οι παπα-Ηλίας και Γεώργιος Γιάμτσης και τον εκτέλεσε κατά τον ίδιο τρόπο. Ακολούθως απέκοψε το κεφάλι του και το απέστειλε με συνοδεία τριών ανταρτών του από το Ανταρτικό (Ζέλοβο), τον Ναούμ , τον Τράικο και τον Παύλο Κύρου στον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη[87],[88],[89].

Ο παπα-Σταύρος στην υπόθεση Ποπτράϊκωφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου λόγω του υψηλού βαθμού που είχε ο Ποπτράϊκωφ στην ιεραρχία της Οργάνωσις Καστοριάς του Βουλγαρικού Κομιτάτου αλλά και του θέματος που είχε ανακύψει από την ύπαρξη φωτογραφίας της κομμένης κεφαλής του Ποπτράίκωφ επάνω στο γραφείο του Μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη , τον οποίο το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου είχε ήδη χαρακτηρίσει ότι ..δεν ξέρει να εργάζεται αρκετά μυστικά και εκθέτει όλους..[90] θεώρησε σκόπιμο ν΄ αποστείλει τον Οκτώβριο του 1903 τον παπα-Σταύρο επιτόπου και να καταγράψει την εκδοχή του συμβάντος κατά τον καπετάν-Κώττα. Ο παπα-Σταύρος απέστειλε δύο επιστολές στον Παύλο Μελά , μέσω του Ίωνα Δραγούμη στις οποίες περιγράφει το συμβάν όπως του το διηγήθηκε ο καπετάν Κώττας. Στην πρώτη με ημερομηνία 18 Οκτωβρίου 1903 , από το ΄Αργος Ορεστικό (Χρούπιστα) , αναφέρει ότι ο αδελφός του Λάζαρος Τσάμης που ήδη μετέβαινε στην Αθήνα θα του έδιδε προφορικά τις πληροφορίες για το συμβάν ενώ στην από 22 Οκτωβρίου 1903 δεύτερη επιστολή του από το Πισοδέρι αναφέρει ότι ..χθές έλαβον συνέντευξιν μετά του Κώτε και μοι έδειξεν τα καθέκαστα περί του αναθεματισμένου Λαζάρου Παπατράϊκου ……δεν δύναμαι να σας γράψω τα καθέκαστα..[91]. Κανείς από τα πρόσωπα που αναμείχθηκαν στην σύλληψη , εκτέλεση , αποκοπή της κεφαλής του Ποπτράϊκωφ καθώς και της φωτογράφησής της (καπετάν Κώττας , Μητροπολίτης Καραβαγγέλης , καπετάν Νταηλάκης , Παύλος Κύρου) δεν ανέφερε ποτέ ότι ο παπα-Σταύρος είχε την παραμικρή ανάμειξη στην εκτέλεση του Ποπτράϊκωφ πολύ σε περισσότερο στη φωτογράφηση της κομμένης κεφαλής. Εξάλλου την εποχή που συνέβαιναν αυτά τα γεγονότα στο Βίτσι ο παπα-Σταύρος συμμετείχε στη μικτή επιτροπή με τον Λιβά Ισμαήλ Πασά και περιόδευε στα χωριά της σημερινής Αλβανικής Πρέσπας καθώς και της Πρέσπας που ανήκει σήμερα στη FYROM για να πείσουν τον πληθυσμό να επιστρέψει στα χωριά που τα είχαν εγκαταλείψει λόγω του κινήματος του ΄Ιλιντεν. Eίναι χαρακτηριστικό το Βουλγάρικο τραγούδι της εποχής όπου σε μετάφραση αναφέρει

κλάψε μάνα μου , κλάψε αδελφή μου ,
και συ ψηλό βουνό Λίσετς, ,
γιατί είδα πως έσφαξαν ,
τον Λάζο Ποπτράικοφ ,
και πως το κεφάλι του πήραν,
τούκοψε το κεφάλι του,
ο Κώττας απ΄τη Ρούλια,
κακό να χτυπήση,
κακό να τον βρή.

Μεταγενέστερη προσπάθεια εμπλοκής παπα-Σταύρου στην υπόθεση Ποπτράϊκωφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόλις το 1949 ο ΄ Αγκελ Ντήνεφ (Ангел Динев) , που γεννήθηκε το 1891 στη Γευγελή , ανέφερε για πρώτη φορά , χωρίς αποδεικτικά στοιχεία , ότι ο παπα-Σταύρος μετέφερε το κομμένο κεφάλι στον Μητροπολίτη Καραβαγγέλη αφού το φωτογράφισε και διένειμε τις φωτογραφίες στους χωρικούς[92]. Η μαρτυρία αυτή όχι μόνο δε υποστηρίζεται από κάποια μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα αλλά και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις διηγήσεις όλων των πρωταγωνιστών της υπόθεσης δηλαδή του καπετάν Κώττα , του Μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη , του καπετάν Νταηλάκη και του Παύλου Κύρου που παραδέχθηκαν την άμεση ανάμειξή τους στην υπόθεση ενώ τρείς αντάρτες του καπετάν-Κώττα , δηλαδή ο Ναούμ , ο Τράϊκος και ο Παύλος Κύρου από το Ανταρτικό {Ζέλοβο) παραδέχονται ότι αυτοί μετέφεραν και παρέδωσαν το κομμένο κεφάλι του Ποπτράϊκωφ στον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη. Ο Μακεδονομάχος Κ. Μαζαράκης - Αινιάν, αναφέρει σχετικά με το συγκεκριμένο συμβάν ότι .ήταν τέλη Αυγούστου του 1903, όταν η επανάσταση του Ίλιντεν είχε εκφυλισθεί, σε μια συμπλοκή τραυματίστηκε ο Ποπτράϊκωφ , κρύφτηκε αρχικά, αλλά ανακαλύφθηκε , τον σκότωσαν και ο Κώττας έστειλε το κεφάλι του στον Καραβαγγέλη..[93]. Η πληροφορία αυτή του Μακεδονομάχου Κ. Μαζαράκη-Αινιάν επιβεβαιώνει τον 'Αγγλο δημοσιογράφο H. Βrailsford , ο οποίος γράφει ……but there, above my head, on the wall, in a conspicuous place, hung the photograph of a ghastly head, severed at the neck, with a bullet through the jaw, dripping blood. And then I remembered the tale. That head had belonged to a Bulgarian chief. A band of bravoes in the Archbishop's pay had murdered him as he lay wounded in hiding. And the tale went on to tell how the murderers carried the bleeding trophy to the Palace, and how the Archbishop had had it photographed and paid its price in fifty pieces of gold... και σε μετάφραση ....αλλά εκεί, πάνω από το κεφάλι μου σε εμφανές σημείο του τοίχου, κρεμόταν η φωτογραφία ενός φρικτού κομμένου στο λαιμό κεφαλιού με μια σφαίρα στο σαγόνι, που έσταζε αίμα. Και τότε θυμήθηκα την ιστορία. Αυτό το κεφάλι ανήκε σε ένα Βούλγαρο αρχηγό. Μια ομάδα μπράβων πληρωμένων από τον Αρχιεπίσκοπο (εννοεί τον Καραβαγγέλη) τον είχε δολοφονήσει στην κρυψώνα του, ενώ ήταν ξαπλωμένος και τραυματισμένος.. και συνέχιζε να διηγείται, πώς ..οι δολοφόνοι μετέφεραν το αιμορραγούν τρόπαιο στο παλάτι και πώς ο Αρχιεπίσκοπος το φωτογράφησε και το πλήρωσε με πενήντα κομμάτια χρυσού.. [94]. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ήταν αδύνατη η φωτογράφιση του κομμένου κεφαλιού στην κορυφή του Βιτσίου (θέση Λίσετς) με τα τεχνικά μέσα της εποχής (1903}. Η φωτογράφιση έγινε στη Καστοριά αφού παραδόθηκε το κομμένο κεφάλι στον Μητροπολίτη Καστοριάς. Καραβαγγέλη. Ο αστήρικτος ισχυρισμός της ανάμειξης του παπα-Σταύρου στην υπόθεση Ποπτραίκωφ προέκυψε μόλις το 1949 με το βιβλίο του΄Αγκελ Ντήνεφ. Ο χρόνος έκδοσης του βιβλίου αυτού συμπίπτει με την κρίσιμη χρονιά του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου όπου ήταν αναγκαίο να κρατηθεί ακμαίο το ηθικό των Σλαβομακεδόνων μαχητών της αυτονομιστικής οργάνωσης NOF που πολεμούσαν , σε ποσοστό 25%-30% , στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού.[95].

Δυσαρέσκεια Ελληνικής Κυβέρνησης προς καπετάν Κώττα για την υπόθεση Ποπτράϊκωφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ελληνική Κυβέρνηση έδειξε την δυσαρέσκειά της για το συμβάν όταν το Υπουργείο Εξωτερικών αποφάσισε να παύση να διατρέφει τα παιδιά του Κώττα επειδή ..ο Κώτας επεδείξατο διαγωγήν κακήν..[96]. Η απόφαση αυτή ελήφθη κατόπιν σχετικής εισήγησης του ΄Ελληνα Προξένου στο Μοναστήρι Κυπραίου σύμφωνα με την οποία παρατηρεί ότι ..υπάρχουσιν ενστάσεις εν ταις περί του Κώττα ειδήσεσιν αίτινες εκάστοτε περιέρχονται εις το Βασιλικόν Προξενείον……εις την κρίσιν του Βασιλικού Υπουργείου απόκειται ν΄ αποφασίση περί της σκοπιμότητος της εξακολουθήσεως παροχής τροφείων εις τα τέκνα του ειρημένου ή της αποπομπής αυτών…[97]. Ο παπα-Σταύρος μόλις πληροφορήθηκε την πρόταση του Προξένου Κυπραίου προς το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών να εγκαταλειφθεί δηλαδή ο καπετάν Κώττας και να παύσει η ανατροφή των παιδιών του στην Αθήνα έσπευσε να βοηθήσει τον φίλο του. Η παρέμβασή του στον Υποπρόξενο ΄Ιωνα Δραγούμη πέτυχε αφού τον έπεισε να υποβάλει αναφορά που αποστέλλεται μαζί με την αναφορά του Προξένου Μοναστηρίου στη Αθήνα όπου μεταξύ άλλων υποστηρίζει ο ΄Ιων Δραγούμης ..η θέσης του Κώττα υπήρξε λίαν δύσκολος πάντοτε δι΄ό και δεν πρέπει να κριθή ούτος αυστηρώς …αφ΄ ότου όμως απεσπάσθη του Βουλγαρικού Κομιτάτου , η θέσης αυτού κατέστη χείρων διότι έκτοτε καταδιώκεται υπό τε του [Οθωμανικού] στρατού και υπό του Τσακαλάρωφ δι΄ό και ηναγκάσθη να μένη διαρκώς εις ορισμένης περιφερείας χωριών Πισοδέρι , Ζέλοβο κλπ … αν ο Κώττας αγαπάται υπό των χωρικών , αγαπάται διότι φέρεται προσηνώς προς αυτούς και διότι αείποτε προφύλαξε τα χωρία αυτών , αν ο Κώττας εγκαταλειφθή παρ΄ημών δεν θα αργήση το Βουλγαρικόν Κομιτάτον να εγκολπωθή αυτόν. Και ακριβώς τον κίνδυνον τούτον αναλαμβάνω την τιμήν να υποδείξω Υμίν…όσον δε δια τους υιούς του Κώτα , τους εν Αθήναις υποτρόφους , χρησιμωτάτη φαίνεται η εκεί ανατροφή και αυτών και παντός άλλου Μακεδόνος όστις ήθελε αποσταλή εντεύθεν εις το ελεύθερον έδαφος προς σπουδήν…εξέθηκα Υμίν ταύτα διότι νομίζω ότι η ιστορική των πραγμάτων έκθεσης σβεννύει πολλάς παρανοήσεις...[98].

Μετάθεση Ίωνα Δραγούμη στο Προξενείο Σερρών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αποπομπή του καπετάν Κώττα από το Ελληνικό Κομιτάτο αποτράπηκε , κατόπιν της αναφοράς του Ιωνα Δραγούμη που στηρίχθηκε στις πληροφορίες και εκτιμήσεις του παπα-Σταύρου , αλλά με την πράξη του αυτή ο ΄Ιωνας Δραγούμης στράφηκε κατά του ιεραρχικά ανωτέρου του Προξένου Κυπραίου ο οποίος ήταν πλέον εχθρικά διακείμενος προς τον Υποπρόξενό του , που ακύρωσε τις προτάσεις του αλλά και προς τον παπα-Σταύρο που στήριξε τον φίλο του καπετάν Κώττα. Ο παπα-Σταύρος είχε συμβουλεύσει σε ανύποπτο χρόνο τον καπετάν Κώττα να απαντάει γραπτώς στις επιστολές του Μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη και να κρατάει αντίγραφα των απαντήσεών του. Αυτά τα αντίγραφα των επιστολών του καπετάν Κώττα προς τον Μητροπολίτη Καραβαγγέλη απέστειλε ο παπα-Σταύρος στον Ίωνα Δραγούμη , ως αποδεικτικά των προθέσεων του καπετάν Κώττα , γεγονός που ο ΄Ιωνας Δραγούμης αναφέρει στη από 4 Σεπτεμβρίου 1903 αναφορά του προς το Υπουργείο Εξωτερικών ..αποκρινόμενος δ΄ ούτος (Κώττας) έπεμψεν αυτώ (Μητροπολίτης Καραβαγγέλης) γράμμα ού αντίγραφον επισυνάπτω ώδε ... Η υφέρπουσα από τον Μάιο του 1903 αντιπαλότητα του Προξένου Μοναστηρίου Κυπραίου και του Υποπρόξενου του Ίωνα Δραγούμη , που ο τελευταίος χαρακτήριζε ως άτομο…..που φοβείται τας ευθύνας και τον κατηγορούσε ότι …τον επιτηρεί αστυνομικώς ,..μέχρι τούδε εκρυπτόμην μόνον υπο των Τούρκων , των Βουλγάρων ,των Αυστριακών και των άλλων ξένων , νυν πρέπει να κρύπτωμαι και από των Ελλήνων …[99] κορυφώθηκε με την μετάθεση του ΄Ιωνα Δραγούμη την οποία εισηγήθηκε ο Πρόξενος Κυπραίος στο Υπουργείο Εξωτερικών που την δέχθηκε και τον μετέθεσε στο Προξενείο Σερρών. Την μετάθεση αυτή θεώρησε ο 'Ιωνας Δραγούμης ότι αποφασίσθηκε …εξαιτίας της εκρήξεως μιας μανιασμένης τρέλλας του Δημητράκη (Υπουργός Ράλλης)…[100]. Η γενική αρνητική εικόνα των εκπροσώπων της Ελληνικής Κυβερνήσεως στην Μακεδονία αντικατοπτρίσθηκε και σε μία επιστολή του Πέτρου Παπαγεωργίου που εστάλη από την Θεσσαλονίκη στις 23 Σεπτεμβρίου 1903 προς τον φίλο του Στέφανο Δραγούμη όπου υπογραμμίζει ότι ..οι κάτοικοι της Μακεδονίας βλέπωσι (έλληνας) Προξένους ξένους προς τον τόπον , παντελώς εστερημένων συνειδήσεως τινός της εθνικής αποστολής …μη δυναμένους να εννοήσωσιν ότι η Μακεδονία δεν είναι Αρκαδία …..τοσαύτη είναι η ευήθης αισιοδοξία των Ελλήνων Προξένων και η απίστευτος βλακεία των Κυβερνητών της Ελλάδος. Ο θεός σώζει και αυτήν και ημάς[100].

Δυσμένεια του παπα-Σταύρου από τον Πρόξενο Μοναστηρίου Κυπραίο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την μετάθεση του ΄Ιωνα Δραγούμη απο το Προξενείο Μοναστηρίου ο Πρόξενος Κυπραίος στράφηκε και κατά του παπα-Σταύρου που τον θεωρούσε ότι ήταν ο κύριος υπαίτιος που το Υπουργείο Εξωτερικών απέρριψε την πρότασή του που αφορούσε την τύχη του καπετάν Κώττα. Οι Μητροπολίτες Πελαγονίας και Πρεσπών τάχθηκαν με τον Πρόξενο Κυπραίο και εναντίον του παπα-Σταύρου , αφενός για να δικαιολογήσουν την απουσία τους από τα δραματικά γεγονότα της εξέγερσης του ΄Ιλιντεν και αφετέρου επειδή θεωρούσαν ότι οι εναντίον τους χαρακτηρισμοί του ΄Ιωνα Δραγούμη βασιζόταν και σε πληροφορίες του παπα-Σταύρου. Τον κατηγόρησαν ότι …δεν αρμόζει στο σχήμα σου δι΄ όσα έκαμες και πήγες με τον στρατόν και πήρες τόσας ψυχάς εις τον λαιμόν σου.. . Τον Σεπτέμβριο του 1903 ο παπα-Σταύρος δημοσίευσε στην εφημερίδα Σκρίπ των Αθηνών , απάντηση - διάψευση των άδικων κατηγοριών που εκτόξευσαν εναντίον του οι Μητροπολίτες Πελαγονίας και Πρεσπών με τις οποίες είχε συμφωνήσει και ο Έλληνας Πρόξενος Μοναστηρίου Κυπραίος. Η δημόσια διάψευση των δύο Μητροπολιτών μέσω της εφημερίδας Σκρίπ συνετέλεσε ώστε να δημιουργηθεί στην Αθήνα κλίμα δυσμένειας προς τον ΄Ιωνα Δραγούμη αλλά και προς τον παπα-Σταύρο τον οποίο ο Ίων Δραγούμης θεωρούσε πλέον συνυπαίτιο της μεταθέσεώς του λόγω της συμπαράστασης του παπα-Σταύρου στον καπετάν – Κώττα. Η μεταστροφή της στάσης του ΄Ιωνα Δραγούμη προς τον παπα-Σταύρο γίνεται έκδηλη όταν ο παπα-Σταύρος , στις 12 Οκτωβρίου 1903 , με επιστολή του προς τον Παύλο Μελά ζητάει οικονομική ενίσχυση επειδή ..οι Βούλγαροι επυρπόλησαν και το εν χωρίω Λευκώνα (Πόπλι) ξενοδοχείον μου..χάνι ..οπόθεν εποριζόμεθα τα προς το ζήν αναγκαία προξενήσαντές με ζημίαν άνω των 100 λιρών Τουρκίας.. [101]. Η απάντηση , δεκτική του εις βάρος του παπα-Σταύρου δημιουργηθέντος κλίματος , ήλθε στις 1 Νοεμβρίου 1903 όταν επιβεβαιώθηκε μεν η καταστροφή του χανιού του πατέρα του παπά-Σταύρου αλλά η πρόταση ήταν ..δώστε του κάτι: αν ζητά ποσά λογικά δώστε τα μισά (ή λιγώτερα) απ΄ αυτά που ζητά. Αν ζητά ποσά υπερβολικά δώστε το τρίτο ή το τέταρτο (ή λιγώτερα)...[101]. Αυτή η υπόσχεση οικονομικής ενίσχυσης δεν τηρήθηκε ποτέ και ούτε στο ελάχιστο. Για να δικαιολογήσει αυτή την υπαναχώρησή του ο ΄Ιων Δραγούμης γράφει στις 11 Μαρτίου 1904 , από την νέα του θέση στις Σέρρες στον Π. Μελά ότι …μάθαμε ότι ο ιερέας παπα-Σταύρος δεν είναι άξιος κάθε εμπιστοσύνης σε οικονομικές υποθέσεις ώστε καλύτερα μην του δώσετε αυτά που σκοπεύατε να του δώσετε.. [102].

Το αιματηρό επεισόδιο στο χωριό Ακρίτας (Μπούφι)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οταν οι Μητροπολίτες Πελαγονίας και Πρεσπών κατηγόρησαν τον παπα-Σταύρο , τον Σεπτέμβριο του 1903 ότι …δεν αρμόζει στο σχήμα σου δι΄ όσα έκαμες και πήγες με τον στρατόν και πήρες τόσας ψυχάς εις τον λαιμόν σου.. σαφώς αναφέρονταν στα συμβάντα τον Αύγουστο του 1903 στο χωριό Ακρίτας Φλωρίνης (Μπούφι). Σε επιστολή του από το΄Αργος Ορεστικό (Χρούπιστα) προς τον Παύλο Μελά , με ημερομηνία 18 Οκτωβρίου 1903 ,ιστορεί ο παπα-Σταύρος τα συμβάντα στο χωριό Ακρίτας (Μπούφι)[103]. Μετά την δολοφονία του ανήλικου Γεωργίου Τσάνη , στις 17 Αυγούστου 1903 από τους άνδρες του βοεβόδα Τσακαλάρωφ , ο παπα-Σταύρος δέχθηκε επίσκεψη του αδελφού του δολοφονηθέντος ανηλίκου (και γυναικαδελφού του) Νικολάου Τσάνη που του ζήτησε να μεσολαβήσει ώστε να τον δεχθεί ο Διοικητής της Οθωμανικής Στρατιωτικής δύναμις Πισοδερίου Νασήρ Πασάς. Κατά την επίσκεψη ο Νικόλαος Τσάνης ζήτησε στρατιωτική δύναμη για να καταδιώξει τους δολοφόνους του αδελφού του. Το αίτημά του έγινε δεκτό και μετά από δύο ημέρες ο Νικόλαος Τσάνης με 15 Οθωμανούς στρατιώτες ενεπλάκησαν σε μάχη στο χωριό Ακρίτας (Μπούφι) όπου σκοτώθηκαν τρία ένοπλα μέλη του Βουλγαρικού Κομιτάτου. Ο Νικόλαος Τσάνης αφήρεσε τον οπλισμό των φονευθέντων και τον παρέδωσε στον διοικητή της Οθωμανικής Στρατιωτικής δύναμις Πισοδερίου Νασήρ Πασά ο οποίος μετά από δύο ημέρες έδωσε στον Νικόλαο Τσάνη 100 στρατιώτες και 4 χωροφύλακες οι οποίοι αιφνιδίασαν 4 άτομα που ήσαν στρατοπεδευμένα στο δάσος Μπουφίου τα οποία και σκοτώθηκαν κατά την ανταλλαγή των πυροβολισμών που επακολούθησε. Οι φονευθέντες ήσαν ο Σουγκάρεφ , Βούλγαρος αρχηγός της επαρχίας Πελαγονίας , ο γραμματεύς του σχισματικού αρχιμανδρίτη Φλωρίνης και ο τρίτος άτομο αγνώστου ταυτότητος. Ο Νικόλαος Τσάνης συγκέντρωσε τα λάφυρα της επιχείρησης και τα απέστειλε στον Νασήρ Πασά ο οποίος διαπίστωσε ότι μεταξύ των λαφύρων ήταν βόμβες , τηλεσκόπια , βουλγαρικά σύμβολα , κασκέτα , στρατιωτικές στολές , 200 λίρες και η σφραγίδα του Σαράφωφ και έτσι θεώρησε ότι ο άγνωστος νεκρός ήταν ο Σαράφωφ , αρχηγός του Βουλγαρικού Κομιτάτου.΄Εδωσε εντολή στον Ετέμ Πασά Φλωρίνης να μεταβεί στον Ακρίτα (Μπούφι) με τον Νικόλαο Τσάνη , να ξεθάψουν τους νεκρούς και να τους μεταφέρουν στην Φλώρινα από την οποία σιδηροδρομικώς μεταφέρθηκε στο Μοναστήρι το βαλσαμωμένο πτώμα , του φερόμενου ως Σαράφωφ. Από τα ιστορούμενα στην επιστολή του παπα-Σταύρου προκύπτει ότι πλην της διαμεσολάβησής του για να συναντήσει ο γυναικάδελφος του Νικόλαος Τσάνης τον Διοικητή της Οθωμανικής Στρατιωτικής δύναμις Πισοδερίου Νασήρ Πασά δεν είχε καμία άλλη ενεργή ανάμειξη στην όλη επιχείρηση οι δε ισχυρισμοί του πρέπει να εκληφθούν ως ειλικρινείς αφού δεν απέκρυψε από τον ΄Ελληνα Πρόξενο Κυπραίο την μεσολάβησή του στον Νασήρ πασά παραδεχόμενος ..ότι εκδικήθην το αίμα του εξαδέλφου μου και ο Θεός ας με βάλη εις την Κόλασιν. Εγώ εάν το έκαμα το έκαμα χάριν του ΄Εθνους.. και συνεχίζει ..η μεσολάβησή μου {προς τον Νασήρ πασά) ...έγινε κατόπιν γνωστοποιήσεως στον Δραγούμη …όστις με ενεθάρρυνε και δυστυχώς μετά τινας ημέρας ο Δραγούμης μετετέθη [104] εξαιτίας της εκρήξεως μιάς μανιασμένης τρέλας του Δημητράκη (Υπουργός Ράλλης)..[100]. Η παράδοση των λάφυρων στον Νασήρ Πασά έγινε από τον Νικόλαο Τσάνη που εισέπραξε το ποσό των 3 λιρών από τον Πασά , γεγονός που αποδεικνύει την μη φυσική παρουσία του παπα-Σταύρου στο αιματηρό επεισόδιο του Ακρίτα (Μπουφίου).

Δημήτριος Καλλέργης ο νέος Πρόξενος Μοναστηρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παρατεταμένη ύπαρξη κλίματος καχυποψίας στο Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου είχε σαν αποτέλεσμα την αντικατάσταση του ευθυνόφοβου ΄Ελληνα Προξένου Μοναστηρίου Κυπραίου με τον έμπειρο και δραστήριο Δημήτριο Καλλέργη. Η οργανωτική ανασυγκρότηση του ελληνικού πληθυσμού στη Μακεδονία και η άφιξη Ελλήνων Αξιωματικών στην Μακεδονία ήταν τα πρώτα σημάδια αφύπνισης της Ελλάδας αλλά και της ενεργητικότητας του νέου Προξένου. Τον Φεβρουάριο του 1904 ο καπετάν Κώττας με προτροπή του παπα-Σταύρου και την σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη πήγε στην Αθήνα για να διαλύσει τα σύννεφα υποψίας που είχε δημιουργήσει , γι΄αυτόν , ο απελθών Πρόξενος Κυπραίος. Στην Αθήνα μυήθηκε ο καπετάν Κώττας στα του Μακεδονικού Κομιτάτου από τον Στέφανο Δραγούμη που τον συνόδευσε στα Ανάκτορα όπου τον δέχθηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος[105], [106]. Ταυτόχρονα με την αντικατάσταση του Προξένου Μοναστηρίου αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη και ως προς το πρόσωπο του παπα-Σταύρου που του ανατέθηκαν νέες αποστολές.

Ο παπα- Σταύρος στη Κεντρική Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 8 Μαρτίου 1904 ο παπα-Σταύρος ενημέρωσε το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου ότι οι Ρουμάνοι ενεργούν για να επαναλειτουργήσει το κλειστό από το 1901 , ελλείψει μαθητών , Ρουμάνικο σχολείο στο Πισοδέρι και για τον σκοπό αυτό έφθασε στο Μοναστήρι ο Γενικός Επιθεωρητής των Ρουμανικών Σχολών Λάζαρος Δούμας καταγόμενος εκ Πισοδερίου[107]. Ο παπα-Σταύρος ενημέρωσε αμέσως και τον Μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σχέδιο για την ίδρυση Ρουμανικών Σχολείων στην Μακεδονία προϋπέθετε ύπαρξη πολλών χρημάτων.

Σχεδιασμός και σκοπός ταξειδιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μητροπολίτης Καραβαγγέλης συνέλαβε την ιδέα ανάληψης εκστρατείας , στην Κεντρική Ευρώπη , για την οικονομική ενίσχυση του αγώνα του Μακεδονικού Κομιτάτου και την παράλληλη αποδυνάμωση του Ρουμανικού Κομιτάτου που απευθύνονταν προς τους πολυπληθείς βλαχόφωνους της Αυστρουγγαρίας Ο Μητροπολίτης Καραβαγγέλης θεώρησε ότι , ο επίσης βλαχόφων και δραστήριος παπα-Σταύρος , θα γινόταν ευκολότερα αποδεκτός από τις ορθόδοξες βλαχόφωνες κοινότητες της Αυστρουγγαρίας και ζήτησε από τον παπα-Σταύρο ν΄αναλάβει αυτή την αποστολή. Ο παπα-Σταύρος δεν γνώριζε τις γλώσσες της Κεντρικής Ευρώπης και συνεπώς θα ήταν δυνατή η επικοινωνία του με τις τοπικές κοινωνίες μόνο μέσω της ελληνικής ή της βλάχικης γλώσσας. Ο Μητροπολίτης Καραβαγγέλης ήταν άριστος γνώστης της γερμανικής γλώσσης αφού είχε κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή της Λειψίας και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ Φιλοσοφίας [108] αργότερα δε διετέλεσε Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Ουγγαρίας και της Εξαρχίας Κεντρώας Ευρώπης με έδρα αρχικά την Βουδαπέστη.

Άκρα μυστικότητα ταξειδίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

καρτ ποστάλ Τεργέστης που έφερε μαζί του ο παπα-Σταύρος Τσάμης κατά την επιστροφή του

Ο Μητροπολίτης Καραβαγγέλης ανέλαβε την όλη οργάνωση του ταξιδιού του παπα-Σταύρου , σε όλες τις λεπτομέρειες και με κάθε μυστικότητα , ακόμη και από το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου. Ο παπα-Σταύρος δέχθηκε την αποστολή και στο τέλος Μαρτίου 1904 αναχώρησε χωρίς να ανακοινώσει το παραμικρό ούτε στην οικογένειά του. Η χρονική διάρκεια του ταξιδιού του παπα-Σταύρου οριοθετείται από δύο ημερομηνίες που σημαδεύουν τον χρόνο αναχώρησης και τον χρόνο επιστροφής του από την Κεντρική Ευρώπη. Στις 21 Μαρτίου 1904 ο παπα-Σταύρος συνάντησε τον Παύλο Μελά στο Ανταρτικό (Ζέλοβο). Ο Παύλος Μελάς περιγράφει την συνάντηση αυτή σε επιστολή του , με την ημερομηνία αυτή , στη σύζυγό του Ναταλία Μελά ως εξής … ήλθε και ο παπα-Σταύρος να μας ιδή. ΄Απερίγραπτος η χαρά του. Μου εχάρισεν ένα σουγιάν ευρωπαικόν και ένα κομβολόγι. Είναι σχεδόν μεθυσμένος από ενθουσιασμόν. Τραγουδά τον Μαύρη είναι η νύκτα στα βουνά και το ώ λιγερόν και κοπτερόν σπαθί μου και τον βοηθούμεν όλοι εν χορώ. Οι παριστάμενοι ενθουσιάζονται. Κατόπιν ο Παπούλας με όλην την αδιαθεσίαν του , μας είπεν ένα ωραίο κλέφτικο τραγούδι…[109]. Συνεπώς ο παπα-Σταύρος αναχώρησε μετά την 21 Μαρτίου 1904 απο το Πισοδέρι. Η μη ανάμειξη του παπα-Σταύρου στην επιχείρηση φυγάδευσης από την περιοχή των Κορεστίων , αρχικά του Παύλου Μελά και κατόπιν των αξιωματικών Κοντούλη , Παπούλα και Κολοκοτρώνη , όταν αποκαλύφθηκε η ταυτότητά τους από δημοσιεύματα εφημερίδων των Αθηνών , επιχείρηση που ανέλαβε και εκτέλεσε με εντολή του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου ο αδελφός του Λάζαρος Τσάμης , τον Απρίλιο του 1904 , αποδεικνύει την απουσία του από την περιοχή. Ο παπα-Σταύρος δεν ήταν παρών στην εορτή της Πεντηκοστής που ήταν στις 17 Μαίου 1904 , αφού δεν ήταν παρών στην εκκλησία κατά την θεία λειτουργία. Συνεπώς ο παπα-Σταύρος απουσίασε από το Πισοδέρι δύο μήνες κατά την διάρκεια των οποίων η οικογένειά του στερείτο ειδήσεών του εντελώς. Παρά το ενθουσιώδες του χαρακτήρος του ήξερε να κρύβη καλά τα μυστικά του Αγώνα και από τα ίδια τα μέλη της οικογένειάς του[110]. Ο αμερικανός δημοσιογράφος Αλμπερτ Σόνινσεν αναφέρει ότι ο Πάντο Κλιάσεφ του δήλωσε ότι ..δύο Βούλγαροι επαναστάτες ακολουθούσαν κατά πόδα τον παπα-Σταύρο σ΄ ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο , αλλά όμως ήταν εξαιρετικά ύπουλος για να πιαστεί χωρίς συνοδεία..[111]. Εαν ο παπα-Σταύρος είχε τέτοια στενή παρακολούθηση από τους ..Βούλγαρους επαναστάτες.. τότε η βουλγαρική πλευρά έπρεπε να είχε πλήρη γνώση του αριθμού των ταξειδίων του παπα-Σταύρου στην Ευρώπη , των χωρών και πόλεων που επισκέφθηκε αλλά και των ημερομηνιών των ταξειδίων του. Πουθενά , μέχρι σήμερα , η Βουλγαρική Βιβλιογραφία δεν παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία των ..δήθεν.. πολλών ταξειδιών ή των προορισμών ή των δρομολογίων του παπα-Σταύρου στο εξωτερικό παρά μόνο γενικότητες όπως...η Εκκλησία τον έστελνε συχνά στο εξωτερικό σε διπλωματικές αποστολές.. χωρίς οι άνθρωποι του Βουλγαρικού Κομιτάτου , που φέρεται ότι τον παρακολουθούσαν , να ήταν σε θέση να δώσουν συγκεκριμένες πληροφορίες ενός έστω ταξειδιού του.

Το ταξείδι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάρτα του ξενοδοχείου POST της Βιέννης όπου διέμεινε ο παπα-Σταύρος Τσάμης
καρτ ποστάλ Βιέννης με χειρόγραφη επεξήγηση

Από διηγήσεις της χήρας του παπα-Σταύρου στον αδελφό του Λάζαρο Τσάμη , μετά την δολοφονία του , ο παπα-Σταύρος μπήκε στην Ελλάδα από την Καλαμπάκα και από εκεί πήγε στον Πειραιά όπου επιβιβάσθηκε στο ατμόπλοιο Bregenz της ναυτιλιακής εταιρίας LLOYD AUTRIACO που εκτελούσε το τακτικό δρομολόγια Κωνσταντινούπολη - ΠειραιεύςΠάτρα - ΚέρκυραΜπρίντιζιΤεργέστη και αποβιβάσθηκε στην Τεργέστη. Το δρομολόγιο επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη ταχυδρομικών καρτών που αγόρασε ο παπα-Σταύρος από τα μέρη που επισκέπτονταν (Τεργέστη , Βιέννη , Βουδαπέστη} αλλά δεν ταχυδρομούσε για να μην αποκαλυφθεί το δρομολόγιό του και έφερε μαζί του στο Πισοδέρι όταν επέστρεψε τον Μάιο του 1904 [112]. Είναι πιθανόν ότι στην Βιέννη διέμενε στο ξενοδοχείο POST στην οδό Fleischmarkt 16 , από μια κάρτα που έφερε στην επιστροφή του. Στη Βουδαπέστη γνώρισε ομογενείς μεταξύ των οποίων και μέλη της αρχοντικής οικογένειας του αποθανόντος το 1900 Νικολάου Δούμπα , Έλληνο-αυστριακού, βλάχικης καταγωγής, ευεργέτη και επιχειρηματία που η καταγωγή του ήταν από το Μπλάτσι της Μακεδονίας. Στον πύργο αυτής της οικογένειας υπήρχε παρεκκλήσι στο οποίο ο παπα-Σταύρος τέλεσε λειτουργίες και άλλες ακολουθίες. Η οικογένεια Δούμπα ...του επιδαψίλευσε ιδιαίτερες περιποιήσεις και ως ανταμοιβή της ιερατικής του προσφοράς …του έκανε δώρα … και τον διαβεβαίωσε ότι , οποτεδήποτε το επιθυμούσε , ήταν ευπρόσδεκτος μαζί με την οικογένειά του για μόνιμη εγκατάσταση.. πρόταση που ευγενικά αρνήθηκε αρνήθηκε [113]. Κατά την επιστροφή του ο παπα-Σταύρος έφερε μαζί του και τρείς χάλκινους δίσκους που επιβεβαιώνουν την επαφή του παπα-Σταύρου με μέλη της Ελληνικής Κοινότητας της Κεντρικής Ευρώπης. Ο πρώτος δίσκος ήταν ρηχός και χρησίμευε στην διανομή του αντιδώρου , είχε πέντε διακοσμητικές ζώνες και επιγραφή μεγαλογράμματης ψευδοκουφικής γραφής που χρησιμοποιούνταν από τα μέσα του 11ου αιώνα σε δίσκους και βιβλία που παρήγγειλλαν συνήθως Μητροπολίτες από την Ελλάδα στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες ή στην Εσπερία[114]. Ο δεύτερος δίσκος είχε τέσσερεις διακοσμητικές ζώνες , στο κέντρο του δίσκου ήταν ανάγλυφη η προτομή του Κικέρωνα και περιμετρικά της προτομής η λατινική επιγραφή MARCUS TUL[L]IUS CICERO CONSU[UL[115].

Ενας εκ των τριών εκκλησιαστικών δίσκων που έφερε ο παπα-Σταύρος Τσάμης από την Κεντρική Ευρώπη

Στο τρίτο δίσκο εικονίζετο αμνός να συγκρατεί με το εμπρός αριστερό πόδι σταυρό που έχει δύο κάθετες κεραίες και από πίσω του αιωρείται ανεπτυγμένο λάβαρο. Η παράσταση συμβολίζει τον Χριστό ως αμνό του Θεού. Η Πενθέκτη Σύνοδος του 691 μ.Χ. με τον 82ο κανόνα της απαγόρευσε το θέμα του αμνού , ως ανεπαρκές να φανερώσει το μυστήριο του Χριστού , απαγόρευση που ακολούθησε μόνον η Ορθοδοξία ενώ η απεικόνιση του αμνού ήταν και παρέμεινε διαδεδομένη στην Δύση μέχρι και σήμερα. Ο δίσκος αυτός είχε κατασκευασθεί τον 15ο αιώνα στην Βαυαρία [116].Οι δίσκοι αυτοί παραδόθηκαν από τον παπα-Σταύρο στην εκκλησιαστική επιτροπή Πισοδερίου.

Η επιστροφή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την επιστροφή του , μέσω του Βασιλείου της Σερβίας , συνελήφθη και κρατήθηκε στο Βελιγράδι. Περί της κρατήσεώς του ειδοποιήθηκε ο εγκατεστημένος στο Βελιγράδι πρώτος εξάδελφος της μητέρας του και πλούσιος έμπορος Γεώργιος Γκέρκας[117] ο οποίος με την σειρά του ζήτησε την βοήθεια του πρεσβευτή της Αυστρουγγαρίας στο Βελιγράδι , που ήταν ο Konstantin Graf von Dumba δηλαδή ο γιός του Νικολάου Δούμπα. Ο Konstantin Graf von Dumba πέτυχε την απελευθέρωση του παπα-Σταύρου ο οποίος συνέχισε το ταξίδι της επιστροφής του. Ο παπα-Σταύρος μπήκε στην Οθωμανική Επικράτεια από τα βόρεια σύνορα και μέσω των Σκοπίων έφθασε στο Μοναστήρι στις αρχές Μαίου του 1904[118]. ΄Εχουν μείνει άγνωστα , ως τώρα , τα αποτελέσματα της περιοδείας του παπα-Σταύρου στην Κεντρική Ευρώπη. Εάν είχε ενεργήσει για λογαριασμό του Μακεδονικού Κομιτάτου τότε ασφαλώς θα είχε αποστείλει είτε στο Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου είτε στο Μακεδονικό Κομιτάτο στη Αθήνα , αναφορά περί των ενεργειών του , των επαφών του αλλά και των αποτελεσμάτων. Τέτοια αναφορά δεν υπάρχει ούτε στα Αρχεία του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου ούτε στα Αρχεία του Μακεδονικού Κομιτάτου ούτε στην υπάρχουσα βιβλιογραφία και συνεπώς πιθανότατα ο παπα-Σταύρος ενήργησε κατόπιν προφορικών εντολών του Μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη , με άκρα μυστικότητα αφού ουδείς γνώριζε περί της απουσίας του στο εξωτερικό και τον λόγο αυτής. Είναι χαρακτηριστικό του πέπλου μυστικότητας που κάλυψε το χρονικό διάστημα της απουσίας του το γεγονός ότι ο Έλληνας Πρόξενος Μοναστηρίου Καλλέργης σε αναφορά του προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος που απέστειλε στις 30 Απριλίου 1904 εμφανίζεται ν’ αγνοεί την απουσία του παπα-Σταύρου από το Πισοδέρι.

Τα θλιβερά γεγονότα του θέρους του 1904[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

΄Όταν ο παπα-Σταύρος εμφανίσθηκε τον Μάιο του 1904 στο Μοναστήρι , προερχόμενος από τα Σκόπια , πληροφορήθηκε ότι ο αδελφός του Λάζαρος Τσάμης κρατείτο στις φυλακές Μοναστηρίου επειδή οι Οθωμανικές Αρχές τον θεωρούσαν ύποπτο για ανάμειξη στην επιτυχή αποστολή φυγάδευσης της Ελληνικής Αποστολής των τεσσάρων Ελλήνων αξιωματικών (Κοντούλης ,Κολοκοτρώνης , Παπούλας και Μελάς) από την περιοχή των Κορεστίων. Η σύλληψη του αδελφού του παπα-Σταύρου έγινε βάσει των πληροφοριών που φρόντισε να διαρρεύσει ο Μήτρο-Βλάχος και οδήγησαν στην καταδίκη του Λαζάρου σε εξάμηνη φυλάκιση στις φυλακές του Μοναστηρίου [119].

Σύλληψη καπετάν Κώτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 25 Μαίου 1904 δολοφονήθηκε ο καπετάν Βαγγέλης Στρεμπενιώτης , από τον Τουρούντζεφ έξω από το χωριό Αετός {Αετόζι). Τις επόμενες ημέρες τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν με μεγάλη ταχύτητα. Ο καπετάν Κώττας συναντήθηκε με τον Βούλγαρο βοεβόδα Μήτρο-Βλάχο προκειμένου να τον μεταπείσει ν΄αλλάξει στρατόπεδο. Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Καραβαγγέλης πληροφορήθηκε από τον Παύλο Κύρου την συνάντηση αυτή και …ευέξαπτος και ασυγκράτητος όπως ήταν ... ειδοποίησεν αμέσως τον Διοικητήν των εν Καστορία στρατιωτικών δυνάμεων , τον φίλον του Χουσεΐν Χουσνή πασά ότι ο Κώττας προσεχώρησε στους κομιτατζήδες..[120] με αποτέλεσμα να συλληφθεί από τις Οθωμανικές Αρχές …κατόπιν πληροφοριών δοθεισών υπο του Μητροπολίτου Καστοριάς Καραβαγγέλη..[121]. ΄Ηταν τόσο αστραπιαία η απόφαση και η ενέργεια του Μητροπολίτη Καραβαγγέλη που δεν πρόλαβε ούτε ο Παύλος Μελάς ούτε ο Πρόξενος Μοναστηρίου Καλλέργης ούτε ο φίλος του καπετάν Κώττα , παπα-Σταύρος , να ενεργήσουν ώστε να αποφευχθεί η σύλληψή του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Παύλος Μελάς εθύμωσεν πολύ δια την σύλληψην του Κώττα και εξύβρισεν τον Π. Κύρου και τον είπεν προδότην... [122].

Διχόνοια στο Μακεδονικό Κομιτάτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

ο Πρόεδρος του Μακεδονικού Κομιτάτου και εκδότης της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ , Λάμπρος Κορομηλάς

Τον Ιούλιο του 1904 ο Παύλος Μελάς εισήλθε στην Μακεδονία για δεύτερη φορά , αφού είχε πάρει 20ημερη άδεια από την Σχολή Ευελπίδων όπου υπηρετούσε. Μετά την λήξη της άδειάς του επέστρεψε στην Αθήνα. Κατά την απουσία του παπα-Σταύρου στη Κεντρική Ευρώπη είχαν ήδη δημιουργηθεί στο Μακεδονικό Κομιτάτο δύο παρατάξεις. Η μία υπό τον Καλαποθάκη και τον Νικόλαο Πολίτη , ιδιώτες που ήθελαν να προωθήσουν τον κρητικό καπετάν Ευθύμιο Καούδη , όμως δεν ήξεραν πολλά από ανταρτοπόλεμο [123] και η άλλη υπό τον Γεώργιο Μπαλτατζή που οδηγούσε το Μακεδονικό Κομιτάτο σε εξάρτηση από το Κράτος. Ο Παύλος Μελάς ήταν ο εκλεκτός της δεύτερης παράταξης[124]. Η αντιπαράθεση των δύο αυτών παρατάξεων κλιμακώθηκε μέχρι το φθινόπωρο του 1906 όταν ο διπλωματικός υπάλληλος του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου Φίλιππος Κοντογούρης κατηγόρησε τον Καλαποθάκη για ...ανικανότητα , επιπολαιότητα, άγνοια των πραγμάτων και των συνθηκών της Μακεδονίας , ευνοιοκρατία κλπ ...και ζήτησε όπως οι Έλληνες Αξιωματικοί που υπηρετούσαν στα Ελληνικά Προξενεία ανά την Μακεδονία να έχουν απόλυτη εξουσία στα αντάρτικα σώματα , μόλις αυτά περνούσαν τα Ελληνοτουρκικά σύνορα , χωρίς καμία πλέον ανάμειξη του Κομιτάτου που έδρευε στην Αθήνα. Στην εκστρατεία κατά του Καλαποθάκη πήρε μέρος και ο καπετάν Τσόντος Βάρδας και άλλοι οπλαρχηγοί. Στο τέλος οι στρατιωτικοί πήραν την αρχηγία του Κομιτάτου [125]. Στην παραπάνω αντιπαράθεση πρέπει να συνυπολογισθεί η ανυπαρξία επαφής και συνεργασίας μεταξύ της οργάνωσης ΑΜΥΝΑ που είχε οργανώσει ο Ιωνας Δραγούμης στη περιοχή της δικαιοδοσίας του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου και του εδρεύοντος στην Αθήνα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΙΤΆΤΟΥ [124]. Ο παπα-Σταύρος δεν γνώριζε , λόγω της απουσίας του στη Κεντρική Ευρώπη , αυτές τις εξελίξεις και αντιπαλότητες και όταν τις πληροφορήθηκε βρέθηκε στη δύσκολη θέση να επιλέξει σε πιά από τις δύο παρατάξεις να ενταχθεί. Επειδή είχε φίλους και συναγωνιστές και στις δύο παρατάξεις δεν εντάχθηκε σε καμία από αυτές , επειδή θεωρούσε ότι δεν ήταν καιρός για πολιτικά παιχνίδια και ότι ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν σε κρίσιμη καμπή και δεν είχε κερδηθεί τίποτα ακόμη. Η ουδετερότητα αυτή του παπα-Σταύρου είχε σαν συνέπεια ν΄αρχίσουν να εκτοξεύονται εναντίον του μομφές και υπαινιγμοί και από τις δύο πλευρές , όταν η μία παράταξη θεωρούσε ότι ο παπα-Σταύρος είχε ενταχθεί στην άλλη παράταξη.

Απόπειρα δολοφονίας του παπα-Σταύρου τον Ιούλιο του 1904[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βρύση του Πάππου ,το σημείο όπου θα επιχειρείτο η δολοφονία του παπα-Σταύρου Τσάμη

Το Ρουμανικό Κομιτάτο είχε ενοχληθεί από την περιοδεία του παπα-Σταύρου στην Κεντρική Ευρώπη και τον επικήρυξε με το ποσό των 1.000 χρυσών λιρών. Αμέσως μετά την επιστροφή του παπα-Σταύρου από την Κεντρική Ευρώπη , τον Ιούλιο του 1904 , εκδηλώθηκε απόπειρα δολοφονίας του από ρουμάνο πράκτορα ο οποίος πλησίασε τον γείτονα του παπα-Σταύρου , Βασίλειο Ρότσα , και ζήτησε την βοήθειά του ώστε να πυροβολήσει τον παπα-Σταύρο την ώρα που πήγαινε κάθε πρωί , για να πιεί νερό , στη βρύση του Πάππου. Ο Βασίλειος Ράτσας αρνήθηκε κάθε συμμετοχή του στο εγχείρημα και πληροφόρησε τον παπα-Σταύρο που πλέον συνειδητοποίησε ότι στους εχθρούς του είχε προστεθεί και το Ρουμανικό Κομιτάτο [126]. Το όνομα του πράκτορα αυτού αποκαλύφθηκε και το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου έδωσε εντολή της εξόντωσης του στον Ευθύμιο Καούδη ο οποίος στις 11 Σεπτεμβρίου 1904 έστειλε τον Κωνσταντίνο Στεργίου] με άλλους δύο Έλληνες αντάρτες και εκτέλεσαν το στέλεχος των Ρουμανιζόντων Πισοδερίου Τσολάκη , στον δρόμο Πισοδερίου – Πρεσπων [127].

Η τρίτη και τελευταία είσοδος του Παύλου Μελά στη Μακεδονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 17 Αυγούστου 1904 μπήκε ο Παύλος Μελάς επικεφαλής ενόπλου σώματος στη Μακεδονία για τρίτη φορά αφού η Επιτροπή του Μακεδονικού Κομιτάτου τον διόρισε Γενικό Αρχηγό σε όλα τα Ελληνικά Σώματα που δρούσαν στο βιλαέτι Μοναστηρίου το δε σχετικό έγγραφο ανέφερε ότι ..σας συνιστώ τον κομιστήν ταύτης Μίκην Ζέζαν , όστις βαθμός αρχηγού και επιθεωρητού των αποσπασμάτων φέρει. ΄Οθεν οφείλετε να συννενοήσθε μετ΄αυτού και να εκτελήτε προθύμως τας διαταγάς του προς το καλόν της Πατρίδος και του ιερού όν επιδιώκομεν σκοπού ..[128].

Απροθυμία συνεργασίας Ευθ. Καούδη με Π.Μελά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ευθύμιος Καούδης αρνήθηκε να ενταχθεί στο αντάρτικο σώμα του Παύλου Μελά ..επειδή είχε δεσμευθεί με τον Δημήτριο Καλαποθάκη .. , όπως αναφέρει στην από 16 Αυγούστου 1904 επιστολή του προς τον Γεώργιο Τσόντα – Βάρδα[129] και ακολούθησε με το ένοπλο σώμα του δική του διαδρομή στα Κορέστια. Ο Παύλος Μελάς ζήτησε γραπτώς από τον Ευθύμιο Καούδη κοινή επιχείρηση στο Ξυνό Νερό αλλά δεν έλαβε καμία απάντηση. Ο Παύλος Μελάς θεώρησε ότι ο καπετάν Ευθύμιος Καούδης σκόπιμα δεν του απάντησε , λόγω των προηγούμενων διαφορών του Παύλου Μελά με τον καπετάν Ευθύμιο Καούδη και τον υπαρχηγό του Παύλο Κύρου , που τον είχε κατηγορήσει ο Παύλος Μελάς , για προδότη στην υπόθεση της συλλήψεως του καπετάν Κώττα [130]. Στα μέσα Σεπτεμβρίου 1904 ο καπετάν Ευθύμιος Καούδης πληροφορήθηκε ότι τα Βουλγαρικά σώματα του Μήτρου–Βλάχου και του Καρσάκωφ θα επιτίθεντο κατά του χωριού Ανταρτικού (Ζέλοβο) αφού θα είχαν προηγουμένως συναντηθεί στο χωριό Τρίγωνο (Οστιμα).

Η δεύτερη μάχη του Τριγώνου (΄Οστιμα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καπετάν Ευθύμιος Καούδης με αιφνιδιαστική ενέργεια επιτέθηκε με 13 άνδρες κατά των σπιτιών του χωριού Τριγώνου Φλωρίνης (΄ Οστιμα) όπου είχαν καταλύσει 50 Βούλγαροι αντάρτες. Λόγω της αριθμητικής υπεροχής των Βουλγάρων η επίθεση του καπετάν Ευθύμιου Καούδη αποκρούσθηκε και οι άνδρες του οπισθοχώρησαν σε θέσεις έξω από το χωριό Τρίγωνο ενώ έμειναν αποκλεισμένοι και πολιορκημένοι σε κατοικία μέσα στο χωριό τρείς Έλληνες αντάρτες οι Σταύρος Ζούλης , Εμμανουήλ Σκουντρής και Κωνσταντίνος Στεργίου. Ο καπετάν Ευθύμιος Καούδης προσπάθησε τρείς φορές να απεγκλωβίσει τους 3 άνδρες του χωρίς επιτυχία και τότε συνειδητοποίησε ότι είχε περικυκλωθεί και αυτός από μεγάλη δύναμη Βουλγάρων ανταρτών που είχαν έλθει από το Μακρυχώρι Καστοριάς (Κονομπλάτι) , Μπρέστιτσα , Μπέσφινα και Τύρνοβο. Η κατάσταση ήταν απελπιστική και μετά από πολύωρη μάχη άρχισαν να τελειώνουν και τα πυρομαχικά των ανδρών του καπετάν Ευθύμιου Καούδη όταν , κατά περιγραφή του ιδίου ..κατά τας 12 η ώρα ήλθεν ο παπα-Σταύρος με 6-7 παιδιά από το Πισοδέρι και με 10 χωροφύλακες και τον επικεφαλής λοχία από το φυλάκιο της Κούλα) (Βίγλας Πισοδερίου) προς βοήθειάν μας αλλά δεν ηδυνήθη να προχωρήσει και να ενωθούμεν. Εγώ εννόησα την φωνή του και έκοψα μία κεφαλή από τους πλησίον μας φονευθέντας (Βούλγαρου) και του την έστειλα (του παπα-Σταύρου) με τον Ηλία από το Ζέλοβο και αυτός (ο παπα-Σταύρος) την παρέδωσεν εις τον στρατόν που είχε μαζί του…[131]. ΄Υστερα από αυτή την απροσδόκητη επέμβαση οι Βούλγαροι αραίωσαν τα πυρά τους και εγκατέλειψαν το Τρίγωνο (΄Οστιμα) αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 9 νεκρούς ενώ από Ελληνικής πλευράς υπήρξαν 2 τραυματίες. Ο παπα-Σταύρος παρέδωσε το κομμένο κεφάλι του Βούλγαρου αντάρτη στον επικεφαλής της Οθωμανικής στρατιωτικής δύναμις και αυτός το εμφάνισε , στους ανωτέρους του , ως δικό του επίτευγμα με αποτέλεσμα να προαχθεί σε επιλοχία [132]. Ο επικεφαλής της Οθωμανικής στρατιωτικής δύναμις πίστεψε τον παπα-Σταύρο , όταν του ζήτησε την συνδρομή του , ότι δηλ. ενεργούσε κατά Βουλγάρων ανταρτών αλλά δεν γνώριζε ότι η επέμβασή του έγινε εν μέσω μάχης Ελλήνων και Βουλγάρων ανταρτών και εν αγνοία του έσωσε ολόκληρο το αντάρτικο σώμα του καπετάν Ευθύμιου Καούδη που απειλείτο με εξόντωση.

Η Μάχη του Ανταρτικού (Ζέλοβο)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Σεπτέμβριο του 1904, το σώμα του καπετάν Ευθύμιου Καούδη, ενεπλάκη σε μάχη με τα Βουλγάρικα αντάρτικα σώματα του Μήτρο-Βλάχου και Αθανάς Καρσάκωφ στο Ανταρτικό (Ζέλοβο). Στη μάχη πήραν μέρος και Πισοδερίτες, με επικεφαλής τον παπα-Σταύρο και τον αδελφό του Λάζαρο Τσάμη , με αποτέλεσμα τον θάνατο 9 ανταρτών της ΕΜΕΟ και την αποχώρηση των υπολοίπων. Αργότερα για την συμμετοχή του παπα-Σταύρου στη Μάχη του Ζελόβου, ο Κρητικός οπλαρχηγός Παύλος Γύπαρης του αφιέρωσε τη μαντινάδα:[133]

Μετά αναχωρήσαμε δια το Πισοδέρι,
τους Βλάχους πάλι εβρήκαμε και κάμαμε λημέρι,
Εμπιστοσύνη είχαμε πολύ σε Ελληνοβλάχους
είχαν και τα καλύβια των στους λόφους και στους βράχους,
έδειξαν πάντ΄ ανθρωπιά οι Βλάχοι στον αγώνα,
οι φίλοι διακρίνονται στα σκλαβωμένα χρόνια.
Είχανε εθνική ψυχή σαν τον Πισοδερίτη,
τον παπα-Σταύρο,πούπεσεν με σφαίρες του κομίτη.
Ελληνόβλαχος κι΄ο Παπάς, μα Έλληνας στ΄ αλήθεια.
γι΄ αυτό δύο σφαίρες έφαε εις τα΄ ανδρικά του στήθεια.
Κι ο αδελφός του ήτανε, ο Λάζος, παλληκάρι,
Κι΄ οι δυό αποτελούσανε το πιο ανδρικό ζευγάρι,
Τους είδα εγώ να πολεμούν στο Ζέλοβο μια μέρα
και συνεχάρην τσ΄ αδελφούς, τον έσφιξα την χέρα.
Τώρα, τραγούδι εις αυτούς μόνο μπορώ να γράψω,
Και έμαθα να τραγουδώ όλους τους ανδρειωμένους,
προ πάντων κείνους που έχουνε με σφαίρες σκοτωμένους.

Σχετικά με την αυτή την μάχη έγραψε ο Αγκελ Ντήνεφ {Angel Dinev} ...στις 30 Νοεμβρίου 1904 ο Μήτρο-Βλάχο μαζί με την μικρή συμμορία του Γκέρο Ρεσένσκι , προσέβαλαν τα ανταρτικά σώματα του Ρούβα και του Καούδη , δυνάμεως περίπου 50 ψυχών, στο χωριό Ανταρτικό {Ζέλοβο]……στο πιο κρίσιμο σημείο για τους {Βούλγαρους} αντάρτες εμφανίσθηκε ο (Οθωμανικός} στρατός από το Πισοδέρι , συνοδευόμενος από εκατό εθνοφύλακες (μάλλον εννοεί τους κατοίκους του Πισοδερίου) με επικεφαλής τον παπα-Σταύρο …και η μάχη σταμάτησε…[134],[135]. Οι δυνάμεις που πήραν μέρος στη μάχη καθώς και οι εκατέρωθεν απώλειες εμφανίζονται υπερβολικά διογκωμένες ή μειωμένες και από τις δύο αντίπαλες πλευρές. Χαρακτηριστικό του παλαιού εξοπλισμού των Πισοδεριτών που μετείχαν στη μάχη είναι η μαρτυρία του Γ. Μόδη που αναφέρει ότι μερικοί Πισοδερίτες που δεν μπορούσαν να ξαναγεμίσουν τα σκουριασμένα τουφέκια τους φώναξαν τότε στους Βούλγαρους αντάρτες και προκάλεσαν τα γέλια των άλλων …μη φεύγετε… περιμένετε να ξαναγεμίσουμε τα τουφέκια μας..[136]. Από τους Έλληνες αντάρτες τραυματίσθηκαν δύο, ο Ιωάννης Σεϊμένης και ο Εμμανουήλ Σκουντρής που μεταφέρθηκαν από τον Λάζαρο και τον Παπα-Σταύρο στο σπίτι τους στο Πισοδέρι και νοσηλεύθηκαν πολλούς μήνες με θεράποντα ιατρό , αρχικά τον Μενέλαο Βαλάση από την Φλώρινα , και εν συνεχεία από τον Στέργιο Μάτσαλη που έστειλε το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου [137][138]. Στο Πισοδέρι την εποχή εκείνη υπηρετούσε, ως διοικητής του Οθωμανικού λόχου, ο Εμίν εφέντης (Emin efendi), Τουρκοκρητικός στην καταγωγή, φίλος των αδελφών Τσάμη , φιλέλληνας και υπόχρεος στον παπα-Σταύρο για την πρόσφατη προαγωγή του από την δραστηριότητά του που εμφάνισε κατά την πρόσφατη μάχη του Τριγώνου. Όταν ήλθε στο Πισοδέρι ο Έλληνας Πρόξενος του Μοναστηρίου Κωνσταντίνος Δημαράς, πήγε κρυφά στο σπίτι του Λάζαρου και του Παπα-Σταύρου ο Εμίν εφέντης για να χαιρετήσει τον Έλληνα Πρόξενο, που θα διανυκτέρευε εκεί. Κατά την αναχώρησή του από το σπίτι των αδελφών Τσάμη, ο παπά-Σταύρος τον έμπασε σε ένα δωμάτιο όπου ήταν τέσσερεις Κρήτες αντάρτες. Ο Εμίν εφέντης έμεινε μαζί τους ολόκληρο το βράδυ τραγουδώντας μαντινάδες.[139]. Παρόλα αυτά, κάποιοι φρόντισαν για την μετάθεση του Εμίν εφέντη και αμέσως μετά Οθωμανικά αποσπάσματα έλεγξαν την κατοικία Τσάμη 3 φορές έπειτα από ανώνυμες καταγγελίες. Ο Λάζαρος προσπάθησε και πέτυχε να αποκαταστήσει επαφή με τον νέο Διοικητή της Οθωμανικής Φρουράς Πισοδερίου, τον Εκρέμ εφέντη (Ekrem efendi). Το αποτέλεσμα της προσέγγισης ήταν να αφήνει ο καπετάν Δημήτριος Νταλίπης , 4 χρυσές τουρκικές λίρες κάθε πρώτη του μηνός στην κουφάλα μιας γέρικης οξιάς στη Μονή της Αγίας Τριάδας Πισοδερίου , για να συμπεριφέρεται ο Εκρέμ εφέντης ευνοϊκά ως προς τα Ελληνικά Αντάρτικα σώματα [140].

Ο Φόνος του Παύλου Μελά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

το σπίτι στην Στάτιστα (Μελάς) όπου σκοτώθηκε ο Παύλος Μελάς

Στις 14 Οκτωβρίου 1904 ειδοποιήθηκαν τα μέλη της Οργάνωσης Πισοδερίου ότι το βράδυ της ίδιας ημέρας θα γινόταν συνάντηση σημαινόντων Ελλήνων Οπλαρχηγών στο γειτονικό χωριό Ανταρτικό (Ζέλοβο). Ο παπα-Σταύρος γνώριζε ότι επρόκειτο περί συναντήσεως του Παύλου Μελά με τον καπετάν Ευθύμιο Καούδη και πήγε στο Ανταρτικό (Ζέλοβο) και περίμενε τον Παύλο Μελά. Μετά από πολύωρη βασανιστική αναμονή έφθασε στο Ανταρτικό ο υπαρχηγός του Παύλου Μελά Λάκης Πύρζας και ανακοίνωσε στους Τραϊανό Λιαντζάκη , Ναούμ Μήρτσο και παπα- Σταύρο την είδηση ότι ο Παύλος Μελάς σκοτώθηκε σε συμπλοκή με τον Οθωμανικό στρατό στο χωριό Μελάς Καστοριάς (Στάτιστα). Ο Πύρζας τους ζήτησε να αναλάβουν την φροντίδα του νεκρού πλέον Παύλου Μελά , που είχαν κρύψει πρόχειρα κοντά στον τόπο της συμπλοκής , ώστε να μην τον βρουν οι Οθωμανοί. Ανέθεσαν στον Κωνσταντίνο (Ντίνα] Στεργίου το μακάβριο έργο της μεταφοράς της σωρού του Παύλου Μελά στο Ανταρτικό {Ζέλοβο} ενώ ο παπα-Σταύρος ειδοποίησε αμέσως τον Προξενικό υπάλληλο Βασίλειο Αγοραστό που ήταν στο Πισοδέρι για υποθέσεις του Προξενείου. Ο Ντίνας Στεργίου μη μπορώντας να μεταφέρει τη σωρό του Παύλου Μελά , λόγω της ύπαρξης ισχυρής ΄Οθωμανικής στρατιωτικής δύναμις στον τόπο της συμπλοκής , αναγκάσθηκε να κόψει το κεφάλι και να το μεταφέρει κρυμμένο σε ένα δισάκι στο Ανταρτικό την επόμενη ημέρα , όπου το παρέδωσε στον Βασίλειο Αγοραστό που είχε έλθει από το Πισοδέρι μαζί με τον Λάζαρο Τσάμη. Η κεφαλή μεταφέρθηκε με μεγάλη μυστικότητα στον εκκλησία της Αγίας Παρασκευής Πισοδερίου όπου ο παπα-Σταύρος έψαλλε τη νεκρώσιμη ακολουθία και κατόπιν έθαψε το κεφάλι κάτω από την Αγία Τράπεζα του παρεκκλησίου του Αγίου Χαραλάμπους . Στην νεκρώσιμη ακολουθία ήταν παρόντες μόνον ο Βασ. Αγοραστός , ο παπα-Σταύρος , ο δάσκαλος Ηρ. Φίτζιος , ο δάσκαλος Α. Παπαφιλίππου , ο Μιχ, Χασόπουλος και ο Χατζηκώτσης τους οποίος όρκισε ο παπα-Σταύρος ότι θα κρατήσουν μυστική την ταφή [141]. Δυστυχώς λίγες ημέρες αργότερα ο θάνατος του Παύλου Μελά έγινε τίτλος στις πρώτες σελίδες όλων των Αθηναϊκών εφημερίδων. Οι Οθωμανικές Αρχές άρχισαν συστηματικές έρευνες και ανακρίσεις στην περιοχή και ο παπα-Σταύρος φοβούμενος μήπως προδοθεί ή ανακαλυφθεί το σημείο της ταφής της κεφαλής του Παύλου Μελά προχώρησε , λίγες ημέρες αργότερα , στην εκταφή και την εκ νέου ταφή της κεφαλής , αυτή την φορά κάτω από την Αγία Τράπεζα της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής. Στην δεύτερη αυτή ταφή δεν παρευρίσκετο κανείς άλλος.΄Όταν μετά από μήνες κόπασε ο θόρυβος για τον Παύλο Μελά το εκμυστηρεύθηκε στον αδελφό του Λάζαρο ο οποίος , μετά τον θάνατο του παπα-Σταυρού (το 1906) το γνωστοποίησε στα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής Πισοδερίου. Η κεφαλή παρέμεινε κρυμμένη μέχρι το 1910 όταν ήλθε η Ναταλία Μελά κρυφά στη Μακεδονία και το παρέλαβε στο Αμύνταιο από τον Λάζαρο Τσάμη [142].

Καπετάν Τσόντος - Βάρδας , ο νέος Γενικός Αρχηγός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον θάνατο του Παύλου Μελά το Μακεδονικό Κομιτάτο διόρισε αντικαταστάτη του , Γενικό Αρχηγό των Ελληνικών Ανταρτικών Σωμάτων στη περιοχή του βιλαετίου Μοναστηρίου , τον ανθυπολοχαγό Γεώργιο Τσόντο ή καπετάν Βάρδα και το σώμα του μπήκε στη Μακεδονία στις 13 Νοεμβρίου 1904.

Οι δραματικές εξελίξεις του 1905[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τέλος του 1904 και η αρχή του 1905 ήταν σημαντικοί σταθμοί στην εξέλιξη του Μακεδονικού Αγώνα και ταυτόχρονα αφετηρία σημαντικών εξελίξεων επειδή επιδείχθηκε , για πρώτη φορά εκ μέρους του Ελληνικού Κράτους , έμπρακτο ενδιαφέρον για τα συμβαίνοντα στη Μακεδονία με την αποστολή ανταρτικών σωμάτων αλλά και οργανωτικών στελεχών. Συνάμα όμως ήταν και η χρονιά που οι δύο πρωτοπόροι Μακεδόνες οπλαρχηγοί δηλαδή ο καπετάν Κώττας και ο Βαγγέλης Γεωργίου-Στρεμπενιώτης , εξοντώθηκαν (ο πρώτος συλληφθείς κατόπιν προδοσίας στις 9 Ιουνίου 1904 και απαγχονισθείς στο Μοναστήρι στις 27 Σεπτεμβρίου 1904) ο δε δεύτερος φονευθείς σε ενέδρα Βούλγαρων ανταρτών στις 12 Μαίου 1904. Οι αδελφοί Τσάμη προσπάθησαν , και με την προτροπή του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου , μέσω των φίλων τους Τούρκων και Τουρκαλβανών μπέηδων και πασάδων να επιτύχουν την απελευθέρωση του καπετάν Κώττα , αλλά απέτυχαν παρά το γεγονός ότι οι διοικητές της Οθωμανικής Αστυνομίας και της Χωροφυλακής στο Μοναστήρι εισέπρατταν μηνιαίο μισθό από το Ελληνικό Προξενείο[143]. Παράλληλα ο Μητροπολίτης Καραβαγγέλης υποσχέθηκε στον καπετάν Κώττα την απελευθέρωσή του με όρους , που ο καπετάν Κώττας δεν αποδέχθηκε.

Ψυχρότητα στις σχέσεις παπα-Σταύρου και Μητροπολίτη Καραβαγγέλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο παπα-Σταύρος συμφώνησε πλήρως με την θέση του Παύλου Μελά , σχετικά με την προδοσία του φίλου του καπετάν Κώττα από τον Μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη. 'Ενίσχυσε την επικοινωνία του με το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου και απομακρύνθηκε από το περιβάλλον του Μητροπολίτη Καραβαγγέλη. Εξ άλλου ο παπα-Σταύρος είχε αρχίσει πρώτα την συνεργασία του με το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου μέσω του οποίου συνδέθηκε με τον Μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη. Η δημιουργηθείσα μεταξύ των δύο ανδρών ψυχρότητα μαρτυρείται από τον ίδιο τον Μητροπολίτη Καραβαγγέλη …ο ιερεύς παπα-Σταύρος …μου είχε χρησιμεύσει όλον αυτόν τον καιρό ως μεσάζον πρόσωπο για τις συνεννοήσεις μου με τα χωριά των Πρεσπών , της Φλώρινας και του Μοναστηρίου …και ασφαλώς θα προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες …με τις γνώσεις που είχε και του τόπου και των προσώπων..[144]. Η δυσφορία του Μητροπολίτη Καραβαγγέλη στο πρόσωπο του παπα-Σταύρου , που προκλήθηκε από την στάση του τελευταίου στην υπόθεση του καπετάν Κώττα , τον οδήγησε να υποβιβάσει την μέχρι τότε προσφορά του παπα-Σταύρου στο επίπεδο του μεσάζοντα και ανιχνευτού ενώ το Γενικό Επιτελείο Στρατού θεωρεί τον παπα-Σταύρο στυλοβάτη του Ελληνισμού , μαζί με τον Παύλο Κύρου και τον Δημήτριο Νταλίπη , στην περιοχή Φλωρίνης , Πρεσπών , Κορεστίων[145] και ο Α.Χ. Κωστόπουλος αναφέρει ότι ………ο καπετάν Κώττας πλαισιώνεται από μία ομάδα θερμών πατριωτών , από τον Πύρζα , τους αδελφούς Τσάμη , τον Δημήτριο Νταλίπη και τον Ναούμ Σπανο..[146]. Τέλος ο Μητροπολίτης Καστοριάς αποσιώπησε πλήρως την αποστολή του παπα-Σταύρου στη Κεντρική Ευρώπη , που έγινε κατόπιν δικών του ενεργειών και προτροπών και δεν ανακοίνωσε σε κανένα τα αποτελέσματα αυτού του ταξειδιού.

Δολοφονική απόπειρα κατά παπα-Σταύρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν άργησαν να επιβεβαιωθούν οι φόβοι του παπα-Σταύρου από την εξουδετέρωση του καπετάν Κώττα και του Βαγγέλη Στρεμπενιώτη. Η απουσία αυτών των δύο Μακεδόνων Οπλαρχηγών από την περιοχή Κορεστίων και Φλώρινας είχε σαν άμεσο αποτέλεσμα την αύξηση της δραστηριότητας των Βουλγαρικών σωμάτων. Την άνοιξη του 1905 ο παπα-Σταύρος επέστρεφε έφιππος από την Φλώρινα στο Πισοδέρι , συνοδευόμενος από τον νεαρό Θεόδωρο Κάϊκο. ΄Οταν έφθασε στο 8ο χιλιόμετρο της παλιάς οδού Φλωρίνης – Πρεσπών , στην γέφυρα της δεύτερης στροφής του οδού αυτής ο παπα-Σταύρος δέχθηκε πυροβολισμούς από ενεδρεύοντες Βούλγαρους αντάρτες. Αφίππευσε και διέφυγε μέσα στο πυκνό δάσος προς το χωριό ΄Αλωνα , πυροβολών και πυροβολούμενος [147]. Το άλογό του έφθασε στο Πισοδέρι χωρίς αναβάτη και σήμανε συναγερμός στην Οργάνωση Πισοδερίου η οποία πληροφορήθηκε τις λεπτομέρειες της ενέδρας από τον αφεθέντα ελεύθερο ανήλικο συνοδό του παπα-Σταύρου. Μέλη της Επιτροπής ΄Αμυνας του Πισοδερίου έσπευσαν σε βοήθειά του παπα-Σταύρου και τον βρήκαν σώο και αβλαβή στα ΄Αλωνα [148]. Λίγο αργότερα ο παπα-Σταύρος απέκτησε μία κόρη , την οποία ονόμασε Ελευθερία.

Η σφαγή της Βασιλειάδας (Ζαγορίτσανη)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 24 Μαρτίου 1905 Ελληνικά Ανταρτικά Σώματα υπό την αρχηγία του καπετάν Τσόντου – Βάρδα εισέβαλαν στο χωριό Βασιλειάδα Καστοριάς (Ζαγορίτσανη) με σκοπό να τιμωρήσουν το κέντρο της Βουλγαρικής δραστηριότητας στη περιοχή της Καστοριάς. Στην συμπλοκή που επακολούθησε έχασαν τη ζωή τους ένοπλοι και άμαχοι , αθώοι και ένοχοι, πατριαρχικοί και εξαρχικοί , άνδρες και γυναίκες αδιακρίτως.

Εμπλακέντες στη σφαγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ατυχές συμβάν ξεσήκωσε την Διεθνή Γνώμη και έφερε σε δύσκολη θέση την Ελληνική Κυβέρνηση λόγω της εμπλοκής στην υπόθεση , του Μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη και του Ανωτάτου Στρατιωτικού Αρχηγού των Ελληνικών Ανταρτικών Σωμάτων στην περιοχή της Καστοριάς καπετάν Τσόντου – Βάρδα. Στην εκτέλεση της όλης επιχείρησης πήρε μέρος ο ίδιος ο Αρχηγός των Ελληνικών Αντάρτικων Σωμάτων καπετάν Τσόντος - Βάρδας πλαισιούμενος από μεγάλο αριθμό Ελλήνων οπλαρχηγών. Το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου και η Ελληνική Κυβέρνηση είχαν πλήρη άγνοια της επιχείρησης και γι'αυτό αντέδρασαν άμεσα και καταδικαστικά ενώ ο Μητροπολίτης Καραβαγγέλης ποτέ δεν απέκρυψε την εμπλοκή του στη συγκεκριμένη υπόθεση. Στην από 24 Μαρτίου 1907 έκθεσή του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη , που αφορά την επίθεση κατά της Βασιλειάδας (Ζαγορίτσανη) , αναφέρει ότι οι Βούλγαροι ισχυρίζονταν στις ανακριτικές αρχές ότι η επίθεση κατά της Βασιλειάδας αποφασίσθηκε ομόφωνα σε κοινή σύσκεψη των Μητροπολιτών Καστοριάς , Γρεβενών και Σισανίου , εκδοχή που υιοθέτησε και ο Ιταλός Αξιωματικός της Διεθνούς Αστυνομικής Δύναμις Μανέρας[149]. Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Καραβαγγέλης γνώριζε το σχέδιο της επίθεσης του καπετάν Τσόντου κατά της Βασιλειάδας (Ζαγορίτσανης) εκ των προτέρων και του έδωσε , με την από 21 Μαρτίου 1905 επιστολή του , την έγκρισή του και τα ακριβή στοιχεία των πατριαρχικών κατοίκων του χωριού ώστε αυτοί να μην πειραχθούν και γι΄αυτό κατηγορήθηκε από τους Ευρωπαίους Πρόξενους και του Αξιωματικούς της Διεθνούς Αστυνομικής Δύναμις της Καστοριάς ότι είχε ανάμειξη στην επιχείρηση. Όι Μεγάλες Δυνάμεις πίεσαν τον Σουλτάνο και αυτός τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ο οποίος διέταξε τον Μητροπολίτη Καραβαγγέλη να εγκαταλείψει την Καστοριά και να παρουσιασθεί στη Θεσσαλονίκη όπου παρέμεινε επί έξη εβδομάδες και επέστρεψε πίσω [150].

Επιχείρηση εμπλοκής του παπα-Σταύρου στην υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο παπα-Σταύρος δεν είχε καμία ανάμειξη στον σχεδιασμό και στην εκτέλεση της επιχείρησης. Οι διασωθέντες της σφαγής κάτοικοι της Βασιλειάδας (Ζαγορίτσανη) έδωσαν , λίγες ημέρες μετά το ατυχές συμβάν , ένορκες καταθέσεις στους Ιταλούς Αξιωματικούς της Διεθνούς Αστυνομικής Δύναμις της Καστοριάς που διενεργούσαν τις έρευνες και τις ανακρίσεις. Κανένας από αυτούς δεν ανέφερε συμμετοχή του παπα-Σταύρου στην επιχείρηση. Επίσης δεν υπάρχει , έως σήμερα , καμία μαρτυρία , περί φυσικής παρουσίας του παπα-Σταύρου στην σφαγή της Βασιλειάδας (Ζαγορίτσανη), από κανένα Έλληνα οπλαρχηγό που μετείχε στην επιχείρηση , μερικοί εκ των οποίων αποκαλύπτουν ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της επιχείρησης στα απομνημονεύματά τους ( Γύπαρης , Τσόντος κλπ.) [151].

Ισχυρισμοί Κλιάσεφ περί εμπλοκής του παπα-Σταύρου στην υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη και μοναδική αναφορά περί ανάμειξης του παπα-Σταύρου στη σφαγή της Βασιλειάδας (Ζαγορίτσανη) έγινε από τον Κλιάσεφ , απόντα στο επεισόδιο , προς τον Αμερικανό δημοσιογράφο ΄Αλμπερτ Σόνισεν που εντάχθηκε σε Βουλγαρικό αντάρτικο σώμα και από την 28 Φεβρουαρίου 1906 έως και την 9η Νοεμβρίου 1906 περιόδευσε και στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας. Ο φίλα κείμενος προς τους Βούλγαρους αντάρτες Αμερικανός δημοσιογράφος δεν είχε κανένα λόγο ν΄ αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς του Κλιάσεφ , ούτε πολύ περισσότερο να τους διασταυρώσει , αφού ήταν προσκεκλημένος και υπό την προστασία των Βουλγάρων ανταρτών μέσα στην Οθωμανική επικράτεια. Ο ισχυρισμός του Κλιάσεφ ότι ο παπα-Σταύρος ..μετείχε στην λήψη της απόφασης της επιχείρησης κατά της Βασιλειάδας.. αλλά και ότι ..είχε ενεργή και άμεση ανάμειξη στην επιχείρηση... και ότι …καθοδηγούσε τις επιχειρήσεις των τρομακρατικών ομάδων ,,[152] όχι μονό δεν διασταυρώθηκε από καμία άλλη Βουλγάρικη ή ουδέτερη πηγή αλλά είναι σε πλήρη αντίθεση με τη δομή και τη λειτουργία του Μακεδονικού Κομιτάτου. Ο Κλιάσεφ εμφανίζει τον (πρωτοπρεσβύτερο) παπα-Σταύρο να συναποφασίζει με τρείς Μητροπολίτες και να σχεδιάζει πολεμική επιχείρηση με τον Ανώτατο Αρχηγό των Ελληνικών Αντάρτικων Σωμάτων καπετάν Τσόντο - Βάρδα πολύ δε περισσότερο να του δίδει την έγκρισή του γι΄ αυτή και μάλιστα όταν οι μεταξύ τους σχέσεις δεν ήταν καλές επειδή ο καπετάν Τσόντος θεωρούσε ότι ο παπα-Σταύρος είχε ενταχθεί στη παράταξη του Καλαποθάκη. Η θέση του παπα-Σταύρου στην ιεραρχία του Μακεδονικού Αγώνα αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η Ελληνική Πολιτεία τον κατέταξε ως τον μοναδικό φονευθέντα , μεταξύ άλλων 49 , πράκτορα Β΄ τάξεως [153]. Σε κάθε περίπτωση η Βασιλειάδα [Ζαγορίτσανη] ήταν γεωγραφικά εκτός της εμβέλειας δράσεως του παπα-Σταύρου του οποίου η παρουσία σε πολεμικές επιχειρήσεις έχει αποδεδειγμένα σημειωθεί μόνο στην περίπτωση της πατρίδας του το Πισοδέρι και της παροχής βοήθειας στο διπλανό χωριό Ανταρτικό (Ζέλοβο). Ο Κλιάσεφ παρόντος και του υπαρχηγού του Καρσάκωφ , στην εισαγωγή της διηγήσεώς του στον Αμερικανό δημοσιογράφο του δηλώνει ότι ..μόλις είχαν ολοκληρώσει μία αποστολή η οποία έμελλε να γίνει θρύλος για τις επόμενες γενεές..και έτσι ηρωποιεί τη δική του ανάμειξη στη δολοφονία του παπα-Σταύρου που δεν διστάζει να αναφέρει στον Αμερικανό δημοσιογράφο ότι ήταν …μόλις λίγο πιο κάτω από τον Αρχιεπίσκοπο αλλά πολύ ανώτερός του στις ραδιουργίες,,, τη στιγμή που ο Μητροπολίτης Καραβαγγέλης τον αναφέρει …ως μεσάζον πρόσωπο ..[154]. Η δήλωση του Κλιάσεφ προς τον Αμερικανό δημοσιογράφο ότι ο παπα-Σταύρος …αυτό το τέρας ήταν άνθρωπος με ανώτατη μορφωση... έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την από 22 Αυγούστου 1902 επιστολή του παπα-Σταύρου προς τον ΄Ελληνα Πρόξενο Μοναστηρίου όπου γράφει , μεταξύ άλλων …συγνώμην δε ζητώ δια τα ορθογραφηκά μου λάθη , διότι τόσα γράμματα μ΄ έμαθεν ο πατέρας μου …[155]. Τέλος ο ισχυρισμός του Κλιάσεφ ότι ο παπα-Σταύρος ...ήταν επικεφαλής της αντιπροσωπείας Από τον Μακεδονικό Λαό, η οποία είχε πάει να συναντήσει τον Άγγλο Βασιλιά στους Ολυμπιακούς αγώνες.. έρχεται σε πλήρη αντίθεση από το γεγονός ότι ο παπα-Σταύρος ταξίδευσε στο εξωτερικό μόνο μία φορά , γνώριζε μόνο βαλκανικές γλώσσες και φυσικά δεν συνάντησε ποτέ τον Βασιλέα της Αγγλίας πουθενά και πολύ περτισσότερο στους Ολυμπιακούς Αγώνες αφού οι Ολυμπιακοί Αγώνες που τελέσθηκαν κατά την διάρκεια της ζωής του παπα-Σταύρου ήταν το 1896 στην Αθήνα [ήταν μόλις 26 ετών), το 1900 στο Παρίσι (μόλις είχε χειροτονηθεί κληρικός] και το 1904 στο Σαιντ Λούις των ΗΠΑ[156]. Η προσπάθεια του Κλιάσεφ να εμφανίσει τον παπα-Σταύρο ως Ρασπούτιν λέγοντας ότι .. είχε γοητευτική συμπεριφορά και η επιρροή του πάνω στις γυναίκες ήταν τρομακτική … είναι αυθαίρετη και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την υποδειγματική οικογενειακή του ζωή. Η συμμετοχή του παπα-Σταύρου στη σφαγή της Βασιλειάδας (Ζαγορίτσανη δεν αποδείχθηκε ούτε και από τα έγγραφα που αφαίρεσαν αυτονομιστές της ΝΟΦ απο το πατρικό σπίτι του παπα-Σταύρου στο Πισοδέρι , κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.

Αντίποινα Βουλγάρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκδίκηση του Βουλγαρικού Κομιτάτου , για την σφαγή της Βασιλειάδας (Ζαγορίτσανη) εκδηλώθηκε με την πυρπόληση της Μονής Αγίου Νικολάου Τσιριλόβου [σημείο αφίξεως των Ελληνικών αντάρτικων σωμάτων που έμπαιναν στη Μακεδονία , την λεηλασία και σφαγή του Ηγούμενου και των μοναχών του Αγίου Νικολάου Κορομηλιάς , την καταστροφή της Μονής των Αγίων Αναργύρων Καστανοχωρίων και τέλος τον Οκτώβριο του 1905 την πυρπόληση των κελιών της Μονή Αγίας Τριάδος Πισοδερίου , μέχρι τότε κέντρο συγκέντρωσης των Ελληνικών αντάρτικων σωμάτων , ενέργεια μέχρι τότε αδιανόητη λόγω της κοντινής αποστάσεως από το Πισοδέρι [157].

Αμφισβήτηση ηγεσίας Μακεδονικού Κομιτάτου από τον καπετάν Τσόντο-Βάρδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν είχε περάσει πολύς χρόνος από την σφαγή της Βασιλειάδας {Ζαγορίτσανη) όταν ο Ανώτατος Στρατιωτικός Διοικητής των Ελληνικών Ανταρτικών Σωμάτων Δυτικής Μακεδονίας καπετάν Τσόντος-Βάρδας έστειλε επιστολή σε όλους τους οπλαρχηγούς της περιοχής αρμοδιότητάς του με την οποία τους ζητούσε …να πάτε στα γραφεία του Κομιτάτου , να πήτε εις αυτούς τους αγαπητούς Κυρίους ότι , αν πράγματι αγαπούνε και πονούνε τον Εθνικόν Αγώνα της Μακεδονίας , όπως πιστεύομεν , επιβάλλεται να περιορισθούν εις τον πατριωτικό των ρόλον, ο οποίος συνίσταται εις το να προετοιμάζουν εις τας Αθήνας τα εθελοντικά σώματα και να τα αποστέλλουν έως τα Ελληνοτουρκικά σύνορα , με όλα τα εφόδια. ΄Εκείθεν , έπειτα , οι οργανωμένοι οδηγοί των αξιωματικών των Ελληνικών Προξενείων θα τους παραλαμβάνουν να τους προωθούν εκεί όπου δρουν οι Βουλγαρικές συμμορίες και όχι εκεί όπου δρα και κινείται ο Οθωμανικός Στρατός Δια τους λόγους αυτούς είναι απαράδεκτον να διευθύνονται από τας Αθήνας , εις τα βουνά της Μακεδονίας , τα σώματα…. Διότι μόνον από αυτού είναι δυνατόν να θεραπευθή το κακόν , άλλως φοβούμαι ότι αν συμβούνε και άλλα ατυχήματα , όπως του Καλομενοπούλου , ασφαλώς θα επέλθη απογοήτευσις μεγάλη εις την ελευθέραν Ελλάδα , και εις την Μακεδονίαν κυρίως , θα ζημιωθή ο Αγώνας …να παραιτηθούν από τας παραλόγους και τας καταστρεπτικάς αξιώσεις των Εισηγητών της κακής τροπής του Αγώνος…εν εναντία περιπτώσει , είμεθα αποφασισμένοι οι πλείστοι αξιωματικοί και οι ιδιώτες Καπεταναίοι , να παραχωρήσωμεν την θέσιν μας εις οιονδήποτε έλθει εις Μακεδονίαν…[158].

Διαφωνία παπα-Σταύρου και καπετάν Τσόντου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

΄Οταν ο καπετάν Τσόντος - Βάρδας αμφισβήτησε την ηγεσία του Μακεδονικού Κομιτάτου ο παπα-Σταύρος τάχθηκε με τον Λάμπρο Κορομηλά , τον Στέφανο Δραγούμη , τον Ευθύμιο Καούδη, τον Γεώργιο Μακρή κλπ και έτσι ο καπετάν Τσόντος – Βάρδας τον κατέταξε στους αντιπάλους του. Τον Ιούλιο του 1906 , δύο μήνες προ της δολοφονίας του παπα-Σταύρου , ο καπετάν Τσόντος έγραψε στο ημερολόγιό του ότι ……οι εν Πισοδερίω εξεφαυλίσθησαν εντελώς , αρχίζοντας από τον παπα-Σταύρο και το συγγενολόγι του.. έδωσε δε την εντολή …τρίξε τα δόντια εις τον παπά-Σταύρον και διέταξέ τον να μη ψάλλη αγιασμούς και βαφτίσια εις Ρωμουνικά σπίτια. Ανάγκη δια να εξασφαλίσωμεν το Πισοδέρι να πέσουν 2-3 Ρωμουνίζοντες και ν΄ αποκλεισθούν πάσης φύσεως οι άλλοι...[159]

Το 1930 ο καπετάν Τσόντος - Βάρδας χορήγησε το πιστοποιητικό στον Λάζαρο Τσάμη , αδελφό του παπα-Σταύρου Τσάμη

. Η γνώμη του Τσόντου – Βάρδα για τον παπα-Σταύρο άλλαξε τον Ιανουάριο του 1930 όταν ο Τσόντος – Βάρδας χορήγησε στον Λάζαρο αδελφό του παπα-Σταύρου Τσάμη πιστοποιητικό στο οποίο βεβαίωνε ακριβώς τ΄ αντίθετα από αυτά που του καταλόγιζε το 1906 , ότι δηλαδή ανήκει …εις οικογένειαν πάντοτε διατηρηθείσαν Ελληνικωτάτην , επολέμησε τας ενεργείας , του τε Βουλγαρικού Κομιτάτου , από του 1900 , …… και την Ρωμουνικήν Προπαγάνδαν , ήτις κατόρθωσε ν΄ανοίξη Ρωμουνικόν Σχολείον εν Πισοδερίω , παντοιοτρόπως , μετά του αειμνήστου αδελφού του , ιερέως παπα-Σταύρου, και των συγγενών αυτού... Ο Τσόντος πολιτεύθηκε στον νομό Φλωρίνης και κατέλαβε τη θέση του Βουλευτή Φλωρίνης το 1932. Στην δημιουργηθείσα ένταση , από την επιστολή – καταγγελία του καπετάν Τσόντου , προστέθηκε και η ανάληψη καθηκόντων του νέου Προξένου Μοναστηρίου από τον Ν.Ξυδάκη του οποίου όμως οι σχέσεις με τους κληρικούς δεν ήσαν ό,τι το καλύτερο και οι απόψεις του γι΄ αυτούς ήσαν οι χειρότερες [160]. Ο νέος Πρόξενος Μοναστηρίου έσπευσε αμέσως να υιοθετήσει τις απόψεις του καπετάν Τσόντου – Βάρδα (περί του παπα-Σταύρου) τις οποίες και εξέθεσε στην από 5 Σεπτεμβρίου 1906 έκθεσή του προς τον Υπουργό Εξωτερικών που αφορά τις συνθήκες της δολοφονίας του παπα-Σταύρου , την οποία αποδίδει σε πράξη που ……προητοιμάσθη υπό δύο γνωστών εν Πισοδερίω Ρουμανιζόντων , εν συνεννοήσει μετά της Βουλγαρικής συμμορίας… και θεωρεί τον παπα-Σταύρο συνένοχο της δολοφονίας του επειδή τούτο …ήτο αποτέλεσμα των δισταγμών του και της γνώμης ότι και δια της περιποιήσεως της αντιθέτου μερίδος θα ηδύνατο να επισύρη την αγάπην και των πολιτικώς αντιφρονούντων..[161].

Η δολοφονία του παπα-Σταύρου Τσάμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο παπα-Σταύρος Τσάμης λίγες ημέρες προ της δολοφονίας του

Ο παπα-Σταύρος παρασύρθηκε σε δολοφονική ενέδρα στις 27 Αυγούστου 1906 όταν πήρε επιστολή γραμμένη σε καλή ελληνική γλώσσα και σύμφωνα με τον κρυπτογραφικό κώδικα που χρησιμοποιούσε το Μακεδονικό Κομιτάτο στις επικοινωνίες του. Με την επιστολή αυτή ο Έλληνας καπετάν Μπέλλος ζητούσε , κατά διαταγή του καπετάν Τσόντου - Βάρδα , συνάντηση με τον παπά - Σταύρο Τσάμη (Αρχηγό της Ελληνικής Επιτροπής Πισοδερίου) σε ορισμένο σημείο (Καλύβια Λάκου) του δάσους του Πισοδερίου , προκειμένου να πάρει πληροφορίες για μια ενέργεια που ετοίμαζε ο καπετάν Μπέλλος στην περιοχή του χωριού Ακρίτα (Μπούφι).

Το σπάσιμο του ελληνικού κρυπτογραφικού κώδικα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο ερώτημα πως περιήλθε στα χέρια των Βουλγάρων ο μυστικός κώδικας επικοινωνίας του καπετάν Τσόντου με τους οπλαρχηγούς του υπήρξε μία εκδοχή ότι δηλαδή το καλοκαίρι του 1906 κάποιος ταχυδρόμος έχασε κρυπτογραφημένη επιστολή [162] που παραδόθηκε στους Πάντο Κλιάσεφ (Pando Klasheff) και Ατανάς Καρσάκωφ (Atanas Karshakov). Ο καπετάν Τσόντος , υποστήριξε άλλη εκδοχή σύμφωνα με την οποία …το κρυπτογραφικόν μας αλφάβητον εδόθη εις τους κομίτας υπό του Β.Κ. Πισοδερίτη δάσκαλου της Βίγλιστας , μέσον του οποίου οι Βούλγαροι εφόνευσαν τον παπα-Σταύρον…[163]. Ο καπετάν Ευθύμιος Καούδης θεώρησε υπεύθυνο για την απώλεια του κρυπτογραφικού κώδικα που ήταν σοβαρότατο συμβάν ,τον καπετάν Τσόντο , αναφέροντας ότι …λόγω επιπολαιότητός του , πήρε μαζί του παιδιά των Βουλγάρων , που είναι εγκατεστημένα στην Αθήνα , και των έδειξε το αλφάβητο που είχαμε και εκάναμε την αλληλογραφίαν και αυτοί του έφυγαν , αφού επήγεν στα Κορέστια…… άποψη σύμφωνη με την μαρτυρία του άμεσα εμπλακέντος στην υπόθεση Βούλγαρου αντάρτη Νικόλα Μίχωφ (Nikola Michov)[164] που βεβαιώνει ότι ο κώδικας αφαιρέθηκε από 'Ελληνες αντάρτες που συνελήφθησαν αιχμάλωτοι και κρατήθηκαν στο Μοσχοχώρι (Βάμπελ) εκδοχή που υποστήριξε από τη πρώτη στιγμή και ο 'Ελληνας οπλαρχηγός Λάκης Νταηλάκης[165]. Κατά την άποψη του Πάντο Κλιάσεφ (Pando Klasheff) και του Ατανάς Καρσάκωφ (Atanas Karshakov) αυτοί ανέθεσαν , με επιτυχία , το έργο του σπάσιμου του κρυπτογραφικού κώδικα στους Ατανάς Πίροφσκι (Atanas Pirovski) και στον δάσκαλο Νικόλα Καλανόφσκι (Nicola Kalanovski)[166].

Απώλεια στολών Ελλήνων ανταρτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ενέδρα πήραν μέρος αρκετοί Βούλγαροι αντάρτες εκ των οποίων τέσσερις φορούσαν στολές Ελλήνων ανταρτών για να γίνουν πιο πιστευτοί. Για την ύπαρξη ελληνικών στολών στα χέρια των Βουλγάρων ο καπετάν Λάκης Νταηλάκης αναφέρει …στο βουνό της Βάρμπας πληροφορήθηκε από τον Μπλατσιώτη κτηνοτρόφο Νάνο ότι εκείνες τις ημέρες (Ιούλιος του 1906) είχε γίνει συμπλοκή του καπετάν Τσόντου – Βάρδα με τον Οθωμανικό στρατό , έπεσαν δέκα ιδικοί μας και ότι κάποιος Β. Λιούκρος από το Μοσχοχώρι (Βάμπελ) , που είχε καταταχθή στην Αθήνα μαζί με τρείς άλλους στο σώμα του Βάρδα , πήρε τέσσερις Κρητικούς , που είχαν αποκοπή στη συμπλοκή , και τους οδήγησε στο Μοσχοχώρι Καστοριάς (Βάμπελ) , για να συναντήσουν δήθεντον Νταηλάκη και πραγματικά για να τους παραδώση στον ΜήτροΒλάχο… επιμένει δε ο Νταηλάκης ότι ..ο Λιούκρος και οι άλλοι τρεις .... είχαν σταλεί επίτηδες από τον Κλιάσεφ στην Αθήνα να καταταχθούν αντάρτες για να δολοφονήσουν τον Βάρδα και τον ίδιο (Νταηλάκη))…[167]. Τελικά κατάφερε (ο Νταηλάκης) να συναντηθεί με τον καπετάν Τσόντο – Βάρδα στο Πισοδέρι και να του αναφέρει τα της αιχμαλωσίας τεσσάρων Κρητών ανταρτών [165]. Από τη μαρτυρία Νταηλάκη προκύπτει ότι από τον Ιούλιο του 1906 ο Γενικός Αρχηγός των Ελληνικών Ανταρτικών Σωμάτων Κορεστίων και Πρεσπών καπετάν Τσόντος – Βάρδας είχε ενημερωθεί για το ατυχές γεγονός ότι είχαν πέσει στα χέρια των Βουλγάρων τέσσερις ελληνικές στολές καθώς και ο Κρυπτογραφικός Κώδικας των Ελλήνων ανταρτών. Δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά αυτού του μειωτικού γεγονότος από τον καπετάν Τσόντο – Βάρδα , ούτε προς το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου , ούτε προς τον Πρόεδρο του Κομιτάτου στην Αθήνα Λ. Κορομηλά , του οποίου την ηγεσία είχε αμφισβητήσει μόλις πριν λίγους μήνες. Ο Νταηλάκης ισχυρίσθηκε ότι η αποσιώπηση αυτών των σημαντικών παραβάσεων της ασφάλειας (κρυπτογραφικός κώδικας και ελληνικές στολές στα χέρια των Βουλγάρων) εκ μέρους του καπετάν Τσόντου – Βάρδα , είχε σαν αποτέλεσμα , εκτός της δολοφονίας του παπα-Σταύρου , και την δολοφονία των Παύλου Κύρου και Δημητρίου Νταλίπη [165].

Γνώση της Ελληνικής γλώσσας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την Ελληνική γλώσσα γνώριζε ο Κούζο Ποπντίνωφ (Κuzo Popdinov) που γεννήθηκε το 1875 στο χωριό Βλάστη της Καστοριάς[168]. Το 1899 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο στο ελληνικό Τσοτύλι και συνέχισε τα μαθήματα με μια Ελληνίδα δασκάλα στο χωριό της καταγωγής του. Επικεφαλής της επιχείρησης δολοφονίας του παπα-Σταύρου τέθηκε ο Πάντο Κλιάσεφ με υπαρχηγό τον Kούζο Ποπντίνοφ και συνεργάτες τους Νικόλα Μίχωφ (Nikola Michov) από το Ανταρτικό (Ζέλοβο). και Στόιτσεβ Κλιάσεφ (Τάνε), Ο Κούζο Ποπντίνοφ ως γνώστης της Ελληνικής γλώσσας συνέταξε στα ελληνικά και κρυπτογράφησε την επιστολή. Στην επιχείρηση έλαβαν μέρος κοι οι Ιλία Στάβρεφ από το Μοσχοχώρι (Βάμπελ) , Κάνο Τοντόροφ από το Βατοχώρι (Μπρέσνιτσα) , Λάζαρ Πάλτσεφ από το Βέρνικι (Βρόμπινικ) , Ναούμ Μάρκοφσκη από την Ιεροπηγή (Κόσινετς) και Ατανάς Πίροφσκι από την Ιεροπηγή (Κόσινετς) τέσσερεις εκ των οποίων ντύθηκαν με τις στολές των κρητών ανταρτών , ανδρών του καπετάν Τσόντου που είχαν αιχμαλωτίσει σε προηγηθείσα συμπλοκή.

Η ενέδρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εδώ στήθηκε η ενέδρα δολοφονίας του παπα-Σταύρου Τσάμη

Η επιστολή - παγίδα παραδόθηκε στην οικογένεια του παπα-Σταύρου το πρωί της 27ης Αυγούστου 1907 από δύο Βουλγαρόβλαχους καρβουναραίους που δούλευαν μαζί με άλλους δεκαέξι στο δάσος του Πισοδερίου κάνοντας κάρβουνα πολλά χρόνια χωρίς να δημιουργούν προβλήματα. Η καταγωγή τους από το χωριό Τσάπαρι που βρίσκεται ανάμεσα στη Ρέσνα και το Μοναστήρι προκάλεσε υποψίες στην σύζυγο του παπα-Σταύρου Θωμαή , αλλά και στους γονείς του και στον άρρωστο αδελφό του Λάζαρο που του ζητούσαν να μην πάει στη συνάντηση επειδή ήταν σε πολύ απομονωμένο σημείο του δάσους , πρακτική που δεν είχαν ακολουθήσει μέχρι τότε τα Ελληνικά αντάρτικα σώματα όταν πλησίαζαν στο Πισοδέρι. Ο παπα-Σταύρος ζήτησε από τους δύο Τσαπαριώτες καρβουναραίους να ορκισθούν στην Αγία Τράπεζα της Εκκλησίας του χωριού και αυτοί το έκαναν λέγοντας ότι κατά τα χαράματα ήλθε στη κατασκήνωσή τους Ελληνικό Αντάρτικο σώμα και τους έδωσε την επιστολή να την φέρουν στο Πισοδέρι. Οι κομιστές καρβουναραίοι ζήτησαν από τον παπα-Σταύρο να τους δώσει απόδειξη ότι την έλαβε για να μην έχουν φασαρίες με τους Έλληνες αντάρτες. Ο παπα-Σταύρος βλέποντας ότι η επιστολή ήταν γραμμένη σύμφωνα με τον κρυπτογραφικό κώδικα και σε καλή ελληνική γλώσσα πείσθηκε , έδωσε την απόδειξη παραλαβής της επιστολής στους καρβουναραίους και ζήτησε από άλλα δύο μέλη της Ελληνικής Επιτροπής Πισοδερίου , τον Ντόρα Γκότση και τον Χατζηκώτση να έλθουν μαζί του. ΄Εφεραν κάποιες αντιρρήσεις κυρίως ο Ντόρας που ήταν άρρωστος αλλά τελικά αφού προμηθεύθηκαν κονιάκ , καπνό , μήλα , πίττα και ψωμί από το καφενείο – παντοπωλείο του Χασόπουλου πήραν τον δρόμο προς την Βίγλα [169]. Εκεί υπήρχε Οθωμανικό Στρατιωτικό Φυλάκιο επικεφαλής του οποίου ήταν ο Τουρκαλβανός λοχίας (τσαούς) Χουσεΐν Ιμπραήμ ο οποίος είχε πολλές φορές εκφράσει στον παπα-Σταύρο την επιθυμία του να συναντήσει Έλληνες αντάρτες. Ο Τουρκαλβανός προστέθηκε στην παρέα και οι τέσσερεις πήραν τον ανηφορικό δρόμο προς το σημείο συνάντησης. Προηγείτο ο Ντόρας , ακολουθούσε ο Χουσεΐν Ιμπραήμ , πίσω του ερχόταν ο παπα-Σταύρος και τελευταίος ο Χατζηκώτσης. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής βγήκε μέσα από το δάσος των οξυών ένας άνδρας με στολή Έλληνα αντάρτη και με καλά ελληνικά χαιρέτησε τον παπα-Σταύρο και τους συνοδούς του , χωρίς να προκαλέσει υποψίες , και τους δήλωσε ότι ο αρχηγός τους περιμένει στο λημέρι. Η παρέα συνέχισε την πορεία της αργά – αργά επειδή το μονοπάτι ήταν ολισθηρό. Ο 'Ελληνας αντάρτης , που δεν ήταν άλλος από τον Κούζο Ποπντινωφ , ακολουθούσε ακριβώς πίσω από τον παπα-Σταύρο ενώ ο Χατζηκώτσης ερχόταν τελευταίος αλλά σε αρκετή απόσταση. Κάποια στιγμή βγήκαν από τις άκρες του μονοπατιού άλλοι αντάρτες και την ίδια στιγμή ο παπα-Σταύρος αντελήφθη ότι ο αντάρτης που ερχόταν από πίσω του είχε πάρει θέση βολής και τον σκόπευε. Οι δύο άνδρες αντιπυροβολήθηκαν αλλά ο παπα-Σταύρος δεν πέτυχε τον στόχο του ενώ ο Ποπντίνοφ τον πέτυχε στο δεξιό του στήθος. Η μάχη γενικεύθηκε και ο μεν Χουσεΐν Ιμπραήμ σκοτώθηκε επιτόπου ο δε Ντόρας τραυματίσθηκε , συνελήφθη αιχμάλωτος και εκτελέσθηκε δια λογχισμών. Ο Χατζηκώτσης εκμεταλλευθείς την απόσταση που τον χώριζε από τους υπόλοιπους της ομάδας απομακρύνθηκε τρέχοντας προς το Πισοδέρι ενώ ο τραυματισμένος παπα-Σταύρος κατόρθωσε και χώθηκε στο πυκνό δάσος στη θέση Ζιούρκου και κρύφθηκε στην πυκνή βλάστηση. Οι Βούλγαροι αντάρτες ερεύνησαν το δάσος για να βρουν τον παπα-Σταύρο αλλά επειδή οι πυροβολισμοί είχαν ακουσθεί στο στρατιωτικό φυλάκιο της Βίγλας και συνεπώς θα υπήρχε άμεση στρατιωτική επέμβαση , σταμάτησαν τις έρευνες. Εγκατέλειψαν την περιοχή αφού προηγουμένως τοποθέτησαν στις τσέπες του Τουρκαλβανού λοχία έγγραφα που ενοχοποιούσαν τον Λάζαρο , αδελφό του παπα-Σταύρου καθώς και άλλα μέλη της Επιτροπής ΄Αμυνας Πισοδερίου [170] και ζήτησαν από τους καρβουναραίους να συνεχίσουν τις έρευνες . Μία ομάδα εξ αυτών πέρασε κοντά από τον κρυπτόμενο παπα-Σταύρο ο οποίος άκουσε ανθρώπους να συνομιλούν στην Βλάχικη γλώσσα. Ο παπα-Σταύρος θεώρησε ότι τον ψάχνουν για να τον βοηθήσουν και τους κάλεσε στα βλάχικα. Δύο τσεκουριές του χώρισαν το κεφάλι σε δύο κομμάτια. Οι καρβουναραίοι την άλλη ημέρα το πρωί φόρτωσαν τα πράγματά τους στα μουλάρια τους και έφυγαν προς την Φλώρινα. Ο Χατζηκώτσης έφθασε στο χωριό και σήμανε συναγερμός. οι Οθωμανοί του Στρατιωτικού Φυλακείου της Βίγλας μαζί με τους Πισοδερίτες , που έφερε μαζί του ο άρρωστος Λάζαρος Τσάμης άρχισαν τις έρευνες μέσα στο σκοτάδι που είχε πέσει και βρήκαν τα τρία άψυχα σώματα. Ο Λάζαρος Τσάμης λόγω του φρικτού θεάματος του πτώματος του αδελφού του υπέστη πρόσκαιρη τύφλωση. Τις λεπτομέρειες της δολοφονίας του παπα-Σταύρου διηγήθηκε παρουσία του Πισοδερίτη Δημητρίου Σίσκου αγνοώντας την ταυτότητά του , κατά την διάρκεια της Βουλγαρογερμανικής κατοχής (1941-1944) , γέροντας παλαιός αντάρτης που ήλθε από την Βουλγαρία στην Φλώρινα και είχε πάρει μέρος στη επιχείρηση , [171]. Παράλληλα ο Μητροπολίτης Μογλενών Άνθιμος στην από 30 Αυγούστου 1906 επιστολή - αναφορά του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη εξέθεσε τα περιστατικά της δολοφονίας του παπα-Σταύρου [172] όπως αυτά ιστορήθηκαν τότε από τον διασωθέντα Χατζηκώτση αλλά και από τους συγγενείς του παπα-Σταύρου.

΄Αμεσες διπλωματικές συνέπειες από την δολοφονία του παπα-Σταύρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Οθωμανοί βρήκαν στις τσέπες του Τουρκαλβανού λοχία τα κατασκευασθέντα έγγραφα , που ενοχοποιούσαν τον Λάζαρο Τσάμη και την Επιτροπή Πισοδερίου [170]. Η αυθεντικότητα αυτών των εγγράφων αμφισβητήθηκε εκ μέρους της Ελληνικής πλευράς και με το επιχείρημα ότι ο παπα-Σταύρος δεν είχε κανένα λόγο να κουβαλάει επάνω του και μέσα στο δάσος έγγραφα που αποδείκνυαν δωροδοκίες Οθωμανών αξιωματούχων καθώς και αποδείξεις πληρωμής των. Η Ελλάδα περιήλθε σε δεινή διπλωματική θέση , ως συνεργαζόμενη με τον Οθωμανό κατακτητή αλλά και η Οθωμανική κυβέρνηση ως συνεργαζόμενη με τρομοκράτες. Η προσπάθεια , εκ μέρους της Βουλγαρίας , δημιουργίας και εκμετάλλευσης διπλωματικού επεισοδίου μεταξύ της Ελλάδας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας συνεχίσθηκε. Ο Πρόξενος της Αυστρουγγαρίας στο Μοναστήρι σε έκθεσή του στις 16 Νοεμβρίου 1906 ανέφερε ότι ο παπα-Σταύρος έφερε μαζί του πολλά έγγραφα , τα οποία έστειλε ο Μήτρο-Βλάχος στους Βούλγαρους στο Μοναστήρι όπου φωτογραφήθηκαν και απεστάλησαν στη Σόφια. Στις 8 Οκτωβρίου 1906 η εφημερίδα Courrier de Sofia ανέφερε σε άρθρο της τις επιστολές , που ισχυρίζονταν οι Βούλγαροι πως βρέθηκαν στο πτώμα του Τουρκαλβανού λοχία , από τις οποίες προέκυπτε σύνδεσμος των Οθωμανικών Αρχών και των Ελληνικών Συμμοριών [173]. Για ν΄αποφύγει την σύλληψή του ο Λάζαρος Τσάμης κατέφυγε στη Αθήνα όπου νοσηλεύθηκε από την πάθηση των ματιών του. Η Βουλγάρικη επιχείρηση είχε επιτύχει αφού εξουδετερώθηκε σχεδόν ολόκληρη η Επιτροπή Αγώνα του Πισοδερίου και προβλήθηκε από την Βουλγαρική πλευρά ως μεγάλο κατόρθωμα από τον ΄Αγγελ Ντίνεφ [174].

Τα Ελληνικά αντίποινα για την δολοφονία του παπα- Σταύρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την επόμενη ημέρα της δολοφονίας του παπα-Σταύρου , ο Πισοδερίτης Ανδρέας Γώγος επιστρέφοντας από την Φλώρινα στο Πισοδέρι συναντήθηκε με την ομάδα των καρβουναραίων που κατέβαινε από την Βίγλα Πισοδερίου. Αναγνώρισε τις δερμάτινες μπότες του παπα-Σταύρου που φορούσε ένας φτωχός καρβουνιάρης και σε σχετική ερώτηση που τις βρήκε του απάντησε ότι τις αγόρασε. ΄Όταν έφθασε στο Πισοδέρι και πληροφορήθηκε τα της δολοφονίας του παπα-Σταύρου γνωστοποίησε στον καπετάν Τσόντο την στιχομυθία του με τους καρβουναραίους. Ο καπετάν Τσόντος τους κυνήγησε και στις 15 Σεπτεμβρίου 1906 βρήκε , απο τους καρβουνιαραίους που αναμείχθηκαν στην δολοφονία του παπα-Σταύρου , τους Πέτρε Σίμων , Στέργιο Γεώργη , Τόντορ Στόγιαν , Τάσκο Στόγιαν , Ίλε Τραίτσεφ και Κώστα Σίμωνα και τους εκτέλεσε [175] επάνω δε στον ομαδικό τους τάφο έβαλε την επιγραφή …όποιος ζητάει παστουρμά , εδώ θε να τον έβρει… [176]. Τα περισσότερα στελέχη του Βουλγαρικού Κομιτάτου που προετοίμασαν και εκτέλεσαν την δολοφονία του παπα-Σταύρου δηλαδή οι Πάντο Κλιάσεφ , Ατανάς Καρσακώφ , Κούζο Ποπντίνωφ και Νίκολα Μίχωφ έχασαν την ζωή τους μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες από την δολοφονία του παπα-Σταύρου.

Τα μετά την δολοφονία συμβάντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιτύμβια πλάκα - δωρεά του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου

Οι Οθωμανικές αρχές φοβούμενες απόπειρα απαγωγής του νεκρού παπα-Σταύρου διέθεσαν στρατιωτική δύναμη που φρουρούσε τον τάφο του επι σαράντα ημέρες [177]. Το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου απέστειλε στο Πισοδέρι μαρμάρινο σταυρό και μαρμάρινη επιτύμβια πλάκα όπου έχουν χαραχθεί οι εξής στίχοι:

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΜΑΙ ΛΕΥΪΤΗΣ ΥΨΙΣΤΟΝ
ΘΥΜΑ ΓΕΝΟΜΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ ΕΧΘΙΣΤΟΝ
ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑ ΕΚΒΡΑΣΜΑΤΑ
ΑΧΡΕΙΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ
ΑΝΑΝΔΡΩΣ ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΑΝΕ
ΤΗΝ ΜΑΝΝΑ ΜΟΥ ΑΦΗΣΑΝ ΜΟΝΗ.
ΣΩΠΑΣΕ ΜΑΝΝΑ ΚΑΙ ΜΗ ΒΑΡΥΟΚΛΑΙΣ,
ΘΑΡΘΗ Η ΩΡΑ ΟΠΟΥ ΘΑ ΛΕΣ
ΤΟΥΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ , ΣΗΚΩ , ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ,
ΝΑ ΙΔΗΣ ΩΣ ΑΛΛΟΣ ΚΑΪΝ ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ
ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟΝ ΤΗΣ ΓΗΣ Β.Β.
ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑ
ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΝ Κ. ΤΣΑΜΗΝ
ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΑ ΜΕΝ ΤΩ 1873,
ΦΟΝΕΥΘΕΝΤΑ ΔΕ ΤΗ 27η Αυγούστου 1906
<<ΓΑΙΑΝ ΕΧΕΙ ΕΛΑΦΡΑΝ>>.

Η γενέτειρα του παπα-Σταύρου , το Πισοδέρι , τίμησε τον παπα-Σταύρο και του αφιέρωσε το εξής δημοτικό τραγούδι

Ντίνα Καραντίνα ψηλά στο Λάκο
Ντίνα Καραντίνα στου Ζούρκα Τα βουνά
Κλάψε καημένη παπαδιά,
Σκοτώσαν τον λεβέντη τον παπά μας
Σκοτώσαν τον λεβέντη Παπασταύρο,
Οι βούλγαροι τα θεριά
Κλάψε καημένη παπαδιά
Του πήραν το κεφάλι , το κεφάλι,
Με το τσεκούρι τα θεριά
Κλάψε καημένη παπαδιά…

Αλλαγή στάσης καπετάν Τσόντου και Προξένου Ξυδάκη για παπα-Σταύρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγες ημέρες μετά την δολοφονία του παπα-Σταύρου ο καπετάν Τσόντος άλλαξε την γνώμη που είχε εκφράσει μόλις λίγες εβδομάδες προηγουμένως και χαρακτήρισε τον παπα-Σταύρο ως .. τον ενθουσιωδέστερο των ιερέων , ως δεξιό του βραχίονα , ότι θεωρεί την ζημία μεγίστη και ότι θα κλαίει τον δυστυχή νέον επι πολύ…[178]. Αλλαγή στάσης ως προς το πρόσωπο του παπα-Σταύρου παρατηρήθηκε και στον ΄Ελληνα Πρόξενο του Μοναστηρίου Ν. Ξυδάκη ο οποίος στην από 9 Σεπτεμβρίου 1906 επιστολή – αναφορά του προς τον ΄Ελληνα Υπουργό Εξωτερικών Αλ. Σκουζέ , που αφορά τις συνθήκες της δολοφονίας του παπα-Σταύρου παραδέχεται ότι …τα αισθήματά του ήταν αναμφισβητήτως ελληνικά …..και ότι ο θάνατός του …..είναι οπωσδήποτε απώλεια σοβαρά……[179]. Ο Στέφανος Δραγούμης γράφοντας αμέσως μετά την δολοφονία του παπα-Σταύρου υπογράμμισε ότι ήταν … ανήρ φύσει γενναίος , περιφρονητικώς απέκρουε το αφειδώς προσφερόμενο αυτώ αργύριον υπο της Ρουμανικής Προπαγάνδας , ίνα ζητήση δι΄αυτού να προσοικειωθή αγνούς 'Ελληνας του Πισοδερίου….. και προσθέτει ……δύο αληθείς στύλοι της Ορθοδοξίας εν τη περιφερεία Φλωρίνης κατερρίφθησαν. Νέοι μάρτυρες καλώς ήθλησαν και εστεφανώθησαν . Ο Στέφανος Δραγούμης έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους προ της δολοφονίας του παπα-Σταύρου χαρακτηρισμούς του καπετάν Τσόντου και του Προξένου Ξυδάκη περί εκμαυλισμού του παπα-Σταύρου από τους ρουμανίζοντες [180]. Η σύγχρονη βιβλιογραφία καταγράφει τον παπα-Σταύρο Τσάμη ως ...τον πιό δραστήριο σύνδεσμο μεταξύ του Μακεδονικού Κομιτάτου και της Δυτικής Μακεδονίας..[181].

Τα κατασκευασθέντα έγγραφα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αλλαγή της στάσης του καπετάν Τσόντου αλλά και του Πρόξενου Ξυδάκη , μετά την δολοφονία του παπα-Σταύρου , όσον αφορά την συμπεριφορά του παπα-Σταύρου οφείλετο σε πολλά γεγονότα που ακολούθησαν την δολοφονία του και αποδείκνυαν ότι ο Αρχηγός των Ελληνικών Στρατιωτικών Σωμάτων στη περιοχή των Κορεστίων και Πρεσπών αλλά και ο Έλληνας Πρόξενος Μοναστηρίου είχαν πέσει θύματα μιάς καλά στημένης μηχανορραφίας - βιομηχανίας πλαστών επιστολών και εγγράφων που όλες συντάχθηκαν μετά την απώλεια του Ελληνικού κρυπτογραφικού κώδικα (τέλος Ιουνίου 1906) που όχι μόνον δεν αναφέρθηκε αρμοδίως αλλά και δεν αντικαταστάθηκε με νέο κώδικα. Στα κατασκευασθέντα έγγραφα που βρέθηκαν στο πτώμα του Τουρκαλβανού λοχία καθώς και στον παπα-Σταύρο πρέπει να προστεθούν και δύο επιστολές που έχουν την ίδια ημερομηνία , 3 Ιουλίου 1906 , και αποστέλλονται στον καπετάν Τσόντο από διαφορετικά μέρη. Η μία απο το Πισοδέρι και η άλλη από το Μοναστήρι και έχουν τον ίδιο σκοπό να συκοφαντήσουν τον παπα-Σταύρο.

Ο μυστηριώδης Ποσειδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη που έχει γραφεί από κάποιον πρωτοεμφανιζόμενο Ποσειδώνα εκ Πισοδερίου αναφέρει ότι ..ο παπα-Σταύρος δια του άτιμου αδελφού του Λάζου κατήντησε προδότης του έθνους ενώ στη δεύτερη ο εκ Βιτολίων Καλμίδης ισχυρίζεται ότι …οι εν Πισοδερίω εξεφαυλίσθησαν εντελώς , αρχίζοντας από τον παπα-Σταύρον και το συγγενολόγι του…. Ο καπετάν Τσόντος δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την πλαστότητα των δήθεν κρυπτογραφημένων επιστολών και πίστεψε στις κατηγορίες παρά το γεγονός ότι έπρεπε να υποπτευθεί ότι το όνομα Ποσειδών δεν μπορούσε να υπάρχει , ούτε καν σαν συνθηματικό , στο ορεινό βλάχικο Πισοδέρι. ΄Οσον αφορά την δεύτερη επιστολή λίγες εβδομάδες μετά την δολοφονία του παπα-Σταύρου ο καπετάν Τσόντος καταχώρησε στο ημερολόγιό του την αντιφατική διαπίστωση ότι …οι περισσότεροι των εν Πισοδερίω ρωμούνων προσήλθον και οι ευάριθμοι εναπομένοντες προσέρχονται.. [182].

Ο συμπτωματικός θάνατος των οπλαρχηγών Κύρου , Νταλίπη και Νικολούδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βιομηχανία των κατασκευασμένων εγγράφων συνεχίσθηκε , αφού δεν είχε αλλάξει ο κρυπτογραφικός κώδικας , και η παράλειψη αυτή είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατο , σε μικρό χρονικό διάστημα , των οπλαρχηγών Ε. Νικολούδη , Παύλου Κύρου και Δημητρίου Νταλίπη. Αυτή η επιτυχία αποδόθηκε , από ελληνικής πλευράς ……στην στενή συνεργασία του Βουλγαρικού Κομιτάτου με τον Οθωμανικό Στρατό… και δεν εξετάσθηκε το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των απωλειών Ελλήνων Οπλαρχηγών που ήταν η παραβίαση του κρυπτογραφικού κώδικα των Ελλήνων με αποτέλεσμα να κλονισθεί η ελληνική παρουσία εις τα Κορέστια …[183].

Καταγγελίες του Προξένου Μοναστηρίου Ξυδάκη κατά του καπετάν Τσόντου - Βάρδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πρόξενος μοναστηρίου Ξυδάκης αντιλήφθηκε , εκ των υστέρων , την συστηματική παραβίαση των στοιχειωδών κανόνων ασφαλούς αλληλογραφίας και έσπευσε , στις 25 Νοεμβρίου 1906 , να παραπονεθεί στο Υπουργείο Εξωτερικών ότι ακόμη και ο Γεώργιος Τσόντος -Βάρδας …ο σωφρονέστερος των αρχηγών …..κομίζει ολόκληρον αποσκευήν εγγράφων , πρωτόκολλα , κώδικας ….και ει τι άλλον παραδοξότατον και επικινδυνότατον… [184]. Όσον αφορά την ουσία των περί χρηματισμού κατηγοριών κατά του παπα-Σταύρου αυτές αποδείχθηκαν εντελώς αβάσιμες από την εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης ολόκληρης της οικογένειάς του. Τα καταστραφέντα καταστήματα της οικογένειας Τσάμη κατά την εξέγερση του ΄Ιλιντεν δεν ξαναλειτούργησαν ενώ δεν εισπράχθηκε ούτε μία δραχμή από την αιτηθείσα και υποσχεθείσα το 1903 οικονομική συνδρομή. Η επιδείνωση της υγείας του επιζώντος Λάζαρου , αδελφού του παπα-Σταύρου προκάλεσε την κατάρρευση της οικονομικής κατάστασης της οικογένειας.

Οι ΄Αγνωστες δραστηριότητες του παπα-Σταύρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο παπα-Σταύρος έμεινε γνωστός στην Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία ως ο Οργανωτής και Αρχηγός της Επιτροπής Αγώνα του Πισοδερίου , ως ο επικεφαλής μεγάλου δικτύου πληροφόρησης του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου στη περιοχή Κορεστίων και Πρεσπών, ως ο ιερέας που έθαψε και έκρυψε για χρόνια το κεφάλι του Π. Μελά. Μέχρι πρόσφατα κανένας δεν είχε ασχοληθεί με την ανάμειξη του παπα-Σταύρου στην Σχολική Εκπαίδευση και μορφωτική εξέλιξη του Πισοδερίου. Πρόσφατα διαπιστώθηκε [185] ότι μετά την αποπεράτωση του επιβλητικού σχολικού κτιρίου (Μοδέστειος Σχολή) που κτίσθηκε στο Πισοδέρι με την δωρεά του εκ Πισοδερίου Αγιοταφίτη Αρχιμανδρίτη Μόδεστου στα τέλη του 1903 , ο παπα-Σταύρος θεώρησε ότι ήταν η ευκαιρία το νέο σχολείο να γίνει ο Φάρος της Ελληνικής Παιδείας και Γλώσσας στην περιοχή των Κορεστίων και Πρεσπών. Στις 20 Φεβρουαρίου 1904 απέστειλε έγγραφο , που υπογράφει ο ίδιος και τα μέλη της Σχολικής Εφορίας του Πισοδερίου , στον Οικουμενικό Πατριάρχη , μέσω του ΄Ελληνα Πρόξενου Μοναστηρίου Καλλέργη , στο οποίο εκθέτει τις απόψεις του για την λειτουργία του νέου σχολείου βάση ενός φιλόδοξου και προοδευτικού προγράμματος σπουδών. Ο παπα-Σταύρος , και η Σχολική Εφορία , ζήτησε να εγκριθεί η λειτουργία ημιγυμνασίου , η διδασκαλία της γαλλικής γλώσσας , γεωπονικές και εμπορικές σπουδές για την απόκτηση πρακτικών γνώσεων , 9ταξιο σχολείο αρρένων , 8ταξιο παρθεναγωγείο και το ανάλογο διδακτικό και υπηρετικό προσωπικό. Οι προτάσεις του παπα-Σταύρου σαφώς φέρουν ίχνη της επιρροής του Γυμνασιάρχη Μοναστηρίου Ζουμετίκου , αντιπροέδρου το 1904 και μέλος της 4μελούς Εφορείας του Α Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συνεδρίου. Στο έγγραφο αυτό ο παπα-Σταύρος δεν αντιμετώπισε το θέμα της διδακτέας ύλης από την σκοπιά ενός κληρικού ή ενός δημοδιδάσκαλου ή ενός μαχητή της ελληνικής υπόθεσης αλλά ως μέσον προετοιμασίας των νέων γενεών για μια άλλη κοινωνία που γρήγορα ή αργά θα ερχόταν και θα είχε άλλες απαιτήσεις καθώς και ως μέσο για την άσκηση κοινωνικής πρόνοιας στα παιδιά των θυμάτων της επανάστασης του ΄Ιλιντεν ……παίδων ατυχών Μακεδόνων , ων οι γονείς έπεσαν θύματα της ορθοδοξίας υπο των δολοφόνων Βουλγάρων και έπειτα αφίενται έρμαια της τύχης των.. [186]. Το Ελληνικό κράτος απέρριψε μεγάλο τμήμα των προτάσεων του παπα-Σταύρου και ενέκρινε την σύσταση 6ταξίου σχολείου , την λειτουργία οικοτροφείου (για τα θύματα του Ιλιντεν) με οικότροφους από τα γύρω χωριά (που έφθασαν τα 150 αγόρια και τα 80 κορίτσια) , αρρεναγωγείου και παρθεναγωγείου σε χωριστές πτέρυγες και την χορήγηση υποτροφιών ανέλαβε δε την κάλυψη των εξόδων και της μισθοδοσίας των δασκάλων. Η Οθωμανική γραφειοκρατία έφερε κάθε είδους εμπόδια για να μη λειτουργήσει η Μοδέστειος Σχολή με αποκορύφωμα το πρόσχημα ότι δήθεν το κτίριο δεν ανεγέρθηκε ……συμφώνως προς τα εν φιρμανίω αναγραφόμενα μέτρα μήκους και πλάτους..[187]. Ο παπα-Σταύρος ζήτησε την συνδρομή του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου για την επίλυση του πολεοδομικού προβλήματος. Το Προξενείο απέστειλε τον Προξενικό Υπάλληλο Αγοραστό για να επιθεωρήσει το κτίριο ο οποίος εμφανίσθηκε στο Πισοδέρι με μέτρο για να επαληθεύσει τις διαστάσεις του κτιρίου. Τελικά η Μοδέστειος Σχολή λειτούργησε από το 1905 μέχρι το έτος 1970. Ο παπα-Σταύρος πέτυχε την ασφαλή λειτουργία της Σχολής σε εποχή που οι εμπρησμοί Ορθόδοξων Εκκλησιών , Μοναστηριών και Σχολείων δεν ήταν σπάνιο θέαμα. Τούτο οφείλετο αφενός στο κύρος που διέθετε στην περιοχή των Κορεστίων και Πρεσπών και αφετέρου στην πάγια τακτική του να μην εμπλέκει με κανένα τρόπο την Μοδέστειο Σχολή στις ανάγκες του Μακεδονικού Αγώνα. 'Οταν ο Έλληνας Πρόξενος Μοναστηρίου ανέφερε , το 1906 , στο Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ότι …το εκπαιδευτήριο Πισοδερίου συγκαταλεγόταν στα καλύτερα σχολεία της ελληνικής γλώσσης … ο παπα-Σταύρος μόλις είχε δολοφονηθεί και δεν ευτύχησε να δεί την άνθηση της Μοδέστειας Σχολής[185]. Η Μοδέστειος Σχολή μόλις είχε αρχίσει να λειτουργεί με επιτυχία με αποτέλεσμα το 1928 το 10% των Πισοδεριτών ασκούσαν επιστημονικά επαγγέλματα , εντάχθηκαν στον αστικό ιστό της Φλώρινας και άλωσαν τα δημόσια αξιώματα[188]. Ο παπα-Σταύρος δεν δίσταζε να διατυπώνει την γνώμη του ελεύθερα ακόμη και όταν στρεφόταν κατά εκπροσώπων της Ελληνικής Πολιτείας , όταν θεωρούσε ότι υπήρχε λάθος εκτίμηση ή έλλειψη αποφασιστικότητας. Στις 22 Αυγούστου 1902 σε επιστολή του προς τον Έλληνα Πρόξενο Μοναστηρίου Σ. Κιουζέ – Πεζά αναφέρει …πιστεύω ότι πολύ βλάπτεται και εβλάπσατε τα ελληνικά συμφέροντα ώστε πρέπει , και είναι ανάγκη να βγούνε αυτοί … όταν πληροφορήθηκε ότι οι Μακεδόνες αντάρτες Παύλος Κύρου , Βασίλειος Μπεκιάρης και Τράϊκος κρατούνταν στις φυλακές Τρικάλων επΊ τετράμηνο επειδή είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα[189]. Την ίδια επικριτική στάση επέδειξε προς τον ίδιο ΄Ελληνα Πρόξενο όταν πληροφορήθηκε ότι αυτός έχει εισηγηθεί στο Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών την ένταξη του αντισυνταγματάρχη του Βουλγαρικού Στρατού Γιαγκώφ , αρχηγού των αυτονομιστών [βερχοβιστών] στη περιοχή Κορεστίων , στον Ελληνικό Στρατό.

Η κένωση του παπα-Σταύρου ως κληρικού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο παπα-Σταύρος χαρακτηρίσθηκε από συναγωνιστές του και ανθρώπους που έδρασαν την ίδια εποχή με αυτόν ως …μη καλός και ορθόδοξος χριστιανός …που …αντιπροσώπευε όμως το πραγματικό πνεύμα της εποχής.. . Ο παπα-Σταύρος , όπως και άλλοι κληρικοί , έβαλε τον δευτερογενή σκοπό της Εκκλησίας υπεράνω των καθαρά θρησκευτικών του καθηκόντων και έτσι επήλθε η «κένωσή» του την οποία σε καμία περίπτωση δεν θεώρησε ότι είναι αιτία ψόγου επειδή πίστευε ότι η Ορθοδοξία έπρεπε να ταυτίζεται με τον Λαό και να μετέχει στις αγωνίες του και ότι ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν αγώνας ιδιότυπος και διττός , αφενός για την υπόσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αφετέρου για την ακεραιότητα της Μακεδονίας [190]. Η προσπάθειά του να προσελκύσει τους ελάχιστους ρωμουνίζοντες του Πισοδερίου στην ελληνική πλευρά , με ειρηνικό τρόπο και όχι με την βία για τον οποία κατηγορήθηκε αργότερα από τον καπετάν Τσόντο , αποδεικνύει ότι ο παπα-Σταύρος επικοινωνούσε με το ποίμνιό του και δεν ξεχώριζε ημέτερους και εχθρούς αλλά ταυτόχρονα και λόγω του ενθουσιώδη χαρακτήρα του …δεν έδινε δεκάρα για την ζωή του…[191]. Στο πνεύμα εκείνης της εποχής ο Μητροπολίτης Μοναστηρίου Ι. Φορόπουλος έλεγε στα μέλη των Ελληνικών Αντάρτικων σωμάτων … εγώ δε λέγω υμίν οφθαλμούς αντί οφθαλμού και οδόντας αντί οδόντος …… ενώ την ίδια εποχή ο Μητροπολίτης Δράμας Χρ. Καλαφάτης συνιστούσε ...πωλησάτω το ιμάτιον αυτού και αγορασάτω μάχαιραν... Ο παπα-Σταύρος φρόντιζε για την ηθική στήριξη των Ελλήνων ανταρτών και για τον λόγο αυτό δεν δίστασε να δηλώσει στον καπετάν Ευθύμιο Καούδη ότι ήταν συγχωρεμένες οι αμαρτίες των ανδρών του διότι ..σκοτώνετε κακούργους και όχι ανθρώπους του Θεού… έχοντας υπόψη του τους είκοσι τουλάχιστον Έλληνες ιερείς που είχαν δολοφονηθεί εκείνη την εποχή μόνο στη περιοχή Φλωρίνης. Ο σύγχρονός του Ι. Καραβίτης δεν δίστασε να κατατάξει τον παπα-Σταύρο μεταξύ των παπα-Φλέσσα . Σαμουήλ και Γαβριήλ της Μονής Αρκαδίου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, εκδ. Πάπυρος, 1993 , τόμος 58, σελ. 172
  2. Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας ,Ο παπά - Σταύρος Τσάμης [1870 -1906], Φλώρινα 2007 σελ 25.
  3. Maria Nikolaeva Todorova, Balkan identities: nation and memory, New York University Press, ISBN 0814782795, pp. 217–218 et seq.
  4. el.wikipedia.org/wiki/Λάζαρος_Τσάμης]
  5. Γ. Μόδης , Ο Μακεδονικός Αγών και η Νεώτερη Μακεδονική Ιστορία, εκδ. ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ , Θεσσαλονίκη 1967 , σελ 120
  6. Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών , ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 ,σελ 61.
  7. Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών, ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 ,σελ 156.
  8. Νικ. Κοεμτζοπουλος Καπετάν Κώττας σελ 56.
  9. Γιώργος Αργυριάδης , Η διηγηματογραφία του Γεωργίου Χρ. Μόδη – Μακεδονικές Ιστορίες , εκδ . Δήμου Φλώρινας 1988 , σελ 51
  10. Kωνσταντίνος Βακαλόπουλος , Εθνοτική Διαπάλη στη Μακεδονία [1894-1904] , σελ 116 , Εκδόσεις Ηρόδοτος , ISBN 960 – 7290 – 60 – 7
  11. Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών , ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 , σελ 31.
  12. Αθανάσιος Μπρούφας Βικιπαίδεια
  13. Ν. Κοεμτζόπουλος , Καπετάν Κώττας , ο πρώτος Μακεδονομάχος , Αθήναι 1968 , σελ 52-53.
  14. Κ. Βακαλόπουλος , Εθνοτική Διαπάλη στη Μακεδονία [1894-1904], εκδ ΗΡΟΔΟΤΟΣ , σελ 25 , ISBN 960-7290-60-7.
  15. Ν. Κοεμτζόπουλος , Καπετάν Κώττας , ο πρώτος Μακεδονομάχος , Αθήναι 1968 , σελ 54.
  16. Γεώργιος Μόδης, Ο Μακεδονικός Αγών και η νεώτερη Μακεδονική Ιστορία, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1967, σ. 170
  17. Κ.Βακαλόπουλος , Εθνοτική Διαπάλη στη Μακεδονία [1894-1904], εκδ ΗΡΟΔΟΤΟΣ , σελ 26 , ISBN 960-7290-60-7
  18. (Αγγλικά) Douglas Dakin, The Greek Strugle in Macedonia (1897 – 1913), εκδ. Institute for Balkan Studies, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 120.
  19. Γενικό Επιτελείο Στρατού-Διεύθυνση Ιστορίας, Ο Μακεδονικός αγώνας και τα εις Θράκη γεγονότα 1979, σ. 106.
  20. (Αγγλικά) Maria Nikolaeva Todorova, Balkan identities: nation and memory, New York University Press, ISBN 0814782795, σσ. 217-218 επ..
  21. Άγγελος Κ. Ανεστόπουλος, Mακεδονικός Αγών 1903-1908, Θεσσαλονίκη 1965, τόμος Β', σ. 107.
  22. Ιστοσ. e-Iστορία, Ο Γερμανός Καραβαγγέλης και η Οργάνωσης τού Ελληνισμού εις την Περιοχήν τής Καστορίας
  23. Γενικό Επιτελείο Στρατού-Διεύθυνση Ιστορίας, Ο Μακεδονικός αγώνας και τα εις Θράκη γεγονότα 1979, σσ. 105-106
  24. Αρχείον Υπουργείου Εξωτερικών Φ.ΑΑΚ/Ζ., Έκθεσις υπ΄ αριθμ. 119/10-3-1902, Προξενείο Μοναστηρίου
  25. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ,Η συμβολή του Πισοδερίου στο Μακεδονικό Αγώνα , Φλώρινα 2005 , σελ 62-65
  26. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 502 -504 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  27. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ , Η συμβολή του Πισοδερίου στο Μακεδονικό Αγώνα , Φλώρινα 2005 , σελ 61-69
  28. Παύλος Τσάμης, Μακεδονικός Αγών, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1975, σσ. 90-92
  29. Γεώργιος Μόδης, Ο Μακεδονικός Αγών και η νεώτερη Μακεδονική Ιστορία, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1967, σ. 172
  30. Αρχείον Υπουργείου Εξωτερικών Φ.ΑΑΚ/Ζ., Έκθεσις υπ΄ αριθμ. 154/23-3-1902, Προξενείο Μοναστηρίου
  31. Γενικό Επιτελείο Στρατού-Διεύθυνση Ιστορίας, Ο Μακεδονικός αγώνας και τα εις Θράκη γεγονότα 1979, σ. 107
  32. Απομνημονεύματα Γερμανού Καραβαγγέλη , Ο Μακεδονικός Αγών , Εκδ. Μπαρμπουνάκη , σελ 35,36.
  33. (Αγγλικά) Douglas Dakin, The Greek Strugle in Macedonia (1897 – 1913), εκδ. Institute for Balkan Studies, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 174.
  34. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 8 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  35. Ν. Κοεμτζόπουλος , Καπετάν Κώττας , ο πρώτος Μακεδονομάχος , Αθήναι 1968 , σελ 62-63
  36. Απομνημονεύματα Γερμανού Καραβαγγέλη , Ο Μακεδονικός Αγών , Εκδ. Μπαρμπουνάκη , σελ 30
  37. Kωνσταντίνος Βακαλόπουλος , Εθνοτική Διαπάλη στη Μακεδονία [1894-1904] , σελ 309 , Εκδόσεις Ηρόδοτος , ISBN 960 – 7290 – 60 – 7
  38. (Αγγλικά) Douglas Dakin, The Greek Struggle in Macedonia (1897 – 1913), εκδ. Institute for Balkan Studies, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 137
  39. Ν.Κοεμτζόπουλος , Καπετάν Κώττας , ο πρώτος Μακεδονομάχος , Αθήναι 1968 , σελ 64
  40. Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών , ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 ,σελ 82- 83
  41. Ν. Κοεμτζόπουλος , Καπετάν Κώττας , ο πρώτος Μακεδονομάχος , Αθήναι 1968 , σελ 66
  42. Ν. Κοεμτζόπουλος , Καπετάν Κώττας , ο πρώτος Μακεδονομάχος , Αθήναι 1968 , σελ 69
  43. Ν. Κοεμτζόπουλος , Καπετάν Κώττας , ο πρώτος Μακεδονομάχος , Αθήναι 1968 , σελ 87-89
  44. Γεώργιος Μόδης , Ο Μακεδονικός Αγών και η Νεώτερη Μακεδονική Ιστορία , εκδ. ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ , Θεσσαλονίκη 1967 , σελ 160 -161
  45. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 519 - 521 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  46. Γεώργιος Μόδης, Ο Μακεδονικός Αγών και η νεώτερη Μακεδονική Ιστορία, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1967, σ. 161 - 163
  47. Γενικό Επιτελείο Στρατού-Διεύθυνση Ιστορίας, Ο Μακεδονικός αγώνας και τα εις Θράκη γεγονότα 1979, σ. 74
  48. Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών , ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 , σελ 84 - 85
  49. Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών , ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 ,σελ 152
  50. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 15 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  51. Γενικό Επιτελείο Στρατού-Διεύθυνση Ιστορίας, Ο Μακεδονικός αγώνας και τα εις Θράκη γεγονότα 1979, σ. 84
  52. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 13 και 15 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  53. Αθανάσιος Σουλιώτης - Νικολαίδης , Ο Μακεδονικός Αγών , Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών , Θεσσαλονίκη 1959 , σελ 39
  54. Αθανάσιος Σουλιώτης - Νικολαίδης , Ο Μακεδονικός Αγών , Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών , Θεσσαλονίκη 1959 , σελ 31
  55. Ελληνικά Αρχεία, Φάκελος 1903 ΑΑΚ/Α2 , Προξενείο Θεσσαλονίκης
  56. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 73 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  57. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 13 και 15 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3 σελ 64
  58. Γνάσιος Μακεδνός (Στεφ. Δραγούμης) , Δύο μάρτυρες.Παπα-Σταύρος - Παπα-Ιωάννης , Μακεδονικόν Ημερολόγιον Παμμακεδονικού Συλλόγου 1906 , τομ. 1 σελ 118-119
  59. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 68 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  60. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 549 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  61. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ , Ο παπα-Σταύρος Τσάμης [1870-906] , Φλώρινα 2007 σελ 46
  62. Ελληνικά Αρχεία , Φάκελος 1902 ΑΑΚ/Ζ, Προξενείο Μοναστηρίου , Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα
  63. 63,0 63,1 Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 550 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  64. Ιων Δραγούμης ,Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 105 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  65. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 111 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  66. Ιων Δραγούμης ,Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 139 και 169 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  67. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 172 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  68. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 189 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  69. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 195 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  70. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 198 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  71. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 202 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  72. 72,0 72,1 Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών , ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 ,σελ 128,
  73. Makedonskiat Vapros , ΄Εκδοσις Ινστιτούτου Ιστορίας της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών , Σόφια , Νοέμβριος 1968 , σελ 35
  74. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 207 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  75. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 213 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  76. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 201 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  77. Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών , ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 ,σελ 125,
  78. Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών , ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 ,σελ 133,
  79. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 596-598 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  80. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 256 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  81. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 278 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  82. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 251 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  83. Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών , ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 , σελ 162
  84. Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών , ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 ,σελ 187,189,
  85. Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια , Αθήναι 1929 τόμος Δ , υποσημείωση σελίδων 437-438
  86. Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών , ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 ,σελ 61,
  87. Απομνημονεύματα Γερμανού Καραβαγγέλη , Ο Μακεδονικός Αγών , Εκδ. Μπαρμπουνάκη , σελ 52
  88. Καπετάν Λάκης [Νικόλαος ή Λάκης Νταηλάκης] Ιστορικό Ανθολόγιο , εκδόσεις Ε.Ν.Ν. σελ. 42 Β΄έκδοση Καστοριά 2002
  89. Ν. Κοεμτζόπουλος , Καπετάν Κώττας , ο πρώτος Μακεδονομάχος , Αθήναι 1968 , σελ 110-111
  90. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 137 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  91. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 618 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  92. Ангел Динев , Илинденската епопея΄΄ Skopje 1949 σελ 402
  93. Κ. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ-ΑΙΝΙΑΝ Ο Μακεδονικός Αγώνας, έκδ. «Δωδώνη», Αθήνα, 1981, σελ. 56
  94. Henry Noel Βrailsford, «Macedonia. It’s Races and Their Future» (Methuen & Co., London, 1906), σελ. 193
  95. Αdamantios Skordos , Griechenlands Makedonische Frage. Burgerkrieg und Geschichtspolitik im Sudosten Europas. 1945-1992 Εκδόσεις Wallstein, Gottingen, 2012,
  96. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 311 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  97. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 619 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  98. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 619 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  99. Ιων Δραγούμης ,Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 105 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  100. 100,0 100,1 100,2 Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 329 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  101. 101,0 101,1 Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 614 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  102. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 451 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  103. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 615 -616 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  104. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 615 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  105. Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών , ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 ,σελ 143,
  106. Ν. Κοεμτζόπουλος , Καπετάν Κώττας , ο πρώτος Μακεδονομάχος , Αθήναι 1968 , σελ 119 -122
  107. Ιων Δραγούμης , Τα τετράδια του Ίλιντεν , σελ 454 , εκδ. Πετσίβα 2000 ,ISBN 960-90010-3-3
  108. Απομνημονεύματα Γερμανού Καραβαγγέλη , Ο Μακεδονικός Αγών , Εκδ. Μπαρμπουνάκη , σελ 20-21
  109. Βάσος Λ. Τσάμης – Παύλος Λ. Τσάμης , Οι Μακεδονομάχοι αδελφοί ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΣ και ΛΑΖΑΡΟΣ ΚΟΣΜΑ ΤΣΑΜΗΣ , Θεσσαλονίκη 1956 σελ 21
  110. Ελληνικά Αρχεία , Φάκελος 1902 ΑΑΚ/Ζ, Προξενείο Μοναστηρίου , Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα
  111. ΄Αλμπερτ Σόνινσεν ,Αναμνήσεις ενός Μακεδόνα αντάρτη , Εκδόσεις Πετσίβα , Αθήνα 2004 , ΙΣΒΝ 960-876-2-2 , σελ 212
  112. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ , Ο παπα-Σταύρος Τσάμης [1870-1906] , Φλώρινα 2007 σελ 83-87
  113. Αντιγόνη Λ. Τσάμη , Το Πισοδέρι στους αγώνες του Έθνους, Θεσσαλονίκη 1992, σελ 47
  114. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ , Η συμβολή του Πισοδερίου στο Μακεδονικό Αγώνα , Φλώρινα 2005 , σελ 133-134
  115. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ,Η συμβολή του Πισοδερίου στο Μακεδονικό Αγώνα , Φλώρινα 2005 , σελ 135
  116. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ,Η συμβολή του Πισοδερίου στο Μακεδονικό Αγώνα , Φλώρινα 2005 ,σελ 150
  117. Βάσος Λ. Τσάμης – Παύλος Λ. Τσάμης , Οι Μακεδονομάχοι αδελφοί ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΣ και ΛΑΖΑΡΟΣ ΚΟΣΜΑ ΤΣΑΜΗΣ , Θεσσαλονίκη 1956 σελ 27
  118. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ , Ο παπα-Σταύρος Τσάμης [1870-1906] , Φλώρινα 2007 σελ 54
  119. Άγγελος Κ. Ανεστόπουλος, Μακεδονικός Αγών 1903-1908, Θεσσαλονίκη 1965, τόμος Β', σ. 108
  120. Ν. Κοεμτζοπουλος , Καπετάν Κώττας , ο πρώτος Μακεδονομάχος , Αθήναι 1968 , σελ 138
  121. Ν. Κοεμτζόπουλος , Καπετάν Κώττας , ο πρώτος Μακεδονομάχος , Αθήναι 1968 , σελ 142
  122. Ν.Κοεμτζόπουλος , Καπετάν Κώττας , ο πρώτος Μακεδονομάχος , Αθήναι 1968 , σελ 140
  123. Γεώργιος Μόδης, Ο Μακεδονικός Αγών και η νεώτερη Μακεδονική Ιστορία, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1967, σ. 228
  124. 124,0 124,1 ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ , Φθινόπωρο του 1904 στη Μακεδονία , Θεσσαλονίκη 1992 σελ 21, ISBN 960-85303-0-X
  125. ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ , Φθινόπωρο του 1904 στη Μακεδονία , Θεσσαλονίκη 1992 σελ 21, ISBN 960-85303-0-X
  126. Αντιγόνη Λ. Τσάμη , Η δράση του ΠΑΠΑ-ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΣΑΜΗ κατά τον Μακεδονικό Αγώνα , Φλώρινα 2013, σελ 30
  127. ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ , Φθινόπωρο του 1904 στη Μακεδονία , Θεσσαλονίκη 1992 σελ 69, ISBN 960-85303-0-X
  128. Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών , ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 , σελ 187,
  129. Γενικά Αρχεία του Κράτους / Αρχείο Γεωργίου Τσόντου , φακ. 2 , Καούδης προς Τσόντα , Τρίκαλα 16 Αυγούστου 1904
  130. Γενικά Αρχεία του Κράτους / Αρχείο Γεωργίου Τσόντου , φακ. 2 , ΄Εκθεση Παύλου Μελά , φ 15
  131. ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ , Φθινόπωρο του 1904 στη Μακεδονία , Θεσσαλονίκη 1992 σελ 53-54, ISBN 960-85303-0-X
  132. Γενικά Αρχεία του Κράτους / Αρχείο Γεωργίου Τσόντου , φακ. 2 , Καούδης προς Τσόντα , Θεσσαλονίκη 13 Ιουλίου 1931
  133. Παύλος Γύπαρης, Οι Πρωτοπόροι του Μακεδονικού Αγώνα, Αθήνα 1962, σ. 167
  134. Ангел Динев , Илинденската епопея ΙΙ del. σελ 67
  135. Γενικό Επιτελείο Στρατού-Διεύθυνση Ιστορίας, Ο Μακεδονικός αγώνας και τα εις Θράκη γεγονότα 1979, σ. 16
  136. Γ. Μόδης ,Ο Μακεδονικός Αγών και η Νεώτερη Μακεδονική Ιστορία , εκδ. ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ , Θεσσαλονίκη 1967 , σελ 274
  137. Παύλος Τσάμης , Μακεδονικός Αγών , ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , Θεσσαλονίκη 1975 , σελ 186,
  138. ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ , Φθινόπωρο του 1904 στη Μακεδονία , Θεσσαλονίκη 1992 σελ 58-61, ISBN 960-85303-0-X
  139. Γεώργιος Μόδης, Ο Μακεδονικός Αγών και η νεώτερη Μακεδονική Ιστορία, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1967, σ. 274
  140. Γεώργιος Μόδης, Ο Μακεδονικός Αγών και η νεώτερη Μακεδονική Ιστορία, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1967, σ. 283
  141. Παύλος Τσάμης, Μακεδονικός Αγών, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1975, σσ. 196-198
  142. Βάσος Λ. Τσάμης – Παύλος Λ. Τσάμης , Οι Μακεδονομάχοι αδελφοί ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΣ και ΛΑΖΑΡΟΣ ΚΟΣΜΑ ΤΣΑΜΗΣ , Θεσσαλονίκη 1956 σελ 33-34
  143. (Αγγλικά) Douglas Dakin, The Greek Strugle in Macedonia (1897 – 1913), εκδ. Institute for Balkan Studies, Θεσσαλονίκη 1966, υποσημείωση στη σελίδα 183
  144. Απομνημονεύματα Γερμανού Καραβαγγέλη , Ο Μακεδονικός Αγών , Εκδ. Μπαρμπουνάκη , σελ 62
  145. Γενικό Επιτελείο Στρατού-Διεύθυνση Ιστορίας, Ο Μακεδονικός αγώνας και τα εις Θράκη γεγονότα 1979, σ. 254
  146. Καπετάν Λάκης [Νικόλαος ή Λάκης Νταηλάκης] Ιστορικό Ανθολόγιο , εκδόσεις Ε.Ν.Ν. σελ. 65 , Β΄έκδοση Καστοριά 2002
  147. Άγγελος Κ. Ανεστόπουλος, Μακεδονικός Αγών 1903-1908, Θεσσαλονίκη 1965, τόμος Β', σ. 108
  148. Αντιγόνη Λ. Τσάμη , Το Πισοδέρι στους αγώνες του Έθνους, Θεσσαλονίκη 1992, σελ 47
  149. Απομνημονεύματα Γερμανού Καραβαγγέλη , Ο Μακεδονικός Αγών , Εκδ. Μπαρμπουνάκη , σελ 117
  150. (Αγγλικά) Douglas Dakin, The Greek Strugle in Macedonia (1897 – 1913), εκδ. Institute for Balkan Studies, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 224 ,
  151. Παύλος Γύπαρης , Οι Πρωτοπόροι του Μακεδονικού Αγώνα, Αθήνα 1962,
  152. ΄Αλμπερτ Σόνινσεν , Αναμνήσεις ενός Μακεδόνα Αντάρτη , Εκδόσεις Πετσίβα Αθήνα 2004 , σελ 212 , ISBN 960-87636-2-2
  153. Αθανάσιος Σουλιώτης – Νικολαϊδης , Ο Μακεδονικός Αγών , Η οργάνωσης της Θεσσαλονίκης 1906-1908 Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών Θεσσαλονίκη 1959 σελ 86 και 689
  154. Απομνημονεύματα Γερμανού Καραβαγγέλη , Ο Μακεδονικός Αγών , Εκδ. Μπαρμπουνάκη , σελ 56
  155. Φάκελος ΑΥΕ , 1902 ΑΑΚ/Ζ , επιστολή συνημμ. Στην υπ΄ αριθμ. 472 επιστολή του Σ. Κιούζε – Πεζά προς τον ΥΠΕΞ Ζαίμη της Φ.. 30-8-1902
  156. http://www.panathenaicstadium.gr/ΤοΠαναθηναϊκόΣτάδιο/.../65/.../Default.asp
  157. Άγγελος Κ. Ανεστόπουλος, Μακεδονικός Αγών 1903-1908, Θεσσαλονίκη 1965, τόμος Β', σ. 109
  158. Παύλος Γύπαρης , Οι Πρωτοπόροι του Μακεδονικού Αγώνα, Αθήνα 1962, σ. 136-138
  159. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ , Η συμβολή του Πισοδερίου στο Μακεδονικό Αγώνα , Φλώρινα 2005 , σελ 60
  160. Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας , Ο παπά - Σταύρος Τσάμης [1870 -1906] , Φλώρινα 2007 σελ 68 και υποσημ. 99,100 και 101
  161. ΑΥΕ/1906 Φάκελος Μοναστηρίου, αριθμ. 572
  162. Βάσος Λ. Τσάμης – Παύλος Λ. Τσάμης , Οι Μακεδονομάχοι αδελφοί ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΣ και ΛΑΖΑΡΟΣ ΚΟΣΜΑ ΤΣΑΜΗΣ , Θεσσαλονίκη 1956 σελ 43
  163. Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας , Ο παπά - Σταύρος Τσάμης [1870 -1906] , Φλώρινα 2007 σελ 58
  164. https://bg.wikipedia.org/.../Никола_Михов
  165. 165,0 165,1 165,2 Καπετάν Λάκης [Νικόλαος ή Λάκης Νταηλάκης] Ιστορικό Ανθολόγιο , εκδόσεις Ε.Ν.Ν. σελ. 49 Β΄έκδοση Καστοριά 2002
  166. https://bg.wikipedia.org/.../Кузо_Попдино
  167. Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας , Ο παπά - Σταύρος Τσάμης [1870 -1906] , Φλώρινα 2007 σελ 57
  168. [1][νεκρός σύνδεσμος]
  169. Γεώργιος Μόδης, Ο Μακεδονικός Αγών και η νεώτερη Μακεδονική Ιστορία, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1967, σ. 320 -321
  170. 170,0 170,1 (Αγγλικά) Douglas Dakin, The Greek Strugle in Macedonia (1897 – 1913), εκδ. Institute for Balkan Studies, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 254 note 22
  171. Βάσος Λ. Τσάμης – Παύλος Λ. Τσάμης , Οι Μακεδονομάχοι αδελφοί ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΣ και ΛΑΖΑΡΟΣ ΚΟΣΜΑ ΤΣΑΜΗΣ , Θεσσαλονίκη 1956 σελ 45-46
  172. Εκκλησιαστική Αλήθεια , 30 , 1906 , σελ 479 και 437
  173. Haus-,Hof- und Staatsarchiv, Prochaska προς Aerenthal , Μοναστήρι 16 Νοεμβρίου 1906 , αρ. 59
  174. Ангел Динев , Илинденската епопея Skopje 1949 σελ 402 - 403
  175. ΑΥΕ , 1906 ΑΑΚ/Α . Προξενείο Μοναστηρίου, 24/9/1906 έγγραφο 658
  176. Ι.Μιχαηλίδης Στρατιωτικά πρότυπα και κλέφτικη παράδοση: Οργανωτικά προβλήματα και καθημερινή ζωή στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα , Μακεδονία ιστορία και πολιτισμός , σελ 278 , 279 Φλώρινα 1997 Παιδαγωγική Σχολή [Α.Π.Θ.]
  177. Αντιγόνη Λ. Τσάμη , Οδοιπορικό του παπα-Σταύρου Τσάμη , Εκατό χρόνια από την δολοφονία του 1906-2006 , Φλώρινα 2005, σελ 24
  178. Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας , Ο παπά - Σταύρος Τσάμης [1870 -1906] , Φλώρινα 2007 σελ 59
  179. Ελληνικά Αρχεία , Φάκελος 1906 ΑΑΚ/Α Προξενείο Μοναστηρίου,Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα
  180. Γνάσιος Μακεδνός [Στ. Δραγούμης], Δύο μάρτυρες: Παπα-Σταύρος και Παπα-Ιωάννης , Μακεδονικόν Ημερολόγιον Παμμακεδονικού Συλλόγου , τ. 1 , 1906 σελ 115
  181. Ο Μακεδονικός Αγώνας μέσα από τις φωτογραφίες του (1904-1908). εκδόσεις ΄Εφεσος ΙSBN 960-86701-4-4, σελ. 209
  182. Γ. Τσόντος-Βάρδας , Ο Μακεδονικός Αγών – Ημερολόγιο 1904 – 1907. Εκδόσεις Πέτσιβα , τ. .Β1 σελ 231 και 296
  183. Γενικό Επιτελείο Στρατού-Διεύθυνση Ιστορίας, Ο Μακεδονικός αγώνας και τα εις Θράκη γεγονότα 1979, σ. 220
  184. Αρχείο Υπουργείου των Εξωτερικών [ΑΥΕ] / Κεντρική Υπηρεσία [ΚΥ]/άνευ αριθμού κατατάξεως [ΑΑΚ]/ α: Προξενείο Μοναστηρίου 1906 , Ξυδάκης προς Σκουζέ , Μοναστήρι 25 Νοεμβρίου 1906 αρ. πρωτ. 820
  185. 185,0 185,1 Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας , Ο παπά - Σταύρος Τσάμης [1870 -1906] , Φλώρινα 2007 σελ 101 επ.
  186. ΑΥΕ , Δ. Καλλέργης , Πρόξενος Μοναστηρίου, προς ΥΠΕΞ αρ. εμ. Πρ. 200 , Μοναστήρι 20-2-1904
  187. ΑΥΕ , Φ.. Κοντογούρης προς ΥΠΕΞ αρ. εμ. πρ. 3688 , 50-1-1904
  188. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ,Η συμβολή του Πισοδερίου στο Μακεδονικό Αγώνα , Φλώρινα 2005 , σελ 45-46
  189. Φάκελος ΑΥΕ , 1902 ΑΑΚ/Ζ , επιστολή συνημμ. στην υπ΄ αριθμ. 472 επιστολή του Σ. Κιούζε – Πεζά προς τον ΥΠΕΞ Ζαΐμη της Φ.. 30-8-1902
  190. Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας , Ο παπά - Σταύρος Τσάμης [1870 -1906] , Φλώρινα 2007 σελ 17 , 18
  191. Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας , Ο παπά - Σταύρος Τσάμης [1870 -1906] , Φλώρινα 2007 σελ 72

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνικές

  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα,εκδόσεις Πάπυρος 1993, τόμος 58 σελ. 172,
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια , Αθήναι 1929 τόμος Δ , σσ. 437-438,
  • Νικ. Γ. Κοεμτζόπουλος,Καπετάν Κώττας , Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ , Αθήνα 1968, σσ. 52, 53, 54, 56, 62, 63, 64, 66, 69, 87, 88, 89, 110 - 111, 119 - 122, 138, 140, 142.
  • Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Εθνοτική Διαπάλη στη Μακεδονία (1894-1904), εκδόσεις Ηρόδοτος, ISBN 960-7290-60-7,σσ. 25, 26, 116, 309.
  • Γεώργιος Μόδης, Ο Μακεδονικός Αγών και η νεώτερη Μακεδονική Ιστορία εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών , Θεσσαλονίκη 1967, σσ. 120, 160 - 163, 170, 172, 228, 274, 283, 320, 321.
  • Γενικό Επιτελείο Στρατού - Διεύθυνση Ιστορίας , Ο Μακεδονικός αγώνας και τα εις Θράκη γεγονότα 1979 , σσ. 16, 74, 84, 105, 106, 107, 220, 254.
  • ΄Ιων Δραγούμης, Τα τετράδια του ΄ Ιλιντεν, εκδόσεις Πετσίβα , ISBN 960-90010-3-3 , σσ. 8, 13, 15, 68, 73, 105, 111, 137, 139, 169, 172, 189, 195, 198, 201, 202, 207, 213, 251, 256, 278, 311, 329, 451, 454, 502 - 504, 519 - 521, 549, 550, 596 - 598, 614 - 616, 618, 619,
  • Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Ο παπα-Σταύρος Τσάμης [1870-1906], Φλώρινα 2007 , σσ. 17, 18, 25, 46, 54, 57, 58, 59, 68, 72, 83 - 87, 101 επ.
  • Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας,Η συμβολή του Πισοδερίου στο Μακεδονικό αγώνα , Φλώρινα 2005, σσ. 45, 46, 60, 66 - 69, 133 - 135, 150,
  • Απομνημονεύματα Γερμανού Καραβαγγέλη, Ο Μακεδονικός Αγών , εκδόσεις Μπαρμπουνάκη , σσ. 20, 21, 30, 35, 36, 52, 56, 62, 117,
  • Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαϊδης , Ο Μακεδονικός Αγών, Η οργάνωσης της Θεσσαλονίκης , Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1959, σσ. 31, 39, 86, 89,
  • Παύλος Τσάμης, Μακεδονικός Αγών, ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , εκδόσεις Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών,Θεσσαλονίκη 1975 σσ. 31, 61, 82, 83, 84, 90-92, 125, 128, 133, 143, 152, 156,162, 187, 189, 196-198.
  • Βάσος Λ. Τσάμης – Παύλος Λ. Τσάμης, Οι Μακεδονομάχοι αδελφοί Παπασταύρος και Λάζαρος Κοσμά Τσάμης, Θεσσαλονίκη 1956, σσ. 21, 27, 33-34, 43, 45, 46.
  • Αντιγόνη Λ. Τσάμη, Το Πισοδέρι στους αγώνες του ΄ Εθνους Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 47,
  • Αντιγόνη Λ. Τσάμη, Η δράση του ΠΑΠΑ-ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΣΑΜΗ κατά τον Μακεδονικό Αγώνα , Φλώρινα 2013 ,σσ. 30,
  • Αντιγόνη Λ. Τσάμη, Οδοιπορικό του παπα-Σταύρου Τσάμη. Εκατό χρόνια από την δολοφονία του, 1906-2006, Φλώρινα 2005, σσ. 24,
  • Παύλος Γύπαρης, Οι Πρωτοπόροι του Μακεδονικού Αγώνα, Αθήνα 1962, σσ. 136 - 138, 167, 190, 233.
  • Γιώργος Αργυριάδης , Η διηγηματογραφία του Γεωργίου Χρ. Μόδη – Μακεδονικές Ιστορίες , έκδοση Δήμου Φλώρινας 1988 , σσ. 51,
  • Άγγελος Κ. Ανεστόπουλος, Mακεδονικός Αγών 1903-1908, Θεσσαλονίκη 1965, τόμος Β', σσ. 107, 108, 109,
  • Γνάσιος Μακεδνός (Στεφ. Δραγούμης) , Δύο μάρτυρες.Παπα-Σταύρος - Παπα-Ιωάννης , Μακεδονικόν Ημερολόγιον Παμμακεδονικού Συλλόγου 1906 , τομ. 1 σσ. 115, 118-119,
  • Καπετάν Λάκης [Νικόλαος ή Λάκης Νταηλάκης] Ιστορικό Ανθολόγιο , εκδόσεις Ε.Ν.Ν. , Β΄έκδοση Καστοριά 2002,σσ. 42, 49, 65,
  • Κ. Μαζαράκης-Αινιάν Ο Μακεδονικός Αγώνας, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα, 1981, σσ. 56,
  • Αλμπερτ Σόνινσεν ,Αναμνήσεις ενός Μακεδόνα αντάρτη ,Εκδόσεις Πετσίβα , Αθήνα 2004 ,ISBN 960-876-2-2 , σσ. 212,
  • Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα , Φθινόπωρο του 1904 στη Μακεδονία,Θεσσαλονίκη 1992, ISBN 960-85303-0-X, σσ. 21, 53, 54, 58 - 61 , 69,
  • Εκκλησιαστική Αλήθεια , 30 , 1906 , σσ. 437, 479
  • Ι.Μιχαηλίδης Στρατιωτικά πρότυπα και κλέφτικη παράδοση: Οργανωτικά προβλήματα και καθημερινή ζωή στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα , Μακεδονία ιστορία και πολιτισμός ,Φλώρινα 1997 Παιδαγωγική Σχολή [Α.Π.Θ.], σσ. 278, 279
  • Γ. Τσόντος-Βάρδας , Ο Μακεδονικός Αγών – Ημερολόγιο 1904 – 1907. Εκδόσεις Πέτσιβα , τ. .Β1 σσ. 231, 296,
  • Henry Noel Brailsford, Mακεδονία, Οι φυλές της και το μέλλον τους, εκδόσεις Οδυσσέας, σ. 193.

Ξενόγλωσσες

  • Douglas Dakin, {αγγλικά}The Greek Strugle in Macedonia [1897 – 1913], Institute for Balkan Studies, Θεσσαλονίκη 1966, σσ. 120, 137, 174, 183, 224, 254.
  • Maria Nikolaeva Todorova,{αγγλικά} Balkan identities: nation and memory, New York University Press, ISBN 0814782795, pp. 217–218 et seq
  • Ангел Динев ,{βουλγάρικα} Илинденската епопея΄΄ Skopje 1949 σελ 67, 402, 403,
  • Makedonskiat Vapros ,{βουλγάρικα} ΄Εκδοσις Ινστιτούτου Ιστορίας της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών , Σόφια , Νοέμβριος 1968 , σελ 35.
  • Αdamantios Skordos , {γερμανικά} Griechenlands Makedonische Frage. Burgerkrieg und Geschichtspolitik im Sudosten Europas. 1945-1992 Εκδόσεις Wallstein, Gottingen, 2012

Αρχεία

  • Ελληνικά Αρχεία, Φάκελος 1902 , 1903 , 1906 , ΑΑΚ/Α2 , Προξενείο Θεσσαλονίκης
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους / Αρχείο Γεωργίου Τσόντου
  • Αρχείο Υπουργείου των Εξωτερικών [ΑΥΕ] / Κεντρική Υπηρεσία [ΚΥ]/άνευ αριθμού κατατάξεως [ΑΑΚ]/ Προξενείο Μοναστηρίου 1902, 1904, 1906
  • Haus-,Hof- und Staatsarchiv, {γερμανικά} Prochaska προς Aerenthal , Μοναστήρι 16 Νοεμβρίου 1906 , αρ. 59

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • DUGLAS DAKIN , Μακεδονικός Αγών , Εκδοτική Αθηνών ΑΕ , Αθήνα 1985
  • Ι.Κ.ΒΑΣΔΡΑΒΕΛΛΗ , Τουρκικά έγγραφα περί του Μακεδονικού Αγώνος . ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, Θεσσαλονίκη 1958

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]