Φώτης Κόντογλου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Φώτης Κόντογλου (πραγματικό όνομα Φώτιος Αποστολέλης: Αϊβαλί Μικράς Ασίας, 8 Νοεμβρίου 1895Αθήνα, 13 Ιουλίου 1965) ήταν Έλληνας λογοτέχνης και ζωγράφος. Αναζήτησε την «ελληνικότητα», δηλαδή μία αυθεντική έκφραση, επιστρέφοντας στην ελληνική παράδοση, τόσο στο λογοτεχνικό όσο και στο ζωγραφικό του έργο. Είχε ακόμα σημαντικότατη συμβολή στον χώρο της βυζαντινής εικονογραφίας. Σήμερα θεωρείται ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της «Γενιάς του Τριάντα». Μαθητές του ήταν ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Εγγονόπουλος, κ.ά.

Πίνακας περιεχομένων

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φώτης Κόντογλου, γιος του Νικόλαου Αποστολέλλη και της Δέσπως Κόντογλου, γεννήθηκε στο Αϊβαλί στις 8 Νοεμβρίου το 1895. [1].Είχε τρία ακόμα αδέλφια: τον Γιάννη, τον Αντώνη και την Τασίτσα. Ένα χρόνο μετά έχασε τον πατέρα του-ναυτικός στο επάγγελμα- και την κηδεμονία των τεσσάρων παιδιών του ανέλαβε ο θείος του Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της μονής της Αγίας Παρασκευής, στον οποίο οφείλεται και η χρήση του επωνύμου της οικογένειας της μητέρας του.[2] Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα έζησε στο Αϊβαλί. Εκεί τελείωσε το Σχολαρχείο και το Γυμνάσιο το 1912· στο Γυμνάσιο ήταν συμμαθητής με τον λογοτέχνη και ζωγράφο Στρατή Δούκα και ήταν μέλος μιας ομάδας μαθητών που εξέδιδε το περιοδικό Μέλισσα,από το 1911, το οποίο ο Κόντογλου διακοσμούσε με ζωγραφιές[3]. Μετά την αποφοίτησή του γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα το 1913,στην Γ τάξη[4] . Το 1913-1914 μένει με τον Στρατή Δούκα στη Νεάπολη και στην Κυψέλη και μετά με τον Παπαλουκά στην Κολοκυνθού.[5] Λόγω οικονομικών δυσκολιών εργάζεται ως ρετουσέρ στο φωτογραφείο Μπούκα και Καλιαμπέκου.[6] Το 1914 εγκατέλειψε τη σχολή του και πήγε στο Παρίσι, όπου μελέτησε το έργο διαφόρων σχολών ζωγραφικής. Παράλληλα συνεργαζόταν με το περιοδικό Illustration και το 1916 κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό του περιοδικού για την εικονογράφηση βιβλίου, για την εικονογράφηση της Πείνας του Κνουτ Χάμσουν. Εργάζεται ως τορναδόρος και ανθρακωρύχος.[7] Το 1917 έκανε ταξίδια στην Ισπανία και την Πορτογαλία και το 1918 επέστρεψε στην Γαλλία. Επέστρεψε στην πατρίδα του το 1919, μετά την λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Διορίζεται καθηγητής στο Παρθεναγωγείο της πατρίδας του όπου διδάσκει γαλλικά και τεχνικά. Ιδρύει τον πνευματικό σύλλογο Νέοι Άνθρωποι και γίνεται πρόεδρος. Το 1921 επιστρατεύεται για τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Το 1922 παίρνει το δρόμο της προσφυγιάς με ένα καΐκι.[8] Το 1923 έκανε ταξίδι στο Άγιο Όροςμε πρόθεση να καλογερέψει[9]. Πραγματοποιεί επίσης μια πρώτη έκθεση με έργα ζωγραφικής του στη Μυτιλήνη με τον Κωνσταντίνο Μαλέα. Την έκθεση τη μετέφερε τον ίδιο χρόνο στην Αθήνα στην αίθουσα του Λυκείου των Ελληνίδων,παρουσιαζόμενος για πρώτη φορά ως ζωγράφος στο αθηναϊκό καλλιτεχνικό κοινό.[10]Το 1925 εκδίδει το περιοδικό Φιλική Εταιρία [11]Το 1926 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη και εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία[12]. Το 1927 γεννιέται η μοναχοκόρη του Δέσποινα.[13]Την ίδια χρονιά (1927) ξεκινά τη συνεργασία του με το περιοδικό του Κωστή Μπαστιά Ελληνικά Γράμματα.[14] Το 1933 έλαβε τελικά το πτυχίο από τη Σχολή Καλών Τεχνών-Απολυτήριον γραφικής, με βαθμό Λίαν καλώς[15] προκειμένου να διδάξει στο Κολλέγιο Αθηνών.[16], ζωγραφική και ιστορία της τέχνης.[17]Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου εργάζεται ως συντηρητής εικόνων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους: το 1931 στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, του οποίου ζωγράφισε το συντριβάνι[18]στο Μουσείο Κέρκυρας το 1935, στο Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο) το 1937 και μεταξύ 1936 και 1938 κατά διαστήματα στο Μυστρά όπου καθαρίζει τις τοιχογραφίες των ναών του.[19]

Ο Κόντογλου στην Γερμανική κατοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα του Κόντογλου βρίσκεται ανάμεσα στα ονόματα των Ελλήνων λογοτεχνών που συνεργάστηκαν με το ελληνόφωνο ιταλικό περιοδικό προπαγάνδας Κουαδρίβιο. Καθώς όσοι συνεργάζονταν με αυτό αμείβονταν με χρήματα ή τρόφιμα προκρίθηκε η ανάγκη επιβίωσης του Κόντογλου, καθώς μάλιστα είχε αναγκασθεί να πουλήσει το σπίτι του-Βιζυηνού 16 στα Πατήσια-[20] για ένα σακί αλεύρι.[21]Ο νέος ιδιοκτήτης της οικίας Κόντογλου καλύπτει τις νωπογραφίες με λαδομπογιά[22]. Τα επόμενα χρόνια ο Κόντογλου θα μετακομίζει διαρκώς.[23]Φιλοξενείται σε σπίτια φίλων του,κυρίως στο Παγκράτι , για να καταλήξει σε ένα γκαράζ.[24]Την ίδια περίοδο δημοσιεύει κείμενά του στο περιοδικό Φιλολογική Κυριακή (1943)[25]και το 1944 στους Ορίζοντες και στα Γράμματα.[26]

Μετά την απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1948 αρχίζει να αρθρογραφεί στην εφημερίδα Ελευθερία μέχρι τον θάνατό του.[27] Στις 13 Σεπτεμβρίου 1963 τραυματίζεται με τη γυναίκα του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στη Βούλα.[28]Το 1959 έχει σύντομη συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, αλλά λόγω διαφωνίας του σχετικά με την ώρα μετάδοσης της εκπομπής του παραιτήθηκε.[29]

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1965 υποβλήθηκε σε εγχείρηση δυο λίθων από την κύστη. Τελικά πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 1965, έπειτα από μετεγχειρητική μόλυνση.[30] Τα οστά του μεταφέρθηκαν στο μοναστήρι της Νέας Μάκρης (Όρος Αμώμων)[31]

Οι πολιτικές πεποιθήσεις του Κόντογλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την μαρτυρία του Ασημάκη Πανσέληνου ο Κόντογλου, «[...] στην πολιτική το ίδιο ατζαμής, δημοκράτης, θεωρούσε τον εαυτό του κομμουνιστή παρόλες τις θεοκρατικές του αυταπάτες, και εύρισκε πως και τα δύο συμβιβάζονται και υποστήριζε πως ο ρούσσικος κομμουνισμός είναι έκφραση της χριστιανικής ψυχής των Ρώσων[...]». Το καλοκαίρι του 1945 στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα δημοσιεύθηκε κείμενο διαμαρτυρίας κατά των Δεξιών εξτρεμιστικών επιθέσεων σε βιβλιοπωλεία, θέατρα, εφημερίδες. Μεταξύ των διανοουμένων που υπογράφουν είναι και ο Κόντογλου.[32] Τέλος, δεν υπογράφει ο Κόντογλου τη Δήλωσιν Ελλήνων Επιστημόνων, Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών που δημοσιεύθηκε ως παράρτημα της Διακήρυξης της Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων το 1946.[33]

Το ζωγραφικό έργο του Κόντογλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος της μονοχρωμίας 1910-1925[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια δεν έχουν εκδηλωθεί ερεθίσματα από τη βυζαντινή ζωγραφική.[34] Η πρώτη χρονολογημένη ζωγραφιά του ανάγεται στα 1912 (τίτλος: Αγία Παρασκευή) όταν ήταν δεκαεπτά ετών και ίσως παλιότερη να είναι η Καθιστή γριά γύρω στα 1910 όταν ήταν δεκαπέντε ετών.[35]Στην περίοδο φοίτησής του στη Σχολή Καλών Τεχνών έρχεται σε επαφή με το κλίμα της Σχολής του Μονάχου και το γεγονός πως είχε καταρτίσει συλλογή με έργα από γερμανικές καλλιτεχνικές εκδόσεις των Γύζη, Λέμπαχ, Μπίκλιν,Στουκ, Κλίνγκεργκ, φανερώνει την μη απόρριψη της ακαδημαϊκής ζωγραφικής εκ μέρους του. Η περίοδος εργασίας του στο φωτογραφείο επηρεάζουν την τεχνοτροπία των έργων του: μαλακοί σκιοφωτισμοί,ασπρόμαυρο μαλακό πλάσιμο (Η Ολλαντέζικη πίπα, 1918, προσωπογραφία Ευστράτιο Αγγελέλη-1938)[36] Στην περίοδο οπότε βρίσκεται στο Παρίσι περιορίζεται στην εικονογράφηση βιβλίων και περιοδικών. Όταν επιστρέφει στο Αϊβαλί και μετά πρόσφυγας στην Ελλάδα, θεματικά ασχολείται με προσωπογραφίες (όπως των λογοτεχνών Βάσου Δασκαλάκη, Δημοσθένη Βουτυρά, Μάρκο Αυγέρη, Νίκο Βέλμο, Μένο Φιλήντα) και το Άγιον Όρος και τοπία. Η τεχνοτροπία του είναι ασπρόμαυρη. Το 1923 επισκέπτεται το Άγιον Όρος που ως χώρος καλλιτεχνικής έκφρασης επηρέασε βαθύτατα τον Κόντογλου. [37]Στη διετία 1923-24 ζωγραφίζει ελάχιστα έργα με χρώμα: πορτραίτα (ο λογοτέχνης Στρατής Δούκας) και μια θρησκευτική σύνθεση, τη Βάπτιση, που αν η χρονολογία του 1923 είναι ακριβής, τότε πρόκειται για την πρώτη εικόνα του Κόντογλου.[38]

Η περίοδος της βυζαντινής χρωματουργίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1926 ξεκινά συστηματικότερα τη χρήση χρωμάτων -εκτός από την εικονογράφηση βιβλίων όπου συνεχίζει την ασπρόμαυρη τεχνική- ενώ υιοθετώντας την τεχνική και τεχνοτροπία της βυζαντινής και μεταβυζαντινής παράδοσης και της λαϊκής τέχνης ζωγραφίζει κοσμικά θέματα.[39] Την περίοδο αυτή εικονογραφεί τη βιογραφία του Παύλου Μελά που συνέγραψε η Ναταλία Μελά και τα Παραμύθια-Εκλογή του Γεώργιου Μέγα. Επίσης φιλοτεχνεί τον τίτλο και τα κοσμήματα της Νέας Εστίας που τότε είχε πρωτοκυκλοφορήσει.[40] Τον περίοδο αυτή διακοσμεί τον Μητροπολιτικό ναό της Κιμώλου αποτελώντας τις πρώτες εικόνες για εκκλησία.[41] Από το 1926 και μετά οικειώνεται τις μορφές της λαϊκής τέχνης: στην αντίληψη της φόρμας και σε ορισμένες λεπτομέρειες (απεικόνιση προσωποποιημένου ήλιου και φεγγαριού),(εικονογράφηση βιβλίου Παραμυθιών Μέγα).Δεν έκριβε τη συμπάθειά του για τον Καραγκιόζη και τον Θεόφιλο θεματολογικές επιδράσεις του δέυτερου έχουμε στην απεικόνιση του Ανδρούτσου στο Δημαρχείο Αθηναίων, ή σε εικονογραφήσεις βιβλίων.[42]

Η δημιουργική δεκαετία 1930-1940[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1931 συνοδεύει τον αρχαιολόγο Αδαμάντιο Αδαμαντίου στη Σπάρτη και έρχεται έτσι σε επαφή με τη ρωμαϊκή ζωγραφική εμπλουτίζοντας τη θεματολογία του τόσο στους φορητούς πίνακες όσο και στο μνημειακό έργο του.[43]. Το 1932 τοιχογραφεί το σπίτι του οργανώνοντας τις τοιχογραφίες κατά τη διάταξη των μεταβυζαντινών εκκλησιών ζωγραφίζοντας τον τοίχο από την οροφή μέχρι το δάπεδο και χωρίζοντάς το με κόκκινες ταινίες σε τέσσερις άνισες ζώνες.[44] Την ίδια περίοδο αναλαμβάνει να ζωγραφίσει ένα σύνολο εικόνων για το επιστύλιο της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Μοναστηράκι, και σχεδιάζει παράσταση του Αγίου Διονυσίου Αεροπαγίτη για την ψηφοθέτησή του στον ομώνυνο ναό της Αθήνας. Συνθέτει προσωπογραφίες (Πρεβελάκης, Εγγονόπουλος) και ξένες-Αιγυπτιακές προσωπικότητες.[45] Το 1935 ιστορεί για πρώτη φορά εκκλησία, το παρεκκλήσιο της Αγίας Λουκίας στο Ρίο Πατρών και διακοσμεί το τέμπλο του παρεκκλησίου της Αγίας Αικατερίνης στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού-το πρώτο τέμπλο που αναλάμβανε στην Αθήνα. Το πρώτο τέμπλο εκτός Ελλάδος το πραγματοποιεί στην Ηλιούπολη του Καΐρου στο παρεκκλήσιο του Σπετσαροπόυλειου Ορφανοτροφείου.[46] Την περίοδο αυτή το ταξίδι του στην Αίγυπτο τον φέρνει σε επαφή με τα Fayum κι αυτό αποτυπώνεται μορφολογικά σε σειρά γυναικείων πορτρέτων της περίόδου (Μαρία Κόντογλου-1945,προσωπογραφία γυναίκας-1945 και Κεφαλή γυναίκας 1951), αλλά και σε προσωπογραφίες αγών σε στηθάρια (Παρεκκλήσι Πεσμαζόγλου, Ζωοδόχος Πηγή Παιανίας εικ.Αγίας Αικατερίνης)[47]

Τα χρόνια της μεγάλης παραγωγής στην εκκλησιαστική ζωγραφική 1950-1960[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδιαίτερα γόνιμη χαρακτηρίζεται η τελευταία περίοδος της καλλιτεχνικής ζωής του: τα έργα της μνημειακής και φορητής εκκλησιαστικής ζωγραφικής του υπερτερούν αριθμητικά της κοσμικής ζωγραφικής του. Έτσι ζωγραφίζει ενοριακές εκκλησίες, ιδιωτικά παρεκκλήσια και μεγάλο αριθμό φορητών εικόνων: Ζωοδόχος Πηγή Παιανίας, παρεκκλήσιο Αγίου Γεωργίου στον Άγιο Κωνσταντίνο Ομονοίας και Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω, Άγιος Ανδρέας Κάτω Πατησίων, Καπνικαρέα, Άγιος Ευθύμιος Κερατσινίου, Άγιος Χαράλαμπος στο Πολύγωνο, Άγιος Γεώργιος Κυψέλης .Αλλά και εικόνες για τέμπλα εκκλησιών σε Ελλάδα (Άνδρος, Ρόδος) και Αμερική ([48]

Η τελευταία πενταετία της ζωής του: 1960-1965[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνεχίζει και ολοκληρώνει την περίοδο αυτή την ιστόρηση του Αγίου Νικολάου Αχαρνών. Ζωγραφίζει ιδιωτικά παρεκκλήσια όπως της οικογένειας Πατέρα στο Ψυχικό, της οικογένειας Καμπάνη στο Πικέρμι και της οικογένειας Γουλανδρή στην Εκάλη. Επίσης του Αγίου Γεωργίου Πλουκλινικής Αθηνών.[49]

Συγγραφικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το συγγραφικό έργο του διακρίνεται σύμφωνα με τον Γιώργο Παγάνο, σε α) λογοτεχνικό (πρωτότυπα έργα, ταξιδιωτικά, θαλασσινές ιστορίες, λυρικές περιγραφές) β) διασκευές θαλασσινών ιστοριών από την εποχή των Ανακαλύψεων και μετά γ)βιογραφίες ιστορικών προσώπων, οσίων και αγίων της Εκκλησίας δ)άρθρα ή δοκίμια για την παράδοση και τις αξίες της , τη βυζαντινή τέχνη, πολεμικά κατά του καθολικισμού και των ευρωπαϊκών προτύπων και ε)ποικίλα θρησκευτικά κείμενα προς οικοδόμησιν των πιστών.[50]

Λογοτεχνικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1918 γράφει στο Παρίσι το ρομάντζο, όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε Petro Cazas και το τυπώνει στο Αϊβαλί το 1920.[51] Με το δεύτερό του έργο Βασάντα, που περιέχει και μεταφράσεις αρχίζει να εδραιώνεται ως ένας ιδιότυπος πεζογράφος. Ο τόνος της αφήγησης ρεπορταζικός και περιγραφικός. Τα δύο πρώτα του έργα του κινούνται σε καθαρά λογοτεχνικούς χώρους κάτι που στα επόμενα χρόνια και στα επόμενα έργα του θα αρχίσει να αγγίζει άλλα πεδία της πεζογραφίας ο Κόντογλου.[52]Το 1925 στο περιοδικό που εκδίδει δημοσιεύει το διήγημα Το μυαλό μου ταξιδεύει (1925)[53]Η πρώιμη αυτή πεζογραφία του δεν σχετίζεται με το παρελθόν και το παρόν της σύγχρονής του ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας,πλην ενός διηγήματος της συλλογής Βασάντα κι αυτό εμμέσως.[54]

Το 1934 το περιοδικό Ο Κύκλος τον συμπεριλαμβάνει σε μια ανθολογία πεζογράφων-σε αυτούς που θεωρεί ως καλύτερους της εποχής.[55]Περιλαμβάνεται και στην ανθολόγηση του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου (Ανήσυχα χρόνια)[56]Γενικά τη δεκαετία του 30' κι ενώ βγάινουν τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα των μεσοπολεμικών πεζογράφων,η παρουσία του Κόντογλου είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Αντίθετα τη δεκαετία του 40' είναι η πιο δημιουργική στο συγγραφικό του έργο. Έχουμε τότε τους περισσότερους τίτλους βιβλίων ποικίλου περιεχομένου με έμφαση τα θρησκευτικά κείμενα.[57]

Στην Κατοχή με το Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι προστρέχει σε πρόσωπα φανταστικά ή υπαρκτά με έντονη τη νοσταλγική του διάθεση.[58] Ένα από τα κεντρικά θέματα της πεζογραφίας του, αν όχι το κεντρικότερο, είναι ο Ελληνισμός πριν απολέσει την επαφή του με τον Τούρκο, ή στο τέλος της Τουρκοκρατίας.[59]

Μεταφραστικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1921 στο περιοδικό Ο Λόγος δημοσιεύει μετάφραση αποσπασμάτων από τον Ροβινσώνα Κρούσο[60] Μεταφράζει στα Ελληνικά Γράμματα τα Παλιά Ιταλικά Παραμύθια (1927) μαζί με τον Τζούλιο Καΐμη, επίσης Το Μιλιούνι ή τα ταξίδια του Μάρκου Πόλο[61] Το 1948 μεταφράζει στη Νέα Εστία τις Σκέψεις του Βλάση Πασκάλ εξελληνίζοντας τον τίτλο σε Ρητά και λογισμοί[62]

Το στίγμα του έργου του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πνευματικό δρομολόγιό του, όπως και άλλων εκπροσώπων της Γενιάς του Τριάντα ήταν Τουρκία-Γαλλία-Ελλάδα.[63]

Αντιδρώντας στον εκδυτικισμό αγωνίστηκε για την επαναφορά της παραδοσιακής αγιογραφίας: μαζί με τον Κωστή Μπαστιά και τον Βασίλη Μουστάκη κυκλοφόρησαν το περιοδικό ΄΄Κιβωτός΄΄, όπου με άρθρα και φωτογραφικό υλικό ενίσχυαν τον αγώνα του Κόντογλου. Mια τέτοια προσπάθεια περιέκλειε και κάποια μειονεκτήματα: ο Κόντογλου κουβαλούσε από την περίοδο της μαθητείας του στο Παρίσι την αγάπη των Εμπρεσιονιστών για τις πρωτόγονες τέχνες και επιστρέφοντας στην Ελλάδα μελέτησε και αντέγραψε τα έργα της βυζαντινής ζωγραφικής με τέτοια κριτήρια. Έτσι η βυζαντινή εικόνα έπρεπε να είναι καθαρή και ανόθευτη από κάθε άλλη επίδραση. Ένα πνεύμα στρατεύσεως θα χαρακτηρίσει την δημιουργία του, καθώς «ο ίδιος μετά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο θα γράψει πως αποφασίζει να αφιερώσει το τάλαντό του στο Χριστό», κάτι που απουσίαζε στους πρώτους Χριστιανούς και τους Βυζαντινούς. Γι΄αυτό και η ποιοτική διαφορά ανάμεσα στον προπολεμικό και τον μεταπολεμικό Κόντογλου.[64] Πριν τον πόλεμο θα εισηγηθεί στον Αναστάσιο Ορλάνδο, Διευθυντή της Υπηρεσίας αναστηλώσεως και συντηρήσεως αρχαίων και Βυζαντινών μνημείων του Υπουργείου Παιδείας, οι εκκλησίες να χτίζονται και να διακοσμούνται με τοιχογραφίες βυζαντινότροπες[65]

Θα διεκδικήσει με ανάλογο πείσμα την ελληνική ιθαγένεια και στο πεζογραφικό του έργο, «αγγίζοντας τον βυζαντινό αντiφραγκισμό»[66]

Γνωρίσματα της ζωγραφικής του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κόντογλου δεν κάνει κάτι περισσότερο από από ό,τι έκαναν οι κλασικιστές, οι ναζαρηνοί,οι νεογοτθιστές, οι νεορομαντικοί που σε όλν τον 19ο αιώνα καλλιεργούσαν τα διάφορα ιστορικά στυλ. Και στην Ελλάδα του ύστερου 19ου αιώνα στα πλαίσια του κλασικισμού καλλιεργήθηκε ένας ιδιότυπος βυζαντινισμός και ο Κόντογλου θα μεταχειριστεί ένα ιδιότυπο λαϊκοβυζαντινό στυλ ελεύθερα.[67] Η τέχνη του Κόντογλου χαρακτηρίζεται από εικονιστική παραμόρφωση, έλλειψη προοπτικής, αντιρρεαλιστικά χρώματα, αφαιρετικότητα. Μορφολογικά αλλά και ως προς την εσωτερική έκφραση θυμίζουν πίνακες του ευρωπαϊκού εξπρεσιονισμού.[68]Ο Κόντογλου καταργεί την προοπτική υπό την επίδραση της πριμιτιβιστικής τέχνης.[69] Ο Κόντογλου θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί σαν ένας από τους τελευταίους υστεροβυζαντινούς ζωγράφους. Όμως δεν έχει μεγάλη σχέση μεταξύ τους ακόμα και αν τους ακολουθεί σε ορισμένα παραδοσιακά σημεία ο προγραμματισμός της δουλειάς του φανερώνει ένα ακαδημαϊσμό.[70]

Γνωρίσματα της λογοτεχνίας του Κόντογλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνδυάζει στοιχεία από τον κόσμο των παραισθήσεων τουΈντγκαρ Άλλαν Πόε και τον κόσμο των βίων των αγίων, την αφηγηματική απλότητα του Ντάνιελ Ντεφόε,και τις ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας και όλα αυτά συνέθεταν ένα ύφος naif με καθαρά προσωπικό περιεχόμενο. Οι ήρωές του σαν τους απλούς βιβλικούς ανθρώπους της ανατολής ή σαν τον bon sauvage του αγριανθρώπου των μακρινών αποικιών που που λόγω της απομόνωσής του αυτής από τον δυτικό πολιτισμό παρέμεινε καλός και αγαθός.[71]Μεταφράζει αποσπάσματα από τον Ροβινσώνα Κρούσο και καμαρώνει για την απλότητα του ύφους του Ντάνιελ Ντεφόε και ταυτίζει τον εαυτό του με τον ήρωα του έργου[72]Επιδιώκει μια επιστροφή στην παρθενία-κάτι που δεν είναι καθόλου άσχετο με με την γενικότερη απώλεια εμπιστοσύνης στο δυτικό πολιτισμό-συνεπεία του μηχανοποιημένου πολέμου του 1914-1918.[73] Στη λογοτεχνία η ακτινοβολία του μάλλον ήταν πιο περιορισμένη σε σχέση με εκείνη της ζωγραφικής του: όπως επισημαίνει ο Λίνος Πολίτης, «Έμεινε σφιχτά προσκολλημένος στο ίδιο ύφος, χωρίς καμία εσωτερική ανανέωση, και τα πολλαπλά δημοσιεύματά επαναλαμβάνουν τα ίδια μοτίβα, ενώ η γλώσσα και το ύφος -που είχαν αναβρύσει τόσο αυθόρμητα και γνήσια στην αρχή- στεγνώνουν αργότερα σε κάποια μανιέρα, κάποτε και με μια δυσάρεστη αναβίωση αρχαϊσμών και καθαρεύουσας»[74] Γενικά ο Κόντογλου δεν άφησε μεγάλα συνθετικά έργα, όπως μυθιστορήματα και εκτός από λίγες εξαιρέσεις, ούτε καν νουβέλες και διηγήματα. Δεν υπάρχει έτσι στο έργο του η εντυπωσιακή μυθοπλασία και σκηνοθεσία με περίτεχνη πλοκή. Το λογοτεχνικό του έργο κατέχει περιορισμένη έκταση στο σύνολο της συγγραφικής του παραγωγής, ενώ το πρωτότυπο λογοτεχνικό είναι μικρό τμήμα του πρώτου. Σε μια εποχή που ο μύθος κυριαρχεί στην ελληνική πεζογραφία εκείνος αποστασιοποιείται. Δεν συναντάμε στα κείμενά του το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο όπως συμβαίνει στα μυθιστορήματα της εποχής του. Απουσιάζει το επικαιρικό , τα μεγάλα ανθρώπινα πάθη, οι συγκρούσεις και οι δραματικές καταστάσεις. Η λογοτεχνία του συνιστά μια ποιητική ουτοπία μια εκτός τόπου και χρόνου λειτουργία της νοσταλγίας.[75]

Η γλώσσα του λογοτεχνικού έργου του Κόντογλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γλώσσα του είναι μια λαϊκίζουσα ιδιόλεκτος με πολλά ιδιώματα της πατρίδας του στο τυπικό και στο λεξιλόγιο. Επηρεασμένος από το πνεύμα του δημοτικισμού των αρχών του αιώνα αποφεύγει λόγιες εκφράσεις και στο τυπικό του είναι εμφανείς κάποιοι ψυχαρισμοί (φχαρίστηση, ντυμασία .Μιστοκλής, Βριπίδης κλπ). Η λαϊκή γλώσσα του δεν είναι προϊόν αισθητικής προτίμησης, αλλά κρίνεται και ως κατάλληλη γλωσσική μορφή κατήχησης γαι να επικοινώνήσει με το μεγάλο πλήθος.[76]

Το ύφος της γραφής του Κόντογλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ύφος του είναι ιδιότυπο, απλοϊκό και αφελές, «ένα ύφος ανατολίτη παραμυθά».Υπερέχει ο παρατακτικός λόγος, με ρυθμό που θυμίζει λαϊκές αφηγήσεις,παραμύθια και αινίγματα.[77]

Οι ήρωές του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες των έργων του παρουσιάζονται στατικοί: στην ακμή της ζωής τους, με διαμορφωμένη την προσωπικότητά τους,έχοντας χαράξει πορεία, από την οποία δεν παρεκκλίνουν.[78]

Η πρόσληψη του Κόντογλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κόντογλου έχει αντιμετωπισθεί λιγότερο ως λογοτέχνης και πιο πολύ ως «πνευματικός καθοδηγητής, ομολογητής της πίστεως ,ιδεολογικός ταγός, αρχηγός της ελληνορθόδοξης παράταξης»[79] Ο Κόντογλου έχει επίσης ταυτιστεί με την εκκλησιαστική ζωγραφική (του) γεγονός που οφείλεται και στο ότι μεγάλο μέρος της πριν από τον πόλεμο δημιουργίας του χάθηκε ή έμεινε κρυμμένο και ξεχασμένο σε συλλογές και σπίτια φίλων της νεότητάς του.[80]Έτσι σε έκθεση που πραγματοποιήθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη με θέμα Οι μεταμορφώσεις του μοντέρνου δεν συμπεριλαμβάνονταν έργα του-παράλειψη συνειδητή που υπογράμμιζε την ιδιότητά του ως ζωγράφου εκκλησιαστικού.[81]

Επιδράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κόντογλου «είναι ίσως από τους νεοέλληνες καλλιτέχνες ο μόνος που είχε τόσους μαθητές χωρίς να είναι καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών ή έστω να έχει ιδρύσει κάποια ιδιωτική σχολή ή Φροντιστήριο». Οι Γιάννης Τσαρούχης,οι δυο τους είναι μαζί από το 1929 έως το 1934[82] και Νίκος Εγγονόπουλος [83]είναι οι παλιότεροι και κορυφαίοι ζωγράφοι της μεταπολεμικής περιόδου. Άλλοι άμεσοι μαθητές του είναι οι Κ. Γεωργακόπουλος, Σπ. Παπανικολάου, Π. Βαμπούλης, ο Γ. Χοχλιδάκης. Πολυάριθμοι είναι και οι έμμεσοι μαθητές του μέσω της Εκφράσεως, όπως ο Ράλλης Κοψίδης και Κ. Ξυνόπουλος. Στη νεώτερη γενιά των έμμεσων μαθητών του ανήκουν οι Γιάννης Μητράκας, ο πατήρ Σταμάτιος Σκλήρης και ο Γιάννης Κόρδης.[84] Και το λογοτεχνικό του έργο ασκεί ανάλογη επιρροή, όπως στον Παντελή Πρεβελάκη (Χρονικό μιας Πολιτείας),[85]τον Ηλία Βενέζη ως προς την λυρικίζουσα αφήγησή του[86]

Αποτίμηση της προσφοράς του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε σχέση με την λαϊκή τέχνη η προσφορά του Κόντογλου εντοπίζεται «στην όχι πλέον μουσειακή αντιμετώπιση, αλλά στην ένταξη μορφών της λαϊκής τέχνης ή διδαγμάτων της λαϊκής ζωγραφικής στη σύγχρονη δημιουργία»[87] Ως προς το αγιογραφικό έργο του συνέβαλε στην ανανέωση της θρησκευτικής εικονογραφίας, στον εμπλουτισμό των εκκλησιών με έργα νέας αντίληψης.[88] Επίσης επιχείρησε να ξαναζωντανέψει την ιστόρηση χειρογράφων με το έργο του Αστρολάβος[89] Ο ρόλος του στη μεσοπολεμική πεζογραφία δεν είναι επίσης μικρός, καθώς ήταν «φορέας μιας ιδιότυπης γραφής και [..] εκφραστής ενός περιβάλλοντος όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας δεν είναι διακριτά»[90] Ο Κόντογλου συμβάλει σε σημαντικό βαθμό στη διατήρηση ενός ξεχασμένου σήμερα πλέον λεξιλογίου θαλασσινών λέξεων και ναυτικών όρων, από τις οποίες βρίθουν τα έργα του.[91] Ο Κόντογλου επίσης συμβάλει, σύμφωνα με τον Γιανναρά, «στην ενεργοποίηση της ελληνικής και ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας» και στην «αφύπνιση της ανυποψίαστης ελλαδικής διανόησης,αλλά και ευρύτερα της ελλαδικής κοινής γνώμης , στην αισθητική τουλάχιστον αξία και δυναμική της βυζαντινής εκκλησιαστικής παράδοσης»[92]

Τιμητικές διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1948 έλαβε το β' βραβείο θρησκευτικής ζωγραφικής στα πλαίσια της Πανελλήνιας Καλλιτεχνικής Έκθεσης στο Ζάππειο[93] Το 1960 του απονέμεται ο Ταξιάρχης του Φοίνικος. [94]Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1961 για το βιβλίο Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας, με το Βραβείο «Πουρφίνα» της Ομάδας των Δώδεκα (1963) για το βιβλίο Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου και με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.[95]

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θησαυρισμένο συγγραφικό έργο του Κόντογλου εκτείνεται σε 11 τόμους ενώ οι πληροφορίες μιλάνε για μεγάλο αθησαύριστο έργο διάσπαρτο σε διάφορα έντυπα ή φυλαγμένο σε αρχεία. Επίσης πολύ σημαντικό είναι και το αρχείο της αλληλογραφίας του. Η κατάσταση δυσχερένεται και από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Κόντογλου δεν κρατούσε βιβλιογραφικό αρχείο των δημοσιεύσεών του.[96] [97][98]

  • Pedro Cazas (Παρίσι 1920[99])-Αϊβαλί τυπογραφείο Κυδωνιακού Αστέρα /εκδ.οίκος Χ Γανιάρη και Σία, Αθήναι, χ.χ.ε. [1922]
  • Βιβλία του Βέγα. Φ. Κόντογλου: Βεσάντα. Με ζωγραφιές και με πλουμίδια απ'το χέρι το συγγραφέα, εκδ.Χρ. Γιανιάρης,χ.χ.ε., [1923]
  • Η τέχνη του Άθω. Αντιγραφή και ανασυγκρότηση Φώτη Κόντογλου, εκδ.Χρ. Γάνιαρης, χ.χ.ε., [1923]
  • Ταξείδια σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Ανατολής, περιγραφικά του τί ακούμε από τα χρόνια των Βυζαντινών, των Φράγκων, των Βενετσάνων και των Τούρκων, Αθήνα, 1928.
  • F. Contoglou, Icons et Fresques d' Art Byzantin, Athenes, 1932
  • [Με τη συνεργασία του Ανδρέα Ξυγγόπουλου], Τοιχογραφίαι εκκλησιών του Υμηττού. Μοναί Θεολόγου και Καισαριανής,εκδ.Ανωνύμου ΕταιρείαςΕλληνικές Τέχνες, Αθήναι 1933
  • Ο Αστρολάβος.Βιβλίο παράξενο γραμμένο από το Φώτη Κόντογλου,Κέρκυρα 1935 [Αθήνα, 1934-στο εσώφυλλο].[100]
  • Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι,εκδ.Αετός, 1942
  • Ὁ θεός Κόνανος καί τό μοναστῆρι του τό λεγόμενο καταβύθιση, εκδ. Σ. Νικολόπουλος, Αθήναι 1943.
  • Ἱστορίες καί περιστατικά κι' ἄλλα γραψίματα λογῆς λογῆς, Νικολόπουλου, 1944.
  • Ὁ κουρσάρος Πέδρο Καζᾶς, Γλάρος, 1944[101]
  • Ιστορία ενός καραβιού που χάθηκε απάνου σε μια ξέρα, εκδ,Πήγασου, Αθήναι 1944
  • Ἓλληνας θαλασσινός στίς θάλασσες τῆς νοτιᾶς, Γλάρος, 1944.
  • Η Αφρική και οι θάλασσες της Νοτιάς, Γλάρος, 1944.
  • Ο μυστικός κήπος,εκδ.Αστήρ,1944
  • Οἱ ἀρχαῖοι ἄνθρωποι τῆς Ἀνατολῆς: Ἱστορία ἀληθινή, Νικολόπουλος, 1945.
  • Βίος και άσκησις του οσίου πατρός ημών Αγίου Μάρκου του αναχωρητού του εξ Αθηνών [1947]
  • Βίος και πολιτεία του Βλασίου Πασκάλ του διά Χριστόν σαλού,εκδ.Ι.Κολλάρος και σία,Αθήναι 1947
  • Άνθος, ήγουν λόγια ανθολογημένα από τους πατέρας υπό Φ.Κόντογλου, εκδ.Ελληνική Δημιουργία, 1949
  • Ἡμερολόγιον παιδικόν τοῦ 1949, Ἀποστολική Διακονία, 1949
  • Η λειτουργική τέχνη ή βυζαντινή ζωγραφική, Αθήνα 1956
  • Η Αγιασμένη Ελλάδα,Αθήναι 1957-ανάτυπο από τα Δίπτυχα της Ορθοδοξίας.
  • Όρη Άγια,Αθήναι 1958
  • Βίβλος καλούμενη Έκφρασις τομ.α,β, εκδ.Αστήρ-Παπαδημητρίου,Αθήναι 1960[102]
  • Η απελπισία του θανάτου εις την θρησκευτικήν ζωγραφικήν της Δύσεως και η ειρηνόχυτος και πλήρης ελπίδος ορθόδοξος εικονογραφία,Αθήναι 1961
  • Έργα Α΄.Το Αϊβαλί η πατρίδα.,εκδ.Αστήρ-Παπαδημητρίου, Αθήναι 1962
  • Έργα Β'. Αδάμαστες ψυχές., εκδ.Αστήρ-Παπαδημητρίου, Αθήναι 1962
  • Η εν Χριστώ θαυμαστή μεταμόρφωσις της Αικατερίνης Λύτρα,Αθήναι 1962
  • Έργα Γ'.Η πονεμένη Ρωμιοσύνη, εκδ.Αστήρ-Παπαδημητρίου, Αθήναι 1963
  • Τι είναι η Ορθοδοξία και τι είναι ο Παπισμός. Απλαί και ταπειναί σκέψεις ένός πιστού τέκνου της Μίας, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, Αθήναι, 1964 (α΄εκδ και β'εκδ με προσθήκη προλόγου και επιλόγου)
  • Έργα Δ'., Γιαβάς ο θαλασσινό και άλλες ιστορίες, εκδ.Αστήρ-Παπαδημητρίου, 1965
  • Ο Παπά-Νικόλας Πλανάς,εκδ,Αστήρ-Παπαδημητρίου, 1965
  • Έργα Ε', Πέδρο Καζάς-Βασάντα και άλλες ιστορίες,εκδ.Αστήρ-Παπαδημητρίου,1967
  • Ο Καστρολόος,εκδ.Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα,1987 (β εκδ) [1977]
  • Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου, Παπαδημητρίου, 2000.
  • Παναγία και Υπεραγία: Η μετά τόκον παρθένος και μετά θάνατον ζώσα, Αρμός, 2000.
  • Γίγαντες ταπεινοί,επιλογή από άρθρα για αγίους δημοσιευμένα στις εφημερίδες, Ακρίτας, 1991.
  • Το ασάλευτο θεμέλιο, επιμέλεια Κώστας Σαρδελής, Ακρίτας, 2000.
  • Μικρό Εορταστικό, Ακρίτας, 1985.
  • Ανέστη Χριστός: Η δοκιμασία του λογικού, Αρμός, 2001
  • Μυστικά άνθη: Ήγουν: Κείμενα γύρω από τις αθάνατες αξίες της ορθόδοξης ζωής, Παπαδημητρίου, 2001
  • Χριστού γέννησις: Το φοβερόν μυστήριον, Αρμός, 2001
  • Για να πάρουμε μια ιδέα περί ζωγραφικής, Αθήνα : Αρμός, 2002.
  • Σκληρό τάμα, εικονογράφηση Γιώργου Κόρδη, Αρμός, 2003.
  • Το πάρσιμο της Πόλης, εικονογράφηση Σταμάτης Μπονάτσος, Ακρίτας, 2003.
  • Ταξιδευτές κι ονειροπόλοι, επιμέλεια Νίκος Αγνάντος, Ακρίτας, 2005.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Οι χρονολογίες γέννησής τους κυμαίνονται από το 1892 έως το 1897 στα διάφορα βιογραφικά σημειώματα που δίνει ο ίδιος αλλά και άλλοι που έγραψαν γι' αυτό. Το 1895 το δηλώνει ο ίδιος σε αυτόγραφο σημείωμά του. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ. 15
  2. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ. 15-16
  3. Βιοεργογραφικό σημείωμα στο: Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου, Αθήνα, 1978, σελ. 8
  4. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ. 16
  5. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.50
  6. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.50
  7. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.51
  8. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.51-52
  9. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.52
  10. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.18
  11. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τομ.Α, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2002,σελ. 102
  12. Βιοεργογραφικό σημείωμα στο: Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου, Αθήνα, 1978, σελ. 8
  13. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.44
  14. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τομ.Α, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2002, σελ. 209
  15. Ι.Μ.Χατζηφώτης, Φώτιος Κόντογλου. Η ζωή και το έργο του,εκδ. Γραμμή,Αθήνα, 1978, σελ. 213
  16. Νίκος Ζίας, «Κόντογλου Φώτης», Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών 16ος-20ος αι., τομ.2, εκδ. Μέλισσα, 1998, σελ.241
  17. Ι.Μ.Χατζηφώτης, Φώτιος Κόντογλου.Η ζωή και το έργο του,εκδ. Γραμμή,Αθήνα, 1978,σελ. 213
  18. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.48 Ι.Μ.Χατζηφώτης, Φώτιος Κόντογλου.Η ζωή και το έργο του,εκδ. Γραμμή,Αθήνα, 1978, σελ. 112
  19. Ι.Μ.Χατζηφώτης, Φώτιος Κόντογλου.Η ζωή και το έργο του,εκδ. Γραμμή,Αθήνα, 1978, σελ. 113
  20. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.55
  21. Δημήτρης Βλαχοδήμος, «Ο γλυκύτατος Κόντογλου (σκέψεις με αφορμή δύο κριτικά κείμενα)», Νέα Εστία, τχ. 1788, (Απρίλιος 2006), σελ.728 Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στους δύστηνους καιρούς (1941-1944), τομ.Γ, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2003, σελ.61
  22. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.57
  23. Ιωσήφ Βιβιλάκης, «Χρονολόγιο Φώτη Κόντογλου» στο: Ιωσήφ Βιβιλάκης επιμ., Φώτης Κόντογλους Εν εικόνι διαπορευόμενος-Εκατό χρόνια από την γέννηση και τριάντα από την κοίμησή του,εκδ.Ακρίτας, Αθήνα, 1995, σελ28
  24. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.20
  25. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στους δύστηνους καιρούς (1941-1944), τομ.Γ, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2003, σελ. 146, 149
  26. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στους δύστηνους καιρούς (1941-1944), τομ.Γ, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2003, σελ. 165,214
  27. Ιωσήφ Βιβιλάκης, «Χρονολόγιο Φώτη Κόντογλου» στο: Ιωσήφ Βιβιλάκης επιμ., Φώτης Κόντογλους Εν εικόνι διαπορευόμενος-Εκατό χρόνια από την γέννηση και τριάντα από την κοίμησή του,εκδ.Ακρίτας, Αθήνα, 1995, σελ.30
  28. Ιωσήφ Βιβιλάκης, «Χρονολόγιο Φώτη Κόντογλου» στο: Ιωσήφ Βιβιλάκης επιμ., Φώτης Κόντογλους Εν εικόνι διαπορευόμενος-Εκατό χρόνια από την γέννηση και τριάντα από την κοίμησή του,εκδ.Ακρίτας, Αθήνα, 1995, σελ.32
  29. Ι.Μ.Χατζηφώτης, Φώτιος Κόντογλου.Η ζωή και το έργο του,εκδ. Γραμμή,Αθήνα, 1978, σελ.79-80
  30. Στην κηδεία του,στο Α' Νεκροταφείο χωροστάτησε ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χρυσόστομος Β', ενώ επικήδειο εκφώνησε εκ μέρους της Ακαδημίας Αθηνών ο Ηλίας Βενέζης.Ι.Μ.Χατζηφώτης, Φώτιος Κόντογλου.Η ζωή και το έργο του,εκδ. Γραμμή,Αθήνα, 1978, σελ. 134-135
  31. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.56
  32. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του ετεροκαθοριζόμενου εμφυλίου πολέμου (1945-1949),τομ.Δ', εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2004, σελ.102
  33. Δημήτρης Βλαχοδήμος, «Ο γλυκύτατος Κόντογλου (σκέψεις με αφορμή δύο κριτικά κείμενα)», Νέα Εστία, τχ. 1788, (Απρίλιος 2006), σελ.730
  34. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.151
  35. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ. 28
  36. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.151-152
  37. Μιλτιάδης Παπανικολάου, Ιστορία της τέχνης στην Ελλάδα. Ζωγραφική και γλυπτική του 20ου αιώνα,εκδ.Αδάμ, 1999,σελ. 130
  38. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.35, 37
  39. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ. 39
  40. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.40, 42, 43
  41. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.44
  42. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.157
  43. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.53
  44. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.56-62
  45. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.62-66
  46. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.69-74
  47. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.158
  48. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.121-134
  49. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.140-143
  50. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.59
  51. Ι.Μ.Χατζηφώτης, Φώτιος Κόντογλου. Η ζωή και το έργο του,εκδ. Γραμμή,Αθήνα, 1978, σελ. 100
  52. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τομ.Α, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2002, σελ.48
  53. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τομ.Α, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2002, σελ.124
  54. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τομ.Α, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2002, σελ. 391
  55. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τομ.Α, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2002, σελ. 537
  56. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τομ.Β, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2002,σελ. 577
  57. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.55
  58. Mario Vitti,Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ.Οδυσσέας, Αθήνα, 1978, σελ. 370
  59. Mario Vitti,H γενιά του τριάντα.Ιδεολογία και μορφή, εκδ.Ερμής, Αθήνα, 1977, σελ. 352
  60. Mario Vitti,Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας,εκδ.Κέδρος, Αθήνα, 1991, σελ. 199, υποσ. 30
  61. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τομ.Α, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2002, σελ. 212
  62. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του ετεροκαθοριζόμενου εμφυλίου πολέμου (1945-1949),τομ.Δ', εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2004, σελ. 190
  63. Mario Vitti,H γενιά του τριάντα.Ιδεολογία και μορφή, εκδ.Ερμής, Αθήνα, 1977,σελ. 24,υποσ. 5.4
  64. π. Σταμάτης Σκλήρης, Φόβος και ελευθερία στο λειτούργημα της εικονογραφίας, Σύναξη, τ/χ.82,(Απρίλιος-Ιούνιος 2002),σελ.32
  65. Μανώλης Χατζηδάκης, ΄΄Η Βυζαντινή Αθήνα΄΄-συνέντευξη, Σύναξη, τ/χ.16,(Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1985),σελ.17
  66. Mario Vitti,H γενιά του τριάντα.Ιδεολογία και μορφή, εκδ.Ερμής, Αθήνα, 1977,σελ.201
  67. Στέλιος Λυδάκης, Η ιστορία της νεοελληνικής ζωγραφικής (16ος-20ος αιώνας), εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1976, σελ. 395
  68. Μιλτιάδης Παπανικολάου, Ιστορία της τέχνης στην Ελλάδα. Ζωγραφική και γλυπτική του 20ου αιώνα,εκδ.Αδάμ, 1999, σελ. 132
  69. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.69
  70. Στέλιος Λυδάκης, Η ιστορία της νεοελληνικής ζωγραφικής (16ος-20ος αιώνας), εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1976,σελ.396
  71. Mario Vitti,Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ.Οδυσσέας, Αθήνα, 1978,σελ. 334-335Mario Vitti,Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας,εκδ.Κέδρος, Αθήνα, 1991, σελ. 199
  72. Mario Vitti,Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας,εκδ.Κέδρος, Αθήνα, 1991, σελ. 199, υποσ. 30
  73. Henri Tonnet, Ιστορία του Ελληνικού μυθιστορήματος, μτφρ, Μαρίνα Καραμάνου, εκδ.Πατάκης, Αθήνα, 2010, σελ. 203
  74. Λίνος Πολίτης,Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2004, σελ. 303
  75. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.62-64
  76. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.72-73
  77. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.72
  78. Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Οι μάσκες του ρεαλισμού-Εκδοχές του νεοελληνικού αφηγηματικού λόγου,τομ.Β,εκδ.Καστανιώτη, Αθήνα, 2003, σελ.221
  79. Σταύρος Ζουμπουλάκης,«Η σημερινή εκδοτική εικόνα του Φώτη Κόντογλου, Νέα Εστία, τχ. 1783 (Νοέμβριος 2005), σελ.829
  80. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ. 27
  81. Νίκος Ζίας, «Φώτης Κόντογλου, ζωγράφος: τριάντα χρόνια μετά το θάνατό του», στο: Ιωσήφ Βιβιλάκης επιμ., Φώτης Κόντογλους Εν εικόνι διαπορευόμενος-Εκατό χρόνια από την γέννηση και τριάντα από την κοίμησή του,εκδ.Ακρίτας, Αθήνα, 1995, σελ.240
  82. Ο Τσαρούχης έλεγε χαρακτηριστικά πως καλογέρευε με τον Κόντογλου, Αλέξανδρος Ξύδης, Προτάσεις για την ιστορία της νεοελληνικής τέχνης. Α.Διαμόρφωση-εξέλιξη, τομ.Α, Αθήνα, 1976, σελ. 136-137
  83. Αλέξανδρος Ξύδης, Προτάσεις για την ιστορία της νεοελληνικής τέχνης. Α.Διαμόρφωση-εξέλιξη, τομ.Α, Αθήνα, 1976,σελ. 152
  84. Νίκος Ζίας, «Φώτης Κόντογλου, ζωγράφος: τριάντα χρόνια μετά το θάνατό του», στο: Ιωσήφ Βιβιλάκης επιμ., Φώτης Κόντογλους Εν εικόνι διαπορευόμενος-Εκατό χρόνια από την γέννηση και τριάντα από την κοίμησή του,εκδ.Ακρίτας, Αθήνα, 1995, σελ.244-245
  85. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τομ.Β, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2002, σελ. 676 Mario Vitti,Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ.Οδυσσέας, Αθήνα, 1978, σελ. 346
  86. Mario Vitti,Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ.Οδυσσέας, Αθήνα, 1978, σελ. 333
  87. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.40
  88. Μιλτιάδης Παπανικολάου, Ιστορία της τέχνης στην Ελλάδα. Ζωγραφική και γλυπτική του 20ου αιώνα,εκδ.Αδάμ, 1999, σελ. 131
  89. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.66-68
  90. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τομ.Β, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2002,σελ. 663
  91. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.73
  92. Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και δύση στη νεώτερη Ελλάδα,εκδ. Δόμος,Αθήνα, 1999, σελ. 416
  93. Αλέξανδρος Ξύδης, Προτάσεις για την ιστορία της νεοελληνικής τέχνης. Α.Διαμόρφωση-εξέλιξη, τομ.Α, Αθήνα, 1976, σελ.121, υποσ.4
  94. Ιωσήφ Βιβιλάκης, «Χρονολόγιο Φώτη Κόντογλου» στο: Ιωσήφ Βιβιλάκης επιμ., Φώτης Κόντογλους Εν εικόνι διαπορευόμενος-Εκατό χρόνια από την γέννηση και τριάντα από την κοίμησή του,εκδ.Ακρίτας, Αθήνα, 1995, σελ.32
  95. Ι.Μ.Χατζηφώτης, Φώτιος Κόντογλου.Η ζωή και το έργο του,εκδ. Γραμμή,Αθήνα, 1978, σελ. 133 Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.56
  96. Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.58
  97. Ο φιλόλογος Σταύρος Ζουμπουλάκης επισημαίνει την απογοητευτική κατάσταση που επικρατεί στην πλειονότητα των εκδόσεων των έργων του Κόντογλου (Ακρίτας, Αρμός και Παπαδημητρίου) καθώς δεν σημειώνεται στα περισσότερα από τα έργα του, ή συναγωγές άρθρων του η ημερομηνία της πρώτης τους δημοσίευσης γεγονός που δυσχεραίνει την μελέτη της εξέλιξης του έργου του. Σταύρος Ζουμπουλάκης,«Η σημερινή εκδοτική εικόνα του Φώτη Κόντογλου, Νέα Εστία, τχ. 1783 (Νοέμβριος 2005), σελ.825-829
  98. Λίστες με τα έργα του υπάρχουν πολλές,Θανάσης Νιάρχος, «Βιβλιογραφία Φώτη Κόντογλου», στο: Μνήμη Κόντογλου, εκδ.Αστήρ-Παπαδημητρίου,Αθήναι 1975, σελ.329-333 Ι.Μ.Χατζηφώτης, Φώτιος Κόντογλου.Η ζωή και το έργο του,εκδ. Γραμμή,Αθήνα, 1978, σελ.20-32
  99. το Παρίσι δηλώνει τον τόπο συγγραφής του Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τομ.Α, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2002, σελ. 47
  100. Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991, σελ.66-68
  101. Ο Μ. Καραγάτσης με αφορμή την επανέκδοσή του θα γράψει, «[...]είναι χρονολογικά το πρώτο βιβλίο της νέας πεζογραφίας[...]Μας φάνηκε σα να φυσούσε στη λογοτεχνία μας ένας άνεμος από τις μεγάλες θάλασσες»Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τομ.Α, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2002, σελ. 390 Ο Αιμίλιος Χουρμούζιος έγραψε, «[...]τα λάθη, αν υπάρχουν, λάθη που και που κάποιας αστάθειας ύφους, κάποιου βιασμού της πρωτοτυπίας για να γίνει πιο φανταχτερή [...]δεν είναι ούτε για να αναφέρονται[..]»Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στους δύστηνους καιρούς (1941-1944), τομ.Γ, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2003,σελ. 246-247 Ο 'Αλκης Θρύλος θα πει πως για το πρωτόλειο αυτό έργο του θα παραμείνει αξεπέραστος και είναι «το κορυφαίο του έργο»Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του ετεροκαθοριζόμενου εμφυλίου πολέμου (1945-1949),τομ.Δ', εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2004, σελ. 92
  102. Για το έργο αυτό σημείωνε σε βιβλιοκρισία του ο Μαρίνος Καλλιγάς, «[...]έρχεται να καλύψει ένα κενό της εποχής μας.[...]θα μπορούσε να αποτελέσει έναν κανόνα της σύγχρονης εικονογράφησης των εκκλησιών μας»Μαρίνος Καλλιγάς, «Έκφρασις της παντίμου Ορθοδόξου Αγιογραφίας. Το έργο του Κόντογλου ως κανών της εικονογραφήσεως των εκκλησιών μας», στο: του ιδίου, Τεχνοκριτικά 1937-1982,εκδ.Μουσείο Μπενάκη-Άγρα, Αθήνα, 2003, σελ.357-358

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γιώργος Παγάνος, «Φώτης Κόντογλου-Παρουσίαση ανθολόγηση»,Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939),τομ.Ε, εκδ.Σοκόλη, Αθήνα, 1992, σελ.48-79
  • Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τομ.Α, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2002
  • Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τομ.Β, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2002
  • Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στους δύστηνους καιρούς (1941-1944), τομ.Γ, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2003
  • Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του ετεροκαθοριζόμενου εμφυλίου πολέμου (1945-1949),τομ.Δ', εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2004
  • Λίνος Πολίτης,Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2004
  • Mario Vitti,Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ.Οδυσσέας, Αθήνα, 1978
  • Mario Vitti,H γενιά του τριάντα.Ιδεολογία και μορφή, εκδ.Ερμής, Αθήνα, 1977
  • Mario Vitti,Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας,εκδ.Κέδρος, Αθήνα, 1991
  • Henri Tonnet, Ιστορία του Ελληνικού μυθιστορήματος, μτφρ, Μαρίνα Καραμάνου, εκδ.Πατάκης, Αθήνα, 2010
  • Στέλιος Λυδάκης, Η ιστορία της νεοελληνικής ζωγραφικής (16ος-20ος αιώνας), εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1976
  • Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Οι μάσκες του ρεαλισμού-Εκδοχές του νεοελληνικού αφηγηματικού λόγου,τομ.Β,εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2003
  • Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και δύση στη νεώτερη Ελλάδα,εκδ. Δόμος,Αθήνα, 1999
  • π. Σταμάτης Σκλήρης, Φόβος και ελευθερία στο λειτούργημα της εικονογραφίας, Σύναξη, τ/χ.82,(Απρίλιος-Ιούνιος 2002),σελ.26-33,ιδ.31-32
  • Δημήτρης Βλαχοδήμος, «Ο γλυκύτατος Κόντογλου (σκέψεις με αφορμή δύο κριτικά κείμενα)», Νέα Εστία, τχ. 1788, (Απρίλιος 2006), σελ.719-731
  • Σταύρος Ζουμπουλάκης,«Η σημερινή εκδοτική εικόνα του Φώτη Κόντογλου, Νέα Εστία, τχ. 1783 (Νοέμβριος 2005), σελ.825-829
  • Νίκος Ζίας, «Κόντογλου Φώτης», Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών 16ος-20ος αι., τομ.2, εκδ. Μέλισσα, 1998, σελ.241-246
  • Νίκος Ζίας, Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1991
  • Νίκος Ζίας, «Φώτης Κόντογλου, ζωγράφος: τριάντα χρόνια μετά το θάνατό του», στο: Ιωσήφ Βιβιλάκης επιμ., Φώτης Κόντογλους Εν εικόνι διαπορευόμενος-Εκατό χρόνια από την γέννηση και τριάντα από την κοίμησή του,εκδ.Ακρίτας, Αθήνα, 1995, σελ.237-247
  • Ιωσήφ Βιβιλάκης, «Χρονολόγιο Φώτη Κόντογλου» στο: Ιωσήφ Βιβιλάκης επιμ., Φώτης Κόντογλους Εν εικόνι διαπορευόμενος-Εκατό χρόνια από την γέννηση και τριάντα από την κοίμησή του,εκδ.Ακρίτας, Αθήνα, 1995, σελ.19-33
  • Μιλτιάδης Παπανικολάου, Ιστορία της τέχνης στην Ελλάδα. Ζωγραφική και γλυπτική του 20ου αιώνα,εκδ.Αδάμ, 1999
  • Βιοεργογραφικό σημείωμα στο: Φώτης Κόντογλου, εκδ.Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου, Αθήνα, 1978
  • Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο: Φώτης Κόντογλου Ό,τι έκανα τόκανα στ΄όνομα της απλότητας, Αθήνα, 2015[χωρίς σελιδαρίθμιση]
  • Τώνης Σπητέρης, 3 αιώνες νεοελληνικής τέχνης: 1660-1967, τ.Β', Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα,1979
  • Αλέξανδρος Ξύδης, Προτάσεις για την ιστορία της νεοελληνικής τέχνης. Α.Διαμόρφωση-εξέλιξη, τομ.Α, Αθήνα, 1976
  • Ι.Μ.Χατζηφώτης, Φώτιος Κόντογλου.Η ζωή και το έργο του,εκδ. Γραμμή,Αθήνα, 1978
  • Μαρίνος Καλλιγάς, «Έκφρασις της παντίμου Ορθοδόξου Αγιογραφίας. Το έργο του Κόντογλου ως κανών της εικονογραφήσεως των εκκλησιών μας», στο: του ιδίου, Τεχνοκριτικά 1937-1982,εκδ.Μουσείο Μπενάκη-Άγρα, Αθήνα, 2003, σελ.355-360
  • Μαρίνος Καλλιγάς, «Φώτης Κόντογλου. Η προσφορά και η επίδραση του αγιογράφου και συγγραφέως -που πέθανε πριν από μέρες-πάνω στη νεοελληνική τέχνη», στο: του ιδίου, Τεχνοκριτικά 1937-1982,εκδ.Μουσείο Μπενάκη-Άγρα, Αθήνα, 2003, σελ.562-565
  • Θανάσης Νιάρχος, «Βιβλιογραφία Φώτη Κόντογλου», στο: Μνήμη Κόντογλου, εκδ.Αστήρ-Παπαδημητρίου,Αθήναι 1975, σελ.329-333

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μαρία Καζαμία-Τσέρνου, Ο Κόντογλου υπομνηματίζει τον Κόντογλου, Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής-τμ.Θεολογίας, Θεσσ/ίκης, τομ.15 (2005),σελ.65-118
  • Ιφιγένεια Μποτουροπούλου, «Ο Φώτης Κόντογλου μεταφραστής του Μολιέρου», Πρακτικά Β΄ Πανελληνίου Θεατρολογικού Συνεδρίου Σχέσεις του Νεοελληνικού Θεάτρου με το ευρωπαϊκό, περ. Παράβασις, 2004, σελ. 323-334
  • Μάνος Στεφανίδης, «Φώτης Κόντογλου. Ένας μη δυτικός μοντερνισμός.», στο: του ιδίου, Μικρή Πινακοθήκη.Πρόσωπα,κρίσεις και αξίες της νεοελληνικής τέχνης, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα, 2002, σελ.46-51
  • Νίκος Χατζηνικολάου, «Τέσσερις Έλληνες ζωγράφοι του 20ου αιώνα. Θεόφιλος,Κόντογλου, Γκίκας, Τσαρούχης», Ο Πολίτης,τχ.2 (1976), σελ.47-58
  • Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Η θεωρία και η πράξη της αφηγηματικής τέχνης του Φώτη Κόντογλου,εκδ.Καρδαμίτσας,Αθήνα,1986
  • Παναγιώτης Μαστροδημήτρης, «Το πεζογραφικό έργο του Φ.Κόντογλου», στο: Πέντε δοκίμια για τη νεοελληνική πεζογραφία,εκδ.Λύχνος, Αθήνα,1987, σελ.69-91
  • Ζυγός, τχ. 51-52 (Μάρτιος 1960) σελ.5-25 και νέα περίοδος αρ.31 (Σεπτ-Οκτ.1978), σελ.10-16
  • Νέα Εστία 1965,τομ. 78,τχ.914, σελ.1016-1031
  • Νέα Εστία, 1990, τχ.1515,σελ.1060-1102
  • Αιολικά Γράμματα, τχ.6 Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1971, σελ.481-592
  • Κριτικά Φύλλα,τχ. 22-23, Απρίλιος Μάιος 1975, σελ.113-274
  • Παράδοση, τχ, 21-22, Δ' Μάιος-Αύγουστος 1980, σελ.1-101
  • Διαβάζω, τχ.113, 27 Φεβρουαρίου 1985, σελ.10-58
  • Τετράδια Ευθύνης, τχ.23 1985,σελ.7-220

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νίκος Ζίας, Ο Φώτης Κόντογλου και η Νεοελληνική Ζωγραφική, [1]