Αστυπάλαια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αστυπάλαια
Αστυπάλαια
Γεωγραφία
Αρχιπέλαγος Αιγαίο Πέλαγος
Νησιωτικό σύμπλεγμα Δωδεκάνησα
Έκταση 96,9 km2
Υψόμετρο 482 m
Υψηλότερη κορυφή Βάρδια
Χώρα
Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου
Νομός Δωδεκανήσου
Πρωτεύουσα Αστυπάλαια (πόλη)
Δημογραφικά
Πληθυσμός 1.334 (απογραφής 2011)
Πυκνότητα 13,7 /km2
Πρόσθετες πληροφορίες
Ιστοσελίδα www.astypalaia.gr
Οικόσημο των Querini

H Αστυπάλαια (ή Αστροπαλιά) είναι νησί του Αιγαίου με 1.334 κατοίκους (απογραφή 2011). Η Αστυπάλαια ανήκει διοικητικά στα Δωδεκάνησα, αλλά γεωγραφικά και πολιτισμικά στέκει ανάμεσα στα Δωδεκάνησα και στις Κυκλάδες.

Όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά μία άποψη, το νησί ονομάστηκε έτσι (άστυ + παλαιός) από τους Δωριείς κατοίκους του, οι οποίοι βρήκαν στην περιοχή ίχνη παλαιότερου οικισμού των Φοινίκων, κατά τους ισχυρισμούς αρχαιολόγων.[εκκρεμεί παραπομπή] Το νησί απεκτησε και άλλα ονόματα, όπως ″Πύρρα″ ( για το ερυθρό χρώμα της γής ), ″Πυλαία″, ″Θεών Τράπεζα″ και ″Ιχθυόεσσα″.

Οι κάτοικοί της λέγονται Αστυπαλίτες ή Αστροπαλίτες.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την μυθολογία, η Αστυπάλαια και η Ευρώπη ήσαν κόρες του Φοίνικος και της Περιμήδης. Από την ένωση της Αστυπάλαιας με τον Ποσειδώνα γεννήθηκε ο Αργοναύτης Αγγαίος και ο βασιλιάς της Κω Ευρύπυλος.

Σύμφωνα με τον Στέφανο τον Βυζάντιο η Αστυπάλαια κατοικήθηκε αρχικά από Κάρες, που πρώτοι την ονόμασαν Πύρρα. Κατά τον Οβίδιο το νησί πέρασε από την κατοχή της Κρήτης, τον καιρό του Μίνωα, ενώ αργότερα εξελληνίστηκε από αποίκους που ήρθαν από τα Μέγαρα. Μεγαρείς αποίκους στην Αστυπάλαια, πατρίδα του ολυμπιονίκη Κλεομήδη, αναφέρει και ο Σκύμνος. Ακόμη, μια επιγραφή του Δ' π. Χ. αι. που βρέθηκε στο ασκληπιείο της Επιδαύρου αναφέρει τους πρώτους Αστυπαλίτες ως αργολικής καταγωγής.

Αρχαίοι Χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τους αρχαίους χρόνους πρέπει να παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή, όπως μαρτυρούν διάφορα ευρήματα, κυρίως νομίσματα, που βρέθηκαν στο νησί αλλά και οι συχνές αναφορές σε κείμενα αρχαίων συγγραφέων. Το όνομα της νήσου περιλαμβάνεται στις “Αναγραφές των φόρων” των Αθηναίων, ήταν επομένως φόρου υποτελής στην Αθήνα. Από τις ίδιες πηγές μαθαίνουμε ακόμη ότι υπήρχαν ιερά της Αθηνάς, του Δία, του Απόλλωνα, του Ασκληπιού, της Περσεφόνης και Αρτέμιδος, καθώς επίσης και Πρυτανείο, Θέατρο, Στοά και Αγορά. Επίσης από την Αστυπάλαια καταγόταν ο ιστορικός Ονησίκριτος που πήρε μέρος στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Κατά την ελληνιστική εποχή η Αστυπάλαια υπήρξε λιμάνι – σταθμός των Πτολεμαίων της Αιγύπτου και υποστηρίζεται ότι αυτή την περίοδο ιδρύεται στο νησί νομισματοκοπείο , ενώ κατά την ρωμαϊκή περίοδο παρουσίασε σημαντική ακμή, χάρις στα πολλά φυσικά λιμάνια που αποτελούσαν ορμητήριο κατά των πειρατών. Αναφέρεται ιδιαίτερη συνθήκη με τους Ρωμαίους, το 149 π. Χ., για χρησιμοποίηση του νησιού ως ναυτιλιακού σταθμού με αντάλλαγμα την αυτονομία του, συνθήκη που ανανεώθηκε το 105 π. Χ. και η Αστυπάλαια απέκτησε την προσωνυμία “civitas foederata”.

Βυζαντινή Εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την βυζαντινή εποχή τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους – του “Αρχιπελάγους” - έπαιξαν τον ρόλο ναυτικών βάσεων με στρατηγική σημασία ως προς τον έλεγχο των διεθνών διελεύσεων. Η Αστυπάλαια υπάγεται κι αυτή στο “ θέμα του Αιγαίου”, στην βυζαντινή δηλαδή επαρχία των Κυκλάδων. Ολόκληρη η περίοδος χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα έντονη ανασφάλεια των νησιωτικών πληθυσμών, που εντείνεται τον 7ο αι. μ. Χ. με τη δημιουργία του Αραβικού κράτους και την εγκατάσταση πειρατικών βάσεων στην Κιλικία, Σικελία και Κρήτη. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η Πάρος, η οποία τον 7ο ή 8ο αι. εγκαταλείπεται τελείως και γίνεται ορμητήριο πειρατών.

Γενικά, η έξαρση της πειρατείας έχει άμεσο αντίκτυπο στην οικιστική δομή της περιοχής, με την παρακμή των παράλιων οικισμών, την μετακίνηση των πληθυσμών προς το εσωτερικό των νησιών και την ανέγερση ορισμένων κάστρων για προστασία, από την βυζαντινή διοίκηση σ' όσα από τα νησιά δεν έμειναν εντελώς έρημα. Στην Αστυπάλαια την εποχή αυτή ενδέχεται να ανάγεται το Κάστρο του Αγ. Ιωάννη, στη Νοτιοδυτική ακτή του νησιού, το οποίο αναφέρεται από τον αρχαιολόγο Ludwing Ross και σημειώνεται σε χάρτη του Buon Delmonti. Όμως η γενική εξασθένιση του Βυζαντινού κράτους πριν την κατάκτηση του από τους Λατίνους, είχε ως συνέπεια την εγκατάλειψη των νησιών του Ν. Αιγαίου από τον Βυζαντινό στόλο και οπωσδήποτε την έλλειψη ελέγχου της ναυσιπλοΐας.

Ενετοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την άλωση της Κωνσταντινούπολης και την κατάλυση του Βυζαντινού κράτους από τους Φράγκους, το 1204, το δυτικό φεουδαλικό σύστημα επεκτείνεται και στον ελλαδικό χώρο, με την διανομή των γαιών της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μεταξύ των Φράγκων κατακτητών. Οι Κυκλάδες και τα άλλα νησιά του Αρχιπελάγους περιέρχονται στην δικαιοδοσία της Βενετίας. Η κατάκτηση των νησιών και η δημιουργία του Δουκάτου της Νάξου πραγματοποιούνται από τον Ενετό Marco Sanudo ( ανεψιό του δόγη της Βενετίας ) με τη μορφή ιδιωτικής επιχείρησης. Έτσι ιδρύθηκε το Δουκάτο της Νάξου, που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις στην περιοχή, με τον έλεγχο των “στενών” προς όφελος της Βενετίας, διατηρώντας ταυτόχρονα και μια σχετική ανεξαρτησία.

Η Αστυπάλαια, κατά τον G. Gerola, παραχωρήθηκε το 1207 από τον Δούκα του Αρχιπελάγους Marco Sanudo στον Ενετό ευγενή Τζοβάνι Ι Κουερίνι σε ανταπόδοση των υπηρεσιών του τελευταίου κατά την ίδρυση του νέου δουκάτου. Ο Querini θεωρήθηκε ετσι, ως ο ιδρυτής και πρώτος ιδιοκτήτης μιας οίκησης, που αποτέλεσε τον πυρήνα του σημερινού οικισμού. Σύμφωνα με τον Raymond – Joseph Loenertz όμως, που έχει ασχοληθεί διεξοδικά με την γενεαλογία των Querini, η οικογένεια απέκτησε την κυριότητα του νησιού μόλις το 1413. Πάντως, σαφείς πληροφορίες για την πιθανή πρώτη αυτή οίκηση, καθώς επίσης και τον όποιο εποικισμό του νησιού, δεν υπάρχουν.

Από το 1207 ως και τις αρχές του 14ου αι. επικρατεί στο Αιγαίο σχετική ειρήνη με την εδραίωση της φράγκικης παρουσίας στο Αρχιπέλαγος, η πειρατεία όμως εξακολουθεί να μαστίζει τα νησιά και κατά την εποχή αυτή.

Για τον λόγο αυτό, μετά τα πρώτα 50 χρόνια λατινικής κυριαρχίας, διαπιστώνεται ότι όλα σχεδόν τα νησιά έχουν κάποιου είδους οχύρωση. Πάντως τον πρώτο αιώνα μετά την φράγκικη κατάκτηση, τα νησιά που είχαν ερημωθεί από τις επιδρομές των Αράβων έχουν επαναποικισθεί. Έτσι, ενώ στα χρόνια που πέρασαν είχαν ερημωθεί ακόμα και μεγάλα νησιά, στα μέσα του 14ου αιώνα παρουσιάζονται κατοικημένα πολυάριθμα μικρότερα, όπως η Αμοργός. Σέριφος, Σίφνος, Φολέγανδρος, Ανάφη ακόμη και η Αστυπάλαια.

Η τελευταία, στα 1269 επανέρχεται στην βυζαντινή αυτοκρατορία, μετά την ανακατάληψη της από τον ναύαρχο του Βυζαντίου Λικάριο μαζί με άλλα νησιά, όπως π.χ. η Σίφνος.

Σύμφωνα με τον G. Gerola, το 1310 συνδυασμένη επιχείρηση του Giavanni II Querini και της οικογένειας των Γκριμάνι αποκαθιστά την κυριότητα της δυναστείας στο νησί, με συνιδιοκτήτη αυτή τη φορά την οικογένεια των Grimani. Η αναφορά αυτή, βέβαια, δεν συμβιβάζεται με τις απόψεις του R. J. Loenertz, ο οποίος γράφει ότι τα περί ανάκτησης του νησιού, το 1310 από τους Querini, οφείλονται στον Karl Hopf, αλλά δεν πιστοποιούνται. Αντίθετα πιστοποιείται από τον R. J. Loenertz η παρουσία των Grimani στην Αστυπάλαια, οι οποίοι το 1384 εμφανίζονται ως κύριοι της Αστύπαλαιας και της Αμοργού.

Πάντως, μετά τα πρώτα χρόνια της φραγκικής κατάκτησης παρατηρείται μια γενική επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης στο Αρχιπέλαγος. Η “αιώνια¨ανασφάλεια στο νησιωτικό χώρο οξύνεται στις αρχές του 14 αι. με την πύκνωση των εμφανίσεων Τούρκων πειρατών. Το 1318 σηματοδοτεί την νέα αυτή περίοδο αναστάτωσης στο Αιγαίο με συγκεκριμένες αναφορές σε ολοκληρωτικές ερημώσεις νησιών.

Οι επιδρομές και οι αρπαγές των Τούρκων κατά τον 14 αι., δεν περιορίζονται στο Αιγαίο, όπου η πειρατεία ήταν το γενικό φαινόμενο, αλλά επεκτείνονται μέχρι και το Ιόνιο. Από τα παράλια λοιπόν της Μ. Ασίας, ιδίως από το εμιράτο του Μεντεσέ, “πραγματική φωλιά πειρατών, πλέουν οι Τούρκοι στα απέναντι Δωδεκάνησα, αρπάζουν κοπάδια, σοδειές και αιχμαλωτίζουν τους κατοίκους”[1]. Την εποχή αυτή πολλά νησιά του Αιγαίου ερημώνονται για λίγα ή πολλά χρόνια , όπως π.χ. η Τένεδος στα 1383 ή η Αστυπάλαια στο 1341, όταν επέδραμαν Τούρκοι από την Μικρά Ασία με επικεφαλής τον Omar Morbassan, εμίρη του Αϊδινίου. Η καταστροφή από την επιδρομή ήταν μεγάλη, με αποτέλεσμα το νησί να εγκαταλειφθεί τελείως για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η συνεχώς αυξανόμενη παρουσία των Τούρκων αναγκάζει τη Βενετία σε αναθεώρηση της πολιτικής της, της σχετικής ανεξαρτησίας των διαφόρων αρχόντων, και σε ανάληψη άμεσης διοίκησης. Έτσι η δυναστεία των Γκύζη της Τήνου και Μυκόνου σβήνει το 1390, το Δουκάτο της Νάξου όμως εξακολουθεί την ανεξάρτητη πορεία του. Τελικά η συστηματική οχύρωση των οικισμών του Αιγαίου ανάγεται ακριβώς στο β' μισό του 14ου αι. και στις αρχές του 15ου. Στην ίδια περίοδο εντάσσεται και η περίπτωση οχύρωσης της Αστυπάλαιας.

Το 1413 ο Giovanni IV – Zannaki Querini, διοικητής της Τήνου και Μυκόνου, εποικίζει – εκ νέου – το έρημο νησί και εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις για μια μόνιμη παρουσία. Το γεγονός πιστοποιείται απ' όλους τους μελετητές. Με οικονομική συνεισφορά των Grimani κτίζει το Κάστρο ( ή ανακαινίζει προϋπάρχουσα οχύρωση ) και μεταφέρει εποίκους από την Τήνο και Μύκονο για να αξιοποιήσει το τιμάριο. Το όλο εγxείρημα επισημοποιείται με την μετονομασία του νησιού σε “Αστυ – νέα”. Η μαζική και οργανωμένη αυτή πληθυσμιακή μεταφορά προσέκρουσε σε έντονη αντίδραση της Βενετικής διοίκησης, η οποία προσπάθησε να επιβάλει επιστροφή των εποίκων στα νησιά τους, χωρίς όμως επιτυχία.

Τελικά η ουσιαστική ίδρυση του νεότερου οικισμού της Αστυπάλαιας οφείλεται σε μια οργανωμένη και χρονικά εντοπισμένη προσπάθεια εκμετάλλευσης της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας και συνδέεται με πράξη εποικισμού μέσω μαζικής μεταφοράς καλλιεργητών, φαινόμενο συνηθισμένο βέβαια στον Μεσαίωνα και ιδιαίτερα στις αποικίες των Φράγκων στην Ανατολή. Ακόμη, συμπίπτει χρονικά με τη μείωση της επιρροής της Βενετίας στον χώρο του Αιγαίου, τη συρρίκνωση του εμπορίου της Ανατολής και τη βούληση της Βενετικής διοίκησης για καλύτερη οργάνωση της άμυνας των κτήσεων της ( Το κάστρο της Αντιπάρου κτίζεται κι αυτό τον 15ο αι. ).

Ο Goavanni IV – Zannaki Querini πεθαίνει το 1421 και ο διάδοχος του, Giovanni, πάλι Querini, αποκτά το 1446 το ένα τέταρτο της Αμοργού, με παραχώρηση από την Βενετική διοίκηση. Η συνιδιοκτησία της Αμοργού από τους Querini και τους Grimani πιστοποιεί τις σχέσεις των δύο οικογενειών, που, κατά τον Gerola, ανάγονται στην εποχή του Giovanni II Querini και την κοινή τους προσπάθεια ανάκτησης της Αστυπάλαιας. Με τον θάνατο του Giovvani Querini, η Αστυπάλαια και η νέα κτήση της Αμοργού περιέρχονται στον Francesco, γιο του Giovanni – Zanaki Querini, υπό την κυριαρχία του οποίου ο πληθυσμός της Αστυπάλαιας ανέρχεται το 1470 σε 400 μόλις άτομα. Το 1494 καταλύεται η ανεξαρτησία του δουκάτου της Νάξου, στα πλαίσια της αμεσότερης ανάμειξης της Βενετίας στο Αιγαίο, η προσπάθεια όμως δεν απέτρεψε την Οθωμανική εξάπλωση. Το 1537 ο Σουλεϊμάν Α' ο Μεγαλοπρεπής, εκστρατεύει εναντίον της Κέρκυρας, με αρχηγό του στόλου τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα. Η αποτυχία του εγχειρήματος στρέφει τον τελευταίο προς τις φραγκικές κτήσεις του Αιγαίου. Ερημώνει τα Κύθηρα, προσβάλλει την Αίγινα και την Κέα, παίρνοντας 1200 σκλάβους και συνεχίζει εναντίον των Κυκλάδων. Δεν είναι ξεκαθαρισμένο ποια νησιά επέταξε κατά σειρά, αλλά πάντως κατέλυσε τις τοπικές δυναστείες των Michieli στη Σέριφο, των Pisani στην Ίο, Ανάφη, Αντίπαρο και των Querini στην Αστυπάλαια και Αμοργό. Η Ενετική κατοχή επομένως για την Αστυπάλαια τελειώνει το 1537, χωρίς όμως καταστρεπτικά αποτελέσματα, γιατί ίσως το νησί είχε δηλώσει υποταγή προ της καταλήψεως του. Ανεξάρτητα απ' αυτό το 1540 με συνθήκη Βενετίας – Τουρκίας η Αστυπάλαια αποδίδεται επίσημα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Αστυπάλαιας του Giacomo Franco (1597).

Από το 1537 έως το 1566 το νησί αυτοδιοικείται από το Συμβούλιο δημογερόντων, εκλεγόμενο με δικαστική, δημοσιονομική και διοικητική εξουσία. Το 1566, επί της εποχής του γιου του Σουλεϊμάν Α', του Σελίμ του Β', καταλύεται και το εναπομένον Δουκάτο του Αιγαίου και αποδίδεται στον Εβραίο τραπεζίτη, ευνοούμενο του Σουλτάνου, Ιωσήφ Νάζη. Η Αστυπάλαια είναι ένα από τα νησιά που περιλαμβάνονται στη δικαιοδοσία του. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας συνεχίζεται κατά κάποιο τρόπο και η οργάνωση του παλαιού Δουκάτου του Αιγαίου, που αποτελεί πια το “σαντζάκι της Νάξου”. Οι διοικητές του σαντζακίου είναι εκμισθωτές φόρων ( Τούρκοι και αργότερα Έλληνες ), που διοικούν κατά το παλιό φεουδαρχικό σύστημα αποδίδοντας φόρους στον “Καπουδάν Πασά”. Το σύστημα όμως ατονεί σιγά σιγά και η διοίκηση περνάει στους μπέηδες κάθε νησιού ή συγκροτήματος νησιών, οι οποίοι όμως, από φόβο των πειρατών αποφεύγουν να μένουν στα νησιά και έτσι, από τις αρχές του 17ου αι. κυρίως, αναπτύσσεται η τοπική αυτοδιοίκηση σε κάθε νησί. Με την επιβολή πάντως των Οθωμανών στο Αιγαίο και τον επανεποικισμό των νησιών – στην Αστυπάλαια μεταφέρεται Αλβανικός πληθυσμός – παρατηρείται βαθμιαία ύφεση των μεγάλων πειρατικών επιδρομών, με περιορισμό της δράσεως μεγάλων πειρατικών καραβιών και επιχειρήσεων.

Νέα ένταση της αναρχίας στο Αιγαίο σημειώνεται κατά τον 17ο αι., με τις επιδρομές κυρίως Δυτικοευρωπαίων καθολικών πειρατών, κυρίως Γάλλων στην υπηρεσία του δούκα της Τοσκάνης, που έχουν ορμητήριο την Μάλτα ( Ιππότες του Αγίου Ιωάννη ), το Λιβόρνο ( Ιππότες του Αγ. Στεφάνου ) και την Μαγιόρκα. Η ένταση της πειρατείας στο Αιγαίο προϋποθέτει βέβαια την συνεργασία των νησιωτών, οι οποίοι αναγκάζονται να προσαρμοσθούν σ' αυτή την κατάσταση, συναλλασσόμενοι και συνεργαζόμενοι με τους πειρατές, και αποκτούν έτσι μεγάλη πείρα στη ναυτιλία, ως πλοηγοί στα ξένα πλοία.

Για την Αστυπάλαια έχουμε πληροφορίες ότι ανήκε κι αυτή στις πειρατοφωλιές, όπως και η Σύρα, Μηλος, Κίμωλος, Επισκοπή κ.α. Η παραμονή Τούρκων γινόταν έτσι όλο και πιο ανασφαλής στην περιοχή, με αποτέλεσμα την αδυναμία της κεντρικής εξουσίας να ασκεί τη διοίκηση σ' όλη της την έκταση και κατά συνέπεια την ανάπτυξη του κοινοτικού συστήματος διοίκησης. Η ακαταστασία στην περιοχή εντείνεται ακόμη περισσότερο με τον Τουρκοενετικό πόλεμο του 1683 – 1699 και την συμμετοχή Φράγκων πειρατών σ' αυτόν. Οι νησιώτες αναγκάζονται να επανδρώσουν τουρκικά πλοία και δημιουργούνται μ' αυτό τον τρόπο οι βάσεις για τη ναυτιλιακή ανάπτυξη των νησιών. Η ναυτιλία στο Αιγαίο εξελίσσεται σε εμπορική κυρίως μετά την εδραίωση της τουρκικής κυριαρχίας και τον περιορισμό του εμπορίου των Ενετών.

Γενικά τον 18ο και τον 19ο αιώνα η οικονομία των νησιών ακολουθεί μια ανοδική πορεία με παράλληλη άνοδο του πληθυσμού. Η Αστυπάλαια με γεωργοκτηνοτροφική κυρίως παραγωγή παρουσιάζει μια εμπορική δραστηριότητα, στην περιφέρεια όμως της Σύμης και της Καλύμνου. Έτσι, στα 1806 ο περιηγητής Turner αναφέρει για την Αστυπάλαια πληθυσμό 2.000 κατοίκους[2], ενώ ο John Galt στην περιήγηση του στην Ανατολή, μεταξύ 1809 – 1811, αναφέρει για το νησί πληθυσμό 1.500 κατοίκων και παραγωγή 20.000 κιλά σιτάρι.[3]

Στις 4 Μαΐου 1823 οι Αστυπαλίτες κατήργησαν την οθωμανική κυριαρχία και έλαβαν μέρος στην Ναυμαχία του Γέροντα. Κατά την διοικητική διαίρεση του 1828, που έγινε από τον Καποδίστρια, περιελήφθη στο νέο ελληνικό κράτος, αργότερα όμως με το πρωτόκολλο των Προστάτιδων Δυνάμεων του 1830 αποδόθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στο διάστημα του 1830 – 1870 η οικονομία του νησιού αναπτύσσεται, με την ισχυροποίηση του διαμετακομιστικού εμπορίου, η βιομηχανική όμως επανάσταση στην Ευρώπη και η καταστροφή του περίφημου εμπορίου της Ανατολής αναστατώνουν τις δομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με βαριές συνέπειες για το νησί. Επιχειρείται συγκέντρωση του ελέγχου και της εξουσίας, με την επιβολή φόρων και κατάργηση – μετά το 1870 – των προνομίων. Η Αστυπάλαια πλέον δεν μπορεί να ζήσει τον πληθυσμό της, που υπερβαίνει τις 4.000 και αρχίζει η μετανάστευση. Oι περισσότεροι αχθοφόροι κατά την περίοδο ακμής της Σύρου κατάγονταν από την Αστυπάλαια ο χαρακτηρισμός «αστροπαλίτης» ξέπεσε έτσι ώστε να σημαίνει γενικά τον "χαμάλη". Αυτό όμως είχε και συνέχεια, επειδή οι αστροπαλίτες αυτοί δεν ήταν ούτε δημότες αλλά ούτε εγγεγραμμένοι στα μητρώα του λιμένος Σύρου έφθασε ο όρος αστροπαλίτης να σημαίνει παράλληλα και εκείνον που δεν είχε δικαίωμα ψήφου.

Ιταλική Κατοχή και Επανένωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Απρίλιο του 1912 κατά τον Ιταλοτουρκικό πόλεμο, το νησί καταλαμβάνεται απο την Ιταλία, μέχρι τον Μάρτιο του 1948, οπότε παραχωρείται στην Ελλάδα, μαζί με τα άλλα Δωδεκάνησα.

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ακτές της Αστυπάλαιας είναι βραχώδεις, με όρμους και παραλίες. Μια μικρή λωρίδα γης περίπου 100 μέτρων, το Στενό, χωρίζει το νησί σε δύο τμήματα το μέσα και το έξω νησί. Στα νοτιοανατολικά υπάρχουν διάφορα μικρά νησιά, όπως η Αγία Κυριακή, ο Χονδρός, το Κουνούπι και ο Κουτσομύτης. Στα Δυτικά βρίσκονται οι νησίδες Οφιδούσα, Χτένια, Ποντικούσα και αλλες. Η πρωτεύουσα και κύριο λιμάνι του νησιού είναι η Αστροπαλιά, ή Χώρα.

Οικισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χώρα, Αστυπάλαια.

Εκτός από τη Χώρα που είναι η πρωτεύουσα, υπάρχει ένα ακόμη χωριό που ονομάζεται Ανάληψη (παλιά ονομασία Μαλτεζάνα ή Μαρτιζάνα) και απέχει δέκα χλμ από τη Χώρα. Εδώ βρίσκεται και το αεροδρόμιο του νησιού. Τους καλοκαιρινούς μήνες κατοικείται και το Λιβάδι, παραθαλάσσιος οικισμός που βρίσκεται σε πολύ μικρή απόσταση από τη Χώρα. Ένας ακόμη μικροσκοπικός οικισμός βρίσκεται στα ΒΑ του νησιού και λέγεται Βαθύ.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο της Αστροπαλιάς.

Το σπουδαιότερο αξιοθέατο είναι το κάστρο της Αστροπαλιάς που αποτελεί κατάλοιπο της Ενετοκρατίας. Στις παρυφές του κάστρου βρίσκεται και η ονομαστή εκκλησία της Παναγίας της Πορταΐτισσας, που γιορτάζει στις 15 Αυγούστου. Στο πανηγύρι της προσφέρεται δωρεάν δείπνο σε όλους, με πρώτο πιάτο τη σπεσιαλιτέ του νησιού, το περίφημο Λαμπριανό, (κατσικάκι γεμιστό με ρύζι και συκωτάκια).
Σήμα κατατεθέν του νησιού είναι και οι πολύ καλά διατηρημένοι ανεμόμυλοι. Άξιο επίσκεψης είναι επίσης το κάστρο του Αγίου Ιωάννη, καθώς και τα δύο σπήλαια του νησιού, πλούσια σε σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Στη Χώρα βρίσκεται και το Αρχαιολογικό Μουσείο της νήσου, με αρκετά εξαιρετικά εκθέματα.

Συγκοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αστυπάλαια συνδέεται ακτοπλοϊκά με τον Πειραιά και τα άλλα νησιά των Δωδεκανήσων. Στο νησί υπάρχει και αεροδρόμιο με σχετικά καλή σύνδεση με τον αερολιμένα Αθηνών και Ρόδου.

Αεροδρόμιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O κρατικός αερολιμένας της Αστυπάλαιας (IATA: JTY) συνδέει το νησί με την Αθήνα, τη Λέρο, την Κω και τη Ρόδο. Χρησιμοποιούνται αεροσκάφη ATR 42 (50 Θέσεων) και DASH 8-100 (37 θέσεων).

Ο δήμος Αστυπάλαιας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δήμος Αστυπάλαιας
Δήμος

2010 Dimos Astypaleas.svg

Χώρα Flag of Greece.svg Ελλάδα
Έδρα Αστυπάλαια
Διοίκηση  
 • Δήμαρχος Πανορμίτης Κονταράτος
Διοικητική διαίρεση  
 • Αποκ. διοίκηση Αποκεντρωμένη διοίκηση Αιγαίου
 • Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου
 • Περιφ. ενότητα Καλύμνου
Διαμέρισμα Νησιά Αιγαίου
Νομός Δωδεκανήσου
Έκταση 114,1 km2
Πληθυσμός 1.334 (απογραφή 2011)

Ο δήμος Αστυπάλαιας περιλαμβάνει το νησί της Αστυπάλαιας, καθώς και τις γύρω νησίδες. Αναλυτικά οι οικισμοί και οι νησίδες που αποτελούν τον δήμο Αστυπάλαιας:

Σημειώνεται ότι με την εφαρμογή της νέας διοικητικής διαίρεσης της χώρας κατά το Πρόγραμμα Καλλικράτης ουδεμία μεταβολή επήλθε στο Δήμο, σύμφωνα με το άρθρο 1,§ 2.10.Γ. αυτού.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Λεπτομερείς ναυτιλιακές πληροφορίες για τη νήσο Αστυπάλαια παρέχει ο Ελληνικός Πλοηγός 4ος τόμος, επίσης ο χάρτης ελληνικής έκδοσης: ΧΕΕ-424, που καλύπτει όλη τη θαλάσσια περιοχή από νήσο Ανάφη μέχρι τη νήσο Κω και ειδικότερα ο ΧΕΕ-424/3 που είναι και ο λιμενοδείκτης των όρμων Βαθύ, Αγίου Ανδρέα, Σκάλας και του όρμου Ανάληψης (Μαλτεζάνα) της νήσου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βακαλόπουλος, Απόστολος (1974). Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Αθήνα: Σταμούλης Αντώνης, σελ. 481. ISBN 9729608353268. 
  2. Σιμόπουλος, Κυριάκος (1961). Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα, Τόμος Γ2. Αθήνα: ΣΤΑΧΥ, σελ. 662. ISBN 960-7151-68-2. 
  3. Σιμόπουλος, Κυριάκος (1961). Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα, Τόμος Γ1. Αθήνα: ΣΤΑΧΥ, σελ. 582. ISBN 960-7151-68-2. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Π. Γραμματόπουλος, Σ. Μαμαλούκος, Σ. Νέλλα - Ποτηροπούλου, Γ. Πανέτσος, Χ. Πανουσάκης, ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑ: Πολεοδομία και Αρχιτεκτονική της Χώρας, Αθήνα 1994
  • "Αστυπάλαια: η πεταλούδα του αρχιπελάγους". Αφιέρωμα περιοδικού Γεωτρόπιο τεύχος 15 σ. 54-59 (Ιουλ. 2000)
  • Bertarelli, L.V. (1929). Guida d'Italia, Vol. XVII. Consociazione Turistica Italiana, Milano. 
  • Kaletsch, Astypalaia - Siegfried Lauffer, Griechenland. Lexikon der historischen Stätten
  • Β. Βέργης, Αστυπάλαια, Αθήναι 1922.
  • Μ. Φίλιππα - Αποστόλου, Το Κάστρο της Αντιπάρου, Αθήνα 1978.
  • Giusepe Gerola, I monumenti medioevali delle tredici Sporadi - Parte Seconda, Stampalia, Annuario della Reghia Scuola Archaelogica di Athene e delle Missioni Italiane in Oriente, 1916.
  • Raymond - Joseph Loenertz, Les Querini I, II, Byzantina et Franco - Graeca, Edizioni di Storia di Letteratura, Roma 1970.

-Μαρία Ζ. Σιγάλα, "Εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου των όψιμων παλαιολόγειων χρόνων στην Αστυπάλαια", ΔΧΑΕ ΚΖ', Αθήνα 2006, 259-270.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Συντεταγμένες: 36°33′29″N 26°21′06″E / 36.5581°N 26.3517°E / 36.5581; 26.3517