Δημήτριος Σταυρόπουλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δημήτριος Σταυρόπουλος
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1872
Πειραιάς
Θάνατος9  Νοεμβρίου 1919
Μύκονος
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο της Ελλάδας
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΕλληνικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητααρχαιολόγος

Ο Δημήτριος Σταυρόπουλος (ή Σταυρόπουλλος) του Σπυρίδωνος (γεννημένος στον Πειραιά, το 1872, και αποβιώσας στη Μύκονο, στις 9 Νοεμβρίου 1919) ήταν Έλληνας αρχαιολόγος και πρώτος έφορος αρχαιοτήτων Κυκλάδων του ελληνικού κράτους.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε το 1872 στον Πειραιά. Σπούδασε φιλολογία στην φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών απ' όπου αποφοίτησε με άριστα το 1892. Την ίδια χρονιά διορίστηκε από την αρχαιολογική υπηρεσία ως επίτροπος (υπεύθυνος επίβλεψης για το ελληνικό κράτος και βοηθός του γενικού εφόρου αρχαιοτήτων Παναγή Καββαδία) στις αρχαιολογικές ανασκαφές που διενεργούσε στους Δελφούς η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή υπό τη διεύθυνση του καθηγητή της επιγραφικής, Τέοφιλ Ομόλ. Το 1893 μετατέθηκε στην Ερέτρια όπου έμεινε έναν χρόνο και ως επιτηρητής των αρχαιοτήτων συνέλεξε και μελέτησε τις εκεί επιγραφές. Η μελέτη του με τίτλο «Ερετρικά Μελετήματα», συνέβαλε στην επίλυση σημαντικών θεμάτων σχετικά με την τοπογραφία της Ευβοίας αλλά και του Αττικού Αμαρουσίου.

Το 1893, μετέβη για μια σύντομη αποστολή στη Μύκονο προκειμένου να διευθετήσει και να παραδώσει στο σχολάρχη Μυκόνου την «εν Μυκόνω αρχαιολογική συλλογή» που αφορούσε κυρίως ευρήματα του Παναγιώτη Σταματάκη από επιχειρήσεις αυτού στη Δήλο το 1874. Το 1894 διορίστηκε ως επιτηρητής των ανασκαφών που διενεργούσε το Γερμανικό αρχαιολογικό ινστιτούτο στην Πνύκα και στον Άρειο Πάγο. Την ίδια χρονιά ανακηρύχτηκε αντεπιστέλλον μέλος του ινστιτούτου.

Τον Ιούνιο του 1895 αναγορεύτηκε διδάκτωρ Φιλοσοφίας με άριστα. Τον Νοέμβριο του 1895, μετά από διαγωνισμό διορίστηκε έφορος αρχαιοτήτων Ολυμπίας ενώ τον Απρίλιο του 1897, έφορος αρχαιοτήτων Μυκόνου και Δήλου.

Τα έτη 1898 έως 1900, με χρηματοδότηση της εν Αθήναις αρχαιολογικής εταιρείας διενήργησε ανασκαφές στη Ρήνεια (ή μεγάλη Δήλο, παρακείμενη νήσο της Δήλου). Με οδηγό του τις περιγραφές του Θουκυδίδη, έφερε στο φως τον κοινό τάφο μέσα στον οποίο το 426-425 π.χ. οι αρχαίοι Αθηναίοι μετέφεραν παλαιότερους τάφους της Δήλου ακολουθώντας έναν χρησμό που επίτασσε τον καθαρμό της Δήλου, γενέτειρας του Απόλλωνα, προκειμένου να γλυτώσουν από λοιμό. Εντός του "βόθρου καθάρσεως" όπως ο ίδιος ονόμασε το εύρημα αυτό (βόθρος, με την έννοια του υπόσκαφου χώρου), βρήκε πλήθος συντριμμάτων κεραμικών αγγείων που ξεπερνούσαν σε πλήθος, όπως θα αποδεικνυόταν μετά από τη συγκόλλησή τους, τα 2500. Επρόκειτο για κτερίσματα χιλίων και πλέον ταφών, δείγματα 5 αιώνων κεραμικής χάρη στα οποία έγινε γνωστή η ύπαρξη κυκλαδικών εργαστηρίων κεραμικής κατά την αρχαϊκή περίοδο.

Με βοηθούς του τον επιμελητή Δήλου αυτοδίδακτο αρχαιολόγο Δημοσθένη Δ. Πίππα και τον Μυκονιάτη αυτοδίδακτο τεχνίτη Γεώργιο Πολυκαντριώτη, ασχολήθηκε με την λεπτομερή καταγραφή και συγκόλληση των αγγείων, που μαζί με την κατασκευή των μουσείων Μυκόνου και Δήλου (στην πρώτη τους μορφή), αποτέλεσε το έργο της ζωής του.

Πέθανε στη Μύκονο την 9η Νοεμβρίου 1919.

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]