Κουκονήσι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°53′08.34″N 25°16′02.79″E / 39.8856500°N 25.2674417°E / 39.8856500; 25.2674417

Κουκονήσι
Νησάκι
Η νησίδα "Κουκονήσι"
Γεωγραφία
Αρχιπέλαγος Αιγαίο Πέλαγος
Νησιωτικό σύμπλεγμα Κανένα
Αριθμός νήσων 1
Χώρα
Περιφέρεια Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου
Νομός Λέσβου
Δημογραφικά
Πληθυσμός 0 (απογραφής 2001)

Το Κουκονήσι είναι μια νησίδα στον κόλπο του Μούδρου της Λήμνου, στην οποία έχει εντοπιστεί σημαντικός προϊστορικός οικισμός.

Η θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περιοχή του Μούδρου η κατοίκηση ξεκινά από τα προϊστορικά χρόνια, με επίκεντρο την πόλη που είχε κτιστεί στο νησάκι Κουκονήσι. Οι ανασκαφές, τις οποίες έχει ξεκινήσει εκεί από τον Οκτώβριο του 1992 ο Λημνιός αρχαιολόγος Χρήστος Μπουλώτης, αποκαλύπτουν ένα σπουδαίο προϊστορικό κέντρο, ισοδύναμο της Πολιόχνης και σύγχρονο με κάποιες φάσεις της.
Το Κουκονήσι ή Νησάκι, όπως το αποκαλούν συνήθως οι Μουδρινοί, είναι μια μικρή ωοειδής νησίδα που βρίσκεται ΒΑ του Μούδρου με έκταση 140 στρέμματα περίπου και υψόμετρο 10 μ. Από την απέναντι ακτή το χωρίζει μια αβαθής θαλάσσια στενωπός πλάτους 400 μέτρων περίπου, η οποία συχνά αποξηραίνεται δημιουργώντας μια μικρή λασπώδη χερσόνησο. Για την απρόσκοπτη οδική πρόσβαση των αγροτών έχει κατασκευαστεί από παλιά ένας υπερυψωμένος λιθόστρωτος δρόμος με δυο γεφύρια, ώστε να μην εμποδίζεται η κίνηση του θαλάσσιου νερού. Από παλιά στο εσωτερικό του νησιού ανευρίσκονταν όστρακα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Το 1986-87 μαθητές του Γυμνασίου Μούδρου είχαν συλλέξει πλήθος τέτοιων οστράκων, τα οποία παραδώσανε στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Επίσης, στην χαμηλή κορυφή του νησιού που αποκαλείται Κούκονος το άροτρο των αγροτών ξέθαβε συχνά πέτρες από τα θαμμένα χαλάσματα.

Ο θρύλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με έναν τοπικό θρύλο σ’ αυτά κατοικούσαν οι Κούκονες, οι οποίοι ήταν πελώριοι και άγριοι και ζούσαν απομονωμένοι στο νησάκι χωρίς να έχουν σχέσεις με τους υπόλοιπους κατοίκους της Λήμνου. Κάποτε αποφάσισαν να κλειστούν στα σπίτια τους και να μην ξαναβγούν. Έτσι εξαφανίστηκαν. Ο θρύλος έχει ενδιαφέρον, αν συνδυαστεί με τους Κίκονες, λαό της Θράκης, τους οποίους αναφέρει ο Όμηρος (Ιλιάδα Β 846, Οδύσσεια ι 39) ως συμμάχους των Τρώων και ο Ηρόδοτος ως τους πρώτους αμπελουργούς της Θράκης. Γενάρχης τους θεωρείτο ο Κίκων, γιος του Απόλλωνα και της Ροδόπης. Δεδομένου ότι θρακικά φύλα είχαν εγκατασταθεί στο νησί, ίσως στο τοπωνύμιο και στο θρύλο επιβιώνει η ανάμνηση της παρουσίας του αρχαίου αυτού θρακικού φύλου στη Λήμνο.

Οι ανασκαφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τις ως τώρα ανασκαφές προκύπτει ότι στο Κουκονήσι αναπτύχθηκε ένας ακμαίος οικισμός με μακραίωνη, συνεχή κατοίκηση από την Πρώιμη ως την Ύστερη Χαλκοκρατία. Σ’ αυτό έχει εντοπιστεί και μυκηναϊκή παρουσία, κάτι που αποδεικνύει την εγκατάσταση ελληνικών φύλων στη Λήμνο. Το Κουκονήσι εντάσσεται στην πολιτισμική ενότητα του ΒΑ Αιγαίου και η ακμαία φάση του εντοπίζεται στη Μέση Χαλκοκρατία, η οποία αντιστοιχεί περίπου στην Καστανή περίοδο της Πολιόχνης. Δηλαδή, όταν μετά την Κίτρινη περίοδο η Πολιόχνη παρακμάζει, στο Κουκονήσι παρατηρείται φάση ανάπτυξης με κεραμικά καλύτερης ποιότητας, τα οποία φέρουν ποικίλα και πρωτότυπα διακοσμητικά μοτίβα και προέρχονται από ντόπια εργαστήρια. Επίσης, έχουν εντοπιστεί αγγεία της μεσοχαλκούς περιόδου προερχόμενα από την ηπειρωτική Ελλάδα, μάλλον από τη Θεσσαλία, γεγονός που αποδεικνύει επαφές με το πρωτοελληνικό φύλο των Μινύων επαληθεύοντας σχετικούς μύθους.

Οι κάτοικοι είχαν εγκατασταθεί κυρίως στο υψηλότερο σημείο της νησίδας, τον Κούκονο, προφανώς επειδή το θεωρούσαν ασφαλέστερο. Όταν οι κατοικίες πάλιωναν, έχτιζαν νέες στα ίδια θεμέλια. Έτσι υπάρχουν αλλεπάλληλες οικιστικές φάσεις που εντοπίζονται γύρω από ένα στενό κεντρικό δρόμο μήκους 11 μ., ο οποίος διαιρεί τον οικισμό σε βόρεια και νότια συνοικία. Κατά μήκος του δρόμου έχουν χτιστεί οι οικίες, σχεδόν παράλληλες και με ορθογώνιο σχήμα. Προφανώς υπήρχαν και άλλοι κεντρικότεροι δρόμοι που δεν έχουν ακόμα ανακαλυφτεί, αλλά οι υπάρχουσες ενδείξεις, όπως ένα τμήμα λιθόστρωτου, συνηγορούν για την ύπαρξή τους. Οι ενδείξεις ύπαρξης αποχετευτικού συστήματος και οχυρωματικού τείχους στη βόρεια πλευρά του μικρού νησιού οδηγούν στο συμπέρασμα ότι και στο Κουκονήσι έχουμε μια οργανωμένη κοινωνία, εφάμιλλη της Πολιόχνης και της Μύρινας. Η ύπαρξη τείχους υποδηλώνει, ενδεχομένως, την ανάγκη προστασίας από τις άλλες πόλεις του νησιού, κάτι που σημαίνει ότι δεν είχαν πάντα αρμονικές σχέσεις μεταξύ τους.

Ως τώρα τα βαθύτερα στρώματα του οικισμού φαίνεται να αντιστοιχούν στην Ερυθρή περίοδο της Πολιόχνης (2500 π.Χ. περίπου), χωρίς να αποκλείεται και παλαιότερη εγκατάσταση, αφού η ανασκαφή δεν έχει εξαντλήσει τα όρια της. Κατά την πρώιμη φάση οι οικοδομές έχουν αψιδωτή μορφή, φέρουν εστίες σε σχήμα πέταλου ενώ έχει βρεθεί λιθόστρωτο μονοπάτι.
Από την επόμενη περίοδο (αντίστοιχη της Κίτρινης) έχουν βρεθεί δέπας αμφικύπελλα. Ο οικισμός ακμάζει και δέχεται πολιτισμικές επιρροές από το «εξωτερικό». Η περίοδος τερματίζεται με πυρκαγιά. Ακολουθεί η τελευταία φάση της Πρώιμης Χαλκοκρατίας με λιγοστά, όμως, ευρήματα, κυρίως πιθάρια.
Η επόμενη είναι η πιο ακμαία περίοδος του οικισμού που διαρκεί από την αρχή ως το τέλος της Μέσης Χαλκοκρατίας. Ο οικισμός επεκτείνεται και αποκτά, ίσως, τη μέγιστη έκτασή του. Τότε χτίζονται παράλληλα και σε μεσοτοιχία δυο μεγάλα επιμήκη μέγαρα με δύο δωμάτια, πάνω σε ερείπια της Κίτρινης περιόδου, τα οποία με τη σειρά τους είχαν χτιστεί σε ερείπια της Ερυθρής. Το ένα από αυτά χρησίμευε ως εργαστήριο κατεργασίας πυριτόλιθου και σε ορισμένα σημεία η τοιχοποιία του σώζεται σε ύψος 1,5 μ. Η φάση αυτή είναι μακροχρόνια, όπως προκύπτει από διάφορες οικοδομικές εργασίες. Όμως, διατηρείται ο πολεοδομικός ιστός και τα όρια των ιδιοκτησιών παραμένουν αμετάβλητα για δεκαετίες. Στα τέλη της περιόδου, που αντιστοιχεί στην Τροία V ή VI (μετά το 1700 π.Χ.), ο οικισμός καταστράφηκε ξαφνικά από σεισμό που συνοδεύτηκε από πυρκαγιά. Κατά την τελευταία φάση έχουμε διαφορετικής μορφής οικοδομές με καμπύλους τοίχους, που φαίνεται πως αντιστοιχούν σε εγκαταστάσεις Μυκηναίων της Ύστερης Χαλκοκρατίας. Αλλά τα ευρήματα είναι για την ώρα λιγοστά.

Τα αίτια της ανάπτυξης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανάπτυξη του Κουκονησιού στηρίχτηκε ασφαλώς σε ορισμένα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα που εμφανίζει, όπως:

  • Η θέση σε ύψωμα το κέντρο της νησίδας (ή της μικρής χερσονήσου, αν υποθέσουμε ότι τότε η νησίδα δεν ήταν διαχωρισμένη πλήρως από την απέναντι στεριά) παρέχει ασφάλεια και δυνατότητα άμυνας.
  • Η εύφορη ενδοχώρα του κάμπου του Μούδρου παρείχε τροφή και ζωοτροφές.
  • Η αλιεία ιχθύων και οστράκων στο ρηχό γιαλό που περιβάλλει τη νησίδα παρείχε πρόσθετες δυνατότητες διατροφής.
  • Η ύπαρξη πόσιμου νερού στο μικρό νησί, όπως αποδεικνύει το πηγάδι που υπάρχει και σήμερα, ασφαλώς θα είχε επισημανθεί από τους κατοίκους.
  • Η δυνατότητα ελέγχου του ενδολημνιακού εμπορίου ανάμεσα στο δυτικό και στο ανατολικό τμήμα του νησιού πρόσφερε ευκαιρίες πλουτισμού.
  • Η δυνατότητα ελλιμενισμού πλοίων στις παρυφές της νησίδας (ή χερσονήσου) παρείχε ευκαιρίες εμπορικής δραστηριότητας με άλλα λιμάνια της Λήμνου και του Αιγαίου γενικότερα.

Πέρα από την αγροτική και κτηνοτροφική δραστηριότητα των κατοίκων του, τα ευρήματα μαρτυρούν ότι στο Κουκονήσι είχε αναπτυχθεί οικοτεχνική και βιοτεχνική δραστηριότητα, όπως κατεργασία μαλλιού, υφαντουργία, βαφή υφασμάτων, λιθοτεχνία, αγγειοπλαστική και χαλκοτεχνία. Οι κάτοικοί του είχαν εμπορικές επαφές με τις Κυκλάδες (εισαγωγή οψιανού), τη μινωική Κρήτη (αγγεία τύπου φλασκί), τη Θεσσαλία (μεγάλοι αμφορείς) και άλλες περιοχές, όπως αποδεικνύεται από σταθμά μικρασιατικού αλλά και νοτιοαιγαιακού τύπου που έχουν βρεθεί. Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε πως, όταν αρχίζει η παρακμή της Πολιόχνης και, ενδεχομένως, της Μύρινας από την οποία δεν έχουμε ευρήματα της Μέσης Χαλκοκρατίας, αρχίζει να ακμάζει το Κουκονήσι. Προβάλλει ως το σημαντικότερο λημνιακό κέντρο της περιόδου αυτής και αναπτύσσεται συγκεντρώνοντας πληθυσμό -τεχνίτες, εμπόρους κλπ- από τις δυο άλλες πόλεις του νησιού. Προς το τέλος της περιόδου, γύρω στα 1600-1500 π.Χ., αποτελεί το σημαντικότερο χώρο μόνιμης εγκατάστασης των Μυκηναίων στη Λήμνο, όπως προκύπτει από πήλινα ειδώλια θρησκευτικού χαρακτήρα που έχουν βρεθεί. Την περίοδο αυτή οι Μυκηναίοι δημιουργούν εμπορικούς σταθμούς σε διάφορα σημεία της Λήμνου (Ηφαιστία, Πολιόχνη), αλλά φαίνεται πως επιλέγουν το ασφαλέστερο Κουκονήσι για μόνιμη εγκατάσταση. Δεν αποκλείεται το Κουκονήσι να είχε ως έδρα ο Εύνηος, ο οποίος βασίλευε στο νησί όταν έγινε ο Τρωικός πόλεμος. Ασφαλώς, η συνέχιση των ανασκαφών θα μας αποκαλύψει πολλά περισσότερα.

Δες επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "ΛΗΜΝΟΣ: Ιστορική & Πολιτιστική Κληρονομιά", εκδ. Γ. Κωνσταντέλλης, 2010.