Αποικία
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Κατά την ευρύτερη χρήση του όρου, αποικία (Colony) χαρακτηρίζεται η εγκατάσταση ενός συνόλου ανθρώπων, υπηκόων ενός κράτους, σε μια άλλη χώρα με διοικητική ή συνταγματική σύνδεση (ή και με αμφότερες) μεταξύ της μητρόπολης και της νέας εγκατάστασης. Κατά παράδοση επίσης η σύνδεση αυτή "υποτάσσει" την αποικία στη μητρόπολη.
Οι αποικίες στην αρχαιότητα ήταν πόλεις-κράτη που ιδρύονταν από μια μητρόπολη. Ο όρος "μητρόπολις" προέρχεται από την αρχαία Ελλάδα στην οποία και λάμβανε την σύγχρονη έννοια του Κράτους, του μητρικού κράτους που διατηρούσε την ανώτατη νομοθετική εξουσία.
Στην αρχαία Ελλάδα, αποικίες ιδρύονταν μερικές φορές από πολιτικούς που είχαν χάσει την πολιτική μάχη και έπρεπε να εγκαταλείψουν την πόλη τους, δηλαδή ακούσια. Πολλές φορές όμως οι αποικίες ήταν αποτέλεσμα του υπερπληθυσμού, αφού ανακούφιζαν τον υπόλοιπο πληθυσμό και αυτές ήταν οι εκούσιες αποικίες. Αλλά κατά κύριο λόγο δημιουργούνταν αυτές προκειμένου να εξασφαλίσουν οι μητροπόλεις κράτη φυσικούς πόρους και καλές σχέσεις με ξένα κράτη. Έτσι καλές σχέσεις διατηρούνταν μόνο μεταξύ μητροπόλων και εκούσιων αποικιών. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις δημιουργίας αποικιών λόγω φυγής μετά από εισβολή εχθρού κατακτητού.
Οι ιστορικοί διακρίνουν δύο ιστορικές περιόδους ελληνικού αποικισμού, των οποίων όμως είχαν προηγηθεί δύο μυθικοί αποικισμοί μετά το Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Η μία ήταν αμέσως μετά τον Τρωικό Πόλεμο που ανάγεται στη περίοδο μεταξύ του 12ου και 10ου αιώνα π.Χ.. και η δεύτερη μεταξύ του 8ου και 7ου αιώνα π.Χ.. Οι περισσότερες όμως ελληνικές πόλεις-κράτη άρχισαν να ιδρύουν αποικίες περί το 800 π.Χ.. Συνηθιζόταν μάλιστα για τις εκούσιες αποικίες, πριν από κάθε αποστολή να ζητάει η πόλη-κράτος χρησμό από κάποιο μαντείο.
Αργότερα η ένοια του όρου επεκτάθηκε και σε εδαφικές κατακτήσεις όπου υπό τον νικήτή άποικο παρέμεναν υποταγμένοι και οι εγχώριοι πληθυσμοί. Με αυτή την έννοια έφθασε ο όρος σήμερα. Στη σύγχρονη εποχή με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η έννοια αποικία σημαίνει μια εδαφική περιοχή υποτελή, κατά διάφορους τρόπους (-πολιτικούς, πολιτιστικούς ή οικονομικούς-), σε κάποια άλλη περισσότερο ανεπτυγμένη Χώρα. Έτσι η ανώτατη νομοθετική εξουσία αλλά και μέγα μέρος της διακυβέρνησης παρέμεινε στη Χώρα που είχε επιβάλλει τον έλεγχό της και που συνήθως ήταν διαφορετική στην εθνική της συγκρότηση από την αποικία.
Σημειώνεται ότι όταν ομάδες πολιτών μιας χώρας εγκαθίστανται σε Χώρα άλλη, στην οποία όμως δεν αναμιγνύονται με το πολιτικό καθεστώς, τότε η εγκατάσταση αυτή λέγεται παροικία. Όταν αυτή η εγκατάσταση γίνεται μόνο για εμπορικούς σκοπούς στην αρχαιότητα ονομάζονταν "εμπόριο" ή "εμπορειό".
Μετά από τα παραπάνω σήμερα η έννοια "αποικία" κατέληξε να σημαίνει μια υποανάπτυκτή Χώρα, που ελέγχεται σε βαθμό που ποικίλλει, από ένα άλλο κράτος.

