Γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο όρος γλώσσα έχει ευρύτητα χρήσεων. Χρησιμοποιείται κυρίως για να αναφερθούμε στη φυσική γλώσσα του ανθρώπου.

Γίνεται όμως αναφορά του όρου και σε περιπτώσεις τεχνητών και μη ανθρώπινων σημειακών συστημάτων (μιμόγλωσσα, τυπικές γλώσσες των μαθηματικών και της πληροφορική, γλώσσες προγραμματισμού, συστήματα επικοινωνίας ζώων κ.λπ.). Υπάρχει επίσης και η χρήση του όρου σε συγκεκριμένες ομιλούμενες γλώσσες (αγγλική, σουαχίλι, κινεζική, αλβανική, ελληνική κ.λπ.).

Η φυσική διαδικασία απόκτησης μιας γλώσσας, που συμβαίνει κατά τα 4-5 πρώτα χρόνια ζωής του ανθρώπου, αναφέρεται ως μητρική και είναι η φυσική εξέλιξη του ανθρώπου. Η γλώσσα γίνεται το απαραίτητο πλέον μέσο με το οποίο ο άνθρωπος επικοινωνεί και γνωρίζει το περιβάλλον του. Με μια ολοκληρωμένη γλωσσική αγωγή, ο ομιλητής κάθε γλώσσας είναι σε θέση να συνδυάζει τη γνώση του συστήματος της γλώσσας, για την παραγωγή και την πρόσληψη μηνυμάτων.

Πιστεύεται, ότι δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον όρο γλώσσα, με τη σημασία της συγκεκριμένης εθνικής γλώσσας, και στον όρο διάλεκτος. Σύμφωνα με τη διατύπωση του Max Weinrich, «γλώσσα είναι μια διάλεκτος με στρατό και στόλο», ενώ —σύμφωνα με άλλη διατύπωση— «διάλεκτος είναι μια ηττημένη γλώσσα και με άλλη διατύπωση» δεν υπάρχουν πρότυπες γλώσσες και διάλεκτοι τους , απλώς υπάρχει μια γλώσσα πλούσια όπου μια έννοια μπορεί να αποδοθεί με διαφορετικούς τρόπους και ακόμα μια άλλη διατύπωση λέει πως «όλες οι γλώσσες του κόσμου, σε όλους τους καιρούς, είναι διάλεκτοι μιας πρώτης κοινής γλώσσας που πριν χιλιάδες χρόνια ήτο παγκόσμια γλώσσα». Όλες οι διατυπώσεις είναι το ίδιο ορθές ή λανθασμένες, αφού ακόμα καμιά δεν έχει επαληθευθεί.

Ιδιότητες της γλώσσας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προτεραιότητα του προφορικού λόγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κοινή αντίληψη που κυριαρχεί σχετικά με τη γλώσσα είναι ότι η επίσημη μορφή της, άρα και η πιο «έγκυρη», είναι η γραπτή και ότι η πιο «πρόχειρη» και «λιγότερο σταθερή» είναι η προφορική. Από αυτή την αντίληψη έπεται και η κυρίαρχη αξιολόγηση, ειδικά στις δυτικές κοινωνίες, του γραπτού λόγου ως πιο «σωστού και σημαντικού» και του προφορικού ως «δευτερεύοντος και επιρρεπούς σε λάθη». Αν και όντως η εφεύρεση του γραπτού λόγου είχε αναμφισβήτητες θετικές συνέπειες στην πρόοδο του ανθρώπινου πολιτισμού, η γραπτή γλώσσα θεωρείται από τους γλωσσολόγους, για μια σειρά από λόγους που θα εξηγηθούν παρακάτω, δευτερογενής και τρόπον τινά βοηθητική της προφορικής.

(α) Φυλογενετική και οντογενετική προτεραιότητα: ο προφορικός λόγος προηγείται και δεν προϋποθέτει τον γραπτό. Δηλαδή σε επίπεδο κοινωνίας δεν υπάρχει παράδειγμα γλωσσικής κοινότητας που να έχει γραπτό λόγο και να μην έχει προφορικό («φυλογενετική προτεραιότητα»). Αντίθετα υπάρχουν πολλές ακόμα και σήμερα κοινωνίες που δεν χρησιμοποιούν κάποιο είδος γραφής αλλά διαθέτουν μια καθ΄ όλα αναπτυγμένη γλώσσα. Αλλά και σε ατομικό επίπεδο το παιδί πρώτα μαθαίνει να μιλάει και μετά να γράφει («οντογενετική προτεραιότητα»).

Επιπλέον ο γραπτός λόγος ξεκίνησε ως και παραμένει σε μεγάλο βαθμό βοηθητικός προς την ομιλία, για λόγους απομνημόνευσης ή για να μην «χανόμαστε» και για να έχουμε μια καλύτερη εικόνα ενός μεγάλου τμήματος λόγου. Μάλιστα τα αρχαιότερα δείγματα γραφής που σώζονται είναι απλοί μαθηματικοί υπολογισμοί και λογιστικά κείμενα (σουμεριακές πινακίδες). Επομένως και από ιστορική άποψη, αλλά και σύμφωνα με τη λογική, η γραφή δεν πρέπει να συγχέεται και να ταυτίζεται με τη γλώσσα, καθώς συνιστά απλώς μια μορφή αναπαράστασης της.

(β) Δομική προτεραιότητα: Βέβαια θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι και η προφορική γλώσσα δεν είναι παρά μια αναπαράσταση των νοημάτων που έχουμε μέσα στο μυαλό μας. Δηλαδή με απλά λόγια, όποια σχέση υπάρχει μεταξύ μεταξύ της γραφής <παιδί> και της έννοιας «παιδί» υπάρχει και μεταξύ του ήχου [pe'δi] και της αντίστοιχης έννοιας. Κατά βάση αυτός ο ισχυρισμός είναι σωστός και συνάδει και με το πνεύμα της γλωσσολογικής επιστήμης που έχει σαν αρχή το ότι πρωταρχικά δεν την ενδιαφέρει το υλικό μέσω του οποίου πραγματώνονται οι σχέσεις ενός συστήματος (ήχοι, γράμματα, νοήματα κτλ) αλλά οι ίδιες οι σχέσεις του συστήματος. Παραβλέπεται όμως το στοιχείο που καθιστά τον προφορικό λόγο στενότερα συνδεδεμένο με την «καθαρή γλώσσα»: ενώ μπορώ άνετα να γράψω «μπρκδφκ» δεν μπορώ να προφέρω [brkδfκ]. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι οι συγκεκριμένης φύσεως ιδιότητες των φωνητικών μας οργάνων ασκούν επιρροή στο τι λέξεις επινοούμε για την γλώσσα μας ενώ οι γραφικές μας ικανότητες όχι. Δηλαδή ποτέ σε κανένα γλωσσικό σύστημα δεν επινοήθηκε λέξη που να μην μπορεί να αποδοθεί φωνητικά, υπάρχουν όμως πολλά γραφικά συστήματα (στην ουσία όλα) που να μην αποδίδουν ικανοποιητικά όλες τις λέξεις.

(γ) Γνωστική-μαθησιακή προτεραιότητα: Η ομιλία αναπτύσσεται με φυσικό τρόπο· για να μάθει το παιδί να μιλάει, αρκεί να εκτεθεί σε γλωσσικά ερεθίσματα. Αντίθετα, για να μάθει να γράφει τη γλώσσα του, απαιτείται συστηματική διδασκαλία.

Είναι επόμενο, λοιπόν, αντικείμενο της γλωσσολογικής επιστήμης να είναι μόνο ή κυρίως η προφορική γλώσσα και όχι η γραπτή η οποία, όταν εξετάζεται, εξετάζεται από διαφορετική οπτική.

Σαν αδυναμίες του γραπτού λόγου θα μπορούσαν να αναφερθούν η συντηρητικότητα του και επομένως η ανικανότητα του να αποδίδει όλες τις φωνητικές αλλαγές που συντελούνται σε προφορικό επίπεδο. Για παράδειγμα το γεγονός ότι η ελληνική έχει τόσα διαφορετικά γραφήματα για τον φθόγγο [ι] είναι αποτέλεσμα της συντηρητικότητας της ελληνικής γραφής που δεν απέδωσε τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί εδώ και 2000 χρόνια. Εμφανές παράδειγμα της παραμορφωτικής δύναμης του γραπτού λόγου είναι και η αγγλική, όπου η διατήρηση της ιστορικής ορθογραφίας έχει επιτευχθεί σχεδόν χωρίς καμία υποχώρηση και η γραφή των λέξεων σπάνια πλέον απεικονίζει την σύγχρονη προφορά τους.

Η διπλή (δι)άρθρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διπλή άρθρωση είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης γλώσσας. Στις φυσικές γλώσσες παρατηρείται το φαινόμενο να χρησιμοποιούνται γλωσσικά στοιχεία (φωνήματα) που το καθένα ξεχωριστά δεν σημαίνει τίποτα (π.χ. /z/, /o/, /i/) και, συνδυαζόμενα μεταξύ τους, να σχηματίζουν μορφήματα, δηλαδή ελάχιστους σχηματισμούς-φορείς σημασίας (π.χ. /zoi-/ «ζωή»). Η διπλή άρθρωση είναι ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης γλώσσας, καθώς και τα ζώα έχουν μεθόδους και συστήματα επικοινωνίας αλλά κάθε διακριτή μονάδα του συστήματος τους εμπεριέχει και μια έννοια. Δηλαδή όταν ο σκύλος γαβγίζει επιθετικά για να υπενθυμίσει σε έναν παρείσακτο ότι εισέρχεται στην περιοχή του, το γάβγισμα του αποτελεί ένα είδος γλωσσικού σημείου με νόημα αλλά δεν επιδέχεται παραπέρα ανάλυση. Οποιαδήποτε προσπάθεια να διαχωριστεί το γάβγισμα σε επιμέρους ήχους θα οδηγηθεί σε αποτυχία.

Η διπλή άρθρωση είναι ιδιαιτέρως σημαντική γιατί δίνει τη δυνατότητα σε όποιο σύστημα την κατέχει να μπορεί να ανανεώνει συνεχώς το «λεξιλόγιο» του και έτσι να προσαρμόζεται σε νέες συνθήκες, νέες έννοιες, ιδέες κ.λπ. Όλες οι σύγχρονες γλώσσες διαθέτουν διπλή άρθρωση αλλιώς θα ήταν καταδικασμένες να περιοριστούν στο λεξιλόγιο έτσι όπως διαμορφώθηκε όταν δημιουργήθηκαν.

Το αυθαίρετο (συμβατικότητα) του γλωσσικού σημείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα από τα βασικότερα τρόπον τινά αξιώματα της γλωσσολογίας είναι η αυθαιρετότητα του γλωσσικού σημείου. Δηλαδή πλέον είναι καθολικά αποδεκτό —εκτός από λίγες εξωεπιστημονικές εξαιρέσεις— ότι καμία λογική αναγκαιότητα δεν συνδέει την μορφή μιας λέξης με το νόημα της, το σημαίνον δηλαδή με το σημαινόμενο. Δεν υπάρχει π.χ. τίποτα που να υποχρεώνει έναν άνθρωπο να χρησιμοποιεί την διαδοχή φωνημάτων /'γata/ (ή τη διαδοχή γραφημάτων <γάτα>) για να εννοήσει τη σημασία «γάτα». Θα μπορούσε κάλλιστα να λέει «σκύλος» και να εννοεί γάτα. Η σχέση «σημαίνοντος»-«σημαινομένου» αποτέλεσε αντικείμενο αντιπαραθέσεων ήδη από την αρχαιότητα (πβ. τον πλατωνικό διάλογο Κρατύλος) και η ευρύτερη παραδοχή του συμβατικού χαρακτήρα αυτής της σχέσης θεμελιώθηκε από τον Φερντινάντ ντε Σωσσύρ (1916), ο οποίος μετατόπισε την αντιπαράθεση από το πεδίο της denotatio (=«δήλωση», δηλαδή σχέση ονόματος-πράγματος) στο πεδίο της significatio (=«σήμανση», σχέση δύο ψυχολογικών οντοτήτων, ακουστικής εικόνας με μια ιδέα).

Η αρχή αυτή φαινομενικά μόνο παραβιάζεται από εξαιρέσεις λέξεων, όπως για παράδειγμα η λέξη «νιαούρισμα» ή το επιφώνημα «ωχ!». Όντως σε τέτοιες περιπτώσεις, στις ηχομιμητικές λέξεις και στα επιφωνήματα, μπορεί να ανιχνευθεί μια φαινομενική αιτιότητα, όμως και πάλι η εμπειρία μας από τις ξένες γλώσσες μάς αποτρέπει από το να απορρίψουμε την συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου. Αν δούμε πώς αποδίδουν οι Άγγλοι τον ήχο που παράγει ο σκύλος (bark) και οι Γάλλοι τον ήχο που παράγει ο άνθρωπος ως αντίδραση στο αίσθημα του πόνου (aie) και τα συγκρίνουμε με τις αντίστοιχες ελληνικές λέξεις, τότε καταλαβαίνουμε ότι και στις περιπτώσεις αυτές κυριαρχεί η συμβατικότητα.

Το μεταβλητό του γλωσσικού σημείου/γλωσσική μεταβολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γλωσσική μεταβολή είναι ένα ακόμα εγγενές χαρακτηριστικό της ανθρώπινης γλώσσας. Η γλωσσική μεταβολή είναι καθολική για κάθε ζωντανή φυσική γλώσσα και δεν πρέπει να αξιολογείται ούτε ως θετική ούτε ως αρνητική, αλλά ως αναπόφευκτη εξέλιξη. Έτσι, οποιεσδήποτε αξιολογικές αντιλήψεις και απόψεις σχετικά με την αλλαγή μιας γλώσσας δεν οφείλονται σε γλωσσολογικά δεδομένα αλλά σε ιδεολογίες, κοινωνικές, εθνικές κτλ.

Η γλωσσική αλλαγή οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, οι οποίοι θα μπορούσαν να διακριθούν σε εξωτερικούς και εσωτερικούς. Ως αλλαγές οφειλόμενες σε εξωτερικούς παράγοντες θα μπορούσαν να θεωρηθούν αλλαγές που πηγάζουν από αλληλεπιδράσεις μεταξύ δύο γλωσσών. Ο συνηθέστερος τρόπος για να επηρεάσει μια γλώσσα την άλλη είναι ο δανεισμός. Για παράδειγμα μπορούμε να πούμε ότι η γλωσσική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αποδίδεται η έννοια «σπίτι» στα ελληνικά, δηλαδή η σταδιακή αντικατάσταση της λέξης <οίκος>/<οικία> με τη λέξη <σπίτι> οφείλεται στην επίδραση της λατινικής (συγκεκριμένα της λέξης hospitium).

Συχνά, όμως, τα αίτια της γλωσσικής μεταβολής εντοπίζονται εσωτερικά, μέσα στο ίδιο το σύστημα μιας γλώσσας. Το γεγονός δηλαδή ότι ο νεοέλληνας διαβάζει την λέξη «ειρήνη» ως /i'rini/ ενώ ο αρχαίος Έλληνας θα την διάβαζε ως /eirεέnεε/ οφείλεται στον εσωτερικό παράγοντα της αλλαγής στο φωνητικό σύστημα της ελληνικής. Η αδυναμία της γλώσσας να αντισταθεί στην γλωσσική μεταβολή, στη μεταβολή τόσο της φωνητικής αναπαράστασης της ίδιας σημασίας, όσο και της σημασιοδότησης της ίδιας μορφής, αποτελεί απόρροια, αλλά και απόδειξη, της συμβατικότητας του γλωσσικού σημείου.

Γλώσσα και Γλωσσολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενετική-Μετασχηματιστική Γραμματική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γενετική γραμματική είναι ένα από τα κυρίαρχα σήμερα ρεύματα στην ανάλυση της γλώσσας, εισηγητής του οποίου είναι ο αμερικάνος Νόαμ Τσόμσκι, ο οποίος και προσπάθησε να ερμηνεύσει το φαινόμενο της γλώσσας στην πιο καθολική διάστασή του. Για την γενετική γραμματική, η γλώσσα είναι ένα βιολογικό/γνωσιακό σύστημα, έμφυτο ως ικανότητα, που παράγει («γεννά») απεριόριστο πλήθος εκφράσεων με πεπερασμένα μέσα (λεξικά στοιχεία, κανόνες και περιορισμούς) και, ενδεχομένως, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη φάση της θεωρίας, τον μινιμαλισμό, η «βέλτιστη λύση» στο σχεδιαστικό πρόβλημα της πρόσβασης/αναγνωσιμότητας σε δύο ειδών επιτελεστικά συστήματα του ανθρώπινου σώματος, τα «προθετικά-εννοιολογικά» και τα «αρθρωτικά-αντιληπτικά».

Μεταγλωσσικές προσεγγίσεις του φαινομένου της γλώσσας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τόσο οι επιστημονικές όσο και οι διεπιστημονικές προσεγγίσεις της γλώσσας συνιστούν ό,τι ονομάζουμε μεταγλώσσα. Με τον όρο μεταγλωσσικός εννοείται οποιαδήποτε κρίση διατυπώνουμε για την γλώσσα χρησιμοποιώντας τη γλώσσα. Μεταγλωσσική επομένως μπορεί να χαρακτηριστεί και μια άποψη του τύπου «πολύ ωραία γλώσσα αυτή, οι λέξεις της έχουν μια μουσικότητα», αλλά και μια γλωσσολογική θεωρία ή κλάδοι της επιστήμης όπως ψυχογλωσσολογία, κοινωνιογλωσσολογία κ.λπ. Σε αυτό το κεφάλαιο λοιπόν θα περιγραφούν οι σημαντικότερες θεωρίες ανά τους αιώνες που έχουν εμφανιστεί για τη γλώσσα και την θεωρούν από μια εξωτερική προς το γλωσσικό σύστημα θέση.

Θεωρίες για τη θέση της γλώσσας στην κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γλώσσα σαν κοινωνικό φαινόμενο είναι ένα δημοφιλές θέμα για προβληματισμό από αρχαιοτάτων χρόνων. Η εξέχουσα θέση της γλώσσας ανάμεσα στις εκδηλώσεις του ανθρώπινου πνεύματος και ο καταλυτικός της ρόλος στην διαμόρφωση των κοινωνικών δομών και σχέσεων κεντρίζει την περιέργεια της εκάστοτε διανόησης — και όχι μόνο. Για την γλώσσα κυριολεκτικά υπάρχουν αναρίθμητες απόψεις, οπτικές και κρίσεις. Από την αρχαιότητα διάφοροι φιλόσοφοι προσπάθησαν να διακρίνουν την φύση της και να προσδιορίσουν τον ακριβή της ρόλο.

Πύργος της Βαβέλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βέβαια πρώτη από όλες ασχολήθηκε η θρησκεία με το φαινόμενο της γλώσσας. Ο μύθος του πύργου της Βαβέλ δεν είναι ο μόνος σχετικός με τη γλώσσα. Σχεδόν κάθε θρησκεία έχει και από ένα μύθο που περιγράφει την διαδικασία απόκτησης/εφεύρεσης της γλώσσας αλλά και της γραφής. Ο μύθος της Βαβέλ, στα πρότυπα του οποίου κινούνται και οι μύθοι πολλών ευρωπαϊκών και μη λαών, έχει δυο βασικές συνισταμένες οι οποίες εν πολλοίς επανεμφανίζονταν σε πολλές διαδεδομένες θεωρίες μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Συγκεκριμένα από την ιστορία της Βαβέλ προκύπτουν δυο «αλήθειες». Πρώτον, ότι η υπήρχε η μια, η αληθινή γλώσσα του Θεού της οποίας οι όροι απέδιδαν ακριβώς το νόημα των σημαινομένων. Αυτή η γλώσσα χάθηκε εξαιτίας της ύβρεως των ανθρώπων και πλέον οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να χρησιμοποιούν πολλά, διαφορετικά μεταξύ τους «κακέκτυπα» της γλώσσας αυτής. Δεύτερον υποδηλώνεται η πεποίθηση ότι το περιβάλλον του ανθρώπου και γενικά ο κόσμος των εμπειριών του γίνεται αντιληπτός με τον ίδιο τρόπο από όλους απλά η κάθε γλώσσα αποδίδει διαφορετικά και με διαφορετική επάρκεια αυτό το περιβάλλον. Αυτή η πεποίθηση αν απλώς υποδηλώνεται στον μύθο της Βαβέλ, τότε γίνεται φανερή στην Γένεση όπου εμφανίζεται ο θεός να καλεί τον Αδάμ να ονοματοθετήσει τα ζώα. Αλλά και στην ελληνική μυθολογία εμφανίζεται το ίδιο μοτίβο της ονοματοθεσίας με τον μύθο του Προμηθέα. Γνωστή είναι βέβαια και η ανάλυση του Πλάτωνα στην Πολιτεία του, όπου η γλώσσα αντιμετωπίζεται ως ένας ταξινομητικός κατάλογος σταθερών και απαράλλαχτων εννοιών (των ιδεών).

Σύγχρονη προσέγγιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτή η αντίληψη πλέον έχει εγκαταλειφθεί σχεδόν από τη στιγμή της γέννησης της γλωσσολογίας. Πλέον η γλώσσα αντιμετωπίζεται από μεγάλη μερίδα αναλυτών ως καθρέφτης της κοινωνίας που την χρησιμοποιεί και την διαμορφώνει. Η σχέση όμως αυτή είναι αμφίδρομη — δηλαδή σύμφωνα με κάποιους (δόγμα Sapir-Whorf) και η ίδια η γλώσσα που χρησιμοποιούμε πολλές φορές καθορίζει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Αν συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι κάθε γλώσσα θεωρείται καταρχήν ως η καταλληλότερη για τους ομιλητές της τότε γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η γλώσσα συνδέεται άμεσα με τις κοινωνικές συνθήκες που την γεννούν.

Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η παραπάνω θέση θα παρατεθούν δυο παραδείγματα. Το πρώτο παράδειγμα αφορά την αντίληψη των χρωμάτων. Υπάρχουν πολλές γλώσσες οι οποίες δεν έχουν λέξη για το κόκκινο, άλλες για το κίτρινο κ.λπ. Μάλιστα έχει παρατηρηθεί ότι η αναγνώριση χρωμάτων ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες. Το γεγονός λοιπόν ότι μια γλώσσα δεν έχει λέξη για το κόκκινο δεν σημαίνει ότι είναι «πρωτόγονη» ή ότι είναι λειψή αλλά ότι δεν χρειάζεται να έχει λέξη για το κόκκινο. Η κοινότητα που χρησιμοποιεί την συγκεκριμένη γλώσσα δεν ένιωσε την ανάγκη να ξεχωρίσει το συγκεκριμένο χρώμα και πολύ απλά το «συγχέει» με ένα άλλο (όπως στην Ελλάδα δεν έχουμε ξεχωριστή λέξη για το λαχανί που έχει ένα λάχανο μόλις αρχίσει να σαπίζει και το «συγχέουμε» με το κανονικό λαχανί). Η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα λοιπόν της γλώσσας αφενός οφείλεται στις κοινωνικές συνθήκες (που δεν ευνοούν την διάκριση του κόκκινου) αλλά επηρεάζει και την αντίληψη των μελλοντικών ομιλητών καθώς πλέον δεν μαθαίνουν να ξεχωρίζουν το κόκκινο.

Ένα λιγότερο ακραίο παράδειγμα αφορά το λεξιλόγιο των Εσκιμώων για το χιόνι. Ενώ οι ελληνικές λέξεις για τα καιρικά φαινόμενα που σχετίζονται με την χιονόπτωση περιορίζονται στις 5-6 (χιόνι, χιονόνερο, χιονοθύελλα κ.λπ.), στην εσκιμώικη γλώσσα λέγεται[εκκρεμεί παραπομπή] ότι υπάρχουν 25 διαφορετικοί όροι για την χιονόπτωση. Αυτή η «έλλειψη» λοιπόν της ελληνικής πιθανότατα οφείλεται στο κλίμα που επικρατεί στην Ελλάδα και στις επικοινωνιακές ανάγκες που απορρέουν από αυτό.

Η σύγχρονη δομιστική αντίληψη λοιπόν που κυριαρχεί για τη γλώσσα και για τη σχέση με τον αισθητό κόσμο είναι η εξής: το περιβάλλον γύρω μας είναι ένα τεράστιο συνεχές το οποίο εμείς με την βοήθεια της γλώσσας κατανέμουμε και κατηγοριοποιούμε. Η γλώσσα δεν έρχεται απλά να ονοματοθετήσει ήδη διαμορφωμένες κατηγορίες και ταξινομήσεις αλλά συμβάλλει και αυτή στην ταξινόμηση των εμπειριών μας.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Χριστίδης, Α.-Φ. (εκδ.), Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός για τη Γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 2001
  • J. Lyons, Εισαγωγή στη γλωσσολογία, µτφ. Μ. Αραποπούλου κ.ά., επιµ. Γ. Καρανάσιος. Αθήνα: Πατάκης, 1995.
  • J. Lyons, Εισαγωγή στη θεωρητική γλωσσολογία, µτφ. Ά. Αναστασιάδη-Συµεωνίδη, Ζ. Γαβριηλίδου & Α. Ευθυµίου, Αθήνα: Μεταίχµιο, 2002.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα