Νομική

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Νομική επιστήμη)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η νομική επιστήμη ασχολείται με την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου. Παρ’ όλο που κανόνες δικαίου με τη μια ή την άλλη μορφή υπήρχαν σε όλες τις κοινωνίες, η ανάπτυξη της νομικής επιστήμης ξεκίνησε κυρίως από τους Ρωμαίους. Ο Ουλπιανός ορίζει τη νομική επιστήμη ως γνώση θεϊκών και ανθρώπινων πραγμάτων και επιστήμη του δικαίου και του αδίκου: „Iuris prudentia est divinarum atque humanarum rerum notitia, iusti atque iniusti scientia“ (Domitius Ulpianus: Ulpian primo libro reg., Πανδ. 1,1,10,2).

Η Νομική ως επιστήμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νομική επιστήμη δεν είναι θετική επιστήμη, διότι τα πορίσματά της δεν μπορούν να επαληθευθούν με πειράματα. Επίσης υπάρχει μεγάλη επιρροή του παρατηρητή στο παρατηρούμενο αντικείμενο, αφού ο νομοθέτης πολλές φορές χρησιμοποιεί τα πορίσματα της νομικής επιστήμης κατά τη θέσπιση νέων νόμων. Πολλές φορές αμφισβητείται αν η νομική είναι επιστήμη. Άλλωστε υπάρχει και η περίφημη φράση του Γερμανού νομικού Julius von Kirchmann από το λόγο που εκφώνησε το 1848 με θέμα "Η απαξία της Νομικής ως επιστήμης" (Die Wertlosigkeit der Jurisprudenz als Wissenschaft): "τρεις διορθωτικές λέξεις του νομοθέτη και βιβλιοθήκες ολόκληρες γίνονται άχρηστες (κακέκτυπα)" (drei berichtigende Worte des Gesetzgebers, und ganze Bibliotheken werden zu Makulatur.).

Προέλευση του Δικαίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγή πολλών διαφωνιών είναι η προέλευση των κανόνων δικαίου, από πού αντλούν δηλαδή οι νόμοι την ισχύ τους. Την απάντηση προσπαθούν να δώσουν δύο μεγάλα ρεύματα, οι σχολές του φυσικού δικαίου και οι σχολές του νομικού θετικισμού. Για τους πρώτους (απλουστευτικά) το δίκαιο προϋπάρχει των νόμων και προέρχεται από τη φύση (ή από το Θεό). Οι νόμοι οφείλουν συνεπώς να συμμορφώνονται με το φυσικό δίκαιο. Απόρροια αυτού είναι ότι π.χ. οι άνθρωποι έχουν κάποια απαράγραπτα δικαιώματα, όπως την ελευθερία, ανεξάρτητα από το αν τους τα αναγνωρίζουν οι νόμοι ή όχι. Για τους θετικιστές (επίσης απλουστευτικά) το δίκαιο δεν προϋπάρχει αλλά θεσπίζεται με κοινά αποδεκτούς κανόνες και δεν οφείλει να συμμορφώνεται με ηθικούς ή άλλους κανόνες. Μέσα σε αυτά τα ρεύματα υπάρχουν φυσικά πολλές σχολές και παραλλαγές, ενώ οι περισσότεροι απορρίπτουν και τα δύο άκρα. Το ερώτημα για την προέλευση του δικαίου έχει σημασία για το αν π.χ. θα υπάρχει ελευθερία γνώμης ακόμη κι αν καταργηθεί το άρθρο του Συντάγματος που την προβλέπει ή για το αν υπάρχουν θεμελιώδεις κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που δεσμεύουν όλα τα κράτη ή αν τα κράτη δεσμεύονται μόνο από τις Διεθνείς Συνθήκες που έχουν τα ίδια κυρώσει.

Συγγενείς επιστήμες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συγγενείς ως προς το αντικείμενο με τη νομική επιστήμη αλλά διαφορετικές είναι επιστήμες που εξετάζουν την Ιστορία του Δικαίου, το δίκαιο ως κοινωνικό φαινόμενο (Κοινωνιολογία του Δικαίου), τις μορφές του δικαίου στις διάφορες κοινωνίες και πολιτισμούς (Ανθρωπολογία του Δικαίου), το φαινόμενο της παραβατικότητας και τη σχέση του με το δίκαιο (Εγκληματολογία) κ.ο.κ. Οι επιστήμες αυτές διακρίνονται από τη νομική επιστήμη γιατί χρησιμοποιούν κυρίως τις μεθόδους άλλων επιστημών (Ιστορίας, Κοινωνιολογίας, Ανθρωπολογίας κλπ.).

Μεθοδολογία του Δικαίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δομή του κανόνα δικαίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νομική επιστήμη έχει ορισμένη μεθοδολογία για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου. Ο κανόνας δικαίου διαιρείται συνήθως σε πραγματικό («όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια») και έννομη συνέπεια («οφείλει να τον αποζημιώσει»). Ο εφαρμοστής του δικαίου οφείλει να ερμηνεύσει το νόμο (να ανεύρει το νόημα της διάταξης) και να τον εφαρμόσει (να υπαγάγει τη συγκεκριμένη περίπτωση στη σωστή διάταξη). Οφείλει με άλλα λόγια να διαπιστώσει αν στην υπό κρίση περίπτωση πληρούνται οι όροι του πραγματικού, προκειμένου να επέλθει η έννομη συνέπεια. Πολλές φορές όμως οι νόμοι είναι γενικοί, γιατί αναφέρονται σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων και ο νομοθέτης δεν μπορεί να προβλέψει όλες τις πιθανές περιπτώσεις. Έτσι ο εφαρμοστής του δικαίου καλείται εφαρμόζοντας μια ή περισσότερες από τις μεθόδους να ανεύρει τον προσήκοντα κανόνα και να τον εφαρμόσει σωστά.

Γραμματική ερμηνεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφετηρία για την ερμηνεία ενός νόμου είναι το γράμμα του, η λεκτική του διατύπωση. Πολλές φορές όμως η διατύπωση δεν είναι σαφής ή επιδέχεται πολλών ερμηνειών Στο ανωτέρω παράδειγμα δεν είναι σαφές αν ο νομοθέτης ως παράνομη ζημία εννοεί τη ζημία που επήλθε με παράβαση ενός οποιουδήποτε νόμου ή μόνο ορισμένων νόμων. Επίσης οι λέξεις αλλάζουν νόημα με την πάροδο του χρόνου. Πέραν αυτού ο νομοθέτης δε νομοθετεί σε «κενό δικαίου», αλλά οι νόμοι εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προϋπαρχόντων (θεσπισμένων) νόμων και νομικής θεωρίας, το οποίο είναι πολλές φορές κρίσιμο για την ανεύρεση του αληθούς νοήματος του κανόνα δικαίου.

Ιστορική Ερμηνεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δεύτερη μέθοδος είναι η ιστορική ερμηνεία. Με αυτήν ο εφαρμοστής του δικαίου προσπαθεί να βρει το νόημα ενός κανόνα ανατρέχοντας στη βούληση του ιστορικού νομοθέτη. Αν π.χ. από τις εκθέσεις της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής ή από τα πρακτικά της Βουλής προκύπτει ότι ο νομοθέτης ήθελε με μια συγκεκριμένη διάταξη να ελαφρύνει τους οφειλέτες των Τραπεζών αλλά η διατύπωση του νόμου μπορεί να ερμηνευθεί και εις βάρος τους, ο εφαρμοστής θα κοιτάξει να εφαρμόσει τη διάταξη ευνοϊκά και όχι εις βάρος των οφειλετών. Η ιστορική ερμηνεία έχει όμως και όρια, διότι ο νόμος από τη στιγμή που ψηφίζεται παύει να είναι προϊόν του συγκεκριμένου ιστορικού νομοθέτη και γίνεται μέρος της σύνολης έννομης τάξης, η βούληση δηλαδή του ιστορικού νομοθέτη δε δεσμεύει τους κοινωνούς εσαεί. Επίσης δεν μπορεί πάντα να διαπιστωθεί η βούληση όλων των βουλευτών π.χ. που ψήφισαν ένα νόμο, μπορεί αρκετοί να συμφωνούσαν με τη λεκτική διατύπωση αλλά ο καθένας να τον ψήφισε με το δικό του σκεπτικό.

Τελολογική Ερμηνεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τελολογική ερμηνεία (τέλος=σκοπός) αναζητά το σκοπό της διάταξης πίσω από το γράμμα (ratio legis, το «πνεύμα» του νόμου). Ας υποθέσουμε ότι ο νόμος προβλέπει για την εγκυρότητα μιας πράξης ιδιόχειρη υπογραφή και κάποιος υπογράφει με το στόμα ή με το πόδι. Σκοπός του νόμου είναι να έχει δοθεί γραπτή συγκατάθεση από τον υπογράφοντα αυτοπροσώπως, το νομοθέτη δεν τον ενδιέφερε αν θα είναι με το χέρι ή όχι. Υπογραφή με άλλο μέλος δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της συγκατάθεσης. Η ερμηνεία που ανάγεται στο σκοπό του κανόνα δικαίου ονομάζεται διασταλτική ή συσταλτική ερμηνεία, ανάλογα με το αν διευρύνει ή αντίστοιχα περιορίζει την εφαρμογή του σε σχέση με τη γραμματική διατύπωση .

Συστηματική Ερμηνεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συστηματική ερμηνεία βασίζεται στο γεγονός ότι συνήθως ένας κανόνας δικαίου δε στέκεται μόνος του αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σύστημα ρύθμισης, π.χ. το οικογενειακό δίκαιο, το φορολογικό δίκαιο κλπ., το οποίο διέπεται από κάποιες γενικότερες αρχές. Ο κάθε κανόνας θα πρέπει να ερμηνευθεί με βάση τις γενικές αρχές που διέπουν όλο το σύστημα ρυθμίσεων στο οποίο είναι ενταγμένος. Για παράδειγμα ο νόμος ρυθμίζει στον Αστικό Κώδικα τη μίσθωση (ενοικίαση) και ορίζει ότι για την κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης δεν απαιτείται έγγραφο. Σε φορολογικό νόμο ορίζεται ότι η μίσθωση κατοικίας οφείλει να καταρτίζεται εγγράφως και το έγγραφο να θεωρείται από την Εφορία, αλλιώς η μίσθωση είναι άκυρη. Ο μισθωτής Α αρνείται να καταβάλει το νοίκι στον εκμισθωτή του, γιατί δεν έχουν καταρτίσει έγγραφο και άρα η μίσθωση είναι άκυρη. Η συστηματική ερμηνεία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Α δεν έχει δίκιο. Η διάταξη που επιτάσσει έγγραφο για να είναι έγκυρη η μίσθωση είναι στο φορολογικό δίκαιο και όχι στο αστικό, όπου και ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις της μίσθωσης. Το φορολογικό δίκαιο αφορά τη σχέση πολίτη-κράτους και όχι τις σχέσεις πολιτών μεταξύ τους. Άρα ο κανόνας του φορολογικού δικαίου δεν έχει εφαρμογή στις σχέσεις του Α με τον εκμισθωτή του και η μίσθωση σε ό,τι αφορά τη σχέση μισθωτή-εκμισθωτή είναι έγκυρη και χωρίς έγγραφο.

Κενά Νόμου και αναλογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο νομοθέτης δεν έχει ρυθμίσει μια περίπτωση. Ο εφαρμοστής του δικαίου καλείται τότε να πληρώσει το κενό. Πρώτα πρέπει να διαπιστώσει αν ο νομοθέτης άφησε την περίπτωση αρρύθμιστη επειδή δεν την προέβλεψε ή επίτηδες δεν ήθελε να τη ρυθμίσει ξεχωριστά. Αν καταλήξει στο πρώτο συμπέρασμα, το κύριο εργαλείο του είναι η αναλογία, η εφαρμογή δηλαδή κανόνων που εφαρμόζονται σε όμοιες περιπτώσεις. Για παράδειγμα ο νόμος έχει ρυθμίσει στον Αστικό Κώδικα την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων, ότι δηλαδή τα μέρη οφείλουν να εκπληρώσουν ό,τι συμβατικά έχουν αναλάβει να εκπληρώσουν. Έχει ρυθμίσει επίσης τα δικαιώματα του άλλου μέρους αν ο ένας δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Δεν έχει ρυθμίσει όμως τι ισχύει, αν ο ένας εκπληρώσει πλημμελώς τις υποχρεώσεις του. Για παράδειγμα ο νόμος ρυθμίζει ότι αν ο κάτοχος ενός σπιτιού και ένας ελαιοχρωματιστής συμφωνήσουν και οι δύο ο ελαιοχρωματιστής να βάψει το σπίτι, ο τελευταίος οφείλει να το πράξει. Επίσης ρυθμίζει τι δικαιώματα έχει ο κάτοχος του σπιτιού, αν ο ελαιοχρωματιστής δεν το βάψει. Δεν έχει ρυθμίσει όμως την περίπτωση που ο ελαιοχρωματιστής θα βάψει μεν το σπίτι ως οφείλει, θα καταστρέψει όμως κατά την εκτέλεση του έργου το παρκέ χύνοντας χρώματα επάνω του. Ο εφαρμοστής του δικαίου τότε θα αναζητήσει πρώτα αν ο νομοθέτης επίτηδες άφησε το κενό αρρύθμιστο. Κάτι τέτοιο δεν είναι πιθανό, αφού ο νόμος ρυθμίζει διεξοδικά τις υπόλοιπες περιπτώσεις μη εκπλήρωσης της σύμβασης, στόχευε δηλαδή σε πλήρη ρύθμιση της συμβατικής σχέσης. Κατόπιν θα αναζητήσει αν υπάρχει σε παρόμοια περίπτωση (π.χ. πώληση, μίσθωση) συναφής ρύθμιση. Αν υπάρχει, θα την εφαρμόσει αναλογικά, λαμβάνοντας δηλαδή υπ’ όψιν τις τυχόν διαφορές σύμβασης έργου-σύμβασης πώλησης ή μίσθωσης. Η αναλογική εφαρμογή μιας διάταξης ονομάζεται αναλογία νόμου. Αν δεν υπάρχει σχετική διάταξη, θα πρέπει να ανατρέξει στους γενικούς κανόνες που ρυθμίζουν την εκπλήρωση της σύμβασης, να αναζητήσει τις γενικές αρχές που τη διέπουν (υποχρέωση καλόπιστης συμπεριφοράς, επιείκεια προς τον οφειλέτη, ευθύνη για ζημιογόνες πράξεις από δόλο και αμέλεια κλπ.) και να τις εφαρμόσει ανάλογα (αναλογία δικαίου). Βασικό κριτήριο για την αναλογία είναι ότι δίκαιο είναι να ρυθμίζονται όμοιες περιπτώσεις όμοια και ανόμοιες ανόμοια. Η αναλογία ως μέθοδος ανεύρεσης του δικαίου απαγορεύεται στο Ποινικό Δίκαιο, γιατί εκεί ισχύει η αρχή ότι τιμωρούνται μόνο τα εγκλήματα που προβλέπονται ρητά από το νόμο.

Σύγκρουση κανόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρκετές φορές μπορεί κανόνες δικαίου να συγκρούονται φαινομενικά ή πραγματικά μεταξύ τους. Σε αυτήν την περίπτωση ο εφαρμοστής του δικαίου οφείλει να προσπαθήσει να εφαρμόσει τον πιο κατάλληλο κανόνα κι αν αυτό δεν είναι δυνατό, να σταθμίσει τα αντικρουόμενα συμφέροντα και να βρει ποιο υπερισχύει. Θεωρητικά σε μια έννομη τάξη δεν υπάρχουν συγκρούσεις, μια που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο είναι όλα ρυθμισμένα, απομένει μόνο να βρεθεί ο σωστός κανόνας. Στην πράξη βέβαια είναι τα πράγματα διαφορετικά. Κάποιοι κανόνες για την επίλυση συγκρούσεων κανόνων είναι οι εξής:

lex specialis derogat legi generali[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ειδικός νόμος υπερισχύει του γενικού. Αν π.χ. ο νόμος για το ωράριο των καταστημάτων προβλέπει να κλείνουν στις 6 και ο νόμος για τα αρτοποιεία προβλέπει να κλείνουν στις 7, ο νόμος για τα αρτοποιεία είναι ειδικός, αφού αναφέρεται σε ορισμένο είδος εμπορικών καταστημάτων και σε ό,τι αφορά τα αρτοποιεία υπερισχύει του γενικού νόμου.

lex posterior derogat legi priori[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νεώτερος νόμος υπερισχύει του παλαιότερου.

lex posterior generalis non derogat legi priori speciali[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νεώτερος γενικός νόμος δεν καταργεί παλαιότερο ειδικό. Αν ο νόμος για τα αρτοποιεία προβλέπει να κλείνουν στις 7 και αργότερα ψηφιστεί νόμος για όλα τα εμπορικά καταστήματα που προβλέπει να κλείνουν στις 6, ως γενικός δεν επηρεάζει τον ειδικό για τα αρτοποιεία εκτός αν το προβλέπει ρητώς.

Σύγκρουση νόμων και Συντάγματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σύνταγμα είναι πάνω από τους νόμους και οι νόμοι που συγκρούονται με αυτό είναι άκυροι. Από την άλλη ο νομοθέτης κατά κανόνα δεν έχει σκοπό να συγκρουσθεί με το Σύνταγμα. Έτσι θα πρέπει πρώτα να αναζητηθεί αν υπάρχει τρόπος συσταλτικής ερμηνείας του νόμου που να μην καθιστά αναγκαία την ακύρωσή του αλλά και να αίρει τη σύγκρουση με το Σύνταγμα. Μπορεί για παράδειγμα νόμος να προβλέπει για ορισμένη πράξη ότι ο ζημιώσας οφείλει να καταβάλει υπέρογκη εξοντωτική αποζημίωση στον ζημιωθέντα και να συγκρούεται έτσι με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την ελεύθερη συμμετοχή στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας. Πριν ο εφαρμοστής κηρύξει το νόμο άκυρο οφείλει να εξετάσει αν περιορίζοντας το ύψος της αποζημίωσης μπορεί να άρει τη σύγκρουση με το Σύνταγμα διασώζωντας εν μέρει το νόμο. Η διαδικασία αυτή είναι δύσκολη, γιατί ο νόμος στην περιορισμένη εφαρμογή του (συσταλτικά ερμηνευμένος) δεν πρέπει να έρχεται από την άλλη σε αντίθεση με το σκοπό του νομοθέτη, θα πρέπει δηλαδή να παραμένει στην κατεύθυνση του αρχικού νοήματος, επειδή ο εφαρμοστής του δικαίου δεν είναι νομοθέτης ο ίδιος για να διαπλάθει το περιεχόμενο των νόμων κατά βούληση. Αν ο συσταλτικά ερμηνευμένος νόμος συγκρούεται με την αρχική βούληση του νομοθετη, δηλαδή δεν αποτελεί μέρος του αρχικού νοήματος αλλά αποκτά άλλο καινούργιο νόημα, ο εφαρμοστής δεν έχει ευχέρεια να τον εφαρμόσει, αλλά οφείλει να θεωρήσει ολόκληρο το νόμο ως άκυρο λόγω αντίθεσης με το Σύνταγμα.

Στάθμιση συμφερόντων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι προηγούμενες αρχές περί γενικού και ειδικού νόμου είναι απλές, που σημαίνει ότι δε λύνουν τα πραγματικά δύσκολα προβλήματα. Πολλές φορές οι κανόνες δεν έχουν εμφανή σχέση ειδικού προς γενικό ή σχέση ιεραρχίας ή απονέμουν αλληλοσυγκρουόμενα δικαιώματα σε διαφορετικά υποκείμενα. Για παράδειγμα το Σύνταγμα κατοχυρώνει την ελευθερία του τύπου και της πληροφόρησης, κατοχυρώνει όμως και το σεβασμό της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας του ατόμου. Αν μια εφημερίδα δημοσιεύσει φωτογραφίες ενός πολιτικού σε εξωσυζυγικές σεξουαλικές περιπτύξεις, συγκρούονται οι κανόνες μεταξύ τους. Γενική λύση για όλες τις περιπτώσεις δεν μπορεί να δοθεί. Η μόνη λύση είναι η στάθμιση των αντικρουόμενων συμφερόντων στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κριτήρια θα είναι μεταξύ άλλων η σπουδαιότητα και αναγνωρισιμότητα του πολιτικού (δημοτικός σύμβουλος ή πρωθυπουργός), το δικαιολογημένο ή όχι ενδιαφέρον του κοινού για ενημέρωση (αν π.χ. επιτρέπει γενικότερα συμπεράσματα για το χαρακτήρα του) κλπ.

Πηγές/Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Larenz, Karl / Canaris, Claus-Wilhelm, Methodenlehre der Rechtswissenschaft, 3. Aufl., Springer, Berlin 1995