Κοινωνικοποίηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

l H κοινωνικοποίηση είναι ένας κοινωνιολογικός όρος ο οποίος χρησιμοποιείται από κοινωνιολόγους, κοινωνιοψυχολόγους, ανθρωπολόγους, πολιτικούς και παιδαγωγούς, εννοώντας τη διαδικασία μετάδοσης ηθών, εθίμων, κανόνων και ιδεολογιών. Μέσω της κοινωνικοποίησης, μεταδίδονται στο άτομο οι δεξιότητες και συνήθειες οι οποίες είναι απαραίτητες για τη συμμετοχή του στην κοινωνία στην οποία ανήκει. Κοινωνικοποίηση επίσης είναι η εσωτερίκευση των κοινωνικών κανόνων και αξιών, η αφομοίωση δηλαδή από το άτομο, των προτύπων συμπεριφοράς που κάθε κοινωνία ή κοινωνική ομάδα θεωρεί αποδεκτά.

Η κοινωνία σχηματίζεται από ποικιλία κοινών κανόνων, συμπεριφορών, αξιών, κινήτρων, κοινωνικών ρόλων, συμβόλων και γλωσσών. Κατ' αυτό τον τρόπο, η κοινωνικοποίηση μπορεί να οριστεί ως το «μέσο με το οποίο επιτυγχάνεται κοινωνική και πολιτισμική συνέχεια».[1]

Εμφάνιση όρου «κοινωνικοποίηση»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη κοινωνικοποίηση εμφανίζεται στις αρχές του 20ου αιώνα από τον Εμίλ Ντιρκέμ (1858-1917), θεμελιωτή της σύγχρονης κοινωνιολογίας, και περιγράφει τη διαδικασία μέσω της οποίας ο άνθρωπος γίνεται κοινωνικό ον. Μέχρι τώρα δεν έχει δημιουργηθεί μια ευρέως αποδεκτή θεωρία για την κοινωνικοποίηση. Υπάρχουν απλώς θεωρητικά μοντέλα που προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο, με επικρατέστερα της εξελικτικής ψυχολογίας, της θεωρίας της μάθησης, της ψυχανάλυσης, της θεωρίας της αλληλεπίδρασης και της θεωρίας των ρόλων. Μερικά μοντέλα ανάλυσης θεωρούν τον άνθρωπο ως φυσικό (βιολογικό) ον, άλλα ως εξαρτημένο (κοινωνικό) ον, ενώ άλλα ότι είναι συνδυασμός και των δύο.

Πρωτογενής κοινωνικοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος χώρος κοινωνικοποίησης του ατόμου είναι η οικογένεια, γιατί αναλαμβάνει το άτομο από τη γέννηση του και έχει σημαντικό ρόλο σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ρόλος της είναι να διαμορφώσει την προσωπικότητα και το χαρακτήρα του παιδιού, μεταδίδοντας του κανόνες, αξίες και τρόπους συμπεριφοράς που αφορούν την κοινωνία που ζει, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο που είναι μέλος. Σε αυτό το σημείο έχουν μεγάλη σημασία οι σχέσεις των γονέων και των παιδιών και η επιρροή που ασκούν στην παιδική προσωπικότητα μέσα από τους κοινωνικούς ρόλους και τις συγκρούσεις. Κατά τον Ουίλιαμ Γκουντ (William Goode), η οικογένεια είναι ο διαμεσολαβητής μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, δηλαδή προσπαθεί να εντάξει ομαλά το παιδί στην κοινωνία.

Η οικογένεια αποτελεί μια μικρογραφία της κοινωνίας. Το άτομο καλείται να παίξει ρόλους, να προσφέρει για να πάρει, να τηρεί κανόνες και να σέβεται κάποιες αξίες. Επίσης μέσα σε αυτό το πλαίσιο μαθαίνει την γλώσσα και αναπτύσσει την προσωπικότητα του, για να μπορέσει αργότερα να ανταποκριθεί στα κοινωνικά τεκταινόμενα.

Δευτερογενής κοινωνικοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα η δευτερογενής κοινωνικοποίηση του ατόμου είναι το σχολείο. Το παιδί μεταβαίνει από τον οικογενειακό στον σχολικό χώρο, όπου πρέπει να αναπτύξει καινούριες συμπεριφορές και ικανότητες, για να μπορέσει να συναναστραφεί με τα άλλα άτομα. Το νέο περιβάλλον διαφέρει στο γεγονός ότι είναι πιο απρόσωπο, πιο ουδέτερο και δεν μπορεί να επικεντρώνεται στις ξεχωριστές ανάγκες του παιδιού και να του δίνει πολλές ευκαιρίες, όπως λογικά έκανε η οικογένεια του. Στο σχολείο το άτομο διευρύνει την ικανότητα του να συνεργάζεται με τους άλλους, να πειθαρχεί σε κανόνες, να ανταποκρίνεται στις επιταγές του δασκάλου και να μαθαίνει. Το σχολείο είναι φορέας των κοινωνικών θεσμών και αξιών. Ακόμα πιο έντονα από την οικογένεια προσπαθεί να κάνει το άτομο κοινωνικό υποκείμενο και να το προετοιμάσει για τους ρόλους που επρόκειτο να παίξει στην κοινωνία. Από την άλλη μεριά, δίνει στην κοινωνία ένα ανθρώπινο δυναμικό σχεδόν έτοιμο να το χρησιμοποιήσει για τις ανάγκες της.

Τριτογενείς φορείς κοινωνικοποίησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θρησκεία, το κράτος, οι παρέες συνομηλίκων, τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και τα διάφορα περιβάλλοντα στα οποία εντάσσεται κατά καιρούς το άτομο (γειτονιά, συνάδελφοι, αθλητικές ομάδες κ.τ.λ.) αποτελούν τριτογενείς φορείς της κοινωνικοποίησης του. Η θρησκεία έχει συνήθως σημαντικό ρόλο στις κοινωνίες, καθώς προβάλλει αξίες και κανόνες συμπεριφοράς στους ανθρώπους, θρησκευτικά ήθη και έθιμα, που συμβάλλουν στην ενότητα και την ομόνοια μεταξύ τους, ενώ ταυτόχρονα προβάλλει μια γενική κοσμοθεωρία στο άτομο και στάσεις ζωής, που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην κοινωνία. Με λίγα λόγια, αλλιώς πράττουν τα άτομα που η θρησκεία τους θεωρεί ότι πρέπει να αποδεχτούν την κοινωνική θέση με την οποία γεννήθηκαν και είναι «αμαρτία» να προσπαθούν να ξεφύγουν από αυτό που τους δόθηκε και αλλιώς πράττουν τα άτομα που διδάσκονται ότι είναι επιτακτική ανάγκη να δουλεύεις σκληρά στη ζωή σου και να εξελίσσεσαι ως άτομο. Τέλος, η θρησκεία πρεσβεύει συνήθως συγκεκριμένο τρόπο ενδυμασίας, διατροφής και διασκέδασης στα άτομα.

Το κράτος αποτελεί φορέα που ρυθμίζει την κοινωνική ζωή στο σύνολο της. Θεσπίζει νόμους που ρυθμίζουν όλους τους άλλους φορείς κοινωνικοποίησης και την δράση του ίδιου του κοινωνικού υποκειμένου.

Οι παρέες των συνομηλίκων, η γειτονιά και οι διάφορες ομάδες που εντάσσεται κατά τη διάρκεια της ζωής του το άτομο αποτελούν άτυπους, αλλά πολύ σημαντικούς για την κοινωνικοποίηση του, φορείς. Το παιδί ξεφεύγει λίγο από τους αυστηρούς κανόνες που επιβάλλει η οικογένεια και το σχολείο, διαλέγεται ελεύθερα με άλλα άτομα, επηρεάζει και επηρεάζεται. Ουσιαστική σημασία έχει το γεγονός ότι έτσι το άτομο μπορεί να αναπτύξει μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα, εφόσον μπορεί να κρίνει ποια στοιχεία από αυτά που διδάχθηκε ως τώρα του χρησιμεύουν και να εγκαταλείψει όσα δεν τον αντιπροσωπεύουν. Σε αυτόν τον φορέα, όπως και στην θρησκεία, υπάρχουν κάποιοι κανόνες ενδυμασίας, διατροφής, διασκέδασης, ακόμα και επικοινωνίας, όμως με μεγαλύτερα περιθώρια επιλογής και λιγότερη αυστηρότητα.

Τέλος, τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας (Τύπος, βιβλίο, ραδιόφωνο, τηλεόραση, κινηματογράφος, διαδίκτυο) αποτελούν σημαντικούς φορείς κοινωνικοποίησης για τις νέες γενιές. Μπορεί να μην είναι αυτός ο άμεσος ρόλος τους, ωστόσο ασκούν μεγάλη επιρροή στο άτομο, διαμορφώνοντας την προσωπικότητα, τις επιλογές, τις αξίες και τα «πιστεύω» του. Επιπλέον, προβάλλουν πρότυπα, ρόλους και πολλές φορές συμβάλλουν στην διατήρηση των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων της κοινωνίας. Η οικογένεια και το σχολείο οφείλουν να μάθουν τα άτομα να χρησιμοποιούν με κριτική σκέψη και σύνεση τα ΜΜΕ, αλλιώς είναι εύκολο να χειραγωγηθούν και να παραπληροφορηθούν από αυτά.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Clausen, John A. (επιμ.) (1968). Socialization and Society, Boston: Little Brown and Company, σ. 5

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δημήτρης Τσαρδάκης, Η γένεση του κοινωνικού ανθρώπου, Εκδόσεις «Βιβλία για όλους», Αθήνα 1987 (Δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη)

www.greek-language.gr, Κοινωνική και πολιτική αγωγή (Γ’ γυμνασίου), 5.2 Φορείς Κοινωνικοποίησης


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Socialization της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).