Ύδραυλις

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ύδραυλις

Η Ύδραυλις ήταν αρχαιοελληνικό αερόφωνο όργανο της αρχαιότητας με ισχυρό και οξύ ήχο, χρησιμοποιούμενο στα θεάματα του ιπποδρόμου και στην εκτέλεση στρατιωτικής μουσικής[1]. Η ύδραυλις (ή ύδραυλος), το λεγόμενο όργανο του νερού, ήταν επινόηση και εφεύρεση του μηχανικού Κτησίβιου του Αλεξανδρέα. Κατασκευάστηκε στην Αλεξάνδρεια τον 3ο αιώνα π.Χ. και για τον τρόπο λειτουργίας και χρήσης του μας διασώζονται οι περιγραφές του Ήρωνα του Αλεξανδρέως και του Βιτρούβιου. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του οργάνου αυτού ήταν το υδραυλικό σύστημα πάνω στο οποίο βασιζόταν για να λειτουργήσει, καθώς αυτό ήταν υπεύθυνο για την παραγωγή, κίνηση και ρύθμιση της πίεσης του αέρα, ο οποίος διοχετευόταν στους αυλούς διαμέσου μιας σειράς μοχλών.

Η ύδραυλις ήταν μια μεγάλη σύριγγα, όπως η σύριγγα του Πανός, που αποτελείτο από μια σειρά ηχητικών σωλήνων από καλάμι, διαβαθμισμένων ανάλογα με το μήκος τους, μέσα στους οποίους φυσούσε ο εκτελεστής[2], όπου στα στόμια των αυλών της παρεχόταν υψηλής και σταθερής πίεσης αέρας. Κάτω από τους αυλούς υπήρχε μια δεξαμενή με νερό, στον πυθμένα της οποίας βρισκόταν ένα κοίλο ημισφαίριο, ο πνιγέας. Στον πνιγέα έμπαινε νερό από τις οπές της βάσης και αέρας από τους σωλήνες της κορυφής. Οι σωλήνες αυτοί ήταν πάνω από το κοίλο ημισφαίριο και κατέληγαν έξω από τη δεξαμενή. Ένας σωλήνας από αυτούς λύγιζε και συγκοινωνούσε με την πυξίδα (πυξίς-εμβολέας). Η πυξίδα ήταν μια εμβολοφόρος αντλία που διοχέτευε τον αέρα από τον σωλήνα της κορυφής με πίεση στον πνιγέα. Έπειτα, ο αέρας οδηγείτο στο στεγανό χώρο πάνω από τη δεξαμενή και κάτω από τους αυλούς.

Οι αυλοί στο κάτω μέρος είχαν τους γλωσσοκόμους. Η γλωττίδα κάθε γλωσσοκόμου ήταν διάτρητη και με τη βοήθεια ενός μοχλού και αργότερα πλήκτρου (αγκωνίσκου) σπρωχνόταν προς τα μέσα, με αποτέλεσμα να ανοίγεται δίοδος προς το στόμιο του αντίστοιχου αυλού. Ο πεπιεσμένος αέρας διοχετευόταν στον αυλό, άρα το όργανο ηχούσε. Όταν το πλήκτρο σταματούσε να πιέζεται τότε η γλωσσίδα επανερχόταν στη θέση της με τη βοήθεια ελατηριωτού μηχανισμού, διακόπτοντας τη ροή του αέρα και ο αυλός έπαυε να ηχεί. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο αέρας παραγόταν από ανθρώπους (έφηβους ή δούλους) που ανεβοκατέβαζαν, χτυπούσαν ή πηδούσαν πάνω-κάτω στα φυσερά, ενόσω ο εκτελεστής του οργάνου έπαιξε φανερώνοντας έτσι τη δεξιοτεχνία του στα πλήκτρα.

Μετά τους Έλληνες, το πρωτοπόρο αυτό ακουστικό και τεχνολογικό κατασκεύασμα ταξίδεψε και υιοθετήθηκε πρόθυμα από πολλούς, φτάνοντας μέχρι τους Ρωμαίους και έπειτα τους Βυζαντινούς. Τον 7ο και 8ο αιώνα η ύδραυλις ονομάστηκε πλέον Όργανο και άκμαζε στο Βυζάντιο, αλλά και σε όλα τα μεγάλα κέντρα κατασκευής και παραγωγής του όπως η Κωνσταντινούπολη. Αξιομνημόνευτο είναι το περιστατικό της αποστολής ενός εκκλησιαστικού οργάνου ως δώρο το 757 μ.Χ. από το βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Κοπρώνυμο στον αυτοκράτορα των Φράγκων Πιπίνο τον Βραχύ, πατέρα του Καρλομάγνου. Λίγο αργότερα, το 812 μ.Χ., οι βυζαντινοί χάρισαν και ένα δεύτερο στον ίδιο τον Καρλομάγνο. Τον 10ο αιώνα κατασκευάστηκε με έξοδα της εκκλησίας το αγγλικό εκκλησιαστικό όργανο του Γουίντσεστερ, με ασυνήθιστα μεγάλο μέγεθος και με 26 φυσερά, που απαιτούσαν 70 άτομα[3], διαθέτοντας επίσης 40 νότες, με 10 αυλούς για κάθε νότα.

Εξέλιξη του οργάνου αυτού είναι το μεταγενέστερο εκκλησιαστικό όργανο, το οποίο στηρίζεται πάνω στις ίδιες κατασκευαστικές βάσεις και χρησιμοποιήθηκε ως επί τω πλείστω στα πλαίσια της εκκλησιαστικής μουσικής της Δύσης, αλλά και στη συμφωνική μουσική και τον πρώιμο κινηματογράφο. Άλλα μουσικά όργανα με παρόμοια κατασκευαστική δομή απαντώνται σε πολλά μέρη του κόσμου, ιδιαίτερα στην ανατολική Ασία, και εντάσσονται στην κατηγορία των αερόφωνων οργάνων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το κινέζικο σενγκ.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τ. 58, σ. 364
  2. Αβέρωφ, 1992, σ. 62
  3. Τολίκα, 1995, σ. 350

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αβέρωφ Έφη, Εισαγωγή στην οργανογνωσία, Φίλιππος Νάκας, Αθήνα, 1992.
  • Τολίκα Ολυμπία, Παγκόσμιο λεξικό της μουσικής, Ευρωπαϊκό Κέντρο Τέχνης, Αθήνα, 1995.