Όπλο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Γενικά, ως όπλο χαρακτηρίζεται οποιοδήποτε μέσον είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί για την πρόκληση ζημιάς. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επίθεση, άμυνα ή για εκφοβισμό.

Επίσης με το όνομα Όπλο φέρεται στράτευμα ειδικά εκπαιδευμένο κατά χώρο επιχειρήσεων και είδος αυτών, με όλα τα διατειθέμενα μέσα υπαγωγής του. Ειδικότερα στο Στρατό Ξηράς ως "Όπλα" χαρακτηρίζονται το Πεζικό, το Πυροβολικό, τα Τεθωρακισμένα, (στη θέση του άλλοτε Ιππικού), το Μηχανικό, οι Διαβιβάσεις και η Αεροπορία στρατού.

Στην εραλδική γλώσσα με τον όρο όπλα φέρονται οι θυρεοί.


Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το "όπλον" στην αρχαία ελληνική γλώσσα ήταν η κυκλική ασπίδα που χρησιμοποιούσαν οι οπλίτες, δηλαδή οι στρατιώτες που έρχονταν αντιμέτωποι με τον εχθρό σώμα με σώμα και πεζοί.

Κατηγορίες όπλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός της κατηγοριοποίησης των όπλων σε "επιθετικά" και "αμυντικά", τα όπλα αρχικά διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες στα αγχέμαχα και στα εκηβόλα. Κάθε μια από αυτές διακρίνονται επιμέρους σε φορητά όπλα και σε βαρέα όπλα. Κάθε μια από αυτή τη δεύτερη υποκατηγορία διακρίνεται επιμέρους σε "απλά ή μηχανικά όπλα", σε χημικά όπλα, σε "σύνθετα όπλα" και σε "πολυσύνθετα όπλα" που συνηθέστερα καλούνται οπλικά συστήματα, στη κατηγορία αυτών υπάγονται και τα λεγόμενα "ηλεκτρονικά όπλα".

Ανάλογα του χώρου χρήσης τους χαρακτηρίζονται "όπλα επιφανείας", που μπορεί να αφορούν επιφάνεια ξηράς ή θάλασσας, λεγόμενα και πεζικά όπλα, ή ναυτικά όπλα στα οποία περιλαμβάνονται και τα "ύφαλα όπλα", όπου η χρήση τους γίνεται υπό την επιφάνεια της θάλασσας, καθώς και τα όπλα αέρος ή "αεροπορικά όπλα".

Τα βαρέα όπλα επιφανείας ξηράς διακρίνονται σε "πεδινά,", "ορειβατικά" και "παντός εδάφους". Ειδικότερα στο πολεμικό πλοίο το σύνολο των πάσης φύσεως διαμετρήματος των φερομένων "πυροβόλων όπλων" ονομάζεται "πυροβολικό" (του πλοίου).

Ανάλογα του σκοπού για το οποίο προορίζεται η χρήση των φερομένων όπλων αυτά χαρακτηρίζονται γενικά: "κατά προσωπικού", "αντιαρματικά", "αντιαεροπορικά", και "ανθυποβρυχιακά όπλα".

Ιδιαίτερες κατηγορίες αποτελούν τα βλήματα αγχέμαχων και εκηβόλων όπλων.

Το σύνολο των φερόμενων όπλων, ανεξαρτήτου κατηγορίας, μιας στρατιωτικής μονάδας ονομάζεται οπλισμός π.χ. οπλισμός μαχητικού αεροσκάφους, οπλισμός πολεμικού πλοίου κ.λπ. Ο όρος "εξοπλισμός" χρησιμοποιείται περισσότερο είτε για τον οπλισμό που δίνεται σε νέα εντασσόμενη στρατιωτική μονάδα ή σε αντικατάσταση υπάρχοντος οπλισμού.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καραμπινες και μπαγιονεττες
Η σφεντόνα ηταν όπλο και εξελιχθηκε σε παιχνίδι.

Από την εποχή της εμφάνισής του, ο άνθρωπος, συνειδητοποιώντας το πόσο τρωτός είναι τόσο στους φυσικούς κινδύνους όσο και σε περίπτωση σύγκρουσης με τ' άλλα ζώα άρχισε να κατασκευάζει τα πρώτα οχυρωματικά έργα για τη κατοικία του και τη προφύλαξή του από τα διάφορα άγρια ζώα. Χρησιμοποιώντας τη λογική, κατόρθωσε να προσθέσει στα ατελή σωματικά του όπλα (νύχια, δόντια) τα διάφορα πρόχειρα φυσικά όπλα, που αργότερα, μετατρέπει σε πιο αποτελεσματικά με την κατεργασία τους. Παράλληλα όμως με τον εκπολιτισμό του ο άνθρωπος δημιούργησε κυριαρχική συνείδηση με συνέπεια να αισθάνεται την ανάγκη της προστασίας του και από τον συνάνθρωπό του. Μια ανάγκη που ίσως να τον συνοδεύει για πάντα. Έτσι στην πρώιμη εκείνη εποχή εμφανίζονται και τα πρώτα όπλα, τα ρόπαλα (από κόκαλο ή ξύλο) και ακολουθούν τα δόρατα το τόξο και αυτών οι πρώτοι πελέκεις, που στην αρχή ήταν λίθινοι και με την πάροδο του χρόνου αντικαταστάθηκαν από μεταλλικούς.

Είναι γεγονός ότι η χρησιμοποίηση του μετάλλου για την κατασκευή όπλων, ακολούθησε την ανακάλυψη της φωτιάς, που άλλωστε αποτέλεσε κι ένα απ' τα πιο βασικά αμυντικά, αλλά κι επιθετικά όπλα. Με την ανακάλυψη όμως αυτής και τη χρησιμοποίησή της για την επεξεργασία των μεταλλικών όπλων, τα λίθινα όπλα κυρίως από πυριτόλιθο αχρηστεύονται. Η ύπαρξή τους διαπιστώνεται απ' τα άφθονα όπλα του είδους αυτού, που έχουν ανακαλυφτεί στα ερείπια πρωτόγονων οικισμών.

Εποχή του σιδήρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανακάλυψη του σιδήρου απετέλεσε πραγματική επανάσταση στη μέχρι τότε τέχνη του πολέμου. Στην αρχή τα πρώτα μεταλλικά όπλα ήταν από χαλκό που όμως ήταν μαλακός και δεν διατηρούσε κοφτερές άκρες. Έτσι άρχισε να χρησιμοποιείται ο κασσίτερος (2.500 π.Χ.) στη παραγωγή του μπρούντζου. Το μέταλλο αυτό ήταν σκληρότερο, κάλυπτε τις απαιτούμενες ανάγκες και ήταν πολύ πιό εύχρηστο. Σημειώνεται πως η εποχή του χαλκού προηγήθηκε της εποχής του σιδήρου (600 π.Χ.), η δε παραγωγή μπρούτζινων όπλων συνέχισε και μετά την εποχή του σιδήρου. Πάντως σήμερα θεωρείται βέβαιο ότι η κατεργασία του σιδήρου και παραγωγή όπλων εξ αυτού ήταν γνωστή στη Μικρά Ασία από την 3η χιλιετία π.Χ..

Η ανακάλυψη και η χρησιμοποίηση των μετάλλων συντέλεσε επίσης στη δημιουργία δύο ειδών όπλων: των αμυντικών και των επιθετικών. Ο διαχωρισμός αυτός συναντάται σε μεγάλη κλίμακα στους αρχαίους Έλληνες και στους σύγχρονους τους λαούς. Σαν κύρια επιθετικά όπλα χρησιμοποιούσαν το ξίφος, το δόρυ ή ακόντιο, ενώ η ασπίδα, η περικεφαλαία, ο θώρακας και οι περικνημίδες είχαν αμυντική αποστολή. Την εποχή αυτή γίνεται και η διάκριση των όπλων σε αγχέμαχα, σε όπλα δηλ. που χρησιμοποιούνταν για μάχες σώμα με σώμα, όπως το ξίφος και το ακόντιο και σε εκηβόλα (τηλέμαχα), που είχαν τη δυνατότητα να χτυπήσουν τον αντίπαλο από μακριά (τόξο, σφεντόνα). Μια πρώτη παραστατική εικόνα της εξέλιξης των όπλων μας παρέχουν οι Άθλοι του Ηρακλή στην αρχή το ρόπαλο στη συνέχεια ο δαυλός και ο πέλεκυς (τσεκούρι) και μετά το τόξο.

Τα όπλα αυτά όμως ήταν ατομικά, δηλ. είχαν περιορισμένες καταστροφικές δυνατότητες. Για την επίτευξη δυσκολότερων σκοπών άρχισαν να εκπαιδεύουν και ζώα (άλογα, καμήλες, ελέφαντες κ.λπ) και να επιχειρούν μ΄ αυτά. Στη συνέχεια χρησιμοποιούσαν τα δρεπανηφόρα άρματα και τις λεγόμενες πολιορκητικές και πολεμικές μηχανές, όπως οι λιθοβόλοι, οι καταπέλτες, οι χελώνες, οι κριοί κ.ά., που ομολογουμένως την πρώτη θέση κατέχει ο Δούρειος Ίππος. Σημειώνεται πως τόσο η απόβαση των αρχαίων Ελλήνων στη Τροία όσο και η πολιορκία της, (Τρωικός πόλεμος), θεωρούνται οι πρώτες τέτοιες πολεμικές επιχειρήσεις στη παγκόσμια ιστορία. Παράλληλα μ΄ εκείνα τα όπλα οι Έλληνες τελειοποίησαν τη ναυπήγηση ειδικών πολεμικών πλοίων, των τριήρεων που γνώρισαν μεγάλη εξέλιξη κατά τους ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους.

Γενικά οι αρχαίοι Έλληνες διατηρούσαν στρατό από πολίτες που έφεραν ατομικό οπλισμό. Έτσι στην αρχαία Αθήνα οι πιο ευκατάστατοι ήταν και οι περισσότερο οπλισμένοι διατηρώντας και ίππους. Στην αρχαία Σπάρτη αντίθετα όλοι έφεραν τον αυτό εξοπλισμό με μπρούτζινη περικεφαλαία, κυκλική ασπίδα, και με πιο σύνηθες το δόρυ. Παράλληλα όμως άρχισε να αναπτύσσεται και η οχυρωματική καθώς και η στρατηγική. Η επικράτηση των Ρωμαίων και η πολεμική οργάνωσή τους οφείλει πολλά στους Έλληνες και τους Ετρούσκους που έφθασαν στα εδάφη τους. Οι περίφημοι λεγεωνάριοι ήταν εξοπλισμένοι με κράνος, παραλληλόγραμμη ασπίδα, κοντό σπαθί, μακρύ δόρυ και μεταλλικό θώρακα, χωρίς περικνημίδες. Από τη μελέτη επίσης της Παλαιάς Διαθήκης παρέχονται πολλά στοιχεία για τα όπλα που χρησιμοποιούνταν στη περιοχή της Μέσης Ανατολής από την Μεσοποταμία μέχρι την Μεσόγειο στη προχριστιανική εποχή. Φαίνεται για παράδειγμα πως τα άρματα επινοήθηκαν την εποχή που οι αρχαίοι Αιγύπτιοι άρχισαν να επεκτείνονται προς βορρά με συνέπεια ν΄ αποτελέσουν μια ελαφρά πολεμική "μηχανή". Σύμφωνα δε με ευρήματα φέρονται ν΄ αναπτύχθηκαν επίσης και από τους Βαβυλωνίους.

Κατά τη διάρκεια της βυζαντινής εποχής γίνεται επίσης χρήση από τους Βυζαντινούς του τρομερού εκείνου όπλου, του υγρού πυρός.

Την ίδια εποχή στην Ευρώπη κάνουν την εμφάνισή τους οι πανοπλίες και οι κατάφρακτοι ιππότες. Οι πολεμιστές του είδους αυτού, αν και βραδυκίνητοι, είχαν τρομερή αποτελεσματικότητα στις συγκρούσεις εξ επαφής (εκ του συστάδην). Η πανοπλία που ήταν βασικά αμυντικό όπλο, βρέθηκε στο ζενίθ της χρησιμοποίησής της κατά τους χρόνους του μεσαίωνα. Την εποχή αυτή αναπτύσσεται έντονα η στρατηγική και η στρατιωτική τακτική παίρνει νέα δομή αξιοποιώντας σε γραμμή μετώπου τους τοξότες ενώ ο στρατιώτες είναι απλοί μισθοφόροι. Υπόψη ότι στη μάχη του Άντζικορτ, το 1415, (Εκατονταετής πόλεμος), οι Άγγλοι πέτυχαν περιφανή νίκη κατά των σαφώς υπέρτερων Γάλλων αξιοποιώντας τους τοξότες. Συνέχεια αυτών ήταν η ανάπτυξη της βαλλίστρας από την οποία και εκτοξεύονταν μικρότερα βέλη.

Εποχή της πυρίτιδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ναυτικό κανόνι του 1821

Τη μεγαλύτερη γνωστή επανάσταση στην ιστορία της εξέλιξης των όπλων και του οπλισμού, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η ατομική ενέργεια που τ' αποτελέσματα της χρησιμοποίησής της τρομάζουν κι αυτούς που τη διαθέτουν, αποτέλεσε η ανακάλυψη της πυρίτιδας. Παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι η πυρίτιδα εφευρέθηκε από τους Κινέζους περίπου τον 11ο αιώνα. Η άποψη όμως αυτή σήμερα αμφισβητείται. Τον 12ο αιώνα με άρχές του 13ου αρχίζουν να γίνονται γνωστές στην Ευρώπη οι δυνατότητές της. Ο Άγγλος φραγκισκανός μοναχός Ρότζερ Μπέικον, επιστήμονας και ιδιαίτερα μορφωμένος ήταν ο πρώτος που κατέγραψε τη "συνταγή" της πυρίτιδας μετά από πολλά σχετικά πειράματα (1250) έτσι ώστε να μπορεί να παρασκευάζεται με σταθερές αναλογίες. Η εφεύρεση με την εξέλιξη των πυροβόλων άρχισε να φέρνει το τέλος των Τειχών, όχι όμως και των Κάστρων.

Τα πρώτα πυροβόλα όπλα ήταν σχετικά ατελή (αρκεβούζια, βομβάρδες κλπ.), και όχι τόσο αξιόπιστα. Με την πάροδο όμως των χρόνων υπέστησαν αρκετές βελτιώσεις. Τα όπλα αυτά βασίζονταν στις καταστροφικές ιδιότητες μεταλλικών (ή και λίθινων) βλημάτων, συμπαγών ή γεμισμένων μ' εκρηκτική ύλη (όταν πρόκειται για κανόνια) εκτινασσόμενων σε μεγάλη απόσταση, χάρη στην τρομερή πίεση των αερίων που δημιουργούνται απ' την ανάφλεξη της πυρίτιδας. Όταν πλέον τα πυροβόλα ήταν ικανά να γκρεμίζουν γερούς τοίχους και να προκαλούν σημαντικές ζημιές σε πέτρινους τοίχους η εποχή των Κάστρων ήδη είχε περάσει.

Κανείς δεν γνωρίζει πότε φτιάχτηκε το πρώτο πυροβόλο. H πρώτη όμως απεικόνιση πυροβόλου που έχει εντοπιστεί χρονολογείται το 1326 που σημαίνει πως τότε ήταν ήδη συνηθισμένο. Τα πρώτα πυροβόλα είχαν σχήμα βάζου. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν πως η πρώτη χρήση πυροβόλου όπλου εγινε σε κατά θάλασσα αγώνα και συγκεκριμένα στη ναυμαχία του Σλούτς το 1340 όπου ο Εδουάρδος Γ' κατετρόπωσε το γαλλικό στόλο και εδραίωσε τη βρετανική κυριαρχία στο στενό της Μάγχης. Κάποια από τα βρετανικά εκείνα πλοία, σύμφωνα με στοιχεία, είχαν εγκατεστημένα πυροβόλα που χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά. Μετά όμως το 1350 αρχίζουν να εμφανίζονται στο γνωστό σχήμα του κοίλου σωλήνα κατασκευασμένο από σίδηρο φερόμενο σε ξύλινη βάση ενώ τα πυρομαχικά συνέχιζαν να είναι βέλη ή πέτρινες μπάλες. Από τα μέσα του 15ου αιώνα οι τότε κατασκευαστές όπλων παρήγαγαν πυροβόλα περισσότερο αξιόπιστα και ασφαλή. Κατασκευάζονταν από χαλκό και σίδηρο και αποτελούσαν ξεχωριστούς σωλήνες που συγκρατούνταν μεταξύ τους με μεταλλικές στεφάνες. Τα μεγάλα εκείνα κανόνια λέγονταν βομβάρδες. Σημειώνεται πως η λέξη κανόνι είναι εξελληνισμένη η αντίστοιχη΄γαλλική ονομασία του μακρύ πυροβόλου. Μερικά από εκείνες τις βομβάρδες έφθαναν σε μήκος τα 5,5 μέτρα και σε βάρος τους 18 τόνους, το δε διαμέτρημά τους τα 63,5 εκατοστά.

Παράλληλα με τα κανόνια ήταν και η εξέλιξη των φορητών πυροβόλων που όλα τότε ήταν "εμπροσθογεμή", δηλαδή οπλίζονταν από τη κάννη και τα ατυχήματα ήταν πολύ συνηθισμένα. Αν για παράδειγμα το παραγέμιζαν με πυρίτιδα το όπλο είχε πολλές πιθανότητες και να εκραγεί. Τα πρώτα πυροβόλα όπλα χειρός ήταν τα λεγόμενα μουσκέτα που πυροδοτούνταν και αυτά με φυτίλι. Έτσι στη συνέχεια εφευρέθηκε το μουσκέτο με έντροχο εμπυρέα όπου η ανάφλεξη γινόταν με σπίνθήρα από πυριτόλιθο. Και αυτού ακολούθησε ο απ΄ ευθείας πυριτοφόρος εμπυρέας όπου ο σπίνθήρας παράγονταν από τη κρούση του κόκορα που περιείχε την κοινώς λεγόμενη "τσακμακόπετρα" πάνω στη σφύρα.

Αν και τα πρώτα "οπισθογεμή" ατομικά όπλα μπορεί να πρωτοεμφανίστηκαν στο τέλος του 14ου αιώνα, τα πρώτα όμως ασφαλή άρχισαν να παράγονται μόλις τον 18ο αιώνα. Ο κίνδυνος όμως της πιθανής έκρηξης και το κάψιμο του προσώπου του πυροβολητή συνέχιζε να υφίσταται αν η θαλάμη δεν ασφαλίζονταν σωστά. Το πρώτο οπισθογεμές τυφέκιο (ή τουφέκι) εμφανίσθηκε το 1812 ενώ η ευρύτερη χρήση του άρχισε το 1848.

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανική νάρκη του Α' Π.Π. (κρουστική)

Όπως γίνεται αντιληπτό η ιστορία του όπλου είναι παράλληλη με εκείνη των πολέμων χάρη των οποίων και συνεχώς εξελίσσεται. Στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο παρατηρείται μια θεαματική παρουσία των όπλων. Στη θάλασσα έχουν ήδη εμφανισθεί τα θωρηκτά που φαντάζουν σαν τεράστια πλωτά πυροβολεία. Στον αέρα εμφανίζονται ιπτάμενες μηχανές όπου και σημειώνονται οι από αέρος επιθέσεις. Τη θέση των βλημάτων τώρα καταλαμβάνουν οι βόμβες. Πρώτη τέτοια αεροπορική επίθεση με ρίψη βομβών έγινε από τον Έλληνα Δ. Καμπέρο κατά των Τούρκων στη Θεσσαλία στη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου. Τα πυροβόλα όμως συνεχίζουν την εξέλιξη τους.

Η από αέρος αυτή εξέλιξη αναγκάζει τον Γερμανό καθηγητή Φον Έμπερχαρντ το 1916 να σχεδιάσει το πρώτο αντιαεροπορικό όπλο τη παραγωγή του οποίου αναλαμβάνει η Κρουπ. Το όπλο αυτό έφερε πολύ μακριά κάννη δημιουργώντας ένα βεληνεκές πάνω από 100 χλμ.
Στο μεταξύ η μάχη του Σομμ δημιούργησε ένα στρατιωτικό αδιέξοδο που οδήγησε στο λεγόμενο πόλεμο των χαρακωμάτων. Τότε άρχισαν να χρησιμοποιούνται τα λεγόμενα "όπλα της απελπισίας" όπως χαρακτηρίστηκαν τα χημικά όπλα που απελευθέρωναν ασφυξιογόνα και δηλητηριώδη αέρια, όπως για παράδειγμα το λεγόμενο αέριο μουστάρδας (υπερίτης) που ήταν ισχυρό τοξικό και προκαλούσε σοβαρά εγκαύματα. Τότε οι στρατιώτες έπρεπε να φέρουν και αντιασφυξιογόνες μάσκες καθώς και ειδική εξάρτιση. Παράλληλα ένας νέος μεταλλικός γίγαντας αρχίζει να εμφανίζεται στα πεδία των μαχών το άρμα μάχης. Αν και το τεθωρακισμένο αυτό όχημα έκανε τη πρώτη του εμφάνιση το 1904 στη πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στη Μάχη του Σομμ το 1916. Η ιδέα της "φόρτωσης" μεγάλου πυροβόλου σε θωρακισμένο ερπυστριοφόρο όχημα ικανό έτσι να κινείται σε κάθε είδους εδάφη ανήκει στον Άγγλο αντισυνταγματάρχη Έρνεστ Σουίντον.

Την ίδια εποχή εμφανίζονται και τα πρώτα "ύπουλα όπλα". Ξηρές και θάλασσες αρχίζουν να φιλοξενούν τα ύπουλα εκείνα τέρατα τις νάρκες. Και ενώ στη θάλασσα οι τορπίλες βρίσκονται σε εξέλιξη, μια άλλη παρουσία, επίσης "ύπουλη", γίνεται αισθητή, το μάτι του περισκοπίου. Τον Φεβρουάριο του 1917 τα γερμανικά υποβρύχια παύουν πλέον να τηρούν τον εθιμοτυπικό κώδικα της "μη βύθισης εμπορικών πλοίων" απειλώντας ακόμη και την αμερικανική ναυτιλία στον Ατλαντικό. Έτσι και οι ΗΠΑ που μέχρι τότε εφοδίαζε με πολεμικό υλικό τους Συμμάχους αναγκαστικά μπήκε στο πόλεμο.

Βέβαια η άριστη απόδοση των όπλων προϋποθέτει επίσης άριστη εκπαίδευση των χειριστών τους. Στο τομέα αυτό αξίζει ν΄ αναφερθεί για τον πόλεμο αυτόν η πολύ υψηλόβαθμη εκπαίδευση των Γερμανών όπου στην αρχή των επιχειρήσεων όλα τ΄ άλλα στρατεύματα των Συμμάχων συγκρινόμενη η εκπαίδευσή τους, παρουσίαζαν εικόνα αποκαρδιωτική δίνοντας την εντύπωση ανεκπαίδευτων πολιτών, ούτε καν στρατιωτών. Η Αγγλία όπως και άλλες Χώρες ήταν επαναπαυμένες στις δυνάμεις τους όχι όμως στην εκπαίδευση και στη μέριμνα αποθεμάτων υλικού. Έτσι με το ξέσπασμα του πολέμου βρέθηκαν απροετοίμαστες όχι τόσο χωρίς στρατιώτες αφού υπήρχε τεράστια ανεργία όσο από την έλλειψη υλικών και πυρομαχικών. Αυτό είχε ως συνέπεια ακόμη και γυναίκες να εργαστούν σε εργοστάσια και ναυπηγεία προκειμένου να βοηθήσουν την διεξαγωγή του πολέμου.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο αποτελούν οι λεγόμενες μαζικές καταστροφές που σημειώθηκαν τότε και μάλιστα ολόκληρων κοινοτήτων. Τα νέα βαρέα όπλα που εισήλθαν στο πόλεμο με την εμβέλεια των 100 χλμ. μπορούσαν να βομβαρδίσουν πόλεις από ασφαλέστερη πλέον απόσταση για το πεζικό. Παρά ταύτα οι στρατηγοί όλων των εμπλεκομένων προτιμούσαν ν΄ ακολουθούν την παλιά ακόμη τακτική της αντιτακτής (κατ' έναντι) παράταξης των στρατευμάτων τους.

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ναγκασάκι το 1945
Η Ναγκασάκι μετά απο την πυρηνική βόμβα

Αν και ακόμη μέχρι σήμερα οι πραγματικές αιτίες που προκάλεσαν το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου να μην έχουν κατανοηθεί πλήρως, αφού αρκετές εξ αυτών παραμένουν ασαφείς και περίπλοκες, τουλάχιστον όμως για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που ακολούθησε μόλις 20 χρόνια μετά, αυτές είναι ευκολότερες να ερμηνευθούν όπως προέκυψαν από ασάφειες και θέματα που έμειναν άλυτα μετά το τέλος του Πρώτου.

Στις μάχες του πολέμου αυτού κυριαρχεί η μαζικότητα των όπλων και βεβαίως η εξελιγμένη και επιμελημένη πλέον τακτική σχεδίαση. Η τεχνολογία και τα λεγόμενα "όπλα μαζικής καταστροφής" κυριαρχούν. Στόλοι θωρηκτών, σμήνη βομβαρδιστικών και μαχητικών αεροσκαφών, καθώς και μεραρχίες τεθωρακισμένων δεσπόζουν των συγκρούσεων. Η παραγωγή των όπλων είναι εκπληκτική. Τα γερμανικά εργοστάσια παράγουν ανά 8 λεπτά ένα άρμα μάχης (100 την ημέρα). Η εξέλιξη της ναυπηγικής ακολουθεί ομοίως. Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί αποτελούν συνήθεια. Επακόλουθο, ο πόλεμος αυτός δημιούργησε και τις μεγαλύτερες μέχρι τότε συμμαχίες στον κόσμο.

Στη νέα τακτική, η αεροπορία πλέον είναι πρώτη δύναμη, που εξαπολύει επιδρομές στρατηγικών στόχων, πριν προλάβουν άλλες δυνάμεις χερσαίες και θαλάσσιες να επέμβουν. Στην υπηρεσία αυτής εμφανίζεται το αεροπλανοφόρο. Το 1937 οι Άγγλοι κατασκευάζουν τον αεροστρόβιλο κινητήρα που όμως θ΄ αργήσει λίγο η πλήρης εφαρμογή του στα αεριωθούμενα. Η πρώτη αερομαχία τέτοιων σκαφών θα πραγματοποιηθεί σε μια άλλη αναμέτρηση στο "Πόλεμο της Κορέας". Τα αερόπλοια τύπου Ζέπελιν ήδη αρχίζουν να παραχωρούν τη θέση τους σε μια νέα ιπτάμενη συσκευή που σχεδίασε το 1939 ο Ιγκόρ Σικόρσκι, που δεν είναι άλλο από το ελικόπτερο. Παράλληλα η ηλεκτρονική παρουσιάζει πρώτα το ραντάρ για ν΄ ακολουθήσει η τηλεκατεύθυνση των όπλων. Στην υπηρεσία του πολέμου σπεύδουν να προσφέρουν και άλλες επιστήμες και τεχνικές, η ψυχολογία των μαζών και εξ αυτής η προπαγάνδα που ανάγεται αμέσως σε όπλο, ομοίως και η κατασκοπεία. Μέσα σ΄ αυτή τη δίνη και ο διωγμός των Εβραίων μεγάλος αριθμός των οποίων θανατώθηκε ή υπέστη ιδιαίτερες ταλαιπωρίες.

Τρεις υπήρξαν οι μεγάλες ανάσες για τη διακοπή του πολέμου, η αντίσταση της Ελλάδας, η γερμανική ήττα στο Ελ Αλαμέιν και η αντίσταση και στη συνέχεια επίθεση του ρωσικού στρατού. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις του πολέμου αυτού ήταν η λεγόμενη "Μάχη της Αγγλίας" που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1940 με το όνομα "επιχείρηση θαλάσσιος λέοντας", (γερμανικό σχέδιο εισβολής στην Αγγλία) που κράτησε δύο μήνες και θεωρείται η μεγαλύτερη μάχη στην Ιστορία που διεξήχθη αποκλειστικά στον αέρα, ο ιαπωνικός βομβαρδισμός του Περλ Χάρμπορ που εισήγαγε τις Η.Π.Α. στον πόλεμο και ασφαλώς η απόβαση της ή στη Νορμανδία.

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απ' την εποχή των "πρωτόγονων" πυροβόλων όπλων έχει σημειωθεί μεγάλη εξέλιξη - και σημειώνεται - στο θέμα της κατασκευής των καινούριων. Αύξηση του βεληνεκούς, ευθυβολία, εύκολη χρήση είναι προβλήματα που αντιμετωπίζονται μ' επιτυχία απ' τους κατασκευαστές όπλων σ' όλον τον κόσμο. Όπλα διάφορου μεγέθους (πιστόλια, καραμπίνες) επαναληπτικά κι αυτόματα χρησιμοποιήθηκαν κατά εκατομμύρια απ' τους ανθρώπους. Στον πολεμικό χώρο η βιομηχανία (ή βιοτεχνία κατά τα παλιότερα χρόνια) κατασκευής όπλων έχει να επιδείξει νάρκες, όλμους, βαριά πολυβόλα, τηλεβόλα, ρουκέτες κ.ά. Ακόμα και χημικά αέρια χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλη κλίμακα κατά τον Α' και λιγότερο κατά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο, που το τέλος του σημάδεψε η παρουσία και χρήση των πυρηνικών όπλωνπου χαρακτηρίστηκαν τέλεια όπλα «μαζικής καταστροφής», σε αντίθεση με τα άλλα που χαρακτηρίζονται «συμβατικά».

Και όμως σήμερα η Πολεμική Βιομηχανία θεωρείται να κυριαρχεί όλων των άλλων του χώρου της. Από το τέλος του Β' Π.Π. υπολογίζεται πως έχουν πραγματοποιηθεί περισσότερες από 100 μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις τουλάχιστον από 70 Χώρες στον κόσμο, εκ των οποίων άλλες ήταν σποραδικές, άλλες περιορισμένες τοπικά, χωρίς συνασπισμούς συμμαχιών, αλλά και άλλες ικανές να πυροδοτήσουν ένα νέο πόλεμο. Στη τρίτη αυτή κατηγορία δεσπόζουν ο πόλεμος της Κορέας, η κρίση των πυραύλων της Κούβας, ο πόλεμος του Βιετνάμ, ο πόλεμος των Έξι Ημερών, η επιχείρηση στα νησιά Φώκλαντ, καθώς και ο πόλεμος του Κόλπου. Η "κούρσα των εξοπλισμών" ακολουθώντας τη φρενίτιδα της προπαγάνδας του ψυχρού πολέμου μόλις και "ξελαχάνιασε" στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 με μια σειρά συμφωνιών περιορισμού των πυρηνικών εξοπλισμών, όπου πολλές πυρηνικές κεφαλές αφοπλίστηκαν. Πλην όμως νέες Χώρες απέκτησαν πυρηνικά όπλα με συνέπεια η υφήλιος να συνεχίζει να μένει υπό διαρκή απειλή πυρηνικού ολέθρου.

Σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την ορολογία όπλα ταυτίζονται πολλές φορες μονο τα βιομηχανικά κατασκευασμένα. Στην εικόνα ένα MP5k της Heckler & Koch

Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες απαγορεύεται η προσωπική κατοχή όπλων. Άδειες δίνονται για ειδικούς σκοπούς όπως το κυνήγι, η εξάσκηση στη σκοποβολή, η παροχή υπηρεσιών ασφάλειας και φύλαξης. Σε ειδικές περιπτώσεις, επιτρέπεται σε πολίτες να κατέχουν και να φέρουν όπλο (αν αποδειχθεί ότι διατρέχουν κάποιο σοβαρό κίνδυνο). Οι παραβάτες τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης.

Ιδιαίτερη κατηγορία όπλων αποτελούν τα κυνηγετικά όπλα. Αυτά είναι όπλα περιορισμένου βεληνεκούς κι ελαφριάς κατασκευής, που έχουν όμως το προτέρημα να διαθέτουν φυσίγγια με πολλά βλήματα (σκάγια) που σχηματίζουν ένα είδος θανάσιμου κώνου, μόλις βγουν απ' την κάννη του όπλου. Σύμφωνα με το νόμο 2168/93, τα κυνηγετικά όπλα είναι λειόκαννα. Απαγεορεύεται κατηγορηματικά η χρήση όπλων με ραβδωτή κάννη για κυνήγι. Τα όπλα αυτά χρησιμοποιούνται, βασικά, για να ικανοποιηθεί το πάθος των ανθρώπων που ασχολούνται με το σπορ του κυνηγιού.

Στη στρατιωτική ορολογία όπλο επίσης ονομάζεται και μια κατηγορία του μάχιμου στρατού, που έχει ομοιόμορφο οπλισμό κι εκπαίδευση και που είναι ενταγμένη στο στρατό ξηράς. Στον Στρατό Ξηράς, ο Γενικός Κανονισμός Υπηρεσίας εις το Στρατό (κωδικός: 20-1) ορίζει ως όπλα τα στοιχεία του στρατού τα οποία διεξάγουν τον αγώνα ή συμμετέχουν ενεργά σε αυτόν. Τα όπλα τα οποία διεξάγουν τον αγώνα (ονομάζονται Όπλα Μάχης) το πεζικό, το πυροβολικό και το ιππικό (που αντικαταστάθηκε από τα άρματα μάχης). Τα Όπλα το οποία συμμετέχουν ενεργά στον αγώνα (Όπλα Υποστήριξης Μάχης) είναι το μηχανικό, οι διαβιβάσεις και η αεροπορία στρατού (από το 1998).

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα