Φωσφίνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φωσφίνη
Monophosphan.svg
Phosphine.png
Phosphine-3D-balls.png
Phosphine-3D-vdW.png
Γενικά
Όνομα IUPAC Φωσφάνιο
Άλλες ονομασίες Φωσφίνη
Μονοφωσφάνιο
Φωσφαμίνη
Τριυδρίδιο του φωσφόρου
Φωσφίδιο του υδρογόνου
Χημικά αναγνωριστικά
Χημικός τύπος PH3
Μοριακή μάζα 33,99758 amu
Αριθμός CAS 7803-51-2
SMILES P
Αριθμός EINECS 232-260-8
Αριθμός RTECS SY7525000
Αριθμός UN 2199
PubChem CID 24404
Δομή
Διπολική ροπή 0,58 D
Μήκος δεσμού 142 pm
Είδος δεσμού ομοιοπολικός
σ (1s-3sp³)
Πόλωση δεσμού 0,5‰ (P+H-)
Γωνία δεσμού 93,5°
Μοριακή γεωμετρία τριγωνική
πυραμιδική
Φυσικές ιδιότητες
Σημείο τήξης -132,8°C
Σημείο βρασμού -87,7°C
Κρίσιμη θερμοκρασία 51,9°C
Κρίσιμη πίεση 64,446 atm
Πυκνότητα 1,379 kg/m³
1,530 kg/m³ (0°C)
Διαλυτότητα
στο νερό
312 kg/m³ (17°C)
330 kg/m³ (20°C)
Ιξώδες 1,1·10−5 Pa·s
Δείκτης διάθλασης ,
nD
2,144
1,224 (16,85°C)
Τάση ατμών 41,3 atm (20°C)
Εμφάνιση Άχρωμο αέριο
Χημικές ιδιότητες
pKa -13,4  PH_4^+ \stackrel{}{\overrightarrow\longleftarrow}  PH_3 + H^+
27,4  PH_3 \stackrel{}{\overrightarrow\longleftarrow} PH_2^- + H^+
Σημείο αυτανάφλεξης 38 °C
Επικινδυνότητα
Hazard F.svg Hazard T.svg Hazard C.svg Hazard N.svg
Πολύ εύφλεκτη (F+), Πολύ τοξική (T+)
Διαβρωτική (C)
Βλαβερή για το Περιβάλλον (N)
Φράσεις κινδύνου 12, 17, 26, 34, 50
Φράσεις ασφαλείας (1/2), 28, 36/37, 45, 61, 63
LD50 3,03 mg/kg
11 ppm (4h)
Κίνδυνοι κατά
NFPA 704

NFPA 704.svg

4
4
2
 
Εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά, τα δεδομένα αφορούν υλικά υπό κανονικές συνθήκες (25°C, 100 kPa).

Η «φωσφίνη»[1] (αγγλικά: phosphine) είναι ανόργανη χημική ένωση, που περιέχει φωσφόρο και υδρογόνο, με μοριακό τύπο PH3. Σημειώνεται ότι το αντίστοιχο υδρίδιο του πεντασθενούς φωσφόρου ονομάζεται φωσφοράνιο (PH5). Η χημικά καθαρή φωσφίνη, στις συνηθισμένες συνθήκες, δηλαδή σε θερμοκρασία 25°C και υπό πίεση 1 atm, είναι άχρωμο εύφλεκτο, και τοξικό αέριο. Η ίδια η (χημικά) καθαρή φωσφίνη είναι άοσμη, αλλά δείγματά της συχνά έχουν πολύ έντονη και άσχημη οσμή σκόρδου ή ψαριών σε αποσύνθεση, εξαιτίας της παρουσίας σ' αυτά (τα δείγματα), διαφόρων «υποκατεστημένων» φωσφινών ή και διφωσφίνης (P2H4). Αν η φωσφίνη περιέχει ίχνη διφωσφίνης, τότε είναι εξαιρετικά εύφλεκτη στον ατμοσφαιρικό αέρα, καιγόμενη με λαμπερή φλόγα.

Επίσης, εκτός από τη «μητρική» ένωση, ο όρος «φωσφίνη» επεκτείνεται επίσης σε μια σειρά από ανόργανες και οργανικές «θυγατρικές» ή «υποκατεστημένες» παράγωγες ενώσεις, με γενικό τύπο RxPy, μόνο με τρισθενή φωσφόρο, όπου x, y φυσικοί αριθμοί και τα όχι απαραίτητα ίδια R μπορεί να είναι υδρογόνο, αλογόνο, ανόργανη ή οργανική μονοσθενής ρίζα, ενώ δύο ή τρία R μπορούν, επίσης, να αντικατασταθούν με μια δισθενή ή τρισθενή ρίζα, αντιστοίχως, σχηματίζοντας έτσι μια ετεροκυκλική φωσφίνη. Οι υποκατεστημένες αυτές «φωσφίνες» είναι σημαντικές ως καταλύτες, σχηματίζοντας σύμπλοκα με διάφορα μεταλλικά ιόντα. Αν και οι τρεις (3) ρίζες (R), με τις οποίες ενώνεται το ένα (τουλάχιστον άτομο φωσφόρου) είναι διαφορετικές προκύπτουν εναντιομερείς φωσφίνες, οι οποίες καταλύουν αντιδράσεις που δίνουν ειδικά χειρόμορφα εναντιομερή προϊόντα. Οι φωσφίνες θεωρείται γενικά ότι αποτελούν τις φωσφορούχες ανάλογες ενώσεις των αμινών, αλλά οι φωσφίνες συμπεριλαμβάνουν στον ίδιο όρο και ενώσεις με διπλούς δεσμούς στο άτομο του φωσφόρου, που είναι αντίστοιχες με τις ιμίνες.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φιλίππ Γκανγκαμπρέ (Philippe Gengembre, 1764-1838), ένας φοιτητής του Αντουάν Λωράν Λαβουαζιέ (Antoine Lavoisier), παρατήρησε πρώτος τη φωσφίνη, το 1783, θερμαίνοντας στοιχειακό φωσφόρο σε ένα υδατικό διάλυμα ανθρακικού καλίου (K2CO3)[2][3].

Ίσως επειδή είναι ισχυρά συσχετιζόμενη με το στοιχειακό φωσφόρο, η φωσφίνη θεωρούνταν, αρχικά, ως μια αέρια αλλοτροπική μορφή του στοιχείου. Όμως το 1789, ο Αντουάν Λωράν Λαβουαζιέ αναγνώρησε τη φωσφίνη ως χημική ένωση του υδρογόνου και του φωσφόρου, περιγράφοντάς την ως «υδρίδιο του φωσφόρου» ή «φωσφορούχο υδρογόνο»[4].

Το 1844 ο Πωλ Θέναρντ (Paul Thénard), χημικός και γιος του (διασημότερου) χημικού Λουΐς Ζακ Θέρναρντ (Louis Jacques Thénard), χρησιμοποίησε ψυκτική παγίδα για να διαχωρίσει τη διφωσφίνη από τη φωσφίνη και δημιούργησε διφωσφορούχο ασβέστιο (Ca3P2), απιδεικνύοντας ότι η διφωσφίνη ήταν υπεύθυνη για ένα (σημαντικό) μέρος από την αυξημένη αναφλεξιμότητα που (ως τότε) αποδίδονταν (όλη) στη φωσφίνη. Ακόμη, απέδειξε ότι το χαρακτηριστικό πορτοκαλί-καφέ χρώμα που σχηματίζει σε διάφορες επιφάνειες, είναι προϊόν του πολυμερισμού της[5]. Θεώρησε, όμως, (λανθασμένα) τον τύπο της διφωσφίνης ως PH2 και έτσι ως ενδιάμεσο μεταξύ του στοιχειακού φωσφόρου, των πολυφωσφινών και της φωσφίνης. Το διφωσφορούχο ασβέστιο παράγει περισσότερη διφωσφίνη από άλλες φωσφορούχες ενώσεις, γιατί περιέχει ήδη δεσμό P-P στο «μόριο» του αρχικού υλικού.

Η ονομασία «φωσφίνη» πρωτοεμφανίστηκε για χρήση σε οργανικές υποκατεστημένες φωσφίνες το 1857[6]. Η «μητρική» φωσφίνη ονομάστηκε έτσι από το 1865 (ή ίσως νωρίτερα).

Το 1891 ο Ερνστ φον Μάγερ (Ernst von Meyer) περιέγραψε την πρώιμη έρευνα για τη φωσφίνη ως εξής: «Η ανακάλυψη του φωσφιδίου του υδρογόνου (PH3) από τον Γκανγκέμπρ (Gengembre) το 1783 και η εξέτασή του από τον Πελετιέ (Peletie, που πρώτος την παρασκεύασε καθαρή), έγινε δυνατή από τις έρευνες του Χάμφρεϊ Ντέιβι (Humphry Davy), που μετονόμασε το αέριο με ανάλογο τρόπο προς την αμμωνία (που τότε ονομαζόταν και «αζίνη»). Αυτό έγινε με μεγαλύτερη έμφαση αργότερα από τον H. Rose».

Φυσική παρουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φωσφίνη αποτελεί πιθανώς ένα συστατικό της ατμόσφαιρας της Γης, αλλά σε πολύ χαμηλές και πολύ μεταβαλλόμενες συγκεντρώσεις, ως υποπροϊόν του παγκόσμιου βιοχημικού κύκλου του φωσφόρου[7]. Η προέλευση της ατμοσφαιρικής φωσφίνης είναι αβέβαιη. Πιθανές πηγές περιλαμβάνουν τη βακτηριακή αναγωγή φωσφορικών, που προέρχονται από την αποσύνθεση οργανικής ύλης και τη διάβρωση κραμάτων που περιέχουν φωσφόρο, πιθανώς μέσω (διαδοχικών) μερικών αναγωγών και αποπρωτονιώσεων, εφόσον στα περιβαλλοντικά συστήματα δεν έχουν βρεθεί αναγωγικά μέσα με επαρκή ισχύ για άμεση μετατροπή των φωσφορικών σε φωσφίνη.[8]

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φωσφίνη μπορεί να παραχθεί με διάφορους τρόπους[9]. Βιομηχανικά παράγεται με αντίδραση λευκού φωσφόρου (P4) με υδροξείδιο του νατρίου (NaOH) ή υδροξείδιο του καλίου (KOH), δίνει (τελικά) δισόξινο υποφωσφορώδες νάτριο (NaH2PO2) ή κάλιο (KH2PO2), αντίστοιχα, και φωσφίνη, ως παραπροϊόν:

\mathrm{3KOH + P_4 + 3H_2O \xrightarrow{} 3KH_2PO_2 + PH_3}

Εναλλακτικά, μπορεί να παραχθεί, επίσης, με επίδραση οξέος σε λευκό φωσφόρο παράγοντας (τελικά) φωσφορικό οξύ3PO4) και φωσφίνη:

\mathrm{2P_4 + 12H_2O \xrightarrow{H^+} 6H_3PO_2 + 2PH_3 \xrightarrow{} 4H_3PO_3 + 4PH_3 \xrightarrow{} 3H_3PO_4 + 5PH_3}

Η μέθοδος αυτή επιλέγεται περισσότερο, αν η παραγόμενη φωσφίνη προορίζεται για άμεση παραγωγή οργανικών υποκατεστημένων φωσφινών.

Η παραγωγή φωσφίνης είναι δυνατή και με ολική σύνθεση, δηλαδή από λευκό φωσφόρο και υδρογόνο:

\mathrm{P_4 + 6H_2 \xrightarrow{} 4PH_3}

Ακόμη, μπορεί να παραχθεί με ηλεκτρόλυση (διαλυμάτων) διαφόρων (δυαδικών) αλάτων του φωσφόρου με μέταλλα. Χημικώς καθαρά δείγματα φωσφίνης, δηλαδή χωρίς την παρουσία διφωσφίνης, μπορούν να παραχθούν από την επίδραση υδροξειδίου του καλίου (KOH) σε ιωδοφωσφοράνιο (PH4I).

Για την παραγωγή φωσφίνης χρησιμοποιήθηκαν επίσης υδρόλυση διαφόρων αλάτων του φωσφωνίου (PH4+) και του φωσφιδίου (PH2-), αλλά επίσης και αναγωγή αλογονιδίων του φωσφόρου με υδρίδια, για παράδειγμα τριχλωριούχος φωσφόρος (PCl3) και λιθιοαργιλιοϋδρίδιο (LiAlH4):

\mathrm{4PCl_3 + 3LiAlH_4 \xrightarrow{} 4PH_3 + 3LiCl + 3AlCl_3}

Δομή και ιδιότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φωσφίνη έχει μοριακή γεωμετρία τριγωνικής πυραμίδας με κρυσταλλική τάξη C3V. Το μήκος κάθε δεσμού P-H είναι 142 pm και οι γωνίες H-P-H 93,5°. Η διπολική ροπή της είναι 0,58 D. Αντίστοιχα, η μεθυλοφωσφίνη (CH3PH2) έχει διπολική ροπή 1,10 D, η διμεθυλοφωσφίνη [(CH3)2PH] 1,23 D και η τριμεθυλοφωσφίνη [(CH3)3P] 1,19 D. Η αμμωνία (NH3) έχει διπολική ροπή 1,47 D και οι αντίστοιχες μεθυλαμίνες μικρότερες από αυτήν. Η μικρή διπολική ροπή της φωσφίνης και οι σχεδόν ορθογώνιες δεσμικές γωνίες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι δεσμοί P-H είναι σχεδόν εντελώς τύπου σ 3p - 1s, και ότι τα 3s έχουν ελάχιστη συνεισφορά στους δεσμούς P-H αυτού του μορίου. Για το λόγο αυτό, το μονήρες ζεύγος ηλεκτρονίων του φωσφόρου θα πρέπει να θεωρείται ότι σχηματίζεται από το 3s τροχιακό του φωσφόρου. Η αντίστοιχη χημική μετατόπιση του ατόμου του φωσφόρου στην 31P NMR συμφωνεί με το συμπέρασμα ότι το μονήρες ζεύγος ηλεκτρονίων του ατόμου του φωσφόρου κατέχουν το 3s τροχιακό του[10]. Αυτή η ηλεκτρονιακή δομή οδηγεί σε έλλειψη πυρηνοφιλίας και ικανότητα σχηματισμού μόνο αδύναμων δεσμών υδρογόνου. Το τελευταίο δικαιολογεί τη χαμηλή υδατοδιαλυτότητα της φωσφίνης, που ανέρχεται σε 312 kg/m³. Η φωσφίνη διαλύεται ταχύτερα σε μη πολικούς διαλύτες, παρά σε νερό, γιατί οι δεσμοί P-H είναι μη πολικοί. Δεν δρα ούτε σαν οξύ ούτε σαν βάση σε ουδέτερα υδατικά διαλύματα. Η ανταλλαγή πρωτονίων με τη φωσφίνη διεξάγεται μέσω φωσφωνίου (PH4+) σε όξινα διαλύματα, και μέσω φωσφιδίου (PH2-) σε υψηλά pH, με σταθερές ισορροπίας Kb = 4·10-28 και KZ = 41,6·10-29.

Η χημικά καθαρή φωσφίνη αναφλέγεται στους 150°C, σχηματίζοντας ένα πυκνό λευκό σύννεφο από πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) και υδρατμούς, που αντιστοιχεί σε φωσφορικό οξύ3PO4):

\mathrm{2PH_3 + 4O_2 \xrightarrow{} P_2O_5 + 3H_2O}

\mathrm{PH_3 + 2O_2 \xrightarrow{150^oC} H_3PO_4 + 1.270 \;kJ}

Η ανάγκη θέρμανσης για την ανάφλεξη ισχύει για χημικά καθαρή φωσφίνη, γιατί αν περιέχει και διφωσφίνη (ως πρόσμειξη) σε συγκέντρωση πάνω από 2‰ η φωσφίνη αναφλέγεται αυθόρμητα, αν έρθει σε επαφή με τον ατμοσφαιρικό αέρα.[11]

Δεσμοί[12]
Δεσμός τύπος δεσμού ηλεκτρονική δομή Μήκος δεσμού Ιονισμός
P-H σ 3sp3-1s 142 pm 5‰ P+ H-
Γωνίες
HPH 93,5°
Κατανομή φορτίων
σε ουδέτερο μόριο
H -0,005
P +0,015

Εφαρμογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην οργανοφωσφορική χημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κύρια χρήση της φωσφίνης είναι ως ένα ενδιάμεσο της οργανοφωσφορική χημεία. Μια πολύ ενδιαφέρουσα τέτοια αντίδρασή της είναι η προσθήκη της στη μεθανάλη (HCHO), υπό την παρουσία υδροχλωρίου (HCl), παράγοντας χλωριούχο τετρα(υδροξυμεθυλ)φωσφώνιο {[P(CH2OH)4]Cl}, που χρησιμοποιείται στην υφαντουργία.

Στη μικροηλεκτρονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μικρές ποσότητες φωσφίνης χρησιμοποιούνται ως προσμεικτικό στη βιομηχανία ημιαγωγών.[13]

Ως αντιπαρασητικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για αγροτική χρήση, παλλέτες φωσφιδίου του αργιλίου (AlP), φωσφιδίου του ααβεστίου (Ca3P2) ή φωσφιδίου του ψευδαργύρου (Zn3P2) απελευθερώνουν φωσφίνη με την επαφή τους με την ατμοσφαιρική υγρασία ή με το γαστρικό υγρό του στομάχου των τρωκτικών. Αυτές οι ταμπλέτες περιέχουν επίσης αντιδραστήρια που μειώνουν την πιθανότητα ανάφλεξης της απελευθερούμενης φωσφίνης.

Επειδή το προηγούμενο δημοφιλέστερο ανάλογο μέσο, δηλαδή το βρωμομεθάνιο (CH3Br), έχει απαγορευτεί για τη χρήση αυτή από το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ, η φωσφίνη είναι πλέον το ευρύτερα χρησιμοποιούμενο αντιπαρασιτικό. Είναι σχετικά οικονομική, αποτελεσματική, ταχείας χρήσης αντιπαρασιτό που δεν αφήνει υπολείμματα από αποθηκευμένο προϊόν. Ωστόσο έχει ανακαλυφθεί η ανάπτυξη παρασίτων με υψηλή ανοχή στη φωσφίνη στην Ασία, στην Αυστραλία και στη Βραζιλία.

Ασφάλεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φωσφίνη σχηματίζει εκρηκτικά μίγματα με τον ατμοσφαιρικό αέρα και μπορεί να αυτοαναφλεψθεί. Είναι ένα αέριο βαρύτερο από τον αέρα. Όταν καίγεται, παράγει ένα πυκνό λευκό σύννεφο από πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5), που είναι ένα σημαντικά ερεθιστικό προϊόν.[14]

Η φωσφίνη μπορεί να απορροφηθεί μέσα στο σώμα με την εισπνοή. Άμεση επαφή με υγρή φωσφίνη μπορεί να προκαλέσει κρυοπαγήματα. Το κύριο σύστημα που προσβάλλεται από την αέρια φωσφίνη είναι το αναπνευστικό. Σύμφωνα με τον οδηγό τσέπης του 2009 U.S. National Institute for Occupational Safety and Health (NIOSH) και τον κανονισμό της U.S. Occupational Safety and Health Administration, δεν πρέπει να εκτίθεται άνθρωπος κατά μέσο όρο για οκτώ (8) ώρες σε συγκεντρώσεις φωσφίνης άνω των 300 ppb. To NIOSH προτείνει ότι ακόμη και η σύντομη έκθεση στο αέριο δεν πρέπει να ξεπερνά τη συγκέντρωση του 1ppm]]. Το δε επίπεδο των 50 ppm θεωρείται άμεσα επικύνδινο επίπεδο για την ανθρώπινη ζωή. Υπερβολική έκθεση στη φωσφίνη προκαλεί ναυτία, κοιλιακό πόνο, διάρροια, δίψα, σφίξιμο στο στήθος, δύσπνοια, μυϊκό πόνο, ρίγος, λήθαργο, συγκοπή ή και πνευμονικό οίδημα.[15][16] Έχει αναφερθεί ότι η φωσφίνη έχει τη χαρακτηριστική οσμή ψαριών σε αποσύνθεση σε συγκεντρώσεις μικρότερες από 300 ppb. Ωστόσο, η έκθεση σε υψηλότερες συγκεντρώσεις μπορεί να προκαλέσει οσφρητική κόπωση.[17]

Υποκατεστημένες φωσφίνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συγγενικές προς τη «μητρική» φωσφίνη μια κατηγορία οργανικών ενώσεων (μόνο αρχικά, αλλά ο όρος μεταγενέστερα και σε ανόργανες «υποκατεστημένες» αντίστοιχες ενώσεις), που ονομάστηκαν («υποκατεστημένες») φωσφίνες. Αυτά τα αλκυλο και αρυλο («υποκατεστημένα») παράγωγα, είναι ανάλογα με τις αντίστοιχες αμίνες. Συνηθισμένα παραδείγματα («υποκατεστημένων» φωσφινών περιλαμβάνουν την τριφαινυλοφωσφίνη (Ph3P). Οι («υποκατεστημένες») φωσφίνες εύκολα οξειδώνονται στα (αντίστοιχα) φωσφινοξείδια. Στις («υποκατεστημένες») φωσφίνες συμπεριλαμβάνονται και φωσφαστέμματα, ενώσεις ανάλογες με τα αζαστέμματα[18], από τα οποία δεν είναι δυνατό να απομονωθεί η ίδια η «μητρική» φωσφίνη.

Παρατηρήσεις, υποσημειώσεις και αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Για εναλλακτικές ονομασίες δείτε τον πίνακα πληροφοριών.
  2. Gengembre (1783) "Mémoire sur un nouveau gas obtenu, par l'action des substances alkalines, sur le phosphore de Kunckel" (Memoir on a new gas obtained by the action of alkaline substances on Kunckel's phosphorus), Mémoires de mathématique et de physique, 10 : 651-658.
  3. Σημείωση: Για περισσότερες πληροφορίες πάνω στην πρώιμη ιστορία της φωσφίνης δείτε τις ακόλουθες πηγές:
    1. The Encyclopaedia Britannica (1911 edition), τόμος. 21, σελ. 480: Phosphorus: Phosphine.
    2. Thomas Thomson, A System of Chemistry, 6th ed. (London, England: Baldwin, Cradock, and Joy, 1820), τόμος. 1 , σελ. 272.

  4. Note: On p. 222 of his Traité élémentaire de chimie … , vol. 1, (Paris, France: Cuchet, 1789), Lavoisier calls the compound of phosphorus and hydrogen "phosphure d'hydrogène" (hydrogen phosphide). However, on p. 216, he calls the compound of hydrogen and phosphorus "Combinaison inconnue." (unknown combination), yet in a footnote, he says about the reactions of hydrogen with sulfur and with phosphorus: "Ces combinaisons ont lieu dans l'état de gaz & il en résulte du gaz hydrogène sulfurisé & phosphorisé." (These combinations occur in the gaseous state, and there results from them sulfurized and phosphorized hydrogen gas.) In Robert Kerr's 1790 English translation of Lavoisier's Traité élémentaire de chimie … — namely, Lavoisier with Robert Kerr, trans., Elements of Chemistry … (Edinburgh, Scotland: William Creech, 1790) — Kerr translates Lavoisier's "phosphure d'hydrogène" as "phosphuret of hydrogen" (p. 204), and whereas Lavoisier — on p. 216 of his Traité élémentaire de chimie … — gave no name to the combination of hydrogen and phosphorus, Kerr calls it "hydruret of phosphorus, or phosphuret of hydrogen" (p. 198). Lavoisier's note about this compound — "Combinaison inconnue." — is translated: "Hitherto unknown." Lavoisier's footnote is translated as: "These combinations take place in the state of gas, and form, respectively, sulphurated and phosphorated oxygen gas." The word "oxygen" in the translation is an error because the original text clearly reads "hydrogène" (hydrogen). (The error was corrected in subsequent editions.)
  5. Paul Thénard (1844) "Mémoire sur les combinaisons du phosphore avec l'hydrogène" (Memoir on the compounds of phosphorus with hydrogen), Comptes rendus, 18 : 652-655.
  6. In 1857, August Wilhelm von Hofmann announced the synthesis of organic compounds containing phosphorus, which he named "trimethylphosphine" and "triethylphosphine", in analogy with "amine" (organo-nitrogen compounds), "arsine" (organo-arsenic compounds), and "stibine" (organo-antimony compounds). See: A.W. Hofmann and Auguste Cahours (1857) "Researches on the phosphorus bases," Proceedings of the Royal Society of London, 8 : 523-527. From page 524: "The bases Me3P and E3P, the products of this reaction, which we propose to call respectively trimethylphosphine and triethylphosphine, … "
  7. Gassmann et al., "Phosphine in the lower terrestrial troposphere", Naturwissenschaften, 1996, 83(3), 129-31, (Eng).
  8. Roels, J.; Verstraete, W. (2001). "Biological formation of volatile phosphorus compounds, a review paper". Bioresource Technology 79 (3): 243–250. doi:10.1016/S0960-8524(01)00032-3. PMID 11499578.
  9. A.D.F. Toy, The Chemistry of Phosphorus, Pergamon Press, Oxford, UK, 1973.
  10. Fluck, 1973
  11. P. G. Urban, M. J. Pitt (Hrsg.): Bretherick's Handbook of Reactive Chemical Hazards. 6th edition. Butterworths-Heinemann, Oxford u. a., ISBN 0-7506-3605-X.
  12. Τα δεδομένα προέρχονται εν μέρει από το «Table of periodic properties of thw Ellements», Sagrent-Welch Scientidic Company και Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, Σελ. 34. Οι ηλεκτραρνητικότητες κατά Pauling, από τις οποίες υπολογίστηκε ο ιονισμός, προέρχονται από τους πίνακες δεδομένων των χημικών στοιχείων υδρογόνο και φωσφόρος.
  13. Gerhard Bettermann, Werner Krause, Gerhard Riess, Thomas Hofmann “Phosphorus Compounds, Inorganic” in Ullmann's Encyclopedia of Industrial Chemistry 2002, Wiley-VCH, Weinheim. doi: 10.1002/14356007.a19_527
  14. «NIOSH Emergency Response Card». Cdc.gov. http://www.cdc.gov/niosh/ershdb/EmergencyResponseCard_29750035.html. Ανακτήθηκε στις 2010-04-06. 
  15. «NIOSH pocket guide». Cdc.gov. 2009-02-03. http://www.cdc.gov/niosh/npg/npgd0505.html. Ανακτήθηκε στις 2010-04-06. 
  16. «WHO (Data Sheets on Pesticides-No. 46): Phosphine». Inchem.org. http://www.inchem.org/documents/pds/pds/pest46_e.htm. Ανακτήθηκε στις 2010-04-06. 
  17. «NIOSH Alert: Preventing Phosphine Poisoning and Explosions during Fumigation». Cdc.gov. 1995-07-10. http://www.cdc.gov/niosh/docs/99-126/. Ανακτήθηκε στις 2010-04-06. 
  18. Edwards, P. G.; Haigh, R.; Li, D.; Newman, P. D. (2006). "Template Synthesis of 1,4,7-Triphosphacyclononanes". Journal of the American Chemical Society 128 (11): 3818–3830. doi:10.1021/ja0578956.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Phosphine της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Monophosphan της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).