Οσμή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
"Όσφρηση (Smell)", από την Αλληγορία των αισθήσεων του Γιαν Μπρίγκελ του πρεσβύτερου, Μουσείο ντελ Πράδο

Μια οσμή (odour ή fragrance) προκαλείται από μία ή περισσότερες πτητικές χημικές ενώσεις, συνήθως σε πολύ χαμηλή συγκέντρωση, που οι άνθρωποι ή άλλοι οργανισμοί καταλαβαίνουν από την αίσθηση της όσφρησης. Ο όρος οσμή, συνήθως, μπορεί να σημαίνει ευχάριστη ή δυσάρεστη οσμή.

Βασικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καλύμματα ελέγχου οσμής σε μια εγκατάσταση επεξεργασίας λυμάτων: Κάτω από αυτά τα καλύμματα, κατακάθονται τα αμμοχάλικα από τα λύμματα.

Η αίσθηση της όσφρησης προκαλεί την αντίληψη των οσμών, με τη μεσολάβηση του οσφρητικού νεύρου (olfactory nerve). Τα κύτταρα του οσφρητικού υποδοχέα είναι νευρώνες που υπάρχουν στο οσφραντικό επιθήλιο, ένα μικρό τμήμα ιστού πίσω από τις ρινικές κοιλότητες. Υπάρχουν εκατομμύρια νευρώνες οσφρητικών υποδοχέων που δρουν ως αισθητήρια κύτταρα σηματοδότησης. Κάθε νευρώνας έχει βλεφαρίδες (cilia) σε άμεση επαφή με τον αέρα. Το οσφρητικό νεύρο θεωρείται ως μεσολαβητής όσφρησης, ο νευράξονας που συνδέει τον εγκέφαλο με τον εξωτερικό αέρα. Τα οσμηρά μόρια δρουν ως χημικά ερεθίσματα.[1] Τα μόρια που συνδέονται με τους εκτεταμένους υποδοχείς πρωτεϊνών από βλεφαρίδες, ξεκινούν το ηλεκτρικό σήμα.

Οι πρώτες συνέπειες των χιλιάδων οσφρητικών υποδοχέων έγιναν γνωστές από τα γονιδιώματα περισσότερων από δώδεκα οργανισμών: είναι επτά ελικοειδείς διαμεμβρανικές πρωτεΐνες, αλλά δεν υπάρχουν (μέχρι τον Ιούλιο του 2011) γνωστές δομές οποιουδήποτε οσφρητικού υποδοχέα (OR). Υπάρχει μια υψηλά διατηρούμενη σειρά σε σχεδόν τα τρία τέταρτα όλων των οσφρητικών υποδοχέων που είναι μια τρίποδη θέση δέσμευσης μεταλλικού ιόντος,[2] και ο Kenneth S. Suslick έχει προτείνει ότι οι οσφρητικοί υποδοχείς είναι στην πραγματικότητα μεταλλοπρωτεΐνες (κατά πάσα πιθανότητα με ψευδάργυρο, χαλκό και πιθανόν ιόντα μαγγανίου) που χρησιμεύουν ως μια θέση οξέος Λιούις για πρόσδεση πολλών οσφρητικών μορίων. Ο Robert H. Crabtree, το 1978, είχε προτείνει προηγουμένως ότι ο Cu(I) είναι "ο πιθανότερος υποψήφιος για μια θέση μεταλλοϋποδοχέα στην όσφρηση" για πτητικές ενώσεις έντονης οσμής, όπως οι θειόλες.[3] Οι Zhuang, Matsunami και Block, το 2012, επιβεβαίωσαν την πρόταση των Crabtree/Suslick για την ειδική περίπτωση οσφρητικού υποδοχέα ποντικιού, MOR244-3, δείχνοντας ότι ο χαλκός είναι βασικός για την ανίχνευση συγκεκριμένων θειολών και άλλων ενώσεων που περιέχουν θείο. Συνεπώς, χρησιμοποιώντας μια χημική ουσία που προσδένεται με τον χαλκό στη μύτη του ποντικιού, έτσι ώστε ο χαλκός να μην είναι διαθέσιμος στους υποδοχείς, οι ερευνητές έδειξαν ότι τα ποντίκια δεν μπορούσαν να ανιχνεύσουν τις θειόλες. Όμως, οι ίδιοι επιστήμονες βρήκαν επίσης ότι το MOR244-3 στερείται την ειδική θέση πρόσδεσης του μεταλλικού ιόντος που προτάθηκε από τον Suslick και δείχνει αντίθετα ένα διαφορετικό μοτίβο στον τομέα EC2.[4]

Όταν το σήμα φτάνει ένα κατώφλι, ο νευρώνας στέλνει ένα σήμα που διατρέχει κατά μήκος τον άξονα στον οσφρητικό βολβό (olfactory bulb), τμήμα του μεταιχμιακού συστήματος του εγκεφάλου. Η ερμηνεία της οσμής ξεκινά, συσχετίζοντας την οσμή με τις παλιές εμπειρίες και σε σχέση με τις εκπεμπόμενες ουσίες. Ο οσφρητικός βολβός δρα ως σταθμός αναμετάδοσης που συνδέει τη μύτη με τον οσφρητικό φλοιό στον εγκέφαλο. Οι οσφρητικές πληροφορίες επεξεργάζονται παραπέρα και οργανώνονται μέσω μιας οδού προς το κεντρικό νευρικό σύστημα (CNS), που ελέγχει συναισθήματα και συμπεριφορές καθώς και βασικές διεργασίες σκέψης.

Η αίσθηση της οσμής εξαρτάται συνήθως από τη διαθέσιμη συγκέντρωση (τον διαθέσιμο αριθμό των μορίων) στους οσφρητικούς υποδοχείς. Ένας απλός τύπος οσφρητικού ερεθίσματος αναγνωρίζεται συνήθως από πολλαπλούς υποδοχείς και διαφορετικές οσμές αναγνωρίζονται με συνδυασμούς υποδοχέων, τα δείγματα των σημάτων του νευρώνα βοηθούν την ταυτοποίηση της οσμής. Το οσφρητικό σύστημα δεν ερμηνεύει μια απλή ένωση, αλλά το συνολικό οσμηρό μείγμα, που δεν αντιστοιχεί κατ' ανάγκην στη συγκέντρωση ή την ένταση οποιουδήποτε απλού συστατικού.[5][6]

Η μεγαλύτερη περιοχή των οσμών αποτελείται από οργανικές ενώσεις, αν και μερικές απλές ενώσεις δεν περιέχουν άνθρακα, όπως το υδρόθειο και η αμμωνία, που είναι επίσης οσμηρές ουσίες. Η κατανόηση του αποτελέσματος μιας οσμής είναι μια διεργασία δύο σταδίων. Πρώτα, υπάρχει το φυσιολογικό κομμάτι· η ανίχνευση των ερεθισμών από τους υποδοχείς στη μύτη. Τα ερεθίσματα επεξεργάζονται από την περιοχή του ανθρώπινου εγκεφάλου που είναι υπεύθυνη για την όσφρηση. Λόγω αυτού, μια αντικειμενική και αναλυτική μέτρηση της οσμής είναι αδύνατη. Αν και η κατανόηση της αίσθησης της οσμής είναι πολύ προσωπική, πιο ατομικές αντιδράσεις σχετίζονται με το φύλο, την ηλικία, την κατάσταση της υγείας και το προσωπικό ιστορικό.

Οι συνηθισμένες οσμές στις οποίες είναι συνηθισμένα τα άτομα, όπως η δικιά τους σωματική οσμή, είναι λιγότερο παρατηρήσιμες στα άτομα παρά οι εξωτερικές ή οι ασυνήθιστες οσμές. Αυτό οφείλεται στον εθισμό· μετά από συνεχή έκθεση στην οσμή, η αίσθηση της οσμής κουράζεται γρήγορα, αλλά ανακτάται γρήγορα άμα αφαιρεθεί ο ερεθισμός.[7] Οι οσμές μπορούν να αλλάξουν λόγω των περιβαλλοντικών συνθηκών, π.χ. οι οσμές τείνουν να είναι πιο ευδιάκριτες σε δροσερό ξηρό αέρα.[8]

Ο εθισμός επηρεάζει την ικανότητα διάκρισης των οσμών μετά από συνεχή έκθεση. Η ευαισθησία και η ικανότητα διάκρισης οσμών μειώνεται με την έκθεση και ο εγκέφαλος τείνει να αγνοεί συνεχές ερέθισμα και εστιάζει σε διαφορές και αλλαγές με μια ιδιαίτερη αίσθηση. Όταν αναμειγνύονται οσμές, η εξαρτημένη οσμή εμποδίζεται λόγω εθισμού. Αυτό εξαρτάται από την ισχύ των οσμηρών ουσιών στο μείγμα που μπορεί να αλλάξει την αντίληψη και την επεξεργασία μιας οσμής. Αυτή η διεργασία βοηθά στην ταξινόμηση παρόμοιων οσμών, καθώς και στη διόρθωση της ευαισθησίας σε διαφορές σε σύνθετα ερεθίσματα.[9]

Για τα περισσότερα ανεκπαίδευτα άτομα, η διεργασία της όσφρησης δίνει λίγες πληροφορίες όσον αφορά τα ειδικά συστατικά μιας οσμής. Η αίσθηση της οσμής τούς προσφέρει κυρίως πληροφορίες σχετικές με την συναισθηματική επίδραση.[εκκρεμεί παραπομπή] Έμπειρα άτομα, όμως, όπως οι αρωματοποιοί και οι δοκιμαστές οσμών, μπορούν να διακρίνουν μεμονωμένες χημικές ουσίες σε σύνθετα μείγματα μέσω της οσμής μόνο.

Η αίσθηση της οσμής είναι μια βασική αίσθηση. Η όσφρηση ενεργοποιεί την ευχαρίστηση, μπορεί να προειδοποιήσει υποσυνείδητα για κίνδυνο, να βοηθήσει στον εντοπισμό συντρόφων, στην εύρεση τροφής ή να ανιχνεύσει θηρευτές. Οι άνθρωποι έχουν μια εκπληκτικά καλή αίσθηση της όσφρησης, αν και έχουν μόνο 350 γονίδια λειτουργικών οσφρητικών υποδοχέων, ενώ τα ποντίκια έχουν 1.300. Η αξιοσημείωτη αίσθηση της όσφρησης στους ανθρώπους είναι εξίσου καλή με τα περισσότερα ζώα και μπορεί να διακρίνει μια ποικιλία από οσμές- περίπου 10.000 μυρουδιές. Όμως, οι Bushdid κ.α. αναφέρουν, ότι οι άνθρωποι μπορούν να ξεχωρίσουν περίπου ένα τρισεκατομμύριο οσμές.[10] Αυτό συμβαίνει λόγω της αντίστροφης ρινικής οδού (retro nasal route) στους ανθρώπους που αυξάνει αυτήν την αίσθηση. Όμως, ζώα όπως οι σκύλοι εμφανίζουν μια μεγαλύτερη ευαισθησία στις οσμές από ό,τι οι άνθρωποι ιδιαίτερα σε μελέτες με χρήση ενώσεων με μικρή αλυσίδα. Εγκεφαλικοί μηχανισμοί υψηλότερης νόησης και περισσότερες εγκεφαλικές οσφρητικές περιοχές επιτρέπουν στον άνθρωπο να διακρίνει οσμές καλύτερα από πολλά άλλα θηλαστικά, αν και έχει λιγότερα γονίδια οσφρητικών υποδοχέων.[11]

Έχουν προταθεί διαφορετικές κατηγοριοποιήσεις των βασικών οσμών, μεταξύ των οποίων και η παρακάτω, που βασίζεται σε επτά βασικές οσμές, (με παραδείγματα):[12][13][14]

  1. Μόσχου – αρώματα/προϊόντα για μετά το ξύρισμα
  2. Σάπιου – χαλασμένα αβγά
  3. Διαπεραστικές – ξύδι
  4. Καμφοροειδείς – ναφθαλίνη
  5. Αιθέρια έλαια – υγρό ξηρού καθαρισμού
  6. Λουλουδάτες – τριαντάφυλλα
  7. Δυόσμου – τσίχλα μέντας

Αν και πρόσφατα έχει γίνει κάποια πρόοδος, η έννοια των βασικών οσμών αμφισβητείται.[14]

Ανάλυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ικανότητα ταυτοποίησης των οσμών ποικίλλει μεταξύ των ατόμων και μειώνεται με την ηλικία. Κάποιες μελέτες εμφανίζουν ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των φύλλων στη διάκριση των οσμών· οι γυναίκες συνήθως υπερτερούν των ανδρών.[15] Οι έγκυες γυναίκες έχουν επίσης αυξημένη ευαισθησία όσφρησης, με αποτέλεσμα μερικές φορές να έχουν ασυνήθιστες αντιλήψεις των γεύσεων και των οσμών, που οδηγούν σε έντονη επιθυμία ή απέχθεια προς τροφές.[16] Τα προβλήματα στην όσφρηση αυξάνονται επίσης με την ηλικία, καθώς και μια επικράτηση προβλημάτων γεύσης (η αίσθηση της οσμής τείνει να επικρατεί της αίσθησης της γεύσης). Χρόνια προβλήματα οσμής αναφέρονται σε μικρούς αριθμούς για εικοσάρηδες, με σταθερή αύξηση και τη γενική ευαισθησία να αρχίζει να υποχωρεί τη δεύτερη δεκαετία της ζωής και να χειροτερεύει σημαντικά καθώς η ηλικία ξεπερνά τα 70 έτη.[17]

Στη Γερμανία, οι συγκεντρώσεις των οσμηρών ουσιών έχουν καθοριστεί από τη δεκαετία του 1870 από την "οσφρησιομετρία", που βοηθά στην ανάλυση της ανθρώπινης αίσθησης της οσμής χρησιμοποιώντας τις παρακάτω παραμέτρους: συγκέντρωση της οσμής, ένταση της οσμής και την ηδονική εκτίμηση.

Για τον καθορισμό της συγκέντρωσης της οσμής, χρησιμοποιείται μια δοκιμή με οσφρησιόμετρο, που χρησιμοποιεί ανθρώπινες μύτες ως ανιχνευτές. Στη διεργασία ελέγχου της οσφρησιομετρίας, ένα αραιωμένο οσμηρό μείγμα και ένα άοσμο αέριο (ως αναφορά) παρουσιάζεται ξεχωριστά από αντίστοιχες θύρες σε μια ομάδα ατόμων, που βρίσκονται σε μια ουδέτερη από πλευράς οσμής αίθουσα. Από τα άτομα αυτά ζητείται να συγκρίνουν τα εκπεμπόμενα αέρια από κάθε θύρα και στη συνέχεια τους ζητείται να αναφέρουν την παρουσία της οσμής μαζί με ένα επίπεδο βεβαιότητας όπως μαντεψιά, υποψία, ή βεβαιότητα της εκτίμησής τους. Έπειτα ο λόγος αερίου προς διαλύτη μειώνεται κατά έναν παράγοντα δύο (δηλαδή η χημική συγκέντρωση αυξάνεται κατά έναν παράγοντα δύο). Στη συνέχεια ζητείται από τα μέλη της επιτροπής να επαναλάβουν την αξιολόγησή τους. Αυτό συνεχίζεται για έναν αριθμό επιπέδων αραίωσης. Οι απαντήσεις της επιτροπής για το εύρος της διάλυσης χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της συγκέντρωσης της οσμής με όρους Ευρωπαϊκών Μονάδων Οσμής (European Odour Units ή ouE/m³). Το κύριο αέριο βαθμονόμησης που χρησιμοποιείται είναι η 1-βουτανόλη, που σε συγκεκριμένη διάλυση δίνει 1 ouE/m³.

Γενική αξιολόγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αναλυτικές μέθοδοι μπορούν να διαιρεθούν σε φυσικές, αεριοχρωματογραφικές και την χημειοαισθητηριακή μέθοδο.

Κατά τη μέτρηση της οσμής, υπάρχει διαφορά μεταξύ των μετρήσεων εκπομπής και όχλησης. Η μέτρηση της εκπομπής μπορεί να διεξαχθεί με οσφρησιομετρία (olfactometry) χρησιμοποιώντας ένα οσφρησιόμετρο (olfactometer) για την αραίωση του δείγματος της οσμής. Αντίθετα, η οσφρησιομετρία χρησιμοποιείται σπάνια για μέτρηση της όχλησης λόγω των χαμηλών συγκεντρώσεων οσμής. Οι ίδιες αρχές χρησιμοποιούνται κι εδώ, αλλά η αξιολόγηση του αέριου δείγματος γίνεται χωρίς αραίωση των δειγμάτων.

Μετρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μέτρηση της οσμής είναι βασική για τη ρύθμιση της οσμής και τον έλεγχό της.[18] Η εκπομπή της οσμής αποτελείται από ένα σύνθετο μείγμα πολλών οσμηρών ενώσεων. Η αναλυτική παρακολούθηση των μεμονομένων χημικών ενώσεων που βρίσκονται σε μια τέτοια οσμή δεν είναι, συνήθως, πρακτική. Ως αποτέλεσμα, οι αισθητήριες μέθοδοι της οσμής χρησιμοποιούνται συνήθως για τη μέτρηση τέτοιων οσμών, αντί για τις μεθόδους με όργανα. Οι αισθητήριες μέθοδοι της οσμής είναι διαθέσιμες για την παρακολούθηση της οσμής και από τις εκπομπές της πηγής και από τον αέρα του περιβάλλοντος. Αυτές οι δύο διαφορετικές περιπτώσεις απαιτούν διαφορετικές προσεγγίσεις για τη μέτρηση της οσμής. Η συλλογή των δειγμάτων οσμής ολοκληρώνεται πιο εύκολα για μια πηγή εκπομπής παρά για μια οσμή στον περιβάλλοντα αέρα.[19]

Η μέτρηση πεδίου με φορητά οσφρησιόμετρα φαίνεται πιο αποτελεσματική, αλλά η χρήση τους δεν έχει ρυθμιστεί μέχρι τώρα στην Ευρώπη, ενώ είναι δημοφιλής στις ΗΠΑ και τον Καναδά, με αρκετές πολιτείες να έχουν ορίσει όρια για τις θέσεις του υποδοχέα ή κατά μήκος της περιμέτρου των εγκαταστάσεων που εκπέμπουν την οσμή και εκφράζονται σε μονάδες αραίωσης ως προς το κατώτερο όριο (D/T).[20]

Διαφορετικές όψεις της οσμής μπορούν να μετρηθούν μέσω ποσοτικών μεθόδων, όπως η εκτίμηση της συγκέντρωσης ή φαινομενική ένταση.

Η αρχική είσοδος σε μια αίθουσα παρέχει την πιο ακριβή αίσθηση της οσμής, πριν να αρχίσει ο εθισμός να αλλάζει την αίσθηση της οσμής.

Η αίσθηση της οσμής έχει 4 ιδιότητες που σχετίζονται με το κατώφλι και την ανοχή: τη συγκέντρωση της οσμής, την ένταση της οσμής, την ποιότητα της οσμής και τον ηδονικό τόνο.

Μέτρηση της συγκέντρωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συγκέντρωση της οσμής είναι μια διεισδυτική ικανότητα της οσμής. Για να μετρηθεί η αίσθηση της οσμής, διαλύεται η εξεταζόμενη οσμή μέχρι να φτάσει στο κατώφλι ανίχνευσης ή αναγνώρισης. Το κατώφλι ανίχνευσης είναι η συγκέντρωση μιας οσμής στον αέρα, όπου το 50% ενός πληθυσμού μπορεί να την ανιχνεύσει μεταξύ ενός οσμηρού δείγματος και ενός τυφλού άοσμου δείγματος αναφοράς. Το κατώφλι αναγνώρισης είναι η συγκέντρωση μιας οσμής στον αέρα, στην οποία το 50% ενός πληθυσμού μπορεί να διακρίνει μεταξύ ενός οσμηρού δείγματος και ενός τυφλού άοσμου δείγματος αναφοράς. Το κατώφλι αναγνώρισης της οσμής είναι συνήθως ένας συντελεστής 2 με 5 φορές μεγαλύτερος από το κατώφλι ανίχνευσης.[12]

Η μέτρηση της συγκέντρωσης της οσμής είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος για ποσοτικοποίηση των οσμών. Έχει προτυποποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (European Committee for Standardization - CEN EN 13725:2003).[21] Η μέθοδος βασίζεται στη διάλυση ενός δείγματος οσμής στο κατώφλι οσμής (odor threshold) (το σημείο στο οποίο είναι ανιχνεύσιμο από το 50% των δοκιμαστών). Η αριθμητική τιμή της συγκέντρωσης της οσμής ισούται με τον συντελεστή διάλυσης που είναι απαραίτητος για να φτάσει το κατώφλι της οσμής. Η μονάδα της είναι η Ευρωπαϊκή Μονάδα Οσμής (European Odour Unit ή OUE). Συνεπώς, η συγκέντρωση της οσμής στο κατώφλι οσμής είναι 1 OUE εξ ορισμού.

Για τον ορισμό της συγκέντρωσης οσμής χρησιμοποιείται ένα οσφρησιόμετρο και μια ομάδα δοκιμαστών. Ένα οσμηρό μείγμα και ένα άοσμο αέριο (ως αναφορά) παρουσιάζονται από θύρες οσμής σε μια ομάδα δοκιμαστών. Για τη σύγκριση των εκπεμπόμενων οσμών από κάθε θύρα, ερωτώνται οι δοκιμαστές αν μπορούν να ανιχνεύσουν διαφορά μεταξύ των θυρών οσμής. Ο λόγος αερίου-αραίωσης μειώνεται στη συνέχεια κατά έναν συντελεστή 1,4 ή δύο (δηλαδή, η συγκέντρωση αυξάνεται αντίστοιχα). Ζητείται από τους δοκιμαστές να επαναλάβουν την εκτίμησή τους. Αυτό συνεχίζεται μέχρι οι δοκιμαστές να απαντήσουν με βεβαιότητα και σωστά δύο συνεχόμενες φορές. Αυτές οι απαντήσεις χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της συγκέντρωσης της οσμής σε μονάδες Ευρωπαϊκών Μονάδων Οσμής (OUE/m3).

Οι δοκιμαστές πρέπει να εκπληρώνουν συγκεκριμένες απαιτήσεις, π.χ. όσον αφορά την ευαισθησία τους στην αντίληψη της οσμής. Το κύριο αέριο βαθμονόμησης της αναφοράς που χρησιμοποιείται είναι η 1-βουτανόλη (ως 1 OUE/m3≡40 ppb/v n-βουτανόλης).[22]

Για τη συλλογή ενός δείγματος οσμής, τα δείγματα θα πρέπει να συλλέγονται χρησιμοποιώντας εξειδικευμένες σακούλες δειγμάτων, που κατασκευάζονται από άοσμα υλικά π.χ. τεφλόν. Η πιο αποδεκτή τεχνική για τη συλλογή δειγμάτων οσμής είναι η πνευμονική τεχνική, όπου η σακούλα δειγματοληψίας τοποθετείται σε ένα σφραγισμένο κάδο εξασκείται κενό στον κάδο, που γεμίζει τη σακούλα δειγματοληψίας καθώς διαστέλλεται η σακούλα και αντλεί το δείγμα από την πηγή στη σακούλα. Θα πρέπει αυστηρά όλα τα υλικά που έρχονται σε επαφή με το δείγμα της οσμής να είναι άοσμα, συμπεριλαμβανομένων των γραμμών και των γραμμών και των εξαρτημάτων του δείγματος.

Το κατώφλι ανίχνευσης της οσμής των ανθρώπων είναι μεταβλητό. Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε μια οσμηρή ουσία οδηγεί σε βελτιωμένη οσφρητική ευαισθησία και μειωμένα κατώφλια ανίχνευσης για κάποιες διαφορετικές οσμηρές ουσίες.[23] Σε μια μελέτη, βρέθηκε ότι άτομα που δεν μπορούσαν καθόλου να ανιχνεύσουν την οσμή της ανδροστενόνης ανέπτυξαν την ικανότητα ανίχνευσης της μετά από επανειλημμένη έκθεση.[24]

Οι άνθρωποι μπορούν να ξεχωρίσουν μεταξύ δύο οσμηρών ουσιών που διαφέρουν στη συγκέντρωση ακόμα και 7%.[25]

Υπάρχει ένας αριθμός θεμάτων που πρέπει να ξεπεραστεί με τη δειγματοληψία και μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται: – Αν η πηγή είναι σε κενό – Αν η πηγή είναι σε υψηλή θερμοκρασία – Αν η πηγή έχει υψηλή υγρασία

Θέματα όπως η θερμοκρασία και η υγρασία ξεπερνιούνται καλύτερα χρησιμοποιώντας τεχνικές είτε προδιάλυσης, είτε δυναμικής διάλυσης.

Ένταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ένταση της οσμής είναι η αντιληπτή ισχύς της αίσθησης της οσμής. Αυτή η ιδιότητα της έντασης χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό της πηγής των οσμών και ίσως σχετίζεται πιο άμεσα με όχληση λόγω οσμής.[6]

Η αντιληπτή ισχύς της αίσθησης της οσμής μετράται σε συνδυασμό με τη συγκέντρωση της οσμής. Αυτή μπορεί να τυποποιηθεί από τον νόμο των Βέμπερ-Φέχνερ (Weber-Fechner): I = a × log(c) + b[26]

I είναι η αντιληπτή ψυχολογική ένταση στο βήμα της διάλυσης στην κλίμακα της βουτανόλης, a είναι ο συντελεστής Βέμπερ-Φέχνερ, C είναι οι χημικές συγκεντρώσεις και b είναι η σταθερά του σημείου τομής (0,5 εξ ορισμού)[26]

Η ένταση της οσμής μπορεί να εκφραστεί χρησιμοποιώντας μια κλίμακα έντασης της οσμής, που είναι μια λεκτική περιγραφή μιας αίσθησης της οσμής στην οποία αποδίδεται μια αριθμητική τιμή.[26]

Η ένταση της οσμής μπορεί να διαιρεθεί στις παρακάτω κατηγορίες σύμφωνα με την ένταση:

0 – άοσμη
1 – πολύ ασθενής (κατώφλι οσμής)
2 – ασθενής
3 – διακριτή
4 – ισχυρή
5 – πολύ ισχυρή
6 – αφόρητη

Αυτή η μέθοδος εφαρμόζεται στο εργαστήριο και εκτελείται από μια σειρά από κατάλληλα εκπαιδευμένους δοκιμαστές.

Εκτίμηση ηδονικού τόνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ηδονική εκτίμηση είναι η διεργασία κλιμάκωσης των οσμών σε μια κλίμακα που κυμαίνεται από πολύ δυσάρεστη μέσω της ουδέτερης μέχρι την πολύ ευχάριστη. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ένταση και ο ηδονικός τόνος, αν και είναι παρόμοιοι, αναφέρονται σε διαφορετικά πράγματα. Δηλαδή, στην ισχύ της οσμής (ένταση) και στην τερπνότητα μιας οσμής (ηδονικός τόνος). Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι η αίσθηση μιας οσμής μπορεί να αλλάξει από ευχάριστη σε δυσάρεστη με την αύξηση της συγκέντρωσης, της έντασης, του χρόνου, της συχνότητας και την προηγούμενη εμπειρία με μια συγκεκριμένη ορμή· όλοι οι παράγοντες καθορίζουν μια απάντηση.[27]

Το γενικό σύνολο των ιδιοτήτων ορίζεται μερικές φορές -στα αγγλικά- ως "παράγοντες FIDOL", (συντόμευση για συχνότητα, ένταση, διάρκεια, προσβλητικότητα και θέση (Frequency, Intensity, Duration, Offensiveness και Locasion)).[28]

Χαρακτήρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χαρακτήρας μιας οσμής είναι ένα κρίσιμο στοιχείο στην εκτίμηση μιας οσμής. Αυτή η ιδιότητα είναι η ικανότητα διάκρισης διαφορετικών οσμών και είναι μόνο περιγραφική. Πρώτα, χρησιμοποιείται μια βασική περιγραφή όπως γλυκιά, έντονη, δριμεία, ευωδιαστή, ζεστή, ξηρή, ή ξινή. Η οσμή αναφέρεται, έπειτα, σε μια πηγή όπως λύματα ή μήλο, που μπορεί να ακολουθείται από μια αναφορά σε μια συγκεκριμένη χημική ουσία όπως οξέα ή βενζίνη.[6]

Κατά κανόνα, χρησιμοποιείται ένα σύνολο από τυπικές περιγραφές που μπορεί να κυμαίνεται από εύοσμη μέχρι δύσοσμη οσμή.[29] Αν και η μέθοδος είναι αρκετά απλοϊκή, είναι σημαντικό να κατανοηθούν οι παράγοντες FIDOL από το άτομο που καταγράφει τον χαρακτήρα. Αυτή η μέθοδος χρησιμοποιείται συνήθως για τον καθορισμό του χαρακτήρα μιας οσμής που μπορεί στη συνέχεια να συγκριθεί με άλλες οσμές. Είναι συνηθισμένο τα εργαστήρια οσφρησιομετρίας να αναφέρουν τον χαρακτήρα ως έναν πρόσθετο παράγοντα μετά την ανάλυση του δείγματος.

Ερμηνεία του μοντέλου διασποράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε πολλές χώρες, χρησιμοποιείται το μοντέλο οσμής για τον καθορισμό του εύρους της επίδρασης από μια πηγή οσμής. Αυτή είναι μια συνάρτηση της συγκέντρωσης του μοντέλου, του μέσου χρόνου (για ποια χρονική περίοδο επαναλαμβάνονται τα βήματα του μοντέλου (συνήθως ανά ώρα)) και ενός ποσοστού. Τα ποσοστά αναφέρονται σε μια στατιστική αναπαράσταση για πόσες ώρες τον χρόνο, μπορεί να ξεπερνιέται η συγκέντρωση C με βάση τη μέση περίοδο.

Δειγματοληψία από τις πηγές της περιοχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν δύο κύριες τεχνικές δειγματοληψίας της οσμή, η άμεση δειγματοληψία της οσμής, και η έμμεση δειγματοληψία της οσμής. Η έμμεση δειγματοληψία αναφέρεται στη συλλογή δειγμάτων από τον αέρα που έχει ήδη περάσει πάνω από την εκπέμπουσα επιφάνεια.

Άμεση δειγματοληψία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άμεση δειγματοληψία αναφέρεται στην τοποθέτηση ενός καλύμματος στην εκπέμπουσα επιφάνεια από την οποία συλλέγονται τα δείγματα και για την οποία καθορίζεται ο ρυθμός εκπομπής της οσμής.

Η πιο συνηθισμένες άμεσες μέθοδοι εκπομπής περιλαμβάνουν τον θάλαμο ροής[30] και τις αεροδυναμικές σήραγγες (wind tunnels) που περιλαμβάνουν την αεροδυναμική σήραγγα UNSW .[31] Υπάρχουν πολλές άλλες διαθέσιμες τεχνικές και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι παράγοντες που επηρεάζουν τη μέτρηση πριν να επιλεγεί η κατάλληλη μέθοδος.

Πηγές όπως βιοφίλτρα, που έχουν κάθετη συνιστώσα στην ταχύτητα θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την εξέταση της πιο κατάλληλης μεθόδου. Μια συνήθως χρησιμοποιούμενη τεχνική είναι η μέτρηση της συγκέντρωσης της οσμής στην επιφάνεια εκπομπής και ο συνδυασμός της με τον ρυθμό της ογκομετρικής ροής του αέρα που εισέρχεται στο βιοφίλτρο για την παραγωγή ενός ρυθμού ροής.

Έμμεση δειγματοληψία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έμμεση δειγματοληψία αναφέρεται συχνά ως αντίστροφος υπολογισμός. Περιλαμβάνει τη χρήση ενός μαθηματικού τύπου για την πρόβλεψη του ρυθμού εκπομπής.

Χρησιμοποιούνται πολλές μέθοδοι, αλλά όλες χρησιμοποιούν τις ίδιες εισόδους που περιλαμβάνουν – την τραχύτητα της επιφάνειας – τις υπήνεμες και προσήνεμες συγκεντρώσεις – την τάξη σταθερότητας (ή άλλον παρόμοιο παράγοντα) – την ταχύτητα και την κατεύθυνση του ανέμου

Στο εσωτερικό περιβάλλον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανθρώπινη αίσθηση της οσμής είναι ένας πρωτεύων παράγοντας στην έννοια της άνεσης. Η όσφρηση ως ένα αισθητηριακό σύστημα προσφέρει συνειδητοποίηση της παρουσίας αιωρούμενων χημικών ουσιών. Κάποιες εισπνεόμενες χημικές ουσίες είναι πτητικές ενώσεις που δρουν ως ερεθίσματα, που προκαλούν ανεπιθύμητες αντιδράσεις όπως ερεθισμούς της μύτης, των ματιών ή του λαιμού. Η κατανόηση της οσμής και του ερεθισμού είναι μοναδική για κάθε άτομο και ποικίλλει λόγω των φυσικών συνθηκών ή τη μνήμη προηγούμενων εκθέσεων σε παρόμοιες χημικές ουσίες. Το συγκεκριμένο κατώφλι ενός ατόμου πριν να γίνει μια οσμή ενοχλητική εξαρτάται από τη συχνότητα, τη συγκέντρωση και τη διάρκεια μιας οσμής.

Η κατανόηση του ερεθισμού από μια αίσθηση οσμής είναι δύσκολο να ερευνηθεί, επειδή η έκθεση σε μια πτητική χημική ουσία προκαλεί διαφορετική απόκριση με βάση τα αισθητηριακά και φυσιολογικά σήματα, ενώ η ερμηνεία αυτών των σημάτων επηρεάζεται από την εμπειρία, τις προσδοκίες, την προσωπικότητα ή περιστασιακούς παράγοντες. Οι πτητικές οργανικές ενώσεις (Volatile organic compounds ή VOCs) μπορεί να έχουν υψηλότερες συγκεντρώσεις σε περιορισμένα εσωτερικά περιβάλλοντα λόγω της περιορισμένης διείσδυσης του φρέσκου αέρα, σε σύγκριση με το εσωτερικό περιβάλλον. Αυτό οδηγεί σε μεγαλύτερη πιθανότητα για τοξικές εκθέσεις της υγείας λόγω διάφορων χημικών ενώσεων. Οι επιπτώσεις στην υγεία από τις οσμές εντοπίζονται από την αίσθηση μιας οσμής ή την ίδια την οσμηρή ουσία. Οι επιπτώσεις στην υγεία και τα συμπτώματα ποικίλουν περιλαμβάνοντας ερεθισμούς των ματιών, της μύτης και του λαιμού, βήχα, σφίξιμο στήθους, υπνηλία και αλλαγή διάθεσης· όλα τους μειώνονται καθώς παύει η οσμή. Οι οσμές μπορούν επίσης να προκαλέσουν ασθένειες όπως άσθμα, κατάθλιψη, άγχος, ή ευαισθησία. Η ικανότητα εκτέλεσης εργασιών μπορεί να μειωθεί και μπορεί να εμφανιστούν άλλες κοινωνικές/συμπεριφορικές αλλαγές.

Τα άτομα πρέπει να περιμένουν αποκατάσταση από την διαταραχή και από αναπάντεχες οσμές που διαταράσσουν τη συγκέντρωση, ελαττώνουν την παραγωγικότητα, προκαλούν συμπτώματα και γενικά αυξάνουν τη δυσαρέσκεια για ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Είναι σημαντικός ο ορισμός επαγγελματικών ορίων έκθεσης (OELs) για να διασφαλιστεί η υγεία και η ασφάλεια των εργαζομένων καθώς και η άνεσή τους, επειδή η έκθεση σε χημικές ουσίες μπορεί να προκαλέσει φυσιολογικές και βιοχημικές αλλαγές στο ανώτερο αναπνευστικό σύστημα. Είναι δύσκολο να οριστούν πρότυπα όταν δεν αναφέρονται οι εκθέσεις και μπορεί επίσης να είναι δύσκολη η μέτρησή τους. Οι εργαζόμενοι διαφέρουν ως προς τα επίπεδα δυσφορίας λόγω οσμών εξαιτίας του ιστορικού έκθεσής τους ή εθισμού τους και μπορεί να μην συνειδητοποιήσουν τους πιθανούς κινδύνους από την έκθεση σε χημικές ουσίες που παράγουν συγκεκριμένες οσμές.[32][33]

Τύποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποιες οσμές όπως αρώματα και άνθη είναι περιζήτητες, με τις εκλεκτές ποικιλίες να έχουν υψηλές τιμές. Ολόκληρες βιομηχανίες έχουν αναπτυχθεί γύρω από προϊόντα απομάκρυνσης δυσάρεστων οσμών. Η αίσθηση των οσμών εξαρτάται επίσης πολύ από την περίσταση και τον πολιτισμό. Η οσμή του μαγειρέματος μπορεί να είναι ευχάριστη κατά το μαγείρεμα, αλλά όχι απαραίτητα και μετά το γεύμα.

Τα μόρια της οσμής μεταφέρουν μηνύματα στο μεταιχμιακό σύστημα, την περιοχή του εγκεφάλου που διαχειρίζεται τις συναισθηματικές αποκρίσεις. Κάποιοι πιστεύουν ότι αυτά τα μηνύματα έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τις διαθέσεις, να ανακαλέσουν παλιές μνήμες, να ανυψώσουν το πνεύμα και να αναπτερώσουν την αυτοπεποίθηση. Αυτή η πεποίθηση έχει οδηγήσει στην έννοια της "αρωματοθεραπείας" όπου υπάρχει ο ισχυρισμός ότι τα αρώματα θεραπεύουν ένα μεγάλο εύρος φυσιολογικών και φυσικών προβλημάτων. Η αρωματοθεραπεία ισχυρίζεται ότι τα αρώματα μπορούν να επηρεάσουν θετικά τον ύπνο, το άγχος, την ετοιμότητα, την κοινωνική αλληλεπίδραση και τα γενικά αισθήματα ευεξίας. Όμως, η απόδειξη της αποτελεσματικότητας της αρωματοθεραπείας αποτελείται κυρίως από ατεκμηρίωτες αποδείξεις και της λείπουν οι ελεγμένες επιστημονικές μελέτες για να υποστηριχθούν οι ισχυρισμοί της.

Με κάποιες ουσίες, όπως αυτές που βρίσκονται σε αρώματα, αρωματισμένα σαμπουάν, αρωματισμένα αποσμητικά, ή παρόμοια προϊόντα, κάποια άτομα μπορεί να είναι αλλεργικά στα συστατικά τους. Η αντίδραση, όπως και με τις άλλες χημικές αλλεργίες, μπορεί να βρίσκεται οπουδήποτε και από έναν ελαφρύ πονοκέφαλο μέχρι αναφυλακτικό σοκ, που μπορεί να καταλήξει σε θάνατο.

Οι δυσάρεστες οσμές παίζουν ποικίλους ρόλους στη φύση, συχνά ως προειδοποίηση κινδύνου, αν και αυτό μπορεί να μην είναι γνωστό στον οργανισμό που το οσμίζεται.[34] Μια οσμή που θεωρείται ως δυσάρεστη από κάποιους ανθρώπους ή πολιτισμούς μπορεί να θεωρείται ελκτική από άλλους, όταν υπάρχει περισσότερη εξοικείωση ή καλύτερη επανάληψη.[34] Θεωρείται συνήθως ότι αυτοί που έχουν μια δυσάρεστη σωματική οσμή θα είναι μη ελκυστικοί από τους άλλους. Κάποιες μελέτες έχουν δείξει ότι ένα άτομο που εκτίθεται σε μια συγκεκριμένη δυσάρεστη οσμή μπορεί να έλκεται από άλλους που έχουν εκτεθεί στην ίδια δυσάρεστη οσμή.[34] Αυτό συμπεριλαμβάνει οσμές που σχετίζονται με τη μόλυνση.[34]

Η δυσαρέσκεια ως προς την οσμή μπορεί να διαφέρει από την αντίληψή της. Παραδείγματος χάρη, ο ιδρώτας θεωρείται συχνά ότι έχει δυσάρεστη οσμή, αλλά στην πραγματικότητα είναι άοσμος. Είναι τα βακτήρια στον ιδρώτα που προκαλούν την οσμή.[35]

Δυσάρεστες οσμές μπορεί να προκύπτουν από συγκεκριμένες βιομηχανικές διεργασίες και να επηρεάζουν δυσμενώς τους εργαζόμενους ακόμα και τους περιοίκους κατά τη φορά του ανέμου από τη βιομηχανία. Οι πιο συνηθισμένες πηγές βιομηχανικής οσμής προκύπτουν από εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων, διυλιστήρια, βιομηχανίες επεξεργασίας ζώων και βιομηχανίες που επεξεργάζονται χημικά (όπως θείο) που έχουν οσμηρά χαρακτηριστικά. Μερικές φορές οι πηγές των βιομηχανικών οσμών είναι θέματα διενέξεων.

Οι σωματικές οσμές υπάρχουν και στα ζώα και στους ανθρώπους και η έντασή τους μπορεί να επηρεαστεί από πολλούς παράγοντες (πρότυπα συμπεριφοράς, στρατηγικές επιβίωσης). Οι σωματικές οσμές έχουν μια ισχυρή γενετική βάση και στα ζώα και στους ανθρώπους, αλλά μπορούν να επηρεαστούν επίσης έντονα από διάφορες νόσους και ψυχολογικούς παράγοντες

Μελέτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μελέτη των οσμών είναι ένα αναπτυσσόμενο πεδίο, αλλά παραμένει σύνθετο και δύσκολο. Το ανθρώπινο οσφρητικό σύστημα (olfactory system) μπορεί να ανιχνεύσει χιλιάδες μυρουδιές με βάση πολύ μικρές αιωρούμενες συγκεντρώσεις μιας χημικής ουσίας. Η αίσθηση της οσμής σε πολλά ζώα είναι ακόμα καλύτερη. Κάποια μυρωδάτα άνθη αναδύουν στήλες οσμής που κινούνται κατά τη φορά του ανέμου και ανιχνεύονται από τις μέλισσες σε απόσταση πάνω από ένα χιλιόμετρο.

Η μελέτη των οσμών μπορεί επίσης να γίνει περίπλοκη λόγω της σύνθετης χημείας που λαμβάνει χώρα τη στιγμή της αίσθησης μιας οσμής. Παραδείγματος χάρη, τα μεταλλικά αντικείμενα που περιέχουν σίδηρο γίνονται αντιληπτά με μια ξεχωριστή οσμή όταν τα ακουμπάμε, αν και η τάση ατμών του σιδήρου είναι αμελητέα. Σύμφωνα με μια μελέτη του 2006[36] αυτή η οσμή είναι το αποτέλεσμα των αλδεϋδών (π.χ. εννεανάλη) και κετονών (π.χ. 1-οκτεν-3-όνη) που εκλύονται από το ανθρώπινο δέρμα κατά την επαφή με ιόντα δισθενούς σιδήρου. Οι ίδιες χημικές ουσίες σχετίζονται επίσης με την οσμή του αίματος, επειδή ο δισθενής σίδηρος στο αίμα παράγει την ίδια αντίδραση με το δέρμα.

Φερομόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι φερομόνες είναι οσμές που χρησιμοποιούνται για την επικοινωνία. Μια θηλυκή νυχτοπεταλούδα μπορεί να ελευθερώσει μια φερομόνη που μπορεί να δελεάσει μια αρσενική νυχτοπεταλούδα που είναι σε απόσταση αρκετών χιλιομέτρων κατά τη φορά του αέρα. Οι βασίλισσες των μελισσών απελευθερώνουν συνεχώς φερομόνες που ρυθμίζουν τη δραστηριότητα της κυψέλης. Οι εργάτριες μπορούν να απελευθερώσουν τέτοιες οσμές για να καλέσουν άλλες μέλισσες σε μια κατάλληλη κοιλότητα, όταν ένα σμήνος μετακομίζει, ή για να "ηχήσει" έναν κίνδυνο όταν απειλείται η κυψέλη.

Προχωρημένη τεχνολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν ελπίδες ότι η προχωρημένη τεχνολογία θα μπορούσε να κάνει τα πάντα από έλεγχο αρωμάτων μέχρι να βοηθά στην ανίχνευση καρκίνου ή εκρηκτικών ανιχνεύοντας ειδικές οσμές, αλλά οι τεχνητές μύτες είναι ακόμα προβληματικές. Η σύνθετη φύση της ανθρώπινης μύτης, η ικανότητά της να ανιχνεύει ακόμα και την πιο ανεπαίσθητη μυρωδιά, είναι προς το παρόν δύσκολο να αναπαραχθεί.

Τα περισσότερα τεχνητά όργανα ή ηλεκτρονικές μύτες (electronic noses) δουλεύουν συνδυάζοντας την έξοδο από μια διάταξη μη ειδικών χημικών αισθητήρων για να παράξουν ένα δακτυλικό αποτύπωμα οποιασδήποτε πτητικής χημικής ουσίας στην οποία εκτίθενται. Οι περισσότερες ηλεκτρονικές μύτες χρειάζεται να "εκπαιδευτούν" για να αναγνωρίζουν οποιαδήποτε χημική ουσία μας ενδιαφέρει πριν να μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Η εκπαίδευση περιλαμβάνει την έκθεση σε χημικές ουσίες με την απόκριση να καταγράφεται και να αναλύεται στατιστικά, χρησιμοποιώντας συχνά τεχνικές πολυμεταβλητής ανάλυσης και νευρικών δικτύων, για την "εκμάθηση" των χημικών ουσιών. Πολλά σύγχρονα όργανα ηλεκτρονικής μύτης υποφέρουν από προβλήματα αναπαραγωγιμότητας του θέματος σε μεταβαλλόμενο περιβάλλον θερμοκρασίας και υγρασίας. Ένα παράδειγμα αυτού του τύπου τεχνολογίας είναι η χρωματομετρική συστοιχία αισθητήρων (colorimetric sensor array), που οπτικοποιεί την οσμή μέσω της αλλαγής χρώματος και δημιουργεί μια "εικόνα" του.[37][38][39][40][41][42]

Ενδείξεις συμπεριφοράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατανόηση της οσμής είναι μια σύνθετη διεργασία που περιλαμβάνει το κεντρικό νευρικό σύστημα που μπορεί να προκαλέσει ψυχολογικές και φυσιολογικές αποκρίσεις. Επειδή το οσφρητικό σήμα τελειώνει μέσα ή κοντά στις αμυγδαλές οι οσμές συνδέονται έντονα με τις μνήμες και μπορούν να προκαλέσουν oσυναισθήματα. Οι αμυγδαλές συμμετέχουν στην ηδονική ή συναισθηματική διεργασία των οσφρητικών ερεθισμάτων.[43] Οι οσμές μπορούν να διαταράξουν τη συγκέντρωσή μας, να μειώσουν την παραγωγικότητα, να προκαλέσουν συμπτώματα και γενικά αυξάνουν τη δυσφορία για ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Οι οσμές μπορούν να επηρεάσουν την επιθυμία για ένα πρόσωπο, τόπο, τροφή ή προϊόν ως μια μορφή εξάρτησης.[44] Οι θύμησες που ανακαλούνται από τις οσμές είναι περισσότερο συναισθηματικές και ζωντανές από αυτές που ανακαλούνται από το ίδιο ερέθισμα με οπτική ή ηχητική μορφή.[45] Οι οσμές μπορεί να εξαρτηθούν από εμπειρικές καταστάσεις και όταν αργότερα εμφανιστούν να έχουν κατευθυντικές επιδράσεις στη συμπεριφορά. Η εκτέλεση μιας ενοχλητικής εργασίας σε ένα οσμηρό δωμάτιο μειώνει την απόδοση άλλων νοητικών εργασιών αν υπάρχει παρούσα η ίδια οσμή.[46] Τα μη ανθρώπινα ζώα επικοινωνούν μεταξύ τους ως προς τις συναισθηματικές τους καταστάσεις μέσω αλλαγών στην οσμή του σώματος και οι οσμές του ανθρώπινου σώματος είναι ενδεικτικές της συναισθηματικής κατάστασης.[47]

Οι ανθρώπινες σωματικές οσμές επηρεάζουν τις διαπροσωπικές σχέσεις. Οι οσμές του ανθρώπινου σώματος εμπλέκονται σε προσαρμοστικές συμπεριφορές, όπως η γονική προσκόλληση στα βρέφη ή η επιλογή συντρόφου στους ενήλικες. Οι μητέρες μπορούν να διακρίνουν την οσμή του παιδιού τους και τα βρέφη αναγνωρίζουν και προτιμούν την οσμή του σώματος της μητέρας τους αντί κάποιας άλλης οσμής άλλης γυναίκας. Αυτή η μητρική οσμή φαίνεται ότι οδηγεί τα βρέφη προς τον μαστό και έχει επίσης μια καταπραϋντική επίδραση. Η σωματική οσμή εμπλέκεται στην ανάπτυξη της σύνδεσης βρέφους-μητέρας και είναι βασική για την κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη μεταφέροντας αισθήματα ασφάλειας. Η καθησύχαση που δημιουργείται από τις γονικές οσμές του σώματος μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στη διεργασία σύνδεσης.[48]

Το πώς μυρίζει ένας άντρας είναι κρίσιμο στην αναζήτηση μιας γυναίκας. Η σωματική οσμή είναι μια κρίσιμη ένδειξη για την επιλογή συντρόφου, επειδή είναι ένα σήμα υγείας. Οι γυναίκες προτιμούν άντρες με γονότυπους μείζονος συμπλόκου ιστοσυμβατότητας (MHC) και διαφορετικής οσμής από τη δικιά τους ιδιαίτερα κατά την ωορρηξία. Τα διαφορετικά αλληλόμορφα MHC προτιμούνται, επειδή διαφορετικοί συνδυασμοί αλληλόμορφων μεγιστοποιούν την προστασία από νοσήματα και ελαχιστοποιούν τις υπολειπόμενες μεταλλάξεις στους απογόνους. Βιολογικά, τα θηλυκά τείνουν να επιλέγουν συντρόφους "που είναι πολύ πιθανό να εξασφαλίσουν επιβίωση των απογόνων και συνεπώς αύξηση της πιθανότητας η γενετική τους συνεισφορά να είναι αναπαραγωγικά βιώσιμη." [49]

Μελέτες έχουν προτείνει ότι οι άνθρωποι μπορεί να χρησιμοποιούν τις ενδείξεις οσμής συσχετισμένες με το ανοσοποιητικό σύστημα για την επιλογή συντρόφων. Χρησιμοποιώντας μια τεχνική απεικόνισης του εγκεφάλου, Σουηδοί ερευνητές έχουν δείξει ότι οι εγκέφαλοι ομοφυλόφιλων και ετερόφυλων αντρών αποκρίνονται διαφορετικά σε δύο οσμές που μπορεί να εμπλέκονται σε ερωτική διέγερση και οι ομοφυλόφιλοι άντρες αποκρίνονται κατά τον ίδιο τρόπο όπως οι ετερόφυλες γυναίκες, αν και δεν προσδιορίστηκε αν αυτό ήταν η αιτία ή το αποτέλεσμα. Η μελέτη επεκτάθηκε και σε λεσβίες· τα αποτελέσματα ήταν συνεπή με τα προηγούμενα ευρήματα, δηλαδή οι λεσβίες δεν ανταποκρινόντουσαν σε ταυτοποιημένες ανδρικές οσμές, ενώ η απόκρισή τους σε γυναικείες οσμές ήταν παρόμοιες με των ετερόφυλων ανδρών.[50] Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτή η έρευνα δείχνει έναν πιθανό ρόλο για ανθρώπινες φερομόνες στη βιολογική βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού.[51]

Μια οσμή μπορεί να δώσει το σήμα ανάκλησης μιας μακρινής θύμησης. Οι περισσότερες θύμησες που σχετίζονται με την οσμή προέρχονται από την πρώτη δεκαετία της ζωής, ενώ οι λεκτικές και οπτικές θύμησες προέρχονται κυρίως μεταξύ 10 και 30 ετών. [52] Οι θύμησες που ανακαλούν οσμές είναι περισσότερο συναισθηματικές, συσχετισμένες με πιο ισχυρά συναισθήματα μεταφοράς στο παρελθόν και έχουν θεωρηθεί ως λιγότερο συχνές συγκρινόμενες με τις ανακαλούμενες μνήμες από άλλα ερεθίσματα.[53]

Χρήση στη σχεδίαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αίσθηση της οσμής παραβλέπεται συχνά ως τρόπος εμπορίας προϊόντων. Η σκόπιμη και ελεγχόμενη εφαρμογή της μυρουδιάς χρησιμοποιείται από τους σχεδιαστές, τους επιστήμονες, τους καλλιτέχνες, τους αρωματοποιούς, τους αρχιτέκτονες και τους μάγειρες. Κάποιες εφαρμογές των μυρωδιών εμφανίζονται σε περιβάλλοντα όπως καζίνο, ξενοδοχεία, ιδιωτικές λέσχες και αυτοκίνητα. Π.χ., "οι τεχνικοί στο Κέντρο Καρκίνου Sloan-Kettering στην πόλη της Νέας Υόρκης προσθέτουν έλαια με οσμή βανίλιας στον αέρα για να βοηθήσουν τους ασθενείς να αντεπεξέλθουν τις κλειστοφοβικές επιπτώσεις των εξετάσεων MRI. Οι μυρουδιές χρησιμοποιούνται στον Οργανισμό Εμπορίου στο Σικάγο για να χαμηλώσουν το επίπεδο των ντεσιμπέλ στον εμπορικό όροφο."[54]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. de march, Claire A.; Ryu, sangEun; Sicard, Gilles; Moon, Cheil; Golebiowski, Jérôme (September 2015). «Structure–odour relationships reviewed in the postgenomic era». Flavour and Fragrance Journal 30 (5): 342–361. doi:10.1002/ffj.3249. 
  2. Wang, J.; Luthey-Schulten, Z.; Suslick, K. S. (2003). «Is the Olfactory Receptor A Metalloprotein?». Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A 2003 (100): 3035–3039. doi:10.1073/pnas.262792899. PMID 12610211. Bibcode2003PNAS..100.3035W. 
  3. Crabtree, R.H. (1978). «Copper(I) – Possible Olfactory Binding-Site». J. Inorg. Nucl. Chem. 1978 (40): 1453. doi:10.1016/0022-1902(78)80071-2. 
  4. Duan, Xufang; Block, Eric; Li, Zhen; Connelly, Timothy; Zhang, Jian; Huang, Zhimin; Su, Xubo; Pan, Yi και άλλοι. (2012). «Crucial role of copper in detection of metal-coordinating odorants». Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A 2012 (109): 3492–3497. doi:10.1073/pnas.1111297109. PMID 22328155. Bibcode2012PNAS..109.3492D. 
  5. Axel, Richard (1995). «The molecular logic of smell». Scientific American 273 (4): 154–159. doi:10.1038/scientificamerican1095-154. Bibcode1995SciAm.273d.154A. 
  6. 6,0 6,1 6,2 Spengler, p. 492
  7. Chaudhury, D; Manella, L; Arellanos, A; Escanilla, O; Cleland, T. A.; Linster, C (2010). «Olfactory bulb habituation to odor stimuli». Behavioral Neuroscience 124 (4): 490–9. doi:10.1037/a0020293. PMID 20695648. 
  8. Salthammer, Tunga; Bahadir, Müfit (2009). «Occurrence, Dynamics and Reactions of Organic Pollutants in the Indoor Environment». CLEAN - Soil, Air, Water 37 (6): 417–435. doi:10.1002/clen.200900015. 
  9. Devriese, S; Winters, W; Stegen, K; Diest, I Van; Veulemans, H; Nemery, B; Eelen, P (2000). «Generalization of acquired somatic symptoms in response to odors: a pavlovian perspective on multiple chemical sensitivity». Psychosom Med. 62 (6): 751–759. doi:10.1097/00006842-200011000-00003. PMID 11138993. 
  10. C. Bushdid, M. O. Magnasco, L. B. Vosshall, A. Keller, C.; Magnasco, M. O.; Vosshall, L. B.; Keller, A. (21 March 2014). «Humans Can Discriminate More than 1 Trillion Olfactory Stimuli». Science 343 (6177): 1370–1372. doi:10.1126/science.1249168. PMID 24653035. Bibcode2014Sci...343.1370B. 
  11. Shepherd, Gordon M. (2004). «The Human Sense of Smell: Are We Better Than We Think?». PLoS Biology 2 (5): e146. doi:10.1371/journal.pbio.0020146. PMID 15138509. 
  12. 12,0 12,1 Spengler, p. 483
  13. Oracle Education Foundation (25 Aug 2010). Your Sense of Smell – The Senses. ThinkQuest Library. http://library.thinkquest.org/3750/smell/smell.html. 
  14. 14,0 14,1 Auffarth, B. (2013). «Understanding smell – the olfactory stimulus problem. Neuroscience & Biobehavioral Reviews». Neuroscience & Biobehavioral Reviews 37 (8): 1667–1679. doi:10.1016/j.neubiorev.2013.06.009. 
  15. Doty, Richard L.; Applebaum, Steven; Zusho, Hiroyuki; Settle, R.Gregg (1985). «Sex differences in odor identification ability: A cross-cultural analysis». Neuropsychologia 23 (5): 667–72. doi:10.1016/0028-3932(85)90067-3. PMID 4058710. 
  16. Nordin, Steven; Broman, Daniel A.; Olofsson, Jonas K.; Wulff, Marianne (2004). «A Longitudinal Descriptive Study of Self-reported Abnormal Smell and Taste Perception». Pregnant Women Chem. Senses 29 (5): 391–402. doi:10.1093/chemse/bjh040. PMID 15201206. 
  17. Hoffman, H. J.; Cruickshanks, K. J.; Davis, B (2009). «Perspectives on population-based epidemiological studies of olfactory and taste impairment». Annals of the New York Academy of Sciences 1170 (1): 514–30. doi:10.1111/j.1749-6632.2009.04597.x. PMID 19686188. Bibcode2009NYASA1170..514H. 
  18. Ueno, H; Amano, S; Merecka, B; Kośmider, J (2009). «Difference in the odor concentrations measured by the triangle odor bag method and dynamic olfactometry». Water Science & Technology 59 (7): 1339–42. doi:10.2166/wst.2009.112. PMID 19380999. http://wbia2.zut.edu.pl/%5BTYPO3%5D/typo3_current/fileadmin/pliki/odory/pdf/IWA2008_odour_oral_Ueno_et_al.pdf. 
  19. «GUIDELINES ON ODOUR POLLUTION & ITS CONTROL». Ministry of Environment & Forests, Govt. of India. May 2008. http://cpcb.nic.in/divisionsofheadoffice/pci2/package_odourreport_2.12.08.pdf. 
  20. Benzo, Maurizio; Mantovani, Alice; Pittarello, Alberto (2012). «Measurement of Odour Concentration of Immissions using a New Field Olfactometer and Markers’ Chemical Analysis». Chemical Engineering Transactions 30: 103. http://www.aidic.it/cet/12/30/018.pdf. 
  21. CEN EN 13725:2003, Air quality – Determination of odour concentration by dynamic olfactometry. sipe-rtd.info
  22. Van Harreveld, A. P.; Heeres, P.; Harssema, H. (1999). «A review of 20 years of standardization of odor concentration measurement by dynamic olfactometry in Europe». Journal of the Air & Waste Management Association 49 (6): 705–715. 
  23. Cain, W. S.; Gent, J. F. (1991). «Olfactory sensitivity: Reliability, generality, and association with aging». Journal of experimental psychology. Human perception and performance 17 (2): 382–91. doi:10.1037/0096-1523.17.2.382. PMID 1830082. 
  24. Wysocki, CJ; Dorries, KM; Beauchamp, GK. (1989). «Ability to perceive androstenone can be acquired by ostensibly anosmic people». Proc. Natl. Acad. Sci. USA 86 (20): 7976–7978. doi:10.1073/pnas.86.20.7976. PMID 2813372. Bibcode1989PNAS...86.7976W. 
  25. Cain, WS. (1977). «Differential sensitivity for smell: "noise" at the nose». Science 195 (4280): 796–798. doi:10.1126/science.836592. PMID 836592. Bibcode1977Sci...195..796C. 
  26. 26,0 26,1 26,2 Jiang, J; Coffey, P; Toohey, B (2006). «Improvement of odor intensity measurement using dynamic olfactometry». Journal of the Air & Waste Management Association (1995) 56 (5): 675–83. doi:10.1080/10473289.2006.10464474. PMID 16739805. 
  27. Spengler, p. 486
  28. «F.i.d.o.l.». http://www.odorimpact.com/en/fidol.shtml. Ανακτήθηκε στις 2011-11-30. 
  29. «Odour Assessment». MFE.govt.nz. http://www.mfe.govt.nz/publications/air/odour-guidelines-jun03/html/page6.html. Ανακτήθηκε στις 2012-12-30. 
  30. «Flux Chamber Measurements: Defensible Analytical Data for Evaluating Human Health Risk». Ceschmidt.com. http://www.ceschmidt.com/flux4hra.htm. Ανακτήθηκε στις 2012-12-30. 
  31. UNSW wind tunnel dimensions. Odour.unsw.edu.au
  32. Young, Christopher A. (2010). «What Smells?». Pollution Engineering 42 (5). 
  33. Dalton, P (2002). «Odor, irritation and perception of health risk». International Archives of Occupational and Environmental Health 75 (5): 283–90. doi:10.1007/s00420-002-0312-x. PMID 11981666. 
  34. 34,0 34,1 34,2 34,3 Engen, Trygg (1991). Odor sensation and memory. New York: Praeger. ISBN 0-275-94111-6. 
  35. What's Happening to My Body? Book for Boys: Revised Edition – Lynda Madaras, Area Madaras, Simon Sullivan – Google Boeken. Books.google.com. 2007-06-08. ISBN 9781557047694. http://books.google.com/?id=R0eixKqC0SgC&pg=PA104&dq=%22unpleasant+odor%22stink. Ανακτήθηκε στις 2012-12-30. 
  36. Communication The Two Odors of Iron when Touched or Pickled: (Skin) Carbonyl Compounds and Organophosphines Dietmar Glindemann, Andrea Dietrich, Hans-Joachim Staerk, Peter Kuschk Angewandte Chemie International Edition web release 2006 doi:10.1002/anie.200602100 PMID 17009284
  37. Rakow, N. A.; Suslick, K. S. (2000). «A Colorimetric Sensor Array for Odour Visualization». Nature 406 (6797): 710–714. doi:10.1038/35021028. 
  38. Suslick, Kenneth S. (2011). «An Optoelectronic Nose:"Seeing" Smells by Means of Colorimetric Sensor Arrays». MRS Bulletin 29 (10): 720–5. doi:10.1557/mrs2004.209. PMID 15991401. http://www.scs.illinois.edu/suslick/documents/mrsbulletin.04720.pdf. 
  39. Lim, S. H.; Feng, L; Kemling, J. W.; Musto, C. J.; Suslick, K. S. (2009). «An optoelectronic nose for the detection of toxic gases». Nature Chemistry 1 (7): 562–7. doi:10.1038/nchem.360. PMID 20160982. Bibcode2009NatCh...1..562L. 
  40. Suslick, B. A.; Feng, L.; Suslick, K. S. (2010). «Discrimination of Complex Mixtures by a Colorimetric Sensor Array: Coffee Aromas». Anal. Chem 2010 (82): 2067–2073. doi:10.1021/ac902823w. 
  41. Feng, Liang; Musto, Christopher J.; Kemling, Jonathan W.; Lim, Sung H.; Suslick, Kenneth S. (2010). «A colorimetric sensor array for identification of toxic gases below permissible exposure limits». Chemical Communications 46 (12): 2037–9. doi:10.1039/B926848K. PMID 20221484. http://scs.illinois.edu/~suslick/documents/chemcomm.20102037.pdf. 
  42. Feng, L.; Musto, C.J.; Suslick, K. S. (2010). «A Simple and Highly Sensitive Colorimetric Detection Method for Gaseous Formaldehyde». J. Am. Chem. Soc 2010 (132): 4046–4047. doi:10.1021/ja910366p. PMID 20218682. 
  43. Zald, David H.; Pardo, J. V. (1997). «Emotion, olfaction, and the human amygdala: Amygdala activation during aversive olfactory stimulation». PNAS 94 (8): 4119–4124. doi:10.1073/pnas.94.8.4119. PMID 9108115. Bibcode1997PNAS...94.4119Z. 
  44. Wrzesniewski, Amy; McCauley, Clark; Rozin, Paul (1999). «Odor and Affect: Individual Differences in the Impact of Odor on Liking for Places, Things and People». Chem. Senses 24 (6): 713–721. doi:10.1093/chemse/24.6.713. PMID 10587506. 
  45. Herz, Rachel S. (2004). «A Naturalistic Analysis of Autobiographical Memories Triggered by Olfactory Visual and Auditory Stimuli». Chem. Senses 29 (3): 217–224. doi:10.1093/chemse/bjh025. PMID 15047596. 
  46. Epple, Gisela; Herz, Rachel S. (1999). «Ambient odors associated to failure influence cognitive performance in children». Developmental Psychobiology 35 (2): 103–107. doi:10.1002/(sici)1098-2302(199909)35:2<103::aid-dev3>3.0.co;2-4. PMID 10461124. 
  47. Chen, D; Haviland-Jones, J. (2000). «Human olfactory communication of emotion». Percept Mot Skills 91 (3 Pt 1): 771–81. doi:10.2466/pms.2000.91.3.771. PMID 11153847. http://www.rci.rutgers.edu/~baljones/Human%20Olfactory.pdf. 
  48. Ferdenzi, Camille; Schaal, Benoist; Roberts, S. Craig (2010). «Family Scents: Developmental Changes in the Perception of Kin Body Odor?». Journal of Chemical Ecology 36 (8): 847–854. doi:10.1007/s10886-010-9827-x. PMID 20640943. 
  49. Herz, Rachel S.; Inzlicht, Michael (2002). «Sex differences in response to physical and social factors involved in human mate selection: The importance of smell for women». Evolution and Human Behavior 23 (5): 359–364. doi:10.1016/s1090-5138(02)00095-8. 
  50. Berglund, H.; Lindstrom, P.; Savic, I. (2006). «Brain response to putative pheromones in lesbian women». Proceedings of the National Academy of Sciences 103 (21): 8269–74. doi:10.1073/pnas.0600331103. PMID 16705035. Bibcode2006PNAS..103.8269B. 
  51. Wade, Nicholas (May 9, 2005) "Gay Men are found to have Different Scent of Attraction". NY Times
  52. Larsson, M.; Willander, J. (2009). «Autobiographical odor memory». Ann. N. Y. Acad. Sci. International Symposium on Olfaction and Taste 1170: 318–323. 
  53. Larsson, M. & J. Willander. 2009. Autobiographical odor memory. Ann. N. Y. Acad. Sci. International Symposium on Olfaction and Taste.
  54. «Miller, Tabitha M.A. Smell». Tabithamiller.com. http://www.tabithamiller.com/learning/smell.htm. Ανακτήθηκε στις 2012-12-30. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Spengler, John D.. McCarthy, John F. Samet, Jonathan M. (2000). Indoor Air Quality Handbook. New York, NY, USA: McGraw-Hill Professional Publishing. ISBN 978-0-07-445549-4. 

Παραιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]