Αυστροουγγαρία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Αυστρουγγαρία)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αυστροουγγρική Μοναρχία
Österreichisch-Ungarische Monarchie Osztrák-Magyar Monarchia

1867–1918
Σημαία Έμβλημα
Ύμνος
Indivisibiliter ac Inseparabiliter
"αδιαίρετα και αχώριστα"
Πρωτεύουσα Βιέννη (κύρια πρωτεύουσα) και Βουδαπέστη
Γλώσσες Επίσημες γλώσσες:[1][2]
Γερμανικά και Ουγγρικά, Τσεχικά,[3] Πολωνικά, Ουκρανικά, Ρουμανικά, Κροατικά, Ιταλικά
Ανεπίσημες γλώσσες:
Σερβικά, Σλοβακικά, Σλοβένικα, Βοσνιακά, Ρουσίν, Γίντις
Θρησκεία Ρωμαιοκαθολικισμός, Προτεσταντισμός, Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, Ιουδαϊσμός, και Σουνίτες (από το 1878 έως το 1918)
Πολίτευμα Συνταγματική μοναρχία, προσωπική ένωση μέσω της Διττής Μοναρχίας
Αυτοκράτορας-Βασιλιάς
 -  1867–1916 Φραγκίσκος Ιωσήφ Α'
 -  1916–1918 Κάρολος Α' & Δ'
Υπουργός-Πρόεδρος
 -  1867 Φρειδερίκος φον Μπόιστ (πρώτος)
 -  1918 Χάινριχ Λάμας (τελευταίος)
Πρωθυπουργός
 -  1867–1871 Γκιούλα Αντράσυ (πρώτος)
 -  1918 Γιάνος Χάντικ (τελευταίος)
Νομοθετικό Σώμα Αυτοκρατορικό Συμβούλιο,
Diet of Hungary
 -  Άνω Βουλή Herrenhaus,
Βουλή των Επιφανών
 -  Κάτω Βουλή Abgeordnetenhaus,
Βουλή των Αντιπροσώπων
Ιστορική εποχή Νέος Ιμπεριαλισμός / Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος
 -  Συμβιβασμός του 1867 1 Μαρτίου
 -  ανεξαρτησία της Τσεχοσλοβακίας 28 Οκτωβρίου 1918
 -  State of SCS ανεξαρτησία. 29 Οκτωβρίου 1918
 -  Η Βοϊβοντίνα χάθηκε υπέρ της Σερβίας 25 Νοεμβρίου 1918
 -  Διάλυση 31 Οκτωβρίου
 -  Συνθήκες Διάλυσης [a] του 1919 και το 1920
Έκταση
 -  1914 676,615 km²
Πληθυσμός
 -  1914 εκτ. 58,000,000 
     Πυκνότητα 0,1 /km²
Νόμισμα Γκούλντεν
Κορώνα (από το 1892)
Προηγήθηκε
Διαδέχτηκε
Αυστριακή Αυτοκρατορία
Δημοκρατία της Γερμανοαυστρίας
Ουγγρική Δημοκρατία
Πρώτη Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας
Λαϊκή Δημοκρατία της Δυτικής Ουκρανίας
Δεύτερη Πολωνική Δημοκρατία
Βασίλειο της Ρουμανίας
Κράτος των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων
Βανάτο, Μπάτσκα και Μπαράνια
Σήμερα Flag of Austria.svg Αυστρία
Flag of Bosnia and Herzegovina.svg Βοσνία-Ερζεγοβίνη
Flag of Croatia.svg Κροατία
Flag of the Czech Republic.svg Τσεχία
Flag of Hungary.svg Ουγγαρία
Flag of Italy.svg Ιταλία
Flag of Montenegro.svg Μαυροβούνιο
Flag of Poland.svg Πολωνία
Flag of Romania.svg Ρουμανία
Flag of Serbia.svg Σερβία
Flag of Slovakia.svg Σλοβακία
Flag of Slovenia.svg Σλοβενία
Flag of Ukraine.svg Ουκρανία
Ο Θυρεός της Αυστροουγγαρίας μέχρι το 1915
Η Αυστροουγγαρία περί το 1913

Η Αυστροουγγαρία (γερμ.: Österreich-Ungarn, ουγγρ.: Osztrák–Magyar Monarchia), γνωστή επίσης ως Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία ή Δυαδική Μοναρχία, ήταν μια συνταγματική ένωση της Αυστριακής Αυτοκρατορίας (τα Βασίλεια και τα Εδάφη που εκπροσωπούνταν στο Αυτοκρατορικό Συμβούλιο) και του Βασίλειου της Ουγγαρίας (Χώρες του Στέμματος του Αγίου Στεφάνου), που υπήρξε από το 1867 ως το 1918, οπότε κατέρρευσε ως αποτέλεσμα της ήττας της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ένωση ήταν αποτέλεσμα του Αυστροουγγρικού Συμβιβασμού του 1867 και τέθηκε σε ισχύ στις 30 Μαρτίου 1867. Η Αυστροουγγαρία αποτελείτο από δύο μοναρχίες (Αυστρία και Ουγγαρία) και μια αυτόνομη περιοχή: το Βασίλειο της Κροατίας-Σλαβονίας υπό το Ουγγρικό στέμμα, που μετά από διαπραγματεύσεις κατέληξε στον Κροατοουγγρικό Διακανονισμό («Nagodba») το 1868. Διοικούνταν από τον Οίκο των Αψβούργων και αποτέλεσε την τελευταία φάση της συνταγματικής εξέλιξης της Μοναρχίας των Αψβούργων. Μετά τις μεταρρυθμίσεις του 1867 το Αυστριακό και το Ουγγρικό κράτος ήταν ισότιμα. Οι εξωτερικές υποθέσεις και ο στρατός τέθηκαν υπό κοινό έλεγχο, αλλά όλες οι άλλες κυβερνητικές αρμοδιότητες χωρίστηκαν μεταξύ των αντίστοιχων κρατών.

Η Αυστροουγγαρία ήταν ένα πολυεθνικό κράτος και μία από τις Μεγάλες Δυνάμεις του κόσμου εκείνης της εποχής. Ηταν γεωγραφικά η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα στην Ευρώπη μετά τη Ρωσική Αυτοκρατορία, με 621.538 τ.χ., και η τρίτη σε πληθυσμό (μετά τη Ρωσία και τη Γερμανική Αυτοκρατορία). Η Αυτοκρατορία δημιούργησε την τέταρτη μεγαλύτερη βιομηχανία κατασκευής μηχανών στον κόσμο, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.[4] Η Αυστροουγγαρία έγινε επίσης ο τρίτος μεγαλύτερος κατασκευαστής και εξαγωγέας ηλεκτρικών οικιακών συσκευών, ηλεκτρικών βιομηχανικών συσκευών και συσκευών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γερμανική Αυτοκρατορία.[5][6]

Μετά το 1878 η Βοσνία και Ερζεγοβίνη βρισκόταν υπό Αυστροουγγρική στρατιωτική και πολιτική διοίκηση[7] έως ότου προσαρτήθηκε πλήρως το 1908, προκαλώντας την Κρίση της Βοσνίας μεταξύ των άλλων δυνάμεων.[8] Το Σαντζάκ, το de jure βόρειο τμήμα του Οθωμανικού Σαντζακίου του Νόβι Παζάρ (στο σημερινό Μαυροβούνιο και Σερβία), ήταν επίσης υπό την de facto κοινή κατοχή κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αλλά ο Αυστροουγγρικός στρατός αποσύρθηκε από εκεί, στο πλαίσιο της εκ μέρους του προσάρτησης της Βοσνίας.[9] Η προσάρτηση της Βοσνίας οδήγησε επίσης στο να αναγνωριστεί το [[Ισλάμ] ως επίσημη θρησκεία του κράτους, λόγω του Μουσουλμανικού πληθυσμού της Βοσνίας.[10]

Η Αυστροουγγαρία ήταν μία από τις Κεντρικές Δυνάμεις στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είχε ήδη ουσιαστικά διαλυθεί από τη στιγμή που οι στρατιωτικές αρχές υπέγραψαν την ανακωχή της Βίλας Τζιούστι στις 3 Νοεμβρίου 1918. Το Βασίλειο της Ουγγαρίας και η Πρώτη Αυστριακή Δημοκρατία αντιμετωπίστηκαν ως de jure διάδοχοί της, ενώ η ανεξαρτησία των Δυτικών και των Νότιων Σλάβων της αυτοκρατορίας ως Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας, Δημοκρατία της Πολωνίας και Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας, αντίστοιχα, και οι περισσότερες εδαφικές απαιτήσεις του Βασιλείου της Ρουμανίας αναγνωρίστηκαν επίσης από την νικήτριες δυνάμεις το 1920.

H σημαία της Αυστροουγγαρίας, 1869-1918, φέρει τους θυρεούς και τα χρώματα και των δύο τμημάτων της Αυτοκρατορίας

Πίνακας περιεχομένων

Δομή και ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αψβούργος μονάρχης βασίλευε ως Αυτοκράτορας της Αυστρίας, που ήταν η Αυστριακή Αυτοκρατορία ("Χώρες που Αντιπροσωπεύονται στο Αυτοκρατορικό Συμβούλιο") στο δυτικό και βόρειο τμήμα της χώρας και ως Βασιλιάς της Ουγγαρίας στο Βασίλειο της Ουγγαρίας ("Χώρες του Στέμματος του Αγίου Στεφάνου"). Το κάθε μέλος διέθετε σημαντική κυριαρχία με λίγες μόνο κοινές αρμοδιότητες (κυρίως διπλωματικές σχέσεις και άμυνα).

Η ομοσπονδία είχε το πλήρες όνομα: «Τα Βασίλεια και οι Χώρες που Αντιπροσωπεύονται στο Αυτοκρατορικό Συμβούλιο και οι Χώρες του Ιερού Ουγγρικού Στέμματος του Αγίου Στεφάνου».

Γερμανικά : Die im Reichsrat vertretenen Königreiche und Länder und die Länder der Heiligen Ungarischen Stephanskrone

Ουγγρικά : A Birodalmi Tanácsban képviselt királyságok és országok és a Magyar Szent Korona országai

Ορισμένες περιοχές, όπως η Πολωνική Γαλικία στην Αυστριακή Αυτοκρατορία και η Κροατία (επίσημα Βασίλειο Κροατίας-Σλαβονίας-Δαλματίας}, ακόμη και η Δαλματία στο Βασίλειο της Ουγγαρίας, διέθεταν αυτόνομο καθεστώς, το καθένα με τις δικές του μοναδικές κυβερνητικές δομές.

Η διαίρεση μεταξύ Αυστρίας και Ουγγαρίας ήταν τόσο έντονη, ώστε δεν υπήρχε κοινή υπηκοότητα: καθένας ήταν είτε Αυστριακός πολίτης είτε Ούγγρος, ποτέ και τα δύο.[11][12] Αυτό σήμαινε επίσης ότι υπήρχαν πάντα ξεχωριστά αυστριακά και ουγγρικά διαβατήρια, ποτέ ένα κοινό.[13][14] Ωστόσο ούτε τα αυστριακά ούτε τα ουγγρικά διαβατήρια χρησιμοποιούντο στο Βασίλειο Κροατίας-Σλαβονίας-Δαλματίας. Αντ 'αυτού το Βασίλειο εξέδιδε τα δικά του διαβατήρια που ήταν γραμμένα στα κροατικά και τα γαλλικά και έφεραν το οικόσημο του Βασιλείου της Κροατίας-Σλαβονίας-Δαλματίας[15] Δεν είναι γνωστό το είδος των διαβατηρίων που χρησιμοποιούντο στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, που ήταν υπό τον έλεγχο τόσο της Αυστρίας όσο και της Ουγγαρίας.

Το Βασίλειο της Ουγγαρίας διατηρούσε ανέκαθεν ξεχωριστό κοινοβούλιο, τη Δίαιτα της Ουγγαρίας, ακόμη και μετά τη δημιουργία της Αυστριακής Αυτοκρατορίας το 1804.[16] Η διοίκηση και η κυβέρνηση του Βασιλείου της Ουγγαρίας (μέχρι την Ουγγρική Επανάσταση του 1848-49) παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό ανέπαφα από τη δομή της κυβέρνησης της υπεράνω αυτών Αυστριακής Αυτοκρατορίας. Οι κεντρικές κυβερνητικές δομές της Ουγγαρίας παρέμειναν σαφώς διαχωρισμένες από την Αυστριακή αυτοκρατορική κυβέρνηση Η χώρα διοικείτο από το Συμβούλιο της Ουγγαρίας (Gubernium) - που είχε την έδρα του στο [[Μπρατισλάβα|Πρεσβούργο] και αργότερα στην Πέστη και από την Καγκελαρία της Ουγγρικής Βασιλικής Αυλής στη Βιέννη.[17] Η Ουγγρική κυβέρνηση και το Ουγγρικό κοινοβούλιο τελούσαν σε αναστολή μετά την Ουγγρική επανάσταση του 1848 και επαναλειτούργησαν μετά τον Αυστροουγγρικό Συμβιβασμό το 1867.

Αν και η Αυστρία και η Ουγγαρία είχαν κοινό νόμισμα, ήταν δημοσιονομικά κυρίαρχοι και ανεξάρτητοι φορείς.[18] Από τις αρχές της προσωπικής ένωσης (από το 1527) η κυβέρνηση του Βασιλείου της Ουγγαρίας μπορούσε να διατηρεί το χωριστό και ανεξάρτητο προϋπολογισμό της. Μετά την επανάσταση του 1848-1849 ο ουγγρικός προϋπολογισμός συγχωνεύθηκε με τον αυστριακό και μόνο μετά το Συμβιβασμό του 1867 η Ουγγαρία απέκτησε ξεχωριστό προϋπολογισμό.[19] Από το 1527 (δημιουργία της μοναρχικής προσωπικής ένωσης) ως το 1851 το Βασίλειο της Ουγγαρίας διατήρησε τους δικούς του τελωνειακούς ελέγχους, που το έκαναν να ξεχωρίζει από τις άλλες χώρες, που κυβερνούσαν οι Αψβούργοι.[20] Μετά το 1867 η συμφωνία τελωνειακής ένωσης Αυστρίας και Ουγγαρίας έπρεπε να επανεξετάζεται και να συνομολογείται κάθε δέκα χρόνια. Οι συμφωνίες ανανεώνονταν και υπογράφονταν από τη Βιέννη και τη Βουδαπέστη στο τέλος κάθε δεκαετίας, καθώς και οι δύο χώρες έλπιζαν να αντλήσουν αμοιβαίο οικονομικό όφελος από την τελωνειακή ένωση. Η Αυστριακή Αυτοκρατορία και το Βασίλειο της Ουγγαρίας συνήπταν τις εμπορικές τους συμβάσεις με άλλα κράτη ανεξάρτητα η μία από το άλλο.[21]

Η Αυστροουγγαρία ήταν μια μεγάλη δύναμη αλλά περιείχε μεγάλο αριθμό εθνικών ομάδων που διεκδικούσαν το δικό τους κράτος. Διοικείτο από ένα συνασπισμό δύο ισχυρών μειονοτήτων, τους Γερμανούς και τους Ούγγρους. Συσσωρεύθηκαν εθνοτικές εντάσεις και το δριμύ πλήγμα ενός αποτυχημένου πολέμου προκάλεσε την κατάρρευση του συστήματος.[22][23]

Η Βιέννη λειτουργούσε ως βασική πρωτεύουσα της Μοναρχίας. Το Αυστριακό τμήμα περιλάμβανε περίπου το 57% του συνολικού πληθυσμού και το μεγαλύτερο μερίδιο των οικονομικών πόρων της, σε σύγκριση με το Ουγγρικό τμήμα.

Μετά από απόφαση του Φραγκίσκος Ιωσήφ Α΄ το 1868 το κράτος έφερε την επίσημη ονομασία Αυστροουγγρική Μοναρχία / Κράτος (Γερμανικά: Österreichisch-Ungarische Monarchie / Reich, Ουγγρικά: Osztrák-Magyar Monarchia / Birodalom) στις διεθνείς σχέσεις του.

Δημιουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εθνόσημο της Αυστροουγγαρίας, που συμβόλιζε τη διπλή ένωση της Αυστρίας (αριστερά) και της Ουγγαρίας (δεξιά), υπό τη δυναστεία των Αψβούργων (κέντρο). Το λατινικό ρητό Indivisibiliter ac Inseparabiliter σημαίνει «αδιαίρετα και αχώριστα».

Ο Αυστροουγγρικός Συμβιβασμός του 1867 (Ausgleich στα γερμανικά και Kiegyezés στα ουγγρικά), που εισήγαγε τη δυαδική δομή της αυτοκρατορίας στη θέση της πρώην ενιαίας Αυστριακής Αυτοκρατορίας (1804-67), προέκυψε σε μια εποχή που η Αυστρία είχε υποχωρήσει σε ισχύ και εξουσία-τόσο στην Ιταλική Χερσόνησο (μετά το Δεύτερο Ιταλικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας του 1859) όσο και μεταξύ των κρατών της Γερμανικής Συνομοσπονδίας (είχε ξεπεραστεί από την Πρωσία ως κυρίαρχη γερμανόφωνη δύναμη μετά τον Αυστρο-πρωσικό πόλεμο του 1866)..[24]

Άλλοι συντελεστές των συνταγματικών αλλαγών ήταν η συνεχιζόμενη ουγγρική δυσαρέσκεια για τη διοίκηση από τη Βιέννη και η αυξανόμενη εθνική συνείδηση των άλλων εθνοτήτων της Αυστριακής Αυτοκρατορίας. Η ουγγρική δυσαρέσκεια προέκυψε εν μέρει από την καταστολή εκ μέρους της Αυστρίας με ρωσική υποστήριξη της Ουγγρικής φιλελεύθερης επανάστασης του 1848-49. Ωστόσο η δυσαρέσκεια για την αυστριακή κυριαρχία είχε αναπτυχθεί επί πολλά χρόνια στην Ουγγαρία και είχε πολλές άλλες αιτίες.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1850 μεγάλος αριθμός Ούγγρων που είχαν υποστηρίξει την επανάσταση του 1848-49 ήταν πρόθυμοι να δεχτούν τη μοναρχία των Αψβούργων. Ισχυρίζονταν ότι, ενώ η Ουγγαρία είχε το δικαίωμα πλήρους εσωτερικής ανεξαρτησίας, σύμφωνα με τη Sanctio Pragmatica του 1713, οι εξωτερικές υποθέσεις και η άμυνα ήταν "κοινές" τόσο για την Αυστρία όσο και για την Ουγγαρία.[25]

Αμέσως μετά τη λήξη του Αυστροπρωσικού πολέμου, ο Αυτοκράτορας της Αυστρίας Φραγκίσκος Ιωσήφ, εξετάζοντας μαζί με το επιτελείο του λεπτομερειακά τις αιτίες, μία προς μία, που επέφεραν την ατυχή για τη χώρα του κατάληξη του πολέμου, διαπίστωσε τελικά ότι εκτός από τα λάθη στρατηγικής και τακτικής που είχε εφαρμόσει, ένα μεγάλο μέρος των αιτιών αφορούσαν εσωτερικά θέματα που επικεντρώνονταν στην παντελή έλλειψη συνοχής αλλά και ηθικών αξιών των διαφόρων εθνοτήτων της Αυτοκρατορίας επί του κοινού προβλήματος που ήταν ο πόλεμος. Σε αυτά ήλθε και προστέθηκε τόσο η ουγγρική δυσαρέσκεια όσο και η αυξανόμενη διασπαστική τάση των πολλών εθνοτήτων της χώρας.
Σε μια προσπάθεια εξάλειψης αυτών των προβαλλομένων τάσεων ο Αυτοκράτορας αναζήτησε τη λύση της εξίσωσης των μεγαλυτέρων πληθυσμιακά λαών που ήταν οι Γερμανοί της Αυστρίας και οι Μαγυάροι της Ουγγαρίας.

Έτσι, ξεκινώντας ο Αυτοκράτορας τις διαπραγματεύσεις με την ουγγρική αριστοκρατία που πίεζε για μία αποκλειστική συμφωνία με τις αυστριακές ελίτ και διασφαλίζοντας την υποστήριξή της, κατόπιν και των συμβουλών του αυστριακού πρωθυπουργού Δούκα Belcredi, για μια συνολική συνταγματική συμφωνία με όλες τις εθνικότητες και τη δημιουργία ενός ομόσπονδου κράτους προχώρησε στη δημιουργία της Αυστροουγγαρίας. Αν και ο Belcredi ανησυχούσε ότι μία συμφωνία που θα περιοριζόταν μόνο στους Μαγυάρους θα αποξένωνε τις υπόλοιπες εθνικότητες ο Φραγκίσκος Ιωσήφ περιορίστηκε μόνο σ΄ αυτούς γενόμενος στη συνέχεια ένας άριστος και κραταιός διαιτητής στην ιεραρχία των εθνοτήτων της επικράτειάς του.

Ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ Α΄ (1865)

Στη δημιουργία του ομόσπονδου κράτους οι Μαγυάροι ηγέτες απαίτησαν (και πέτυχαν) να στεφθεί ο αυτοκράτορας βασιλιάς της Ουγγαρίας ως αποδοχή των ιστορικών προνομίων της Ουγγαρίας, και την ίδρυση ενός ξεχωριστού κοινοβουλίου στη Βουδαπέστη με νομοθετική εξουσία για τις ιστορικές περιοχές του ουγγρικού στέμματος (τις Χώρες του Αγίου Στεφάνου), αλλά με τρόπο τέτοιο ώστε να διασφαλίζει την πολιτική κυριαρχία της μαγυάρικης πλειονότητας (πιο συγκεκριμένα της αριστοκρατίας και της μορφωμένης ελίτ) και τον αποκλεισμό από τα κέντρα εξουσίας των άλλων εθνοτήτων π.χ. ρουμανικών και σλαβικών πληθυσμών.

Κατόπιν των παραπάνω και μετά από διάφορες προεργασίες που προηγήθηκαν το 1866, ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ την 1 Φεβρουαρίου του 1867 λαμβάνει την οριστική απόφαση της δημιουργίας του διττού Βασιλείου. Στις 17 Φεβρουαρίου στην Ουγγαρία εκλέχθηκε η πρώτη συνταγματική κυβέρνηση. Έτσι στις 15 Μαρτίου υπογράφεται ο λεγόμενος "Αυστροουγγρικός συμβιβασμός" με τον οποίο και προσδιορίζεται η έκταση του κάθε επιμέρους κράτους ο οποίος και ψηφίστηκε λίγες ημέρες μετά από τους Ούγγρους.

Στις 6 Οκτωβρίου ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ στέφθηκε Βασιλεύς της Ουγγαρίας. Στις 21 Δεκεμβρίου (1867), η κυβέρνηση της Αυστρίας επικύρωσε τον ιδρυτικό νόμο και τέλος στις 27 Δεκεμβρίου του 1867 ο Αυτοκράτωρ Φραγκίσκος Ιωσήφ υπέγραψε με ειδική πράξη την επίσημη ονομασία του διττού Βασιλείου: Österreichisch-Ungarische Monarchie (= «Αυστροουγγρική Μοναρχία», ή γνωστότερη ως «Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία»).

Από το 1867 και μετά οι συντομογραφίες των ονομασιών των επίσημων θεσμών στην Αυστροουγγαρία αντανακλούσαν την αρμοδιότητά τους: K. u. k (kaiserlich und königlich ή Αυτοκρατορικό και Βασιλικό ήταν ο τίτλος των θεσμών που ήταν κοινοί και στα δύο τμήματα της Μοναρχίας, π.χ. το k.u.k. Kriegsmarine (Πολεμικό Ναυτικό) και, κατά τον πόλεμο, ο k.u.k. Armee (Στρατός). Υπήρχαν τρία k.u.k. ή κοινά υπουργεία:

  • Το Αυτοκρατορικό και Βασιλικό Υπουργείο Εξωτερικών και Αυτοκρατορικού Οίκου
  • Το Αυτοκρατορικό και Βασιλικό Υπουργείο Πολέμου
  • Το Αυτοκρατορικό και το Βασιλικό Υπουργείο Οικονομικών

Το τελευταίο ήταν υπεύθυνο μόνο για τη χρηματοδότηση της Αυτοκρατορικής και Βασιλικής αυλής, της διπλωματικής υπηρεσίας, του κοινού στρατού και του κοινού πολεμικού ναυτικού. Όλες οι άλλες κρατικές λειτουργίες του κράτους έπρεπε να αντιμετωπίζονται ξεχωριστά από καθένα από τα δύο κράτη.[26]

Από το 1867 και μετά οι κοινές δαπάνες κατανέμονταν κατά 70% στην Αυστρία και κατά 30% στην Ουγγαρία. Η κατανομή αυτή αποτελούσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης κάθε δεκαετία. Τοο 1907 το μερίδιο της Ουγγαρίας είχε αυξηθεί στο 36,4%.[27] Οι διαπραγματεύσεις έληξαν το 1917 με τη διάλυση της Δυαδικής Μοναρχίας.

Ο κοινός στρατός άλλαξε τον τίτλο του από k.k. σε k.u.k. μόνο το 1889 κατόπιν αιτήματος της Ουγγρικής κυβέρνησης.

  • Κ. K. (kaiserlich-königlich) ή Αυτοκρατορικός-Βασιλικός ήταν ο όρος για τα ιδρύματα της Αυστρίας. Το "βασιλικός" σε αυτό τον τίτλο αναφερόταν στο Στέμμα της Βοημίας.
  • Κ. U. (königlich-ungarisch) ή Μ. k. (Magyar királyi) ("Βασιλικός Ουγγρικός") αναφερόταν στα εδάφη του Ουγγρικού Στέμματος. Στο Βασίλειο Κροατίας και Σλαβονίας οι αυτόνομοι θεσμοί του διατήρησαν το k. (kraljevski) ("Βασιλικό"), καθώς, σύμφωνα με τον Κροατοουγγρικό Διακανονισμό, η μόνη επίσημη γλώσσα στην Κροατία και τη Σλαβονία ήταν η Κροατική και τα όργανα αυτά ήταν "μόνο" Κροατικά.

Κυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρχαν τρία τμήματα της διακυβέρνησης της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας:[28]

  1. η κοινή εξωτερική, αμυντική και κοινή οικονομική πολιτική (μόνο για τις διπλωματικές, στρατιωτικές και ναυτικές δαπάνες) υπό το μονάρχη
  2. η "Αυστριακή" κυβέρνηση
  3. η Ουγγρική κυβέρνηση
Το κτίριο του Αυστριακού Κοινοβουλίου
Το κτίριο του Ουγγρικού Κοινοβουλίου

Η Ουγγαρία και η Αυστρία διατήρησαν ξεχωριστά κοινοβούλια, το καθένα με το δικό του πρωθυπουργό. Η σύνδεση / συντονισμός των δύο κοινοβουλίων κατέληξε σε μια κυβέρνηση υπό το μονάρχη. Υπό την έννοια αυτή η Αυστροουγγαρία παρέμεινε υπό αυταρχική διακυβέρνηση, καθώς ο Αυτοκράτορας-Βασιλιάς διόριζε τους πρωθυπουργούς της Αυστρίας και της Ουγγαρίας μαζί με τους αντίστοιχους υπουργούς. Αυτό κατέστησε και τις δύο κυβερνήσεις υπεύθυνες προς το Βασιλιά-Αυτοκράτορα, καθώς κανένα μέρος δεν μπορούσε να έχει μια κυβέρνηση με πρόγραμμα αντίθετο με τις απόψεις του μονάρχη. Ο Αυτοκράτορας-Βασιλιάς μπορούσε, για παράδειγμα, να διορίσει μη κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις ή να διατηρήσει στην εξουσία μια κυβέρνηση που δεν είχε πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, για να εμποδίσει τη δημιουργία μιας άλλης χωρίς την έγκρισή του. Ο Μονάρχης είχε άλλα προνόμια, όπως το δικαίωμα της Βασιλικής Συγκατάθεσης, πριν από την υποβολή κάθε είδους Νομοσχεδίου στην Εθνοσυνέλευση (το κοινό όνομα της Ουγγρικής Δίαιτας), το δικαίωμα Βέτο σε όλους τους νόμους που ψήφιζε η Εθνοσυνέλευση και την εξουσία να αναστέλλει ή να διαλύσει τη Συνέλευση και να προκηρύσσει νέες εκλογές (είχε τα ίδια προνόμια όσον αφορά την Κροατο-Σλαβονική Δίαιτα ή το Κροατικό Κοινοβούλιο, το κοινό όνομα της Κροατο-Σλαβονικής Δίαιτας). Στο Αυστριακό τμήμα, ωστόσο, η εξουσία των Μοναρχών ήταν ακόμη μεγαλύτερη, καθώς ο αυτοκράτορας είχε την εξουσία να διορίζει και να απολύει τον πρωθυπουργό και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Η κοινή κυβέρνηση του μονάρχη, στην οποία οι υπουργοί του διορίζονταν από αυτόν και ήταν υπεύθυνοι απέναντί ​​του, είχε την ευθύνη για το στρατό, το πολεμικό ναυτικό, την εξωτερική πολιτική και για την τελωνειακή ένωση.[25] Λόγω της έλλειψης κοινής νομοθεσίας μεταξύ Αυστρίας και Ουγγαρίας, για τη σύναψη πανομοιότυπων κειμένων, κάθε κοινοβούλιο εξέλεξε 60 από τα μέλη του για να σχηματίσουν μια αντιπροσωπεία που συζητούσε τις ξεχωριστές κινήσεις των αυτοκρατορικών και βασιλικών υπουργείων και εργαζόταν προς ένα συμβιβασμό.[26]

Ένα κοινό Υπουργικό Συμβούλιο ασκούσε την κοινή διακυβέρνηση: περιλάμβανε τους τρεις υπουργούς για τις κοινές αρμοδιότητες (κοινά οικονομικά, αμυντική και εξωτερική πολιτική), τους δύο πρωθυπουργούς, μερικούς Αρχιδούκες και το μονάρχη.[29] Δύο επιτροπές αντιπροσώπων (60-60 μέλη), από το Αυστριακό και το Ουγγρικό κοινοβούλιο, συνέρχονταν χωριστά και ψήφιζαν για τις δαπάνες του κοινού υπουργικού συμβουλίου, δίνοντας έτσι επιρροή στις κυβερνήσεις για την κοινή διοίκηση. Ωστόσο οι υπουργοί αναφέρονταν τελικά μόνο στο μονάρχη, που έπαιρνε την τελική απόφαση για θέματα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.

Οι αλληλοεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες μεταξύ των κοινών υπουργείων και των υπουργείων των δύο μερών προκάλεσαν τριβές και αναποτελεσματικότητα.[26] Οι ένοπλες δυνάμεις υπέφεραν ιδιαίτερα από αλληλεπικάλυψη. Παρόλο που η ενοποιημένη κυβέρνηση καθόρισε τη συνολική στρατιωτική κατεύθυνση, η Αυστριακή και η Ουγγρική κυβέρνηση παρέμεναν υπεύθυνες για τη στρατολόγηση, τον εφοδιασμό και την εκπαίδευση. Κάθε κυβέρνηση μπορούσε να ασκεί ισχυρή επιρροή στις κοινές κυβερνητικές αρμοδιότητες. Και τα δύο μέρη της Δυαδικής Μοναρχίας αποδείχθηκαν αρκετά διατεθειμένα να υπονομεύουν τις κοινές δράσεις για να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα.[29]

Τις σχέσεις κατά το μισό αιώνα μετά το 1867 μεταξύ των δύο μερών της Δυαδικής Μοναρχίας χαρακτήριζαν επανειλημμένες διαμάχες για τις κοινές εξωτερικές δασμολογικές ρυθμίσεις και για την οικονομική συνεισφορά κάθε κυβέρνησης στο κοινό ταμείο. Σύμφωνα με τους όρους του "Αυστροουγγρικού Συμβιβασμού του 1867" τα θέματα αυτά καθόριζε μια συμφωνία που επαναδιαπραγματευόταν κάθε δέκα χρόνια. Υπήρχε πολιτική ένταση κατά τη διαπραγμάτευση κάθε ανανέωσης της συμφωνίας. Οι διαμάχες κορυφώθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1900 με μια παρατεταμένη συνταγματική κρίση. Προκλήθηκε από τη διαφωνία σχετικά με το ποια γλώσσα θα χρησιμοποιηθεί για τη διοίκηση στις στρατιωτικές μονάδες της Ουγγαρίας και και έγινε βαθύτερη μετά την άνοδο στην εξουσία στη Βουδαπέστη, τον Απρίλιο του 1906, ενός ουγγρικού εθνικιστικού συνασπισμού. Η προσωρινή ανανέωση των κοινών ρυθμίσεων πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1907 και τον Νοέμβριο του 1917 με βάση το status quo.[26]

Δημόσια διοίκηση και τοπικές κυβερνήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτοκρατορία της Αυστρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ Α΄ επισκεπτόμενος την Πράγα και εγκαινιάζοντας τη νέα Γέφυρα Αυτοκράτορα Φραγκίσκου Α΄ το 1901
Η Κρακοβία, ιστορική πολωνική πόλη της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, όπου το 1870 οι αρχές επέτρεψαν τη χρήση της Πολωνικής γλώσσας στο Γιαγκελλόνιο Πανεπιστήμιο.

Η οργάνωση του διοικητικού συστήματος της Αυστριακής Αυτοκρατορίας περιπλεκόταν από το γεγονός ότι μεταξύ του κράτους και της αμιγώς τοπικής κοινοτικής διοίκησης παρεμβαλλόταν ένα τρίτο στοιχείο, βασισμένο στην ιστορία, τα εδάφη (Länder). Η Κρατική διοίκηση περιλάμβανε όλες τις υποθέσεις που σχετίζονταν με δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμφέροντα "κοινά σε όλα τα εδάφη". Ολα τα άλλα διοικητικά έργα ανατέθηκαν στα εδάφη. Τέλος οι κοινότητες είχαν αυτοδιοίκηση μέσα στη δική τους σφαίρα.

Σε αυτή την κατανομή του έργου της διοίκησης αντιστοιχούσε μια τριπλή οργάνωση των αρχών: κρατική, εδαφική και κοινοτική. Οι Κρατικές αρχές χωρίζονταν γεωγραφικά γραμμές σε κεντρικές, ενδιάμεσες και τοπικές και παράλληλα με αυτές υπήρχε κατανομή των υπηρεσιών για τη συναλλαγή των επιχειρήσεων σύμφωνα με τους διάφορους κλάδους της διοίκησης. Οι κεντρικές αρχές, που ήδη από το 18ο αιώνα εργάζονταν μαζί σε ένα κοινό πυρήνα της κρατικής διοίκησης, διαφοροποιήθηκαν μόλις το αυξανόμενο έργο της διοίκησης απαίτησε εξειδίκευση. Το 1869 υπήρχαν επτά υπουργεία και τη δεκαετία που ακολούθησε την Αυστριακή Αυτοκρατορία δημιουργήθηκαν Υπουργεία Εργασίας, Τροφίμων, Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας. Στα υπουργεία αυτά υπάγονταν τα Statthalter, των οποίων η διοικητική περιοχή αντιστοιχούσε σε ένα έδαφος του Στέμματος (΄΄Kronland). αλλά οι μεγάλες διακυμάνσεις της έκτασης των εδαφών του Στέμματος καθιστούσαν πρακτικά αδύνατη μια ενιαία και σταθερή ενδιάμεση διοικητική οργάνωση. Η κατώτερη διοικητική μονάδα ήταν η πολιτική υποπεριοχή (Bezirk) υπό έναν αξιωματούχο (Bezirkshauptmann), που συνένωνε σχεδόν όλες τις διοικητικές λειτουργίες που χωρίζονταν μεταξύ των διαφόρων υπουργείων σύμφωνα με τις αρμοδιότητές τους.

Παράλληλα με την Κρατική διοίκηση, στα 17 εδάφη του Στέμματος υπήρχαν επίσης ορισμένες διοικήσεις των εδαφών του Στέμματος, που ασκούσαν επιλεγμένοι επίτιμοι αξιωματούχοι, έχοντας υπό αυτούς προσωπικό επαγγελματιών υπαλλήλων. Πολλοί κλάδοι της διοίκησης των εδαφών είχαν μεγάλες ομοιότητες με εκείνες του κράτους, έτσι ώστε οι σφαίρες δραστηριότητάς τους συχνά επικαλύπτονταν και έρχονταν σε σύγκρουση. Αυτή η διοικητική "διπλή γραμμή", όπως ονομάστηκε, οδήγησε, είναι αλήθεια, σε πολλές περιπτώσεις σε θετική άμιλλα, αλλά ήταν εντελώς εξαιρετικά δαπανηρή. Το κακό αυτού του περίπλοκου συστήματος είναι προφανές και εύκολα καταδικάζεται. Μπορούν να εξηγηθούν εν μέρει από την προέλευση του κράτους - ως επί το πλείστον μέσω μιας εθελοντικής ένωσης χωρών με έντονη αίσθηση της ιδιαιτερότητάς τους - και εν μέρει από την επιρροή στην Αυστρία του γερμανικού πνεύματος, καλά κατανοητού από τους Σλάβους, που δεν έχει καμία σχέση με τη λατινική τάση να περιορίζει όλα τα ζητήματα της διοίκησης σε σαφείς συνταγές ως μέρος ενός λογικά συνεπούς συστήματος. Όπως και το αγγλικό, το αυστριακό διοικητικό σύστημα παρουσίαζε μεγάλη ποικιλία, τόσο μεγάλη, που απαιτούσε δραστική μεταρρύθμιση.

Η τελευταία πράξη του Μπίνερτ ως πρωθυπουργού το Μάιο του 1911 ήταν ο διορισμός μιας επιτροπής που ορίστηκε από τον Αυτοκράτορα για την κατάρτιση ενός σχεδίου διοικητικής μεταρρύθμισης. Ήδη από το 1904 ένα διάταγμα είχε ορίσει ότι η πλήρης αλλαγή των αρχών της διοίκησης ήταν απαραίτητη για να συνεχιστεί η λειτουργία της κρατικής μηχανής. Μετά από επτά χρόνια αδράνειας, ωστόσο, αυτό το αυτοκρατορικό διάταγμα ήταν πια ανεπαρκές. Η συνεχής πρόοδος της κοινωνίας, ανέφερε, είχε αυξήσει τις απαιτήσεις της διοίκησης, δηλαδή υποτίθεται ότι η μεταρρύθμιση δεν απαιτείτο τόσο λόγω των ελαττωμάτων της διοίκησης, αλλά λόγω της προόδου της εποχής, όχι επειδή η διοίκηση ήταν κακή, αλλά επειδή η ζωή ήταν καλύτερη. Ήταν μια προσπάθεια να μεταρρυθμιστεί η διοίκηση χωρίς να μεταρρυθμιστεί πρώτα το Κράτος.

Μια μεταρρυθμιστική επιτροπή χωρίς πρόγραμμα φυσικά ασχολήθηκε πρώτα με μεταρρυθμίσεις για τις οποίες δεν υπήρξε αμφισβήτηση. Μετά από ένα χρόνο, έφτιαξε "Προτάσεις για την κατάρτιση κρατικών αξιωματούχων". Μετά από άλλα δύο χρόνια είχε πράγματι παρουσιάσει προσεκτικά προετοιμασμένο εκπαιδευτικό υλικό, που είχε μεγάλη επιστημονική αξία. Αλλά οι προτάσεις της, αν και πολιτικά σημαντικές, δεν παρείχαν καμία βάση για μεταρρυθμίσεις μεγάλης κλίμακας. Έτσι όταν ξέσπασε ο Παγκόσμιος Πόλεμος η επιτροπή διαλύθηκε χωρίς πρακτικά αποτελέσματα, αφήνοντας πίσω της μια επιβλητική σειρά από τόμους μεγάλης επιστημονικής αξίας. Μόνο το Μάρτιο του 1918 η κυβέρνηση Σάιντλερ ενέκρινε ένα πρόγραμμα εθνικής αυτονομίας ως βάση για τη διοικητική μεταρρύθμιση, που όμως δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ.[30]

Βασίλειο της Ουγγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1867 η διοικητική και πολιτική διαίρεση των χωρών που ανήκαν στο Ουγγρικό στέμμα είχαν σε μεγάλο βαθμό αναδιαμορφωθεί. Το 1868 η Τρανσυλβανία επανενώθηκε οριστικά με την κυρίως Ουγγαρία και η πόλη και η περιφέρεια του Φιούμε ανακηρύχτηκε αυτόνομη. Το 1873 μέρος του «Στρατιωτικής Παραμεθόριας» (επαρχίας) ενώθηκε με την κυρίως Ουγγαρία και εν μέρει με την Κροατία-Σλαβονία. Η ίδια η Ουγγαρία, σύμφωνα με την παλιά έννοια, ήταν γενικά χωρισμένη σε τέσσερα μεγάλα τμήματα ή κύκλους και η Τρανσυλβανία το 1876 θεωρείτο η πέμπτη. Το 1876 εισήχθη ένα γενικό σύστημα δήμων. Σύμφωνα με αυτή τη διαίρεση η Ουγγαρία χωρίστηκε σε επτά κύκλους, από τους οποίους ένας η Τρανσυλβανία : 1) αριστερά του Δούναβη με 11 δήμους , 2) δεξιά του Δούναβη με 11, 3) μεταξύ Δούναβη και Τίσα με 5, 4) δεξιά του Τίσα με 8, 5) αριστερά του Τίσα με 8, 6) μεταξύ Τίσα και Μάρος με 5 και 7) Τρανσυλβανία με 15 δήμους.

Η πόλη και η περιφέρεια του Φιούμε αποτέλεσαν ξεχωριστό τμήμα. Η Κροατία-Σλαβόνια χωρίστηκε σε οκτώ δήμους.


Οι δήμοι διέθεταν ορισμένο βαθμό αυτοδιοίκησης. Η κυρίως Ουγγαρία χωρίστηκε σε 63 αγροτικούς και -περιλαμβανομένου του Φιούμε- 26 αστικούς δήμους. Αυτοί οι αστικοί δήμοι ήταν πόλεις που για την τοπική αυτοδιοίκησή τους ήταν ανεξάρτητες από τους δήμους στους οποίους βρίσκονταν και επομένως είχαν μεγαλύτερη δημοτική αυτονομία από τις κοινότητες ή τις άλλες πόλεις. Τη διοίκηση των δήμων ασκούσε ένας αξιωματούχος διορισμένος από το βασιλιά, με τη βοήθεια ενός αντιπροσωπευτικού οργάνου. Από το 1876 κάθε δήμος είχε ένα συμβούλιο με είκοσι μέλη για να ασκεί έλεγχο της διοίκησής του.[19] Οι 26 αστικοί δήμοι ή πόλεις με δημοτικά δικαιώματα ήταν οι Αράντ, Μπάγια, Ντέμπρετσεν, Γκιούρ, Χοντμεζοβάσαρχεϊ, Κάσα, Κέσκεμετ, Κόλοζβαρ, Κόμαρομ, Μαροσβάσαρχεϊ, Ναγκίβαραντ, Πάντσοβα, Πετς, Πόζσονι, Σέλμεζ και Μπελάμπανια, Σόπρον, Σάμπατκα, Σατμάρνεμετι, Σέγκεντ, Σεκεσφεχερβάρ, Τέμεσβαρ, Ούιβιντεκ, Βέρσετς, Ζόμπορ, η πόλη του Φιούμε και η Βουδαπέστη, πρωτεύουσα της χώρας. Στην Κροατία-Σλαβόνια υπήρχαν 4 αστικοί δήμοι ή πόλεις με δημοτικά δικαιώματα, οι Όσιγιεκ, Βαράζντιν, Ζάγκρεμπ και Ζέμουν.

Πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας μετά το Συμβιβασμό ήταν ο Κόμης Γκιούλα Αντράσυ (1867-1871). Επαναφέρθηκε το παλιό Ουγγρικό Σύνταγμα και ο Φραγκίσκος Ιωσήφ στέφθηκε Βασιλιάς της Ουγγαρίας. Ο Αντράσυ διετέλεσε στη συνέχεια Υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας (1871-1879).

Η Αυτοκρατορία βασιζόταν ολοένα και περισσότερο σε μια κοσμοπολίτικη γραφειοκρατία - στην οποία οι Τσέχοι διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο - υποστηριζόμενη από νομιμόφρονα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου μεγάλου μέρους της γερμανικής, ουγγρικής, πολωνικής και κροατικής αριστοκρατίας.[31]

Πολιτικοί αγώνες στην αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παραδοσιακή τάξη της αριστοκρατίας και των γαιοκτημόνων ευγενών ερχόταν αντιμέτωπη σταδιακά ολοένα και περισσότερο με τους πλούσιους των πόλεων, που είχαν πλουτίσει μέσω του εμπορίου και της εκβιομηχάνισης. Η αστική μεσαία και ανώτερη τάξη άρχισε να επιζητά τη δική τους εξουσία και υποστήριζε προοδευτικές κινήσεις μετά τις επαναστάσεις στην Ευρώπη. Περιγράφονταν ως «αριστεροί φιλελεύθεροι» και οι εκπρόσωποί τους άρχισαν να εκλέγονται στα κοινοβούλια της Βιέννης και της Βουδαπέστης. Αυτά τα αριστερά φιλελεύθερα κοινοβουλευτικά κόμματα υποστηρίχθηκαν από τους μεγάλους βιομηχάνους, τραπεζίτες, επιχειρηματίες και την πλειοψηφία των εκδοτών εφημερίδων.[32]

Όπως και η Γερμανική, η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία χρησιμοποίησε συχνά φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές και πρακτικές. Από τη δεκαετία του 1860 οι επιχειρηματίες πέτυχαν την εκβιομηχάνιση τμήματος της αυτοκρατορίας. Τα προσφάτως ευημερούντα μέλη της μπουρζουαζίας ανέγειραν μεγάλες κατοικίες και άρχισαν να έχουν πρωταρχικό ρόλο στην αστική ζωή, ανταγωνιζόμενοι την αριστοκρατία. Τα πρώτα χρόνι, ενθάρρυναν την κυβέρνηση να αναζητήσει ξένες επενδύσεις για τη δημιουργία υποδομών, όπως οι σιδηρόδρομοι, για την ενίσχυση της εκβιομηχάνισης, των μεταφορών και των επικοινωνιών και την ανάπτυξη.

Η επιρροή των φιλελευθέρων στην Αυστρία, οι περισσότεροι από αυτούς εθνοτικά Γερμανοί, αποδυναμώθηκε επί του Κόμη Εντουαρντ φον Τάφε, πρωθυπουργού της Αυστρίας από το 1879 ως το 1893. Ο Τάφε χρησιμοποίησε έναν συνασπισμό κληρικών, συντηρητικών και σλαβικών κομμάτων για να αποδυναμώσει τους φιλελεύθερους. Στη Βοημία, για παράδειγμα, ενέκρινε την Τσεχική ως επίσημη γλώσσα της γραφειοκρατίας και του σχολικού συστήματος, καταργώντας έτσι το μονοπώλιο των γερμανόφωνων στη διοίκηση. Τέτοιες μεταρρυθμίσεις ενθάρρυναν άλλες εθνοτικές ομάδες να πιέσουν για μεγαλύτερη αυτονομία. Χρησιμοποιώντας τις εθνότητες, η κυβέρνηση εξασφάλιζε τον κεντρικό ρόλο της μοναρχίας στο συγκερασμό ανταγωνιστικών ομάδων συμφερόντων σε μια εποχή γρήγορων αλλαγών.

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η άνοδος των εθνικών αισθημάτων και των εργατικών κινημάτων συνέβαλε σε απεργίες, διαμαρτυρίες και πολιτική αναταραχή στην αυτοκρατορία. Μετά τον πόλεμο δημοκρατικά εθνικά κόμματα συνέβαλαν στην αποσύνθεση και στην κατάρρευση της μοναρχίας στην Αυστρία και την Ουγγαρία και ιδρύθηκαν δημοκρατίες στη Βιέννη και τη Βουδαπέστη.[33]

Εθνοτικές σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θρησκείες στην Αυστροουγγαρία, από την έκδοση του 1881 του άτλαντα Andrees Allgemeiner Handatlas.
"Κατανομή των φυλών στην Αυστροουγγαρία" από τον Ιστορικό Άτλαντα του William R. Shepherd, 1911
Eθνογλωσσικός χάρτης της Αυστροουγγαρίας, 1910
Χάρτης της Αυστροουγγαρίας της Εγκυκλοπαίδειας Meyers Konversations-Lexikon, 1885
Αλφαβητισμός στην Αυστροουγγαρία (απογραφή 1880)
Αλφαβητισμός στην Ουγγαρία το 1910 (πλην της Κροατίας)
Αυστροουγγαρία 1914, γεωφυσικός χάρτης

Τον Ιούλιο του 1849 το Ουγγρικό Επαναστατικό Κοινοβούλιο διακήρυξε και θέσπισε εθνοτικά και μειονοτικά δικαιώματα (οι επόμενοι τέτοιοι νόμοι ήταν στην Ελβετία), αλλά αυτά ανατράπηκαν μετά τη συντριβή της Ουγγρικής Επανάστασης από το Ρωσικό και τον Αυστριακό στρατό. Αφού το Βασίλειο της Ουγγαρίας κατέληξε στο Συμβιβασμό με τη Δυναστεία των Αψβούργων το 1867, μια από τις πρώτες πράξεις του επανιδρυθέντος Κοινοβουλίου του ήταν να ψηφίσει Νόμο περί Εθνοτήτων (Νόμος XLIV του 1868). Ήταν μια φιλελεύθερη νομοθεσία και πρόσφερε εκτεταμένα γλωσσικά και πολιτιστικά δικαιώματα, αλλά δεν αναγνώριζε στους μη Ούγγρους το δικαιώματα να σχηματίζουν κράτη με οποιαδήποτε εδαφική αυτονομία.[34]

Ο «Αυστροουγγρικός Συμβιβασμός του 1867» δημιούργησε τα ημιανεξάρτητα κράτη της Ουγγαρίας και της Αυστρίας που συνδέονταν με προσωπική ένωση υπό από ένα κοινό μονάρχη. Η Ουγγρική πλειοψηφία διεκδίκησε περισσότερα από την ταυτότητά της μέσα στο Βασίλειο της Ουγγαρίας. Ο εθνικισμός των γερμανόφωνων, που κυριαρχούσαν στην Αυτοκρατορία της Αυστρίας δημιούργησε ένταση μεταξύ Γερμανών και Τσέχων. Επιπλέον η εμφάνιση εθνικής ταυτότητας στις πρόσφατα ανεξάρτητες Ρουμανία και τη Σερβία συντέλεσαν επίσης σε εθνοτικά ζητήματα στην αυτοκρατορία.

Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Συντάγματος (Staatsgrundgesetz), που ίσχυε μόνο για το Αυστριακό τμήμα της Αυστροουγγαρίας[35]: «Όλες οι φυλές της αυτοκρατορίας έχουν ίσα δικαιώματα και κάθε φυλή έχει ένα απαραβίαστο δικαίωμα στη διατήρηση και χρήση της δικής της εθνικότητας και γλώσσας. Η ισότητα όλων των εθιμικών γλωσσών (landesübliche Sprache) στο σχολείο, το γραφείο και τη δημόσια ζωή, αναγνωρίζεται από το κράτος. Στα εδάφη όπου κατοικούν διάφορες φυλές οι δημόσιοι και εκπαιδευτικοί θεσμοί θα κανονίζονται με τέτοιο τρόπο ώστε χωρίς να είναι απαραίτητη η εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας της χώρας (Landessprache), κάθε μία από τις φυλές να έχει τα απαραίτητα μέσα για εκπαίδευση στη δική της γλώσσα.»[36]

Η εφαρμογή αυτού του κανόνα οδήγησε σε αρκετές διαμάχες, καθώς όλα εξαρτώνταν από το ποια είναι η εθιμική ή landesüblich γλώσσα σε κάθε περιοχή. Οι Γερμανοί, η παραδοσιακή γραφειοκρατική, κεφαλαιοκρατική και πολιτισμική ελίτ, απαιτούσαν την αναγνώριση των γερμανικών ως εθιμικής γλώσσας σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας. Ενώ τα Ιταλικά θεωρούνταν μια παλιά, πολιτισμική γλώσσα (Kultursprache) από τους γερμανόφωνους διανοούμενους και πάντα της αναγνωρίζονταν ίσα δικαιώματα ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, οι Γερμανοί δεν ήθελαν να αποδεχτούν τις Σλαβικές γλώσσες ως ισότιμες των Γερμανικών. Σε μια περίπτωση ο Κόμης Α. Aουερσπεργκ εισήλθε στη Δίαιτα της Καρνιόλας μεταφέροντας αυτό που ισχυριζόταν ότι είναι ολόκληρο το σώμα της Σλοβενικής λογοτεχνίας υπό μάλης, για να διακηρύξει ότι η Σλοβενική γλώσσα δεν μπορούσε να αντικατασταθεί από τη Γερμανική ως γλώσσα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης

Τα επόμενα χρόνια πραγματοποιήθηκε η αναγνώριση πολλών γλωσσών, τουλάχιστον στην Αυστρία. Σειρά νόμων από το 1867 παραχώρησαν στην Κροατική γλώσσα το ίδιο καθεστώς με την Ιταλική στη Δαλματία. Από το 1882 οι Σλοβένοι είχαν την πλειοψηφία στη Δίαιτα της Καρνιόλας και στην πρωτεύουσα Λάιμπαχ (Λιουμπλιάνα) και αντικατέστησαν τα Γερμανικά με τα Σλοβενικά ως βασική τους επίσημη γλώσσα. Η Γαλικία όρισε τα Πολωνικά αντί των Γερμανικών το 1869 ως συνήθη γλώσσα της κυβέρνησης. Οι ίδιοι οι Πολωνοί μεροληπτούσαν σε βάρος της ουκρανικής μειονότητας και τα ουκρανικά δεν έγιναν ποτέ επίσημη γλώσσα.

Οι πιο έντονες γλωσσικές διαμάχες έλαβαν χώρα στη Βοημία, όπου οι τσεχόφωνοι αποτελούσαν πλειοψηφία και διεκδικούσαν ίσο καθεστώς για τη γλώσσα τους με τα Γερμανικά, ακόμα και στις γερμανόφωνες περιοχές της «Σουδητίας» (γερμ. Sudetenland, η ονομασία είναι μεταγενέστερη). Οι Τσέχοι ζουσαν κυρίως στη Βοημία από τον 6ο αιώνα και Γερμανοί μετανάστες είχαν αρχίσει να εγκαθίστανται στις ακραίες περιοχές της Βοημίας από το 13ο αιώνα. Το σύνταγμα του 1627 κατέστησε τη Γερμανική δεύτερη επίσημη γλώσσα και ίση με την Τσεχική. Οι γερμανόφωνοι έχασαν την πλειοψηφία στη Δίαιτα της Βοημίας το 1880 καθώς και στις πόλεις της Πράγας και του Πίλζεν (αν και κατάφεραν να διατηρήσουν ισχνή πλειοψηφία στο Μπρνο (Μπρυν). Έτσι το παλιό Καρολιανό Πανεπιστήμιο της Πράγας, όπου επικρατούσαν οι γερμανόφωνοι, χωρίστηκε το 1882 σε γερμανόφωνο και τσεχόφωνο τμήμα.

Συγχρόνως η Ουγγρική κυριαρχία αντιμετώπιζε προκλήσεις από τις τοπικές πλειοψηφίες των Ρουμάνων στην Τρανσυλβανία και στο ανατολικό Βανάτο, των Σλοβάκων στη σημερινή Σλοβακία και των Σέρβων και των Κροατών στις χώρες του στέμματος της Κροατίας και της Δαλματίας (σημερινή Κροατία), στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, καθώς και στη Βοϊβοντίνα. Οι Ρουμάνοι και οι Σέρβοι άρχισαν να επιζητούν την ένωση με τους ομοεθνείς και ομογλώσσους τους στα νεοϊδρυθέντα κράτη της Ρουμανίας και της Σερβίας.

Οι ηγέτες της Ουγγαρίας ήταν πιο απρόθυμοι από τους Αυστριακούς στο να μοιραστούν την εξουσία με τις μειονότητες αλλά παραχώρησαν σημαντικό βαθμό αυτονομίας στην Κροατία το 1868. Σε κάποιο βαθμό σχηματοποίησαν τη σχέση τους με αυτό το βασίλειο στα πρότυπα του δικού τους συμβιβασμού με την Αυστρία του προηγούμενου έτους. Παρά την ονομαστική αυτονομία η κυβέρνηση της Κροατίας ήταν οικονομικά και διοικητικά τμήμα της Ουγγαρίας, πράγμα που οι Κροάτες έφεραν βαρέως. Στο Βασίλειο της Κροατίας-Σλαβονίας και στη Βοσνίας και Ερζεγοβίνη πολλοί υποστήριζαν την ιδέα μιας τριαδικής Αυστροουγγροκροατικής μοναρχίας. Μεταξύ των υποστηρικτών της ιδέας ήταν ο Αρχιδούκας Λεοπόλδος Σαλβαδόρ, ο Αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος και ο Αυτοκράτορας και Βασιλιάς Κάρολος Α΄, που στη σύντομη βασιλεία του υποστήριξε την τριαδική ιδέα, αλλά αντιμετώπισε το βέτο της Ουγγρικής κυβέρνησης και του Κόμη Iστβαν Τίσα. Ο κόμης υπέγραψε τελικά την τριαδική διακήρυξη μετά από έντονη πίεση από το βασιλιά στις 23 Οκτωβρίου 1918, μια μέρα μετά από εκείνον.[37]

Η γλώσσα ήταν ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα στην αυστριακό-ουγγρική πολιτική. Όλες οι κυβερνήσεις αντιμετώπιζαν δύσκολα και διχαστικά εμπόδια όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τις γλώσσες της κυβέρνησης και της εκπαίδευσης. Οι μειονότητες επιζητούσαν τις ευρύτερες ευκαιρίες για εκπαίδευση στις δικές τους γλώσσες, καθώς και στις "κυρίαρχες" γλώσσες-ουγγρικά και γερμανικά. Με το "Διάταγμα της 5ης Απριλίου 1897", ο Πρωθυπουργός της Αυστρίας Κόμης Κάζιμιρ Φέλιξ Μπάντενι παραχώρησε στα τσεχικά ίσο καθεστώς με τα γερμανικά στην εσωτερική κυβέρνηση της Βοημίας, γεγονός που οδήγησε σε μια κρίση λόγω της εθνικιστικής γερμανικής ανησυχίας σε όλη την αυτοκρατορία. Το Στέμμα απέλυσε τον Μπάντενι.

Ο Ουγγρικός Μειονοτικός Νόμος του 1868 παραχώρησε στις μειονότητες (Σλοβάκους, Ρουμάνους, Σέρβους κ.α.) ατομικά (αλλά όχι και κοινοτικά) δικαιώματα να χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους σε υπηρεσίες, σχολεία (αν και στην πράξη συχνά μόνο σε όσα ιδρύθηκαν από αυτές και όχι από το κράτος), δικαστήρια και δήμους (αν το ζητούσε το 20% των βουλευτών). Από τον Ιούνιο του 1907 όλα τα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία στην Ουγγαρία ήταν υποχρεωμένα να εξασφαλίζουν μετά την τέταρτη τάξη οι μαθητές να μπορούν να εκφράζονται με ευχέρεια στην ουγγρική γλώσσα. Αυτό οδήγησε στο κλείσιμο αρκετών μειονοτικών σχολείων, όπου διδασκόταν η Σλοβακική και η Ρουθηνικη γλώσσα.

Τα δύο βασίλεια μερικές φορές δίχαζαν το ένα τη σφαίρα επιρροής του άλλου. Σύμφωνα με το Μίσα Γκλένι, στο βιβλίο του Τα Βαλκάνια, 1804-1999, οι Αυστριακοί αντέδρασαν στην υποστήριξη των Τσέχων από τους Ούγγρους υποστηρίζοντας το Κροατικό εθνικό κίνημα στο Ζάγκρεμπ.

Αναγνωρίζοντας ότι βασίλευε σε μια πολυεθνική χώρα ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ γνώριζε και μιλούσε άπταιστα αγγλικά, ουγγρικά και τσεχικά και σε κάποιο βαθμό κροατικά, σερβικά, πολωνικά και ιταλικά.

Γύρω στα 1900 οι Εβραίοι της αυτοκρατορίας αριθμούσαν περίπου δύο εκατομμύρια.[38] Η θέση τους ήταν αμφιλεγόμενη. Όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη υπήρχαν αντισημιτικά κόμματα και κινήματα, αλλά η Βιέννη και η Βουδαπέστη δεν πραγματοποίησαν πογκρόμ ούτε εφάρμοσε κάποια επίσημη αντισημιτική πολιτική. Φοβόντουσαν ότι μια τέτοια εθνική βία θα μπορούσε να πυροδοτήσει άλλες εθνικές μειονότητες και να κλιμακωθεί ανεξέλεγκτα. Τα αντισημιτικά κόμματα παρέμειναν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής λόγω της χαμηλής δημοτικότητάς τους στους ψηφοφόρους στις βουλευτικές εκλογές.

Την περίοδο εκείνη η πλειοψηφία των Εβραίων της Αυστροουγγαρίας ζούσε σε μικρές πόλεις (στετλ) στη Γαλικία και σε αγροτικές περιοχές στην Ουγγαρία και στη Βοημία, ενώ υπήρχαν μεγάλες κοινότητες στη Βιέννη, τη Βουδαπέστη, την Πράγα και άλλες μεγάλες πόλεις. Από τις στρατιωτικές δυνάμεις των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Αυστροουγγρικός στρατός ήταν σχεδόν ο μόνος που προήγαγε κανονικά Εβραίους σε θέσεις διοίκησης. Ενώ ο εβραϊκός πληθυσμός των χωρών της Δυαδικής Μοναρχίας ήταν περίπου πέντε τοις εκατό, οι Εβραίοι αποτελούσαν σχεδόν το 18% των εφέδρων αξιωματικών.

Χάρη στους σύγχρονους νόμους του συντάγματος και στην καλοσύνη του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ οι Αυστριακοί Εβραίοι κατέληξε να θεωρούν την εποχή της Αυστροουγγαρίας ως χρυσή εποχή της ιστορίας τους.[39]Το 1910 περίπου 900.000 Εβραίοι αποτελούσαν περίπου το 5% του πληθυσμού της Ουγγαρίας και περίπου το 23% των πολιτών της Βουδαπέστης. Οι Εβραίοι αντιπροσώπευαν το 54% των ιδιοκτητών εμπορικών επιχειρήσεων, το 85% των διευθυντών και ιδιοκτητών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και το 62% του συνόλου των εργαζομένων στο εμπόριο [40]

Εξωτερική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντίσταση των Βόσνιων Μουσουλμάνων κατά τη μάχη του Σαράγεβο το 1878 κατά της Αυστροουγγρικής κατοχής.

Ο υπουργός εξωτερικών κατηύθυνε τις εξωτερικές σχέσεις της Δυαδικής Μοναρχίας και διαπραγματευόταν συνθήκες.[41]

Η Δυαδική Μοναρχία δημιουργήθηκε μετά την απώλεια του πολέμου το 1866 με την Πρωσία και την Ιταλία. Για να ανορθώσει το γόητρο των Αψβούργων και να πάρει εκδίκηση κατά της Πρωσίας, ο Κόμης Φρίντριχ Φέρνιναντ φον Μπόιστ έγινε υπουργός εξωτερικών. Μισούσε το διπλωμάτη της Πρωσίας Όττο φον Μπίσμαρκ, που τον είχε επανειλημμένα υπερκεράσει. Ο Μπόιστ στράφηκε στη Γαλλία και διαπραγματεύτηκε με τον Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄ και την Ιταλία για μια αντιπρωσική συμμαχία, αλλά δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε συμφωνία. Η καθοριστική νίκη των Πρωσογερμανικών στρατευμάτων στον πόλεμο του 1870 με τη Γαλλία και η ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας εξέλιπε κάθε ελπίδα για εκδίκηση.[42]

Αφού εξοβελίσθηκε από τη Γερμανία και την Ιταλία η Δυαδική Μοναρχία στράφηκε στα Βαλκάνια, που ήταν σε αναταραχή, καθώς εθνικιστικές κινήσεις προσπαθούσαν να θέσουν τέλος στην κυριαρχία των Οθωμανών. Τόσο η Ρωσία όσο και η Αυστροουγγαρία διείδαν την ευκαιρία να επεκταθούν σε αυτή την περιοχή. Ειδικά η Ρωσία ανέλαβε το ρόλο του προστάτη των Σλάβων και των Ορθόδοξων χριστιανών. Η Αυστρία οραματιζόταν μια πολυεθνική, θρησκευτικά ανομοιογενή αυτοκρατορία υπό τον έλεγχο της Βιέννης. Ο Κόμης Γκιούλα Αντράσυ, Ούγγρος, που ήταν Υυπουργός Εξωτερικών (1871-1879), επικέντρωσε την πολιτική του στην αναχαίτιση της Ρωσικής επέκτασης στα Βαλκάνια και των φιλοδοξιών της Σερβίας να κυριαρχήσει σε μια νέα Νοτιοσλαβική ομοσπονδία. Ήθελε η Γερμανία να συμμαχήσει με την Αυστρία, όχι με τη Ρωσία.[43]

Όταν η Ρωσία νίκησε την Τουρκία η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που ακολούθησε θεωρήθηκε στην Αυστρία πολύ ευνοϊκή για τη Ρωσία και τους Ορθοδόξους-Σλαβικούς στόχους της. Το 1878 το Συνέδριο του Βερολίνου επέτρεψε στην Αυστρία να καταλάβει (αλλά όχι και να προσαρτήσει) την επαρχία της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, κυρίως σλαβική περιοχή. Το 1914 Σλάβοι μαχητές στη Βοσνία απέτρεψαν το σχέδιο της Αυστρίας να απορροφήσει πλήρως την περιοχή, δολοφόνησαν το διάδοχο της Αυστρίας και επέσπευσαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.[44]

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

ΧαρτονόμισμαA 20 κορωνών της Δυαδικής Μοναρχίας, με όλες τις επίσημες και αναγνωρισμένες γλώσσες

Η αυστροουγγρική οικονομία άλλαξε θεαματικά επί της Δυαδικής Μοναρχίας. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εξαπλώθηκε σε όλη την αυτοκρατορία κατά τη διάρκεια των 50 χρόνων της ζωής της. Οι τεχνολογικές αλλαγές επιτάχυναν την εκβιομηχάνιση και την αστικοποίηση. Το πρώτο αυστριακό χρηματιστήριο είχε ανοίξει το 1771 στη Βιέννη και το πρώτο χρηματιστήριο του Βασιλείου της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη το 1864. Η κεντρική τράπεζα είχε ιδρυθεί ως Εθνική Τράπεζα της Αυστρίας το 1816. Το 1878 μετατράπηκε σε Αυστροουγγρική Εθνική Τράπεζα με κύρια καταστήματα στη Βιέννη και στη Βουδαπέστη.[45] Η κεντρική τράπεζα διοικείτο από εναλλάξ Αυστριακούς ή Ούγγρους διοικητές και υποδιοικητές.[46]

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά μέσο όρο αυξανόταν 1,76% ετησίως από το 1870 ως το 1913. Αυτό το ποσοστό ανάπτυξης ήταν μεγαλύτερο σε σύγκριση με εκείνο άλλων ευρωπαϊκών κρατών όπως η Βρετανία (1%), η Γαλλία (1,06%) και η Γερμανία (1,51%).[47]. Ωστόσο, σε σύγκριση με τη Γερμανία και τη Βρετανία, η αυστροουγγρική οικονομία στο σύνολό της εξακολουθούσε να παρουσιάζει σημαντική καθυστέρηση, καθώς ο συνεχής εκσυγχρονισμός είχε αρχίσει πολύ αργότερα. Όπως και η Γερμανική Αυτοκρατορία, εκείνη της Αυστροουγγαρίας ασκούσε συχνά φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές και πρακτικές. Το 1873 η παλιά ουγγρική πρωτεύουσα Βούδα και η Οβουδα (Παλιά Βούδα) συγχωνεύθηκαν επισήμως με την τρίτη πόλη Πέστη, δημιουργώντας έτσι τη νέα μητρόπολη της Βουδαπέστης. Η δυναμική Πέστη εξελίχθηκε στο διοικητικό, πολιτικό, οικονομικό, εμπορικό και πολιτιστικό κόμβο της Ουγγαρίας. Πολλοί από τους κρατικούς θεσμούς και το σύγχρονο διοικητικό σύστημα της Ουγγαρίας ιδρύθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Η οικονομική ανάπτυξη επικεντρώθηκε στη Βιέννη και τη Βουδαπέστη, στα αυστριακά εδάφη (περιοχές της σύγχρονης Αυστρίας), στην περιοχή των Άλπεων και στις περιοχές της Βοσνίας. Στα μεταγενέστερα χρόνια του 19ου αιώνα η ταχεία οικονομική ανάπτυξη εξαπλώθηκε στην κεντρική Ουγγρική πεδιάδα και στις περιοχές των Καρπαθίων. Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάπτυξης εντός της αυτοκρατορίας. Γενικά οι δυτικές περιοχές έγιναν πιο ανεπτυγμένες από τις ανατολικές. Το Βασίλειο της Ουγγαρίας έγινε ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας αλεύρων στον κόσμο μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες[48] Οι μεγάλες εξαγωγές ουγγρικών τροφίμων δεν περιορίστηκαν στις γειτονικές χώρες της Γερμανίας και της Ιταλίας: η Ουγγαρία έγινε ο σημαντικότερος ξένος προμηθευτής τροφίμων των μεγάλων πόλεων και των βιομηχανικών κέντρων του Ηνωμένου Βασιλείου.[49]

Ωστόσο μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα οι οικονομικές διαφορές άρχισαν σταδιακά να εξομαλύνονται, καθώς η οικονομική ανάπτυξη στα ανατολικά τμήματα της μοναρχίας υπερέβαινε σταθερά εκείνη των δυτικών. Η ισχυρή γεωργία και βιομηχανία τροφίμων του Βασιλείου της Ουγγαρίας με το κέντρο της Βουδαπέστης κυριάρχησε μέσα στην αυτοκρατορία και απέφερε μεγάλο μέρος των εξαγωγών προς την υπόλοιπη Ευρώπη. Εν τω μεταξύ οι δυτικές περιοχές, συγκεντρωμένες κυρίως γύρω από την Πράγα και τη Βιέννη, διακρίθηκαν σε διάφορες μεταποιητικές βιομηχανίες. Αυτός ο καταμερισμός της εργασίας μεταξύ Ανατολής και Δύσης, εκτός από την υπάρχουσα οικονομική και νομισματική ένωση, οδήγησε σε μια ακόμα ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη σε όλη την Αυστροουγγαρία στις αρχές του 20ου αιώνα. Ωστόσο από την αρχή του εικοστού αιώνα το Αυστριακό μισό της μονάρχης μπόρεσε να διατηρήσει την εντός της αυτοκρατορίας κυριαρχία του στους τομείς της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης, αλλά η Ουγγαρία είχε καλύτερη θέση στις βιομηχανίες της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης, στους σύγχρονους τομείς της οποίας ο αυστριακός ανταγωνισμός δεν μπορούσε να κυριαρχήσει.[50]

Η βαριά βιομηχανία της αυτοκρατορίας επικεντρώθηκε κυρίως στην κατασκευή μηχανών, ιδιαίτερα για τη βιομηχανία ηλεκτρικής ενέργειας, τη βιομηχανία σιδηροδρομικών μηχανών και την αυτοκινητοβιομηχανία, ενώ στην ελαφρά βιομηχανία επικρατέστερη ήταν η βιομηχανία μηχανών ακριβείας. Τα χρόνια που κατέληξαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η χώρα έγινε ο 4ος μεγαλύτερος κατασκευαστής μηχανών στον κόσμο.[51]

Οι δύο σημαντικότεροι εμπορικοί εταίροι ήταν παραδοσιακά η Γερμανία (1910: το 48% των εξαγωγών, το 39% των εισαγωγών) και η Μεγάλη Βρετανία (1910: σχεδόν το 10% των εξαγωγών, 8% των εισαγωγών), τρίτος ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και ακολουθούσαν η Ρωσία, η Γαλλία, η Ελβετία, η Ρουμανία, τα Βαλκανικά κράτη και η Νότια Αμερική. [21] Ωστόσο το εμπόριο με τη γεωγραφικά γειτονική Ρωσία είχε σχετικά μικρή βαρύτητα (1910: 3% των εξαγωγών / κυρίως μηχανές για τη Ρωσία, 7% των εισαγωγών / κυρίως πρώτες ύλες από τη Ρωσία).

Aυτοκινητοβιομηχανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aυστριακή Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Αυστριακή Αυτοκρατορία είχε πέντε εταιρείες κατασκευής αυτοκινήτων. Αυτές ήταν η Austro-Daimler στο Βίνερ Νόυστατ (φορτηγά, λεωφορεία),[52] η Gräf & Stift στη Βιέννη (επιβατηγά αυτοκίνητα),[53] η Laurin & Klement στο Μλάντα Μπόλεσλαβ (μοτοσικλέτα, επιβατηγά),[54] η Nesselsdorfer στο Νεσελσντόρφερ (Κοπρίβνιτσε) της Μοραβίας (επιβατηγά) και η Lohner-Werke στη Βιέννη (επιβατηγά).[55] Η παραγωγή αυτοκινήτων στην Αυστρία άρχισε το 1897.

Βασίλειο της Ουγγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Βασίλειο της Ουγγαρίας είχε τέσσερις εταιρείες κατασκευής αυτοκινήτων. Αυτές ήταν η Εταιρεία Γκάντσ[56][57] στη Βουδαπέστη, η RÁBA Automobile[58] στο Γκιούρ, MÁG (αργότερα Magomobil)[59][60] στη Βουδαπέστη και η MARTA[61] στο Αράντ. Η παραγωγή αυτοκινήτων στην Ουγγαρία ξεκίνησε το 1900. Τα εργοστάσια αυτοκινήτων στο Βασίλειο της Ουγγαρίας κατασκεύαζαν μοτοσικλέτες, επιβατηγά, ταξί, φορτηγά και λεωφορεία.

Aεροναυτική βιομηχανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aυστριακή Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο αεροπλάνο στην Αυστρία, το Eda I σχεδιάσθηκε από το Σλοβένο Εντβαρντ Ρούσιαν και έκανε την παρθενική του πτήση στην περιοχή της Γκορίτσια στις 25 Noεμβρίου 1909.[62]

Βασίλειο της Ουγγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα ουγγρικά γεμάτα με υδρογόνο πειραματικά αερόστατακατασκευάστηκαν από τον Ιστβαν Ζάμπικ και το Γιόζεφ Ντόμιν το 1784. Το πρώτο ουγγρικό αεροσκάφος που σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε πέταξε στο Ρακόσμεζο στις 4 Νοεμβρίου 1909[63] 1909.[64]Το πρώτο ουγγρικό αεροπλάνο, κινούμενο με ακτινωτή μηχανή, κατασκευάστηκε το 1913. Μεταξύ του 1913 και του 1918 άρχισε να αναπτύσσεται η ουγγρική βιομηχανία αεροσκαφών. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε αυτά τα εργοστάσια παράγονταν αεροσκάφη μαχητικά, βομβαρδιστικά και αναγνώρισης. Τα σημαντικότερα εργοστάσια αεροναυπηγικής ήταν τα Weiss Manfred Works, η GANZ Works και η Hungarian Automobile Joint Stock Company Arad.

Bιομηχανία σιδηροδρομικών μηχανών και οχημάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aυστριακή Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εργοστάσια ατμομηχανών και βαγονιών, γεφυρών και σιδηροκατασκευών ήταν εγκαταστημένα στη Βιέννη (Lokomotivfabrik der StEG, που ιδρύθηκε το 1839), στο Βίνερ Νόυστατ (Wiener Neustädter Lokomotivfabrik, που ιδρύθηκε το 1841) και στο Φλόρισντορφ (Lokomotivfabrik Floridsdorf, που ιδρύθηκε το 1869).[65][66]

Βασίλειο της Ουγγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ουγγρικά εργοστάσια ατμομηχανών και βαγονιών, γεφυρών και σιδηροκατασκευών ήταν η εταιρεία MÁVAG στη Βουδαπέστη (ατμομηχανές και βαγόνια) και η Ganz στη Βουδαπέστη (ατμομηχανές, βαγόνια, παραγωγή ηλεκτρικών μηχανών και τραμ άρχισαν το 1894).[67] και η Εταιρεία RÁBA στο Γκιούρ.

Υποδομές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λεπτομερής χάρτης σιδηροδρόμων και διωρύγων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας το 1910.
Σιδηροδρομικό δίκτυο του Βασιλείου της Ουγγαρίας
Υδρογραφία της Πεδιάδας της Παννονίας πριν τις διευθετήσεις των ποταμών και λιμνών της Ουγγαρίας το 19ο αιώνα.
Σχέδιο (1900) σύνδεσης του Δούναβη με την Αδριατική θάλασσα με διώρυγα.
Η έναρξη κατασκευής του μετρό της Βουδαπέστης (1894–1896)
To Kaiser Franz Joseph I (12.567 t) Αυστροαμερικανικής εταιρείας ήταν το μεγαλύτερο επιβατικό πλοίο που ναυπηγήθηκε ποτέ στην Αυστρία, μέσω του οποίου η Αυστροουγγαρία είχε πρόσβαση σε αρκετά λιμάνια.
Εκφωνητής διαβάζει τα νέα της ημέρας στο Telefonhírmondó της Bουδαπέστης
Aυστριακό τηλέφωνο για το κοινό σε αγροτικό ταχυδρομείο, 1890


Mεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σιδηρόδρομοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1913 το συνολικό μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου της Ουγγαρίας έφτανε τα 43.280 χιλιόμετρα. Στη Δυτική Ευρώπη μόνο η Γερμανία είχε πιο εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο (63.378 χλμ.). Την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία ακολουθούσαν η Γαλλία (40.770 χλμ.), το Ηνωμένο Βασίλειο (32.623 χλμ.), η Ιταλία (18.873 χλμ.) και η Ισπανία (15.088 χλμ.)..[68]

Σιδηροδρομικό δίκτυο της Αυστριακής Αυτοκρατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σιδηροδρομικές μεταφορές επεκτάθηκαν ταχέως στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Το προκάτοχο κράτος της, η Αυτοκρατορία των Αψβούργων, είχε κατασκευάσει ένα σημαντικό πυρήνα σιδηροδρόμων στα δυτικά, που ξεκινούσε από τη Βιέννη, μέχρι το 1841. Ο πρώτος ατμοκίνητος σιδηρόδρομος της Αυστρίας από τη Βιέννη προς τη Μοραβία με το τέρμα του στη Γαλικία (Μπόχνιε) εγκαινιάσθηκε το 1839. Το πρώτο τρένο ταξίδεψε από τη Βιέννη στο Λούντενμπουργκ (Μπρέτσλαβ) στις 6 Ιουνίου 1839 και ένα μήνα αργότερα από τη αυτοκρατορική πρωτεύουσα της Βιέννης στην πρωτεύουσας της Mοραβίας Μπρυν (Μπρνο) στις 7 Ιουλίου. Σε αυτό το σημείο η κυβέρνηση συνειδητοποίησε τις στρατιωτικές δυνατότητες των σιδηροδρόμων και άρχισε να επενδύει σε μεγάλο βαθμό στην κατασκευή τους. Στο βασικό δίκτυο συνδέθηκαν το Πόζσονι (Μπρατισλάβα), η Βουδαπέστη, η Πράγα, η Κρακοβία, το Γκρατς, το Λάιμπαχ (Λιουμπλιάνα) και η Βενετία. Το 1854 η αυτοκρατορία είχε σχεδόν 2.000 χιλιόμετρα γραμμών, περίπου το 60-70% αυτών στα χέρια του κράτους. Στη συνέχεια η κυβέρνηση άρχισε να πωλεί μεγάλα τμήματα των γραμμών σε ιδιώτες επενδυτές για να ανακτήσει κάποιες από τις επενδύσεις της και λόγω των οικονομικών πιέσεων από την Επανάσταση του 1848 και τον Κριμαϊκό Πόλεμο.

Από το 1854 ως το 1879 σχεδόν όλες τις κατασκευές σιδηροδρόμων πραγματοποίησαν ιδιώτες επενδυτές. Ετσι έγιναν 7.952 χιλιόμετρα στο Αυστριακό και 5.839 χιλιόμετρα στο Ουγγρικό τμήμα της χώρας. Την περίοδο αυτή πολλές νέες περιοχές εντάχθηκαν στο σιδηροδρομικό σύστημα και τα υπάρχοντα σιδηροδρομικά δίκτυα απέκτησαν συνδέσεις και διασυνδέσεις. Αυτή η περίοδος σηματοδότησε την έναρξη των εκτεταμένων σιδηροδρομικών μεταφορών στην Αυστροουγγαρία, καθώς και την ενοποίηση των μεταφορικών συστημάτων στην περιοχή. Οι σιδηρόδρομοι επέτρεψαν στην αυτοκρατορία να ενοποιήσει την οικονομία της πολύ περισσότερο από ό, τι ήταν δυνατό παλαιότερα, όταν οι μεταφορές εξαρτιόνταν από τα ποτάμια.

Μετά το 1879 οι αυστριακές και οι ουγγρικές κυβερνήσεις άρχισαν σταδιακά να επανεθνικοποιούν τα σιδηροδρομικά δίκτυά τους, κυρίως λόγω του αργού ρυθμού ανάπτυξης κατά την παγκόσμια ύφεση της δεκαετίας του 1870. Μεταξύ 1879 και 1900 περισσότερα από 25.000 χλμ. σιδηροδρόμων χτίστηκαν στην Αυστροουγγαρία. Τα περισσότερα από αυτά αποτελούσαν "συμπλήρωση" του υφιστάμενου δικτύου, αν και ορισμένες περιοχές, κυρίως στις ανατολικότερες περιοχές, απέκτησαν σιδηροδρομικές συνδέσεις για πρώτη φορά. Ο σιδηρόδρομος μείωσε το κόστος μεταφοράς σε όλη την αυτοκρατορία, ανοίγοντας νέες αγορές για προϊόντα από άλλα εδάφη της Δυαδικής Μοναρχίας. Το 1914 από συνολικά 22.981 χλμ. σιδηροδρομικών γραμμών στην Αυστρία, 18.859 χλμ. (82%) ήταν κρατικά.

Σιδηροδρομικό δίκτυο στο Βασίλειο της Ουγγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη ουγγρική ατμομηχανή λειτούργησε στις 15 Ιουλίου 1846 μεταξύ Πέστης και Βατς.[69]Το 1890 οι περισσότερες μεγάλες ουγγρικές ιδιωτικές σιδηροδρομικές εταιρείες εθνικοποιήθηκαν ως συνέπεια της κακής διαχείρισής τους, εκτός από την ισχυρή αυστριακής ιδιοκτησίας Kaschau-Oderberger Bahn (KsOd) και την αυστροουγγρική Südbahn (SB / DV). Επίσης εντάχθηκαν στο σύστημα τιμολογίων ζώνης των MÁV (Κρατικών Σιδηροδρόμων της Ουγγαρίας). Το 1910 το συνολικό μήκος του σιδηροδρομικού δικτύου του Ουγγρικού Βασιλείου έφθασε τα 22,869 χλμ., που συνέδεε περισσότερους από 1.490 οικισμούς. Σχεδόν το ήμισυ (52%) των σιδηροδρόμων της αυτοκρατορίας κατασκευάστηκαν στην Ουγγαρία, έτσι η πυκνότητα του δικτύου εκεί ήταν υψηλότερη από εκείνη στο Αυστριακό τμήμα. Αυτό κατέταξε τους ουγγρικούς σιδηροδρόμους 6ους πυκνότερους στον κόσμο (μπροστά από χώρες όπως η Γερμανία ή η Γαλλία).[70]

Mητροπολιτικά μέσα μεταφοράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γραμμές τραμ στις πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιπποκίνητα τραμ εμφανίστηκαν το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Μεταξύ των δεκαετιών του 1850 και του 1880 πολλά στη Βιέννη (1865), τη Βουδαπέστη (1866) και το Μπρνο (1869). Τα ατμοκίνητα τραμ εμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1860. Η ηλεκτροδότηση των τραμ άρχισε από τα τέλη του 1880. Το πρώτο ηλεκτροκίνητο τραμ στην Αυστροουγγαρία λειτούργησε στη Βουδαπέστη το 1887.

Ηλεκτρικές γραμμές τραμ στην Αυστριακή Αυτοκρατορία :

Ηλεκτρικές γραμμές τραμ στο Βασίλειο της Ουγγαρίας:

Ηλεκτροφόρες σιδηροδρομικές γραμμές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Bουδαπέστη:

  • γραμμή Ράτσκεβε (1887),
  • γραμμή Σέντεντρε (1888),
  • γραμμή Γκέντελε (1888),
  • γραμμή Τσέπελ (1912)[78]
Υπόγειος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γραμμή 1 του Μετρό της Bουδαπέστη (αρχικά "Εταιρεία Υπόγειου Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου Φραγκίσκος Ιωσήφ") είναι η δεύτερη παλαιότερη υπόγεια σιδηροδρομική γραμμή στον κόσμο[79] (η πρώτη είναι η Mητροπολιτική Γραμμή του Υπόγειυ του Λονδίνου και η τρίτη είναι της Γλασκώβης) και η πρώτη στην ηπειρωτική Ευρώπη. Κατασκευάστηκε από το 1894 ως το 1896 και εγκαινιάσθηκε στις 2 Μαΐου 1896.[80]Το 2002 καταχωρήθηκε ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO .[81]

Διώρυγες και διευθετήσεις ποταμών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1900 ο μηχανικός Κ. Βαγκενφύρερ συνέταξε σχέδια για τη σύνδεση του Δούναβη και της Αδριατικής θάλασσας με διώρυγα από τη Βιέννη στην Τεργέστη. Γεννήθηκε από την επιθυμία της Αυστροουγγαρίας να έχει άμεση σύνδεση με την Αδριατική Θάλασσα[82] but was never constructed.

Διευθέτηση του κάτω Δούναβη και των Σιδηρών Πυλών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1831 είχε ήδη εκπονηθεί ένα σχέδιο για να καταστεί το πέρασμα πλεύσιμο, με πρωτοβουλία του Ούγγρου πολιτικού Ιστβαν Σέτσενι. Τέλος ο Γκάμπορ Μπάρος, "Σιδηρός Υπουργός" της Ουγγαρίας, κατάφερε να χρηματοδοτήσει αυτό το έργο. Οι βράχοι της κοίτης του ποταμού και οι λόγω αυτών καταρράκτες έκαναν την κοιλάδα του φαραγγιού επικίνδυνο πέρασμα για τη ναυσιπλοία. Στα γερμανικά, το πέρασμα είναι ακόμα γνωστό ως Kataraktenstrecke (δρόμος των καταρρακτών), παρόλο που οι καταρράκτες δεν υπάρχουν πλέον. Κοντά στα πραγματικά στενά των "Σιδηρών Πυλών" ο βράχος Πρίγκραντα ήταν το πιο σημαντικό εμπόδιο μέχρι το 1896. Ο ποταμός διευρύνθηκε σημαντικά εδώ και η στάθμη του νερού ήταν συνεπώς χαμηλή. Ανάντι περιβόητος ήταν ο βράχος Γκρέμπεν, κοντά στο φαράγγι "Kάζαν" .

Διευθέτηση του Ποταμού Τίσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μήκος του Τίσα στην Ουγγαρία ήταν 1.419 χιλιόμετρα. Διέρρεε τη Μεγάλη Ουγγρική Πεδιάδα, πουείναι μια από τις μεγαλύτερες επίπεδες περιοχές στην Κεντρική Ευρώπη. Δεδομένου ότι οι πεδιάδες μπορεί να κάνουν ένα ποταμό να ρέει πολύ αργά, ο Τίσα ακολουθούσε μία πορεία με πολλές καμπύλες και στροφές, γεγονός που προκαλούσε πολλές μεγάλες πλημμύρες στην περιοχή.

Μετά από πολλές μικρής κλίμακας προσπάθειες ο Ιστβαν Σέτσενι οργάνωσε τη «Διευθέτηση του Τίσα» (Ουγγρικά: Tisza szabályozása) που ξεκίνησε στις 27 Αυγούστου 1846 και έληξε ουσιαστικά το 1880. Το νέο μήκος του ποταμού στην Ουγγαρία ήταν 966 χλμ. (συνολικά 1.358 χλμ.), με 589 χιλιόμετρα "νεκρών διαύλων" και 136 χιλιόμετρα νέου ποταμού.

Ναυτιλία και λιμάνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο ουγγρικό ατμόπλοιο κατασκευάστηκε από τον Aνταλ Μπέρνχαρντ το 1817 και ονομαζόταν Καρολίνα. Ήταν το πρώτο ατμόπλοιο στα κράτη τα κατεχόμενα από τους Αψβούργους.[83] Ομως η πρώτη βιομηχανικής κλίμακας εταιρεία κατασκευής ατμόπλοιων στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων ήταν το Ναυπηγείο Ομπουντα στο ουγγρικό νησί Χαγιλογκιαρι το 1835, που την ίδρυσε ο Κόμης Ιστβαν Σέτσενι (με τη βοήθεια της αυστριακής εταιρείας πλοίων Erste Donaudampfschiffahrtsgesellschaft (DDSG)).[84]

Το σημαντικότερο θαλάσσιο λιμάνι ήταν η Τεργέστη (σήμερα στην Ιταλία), όπου είχε τη βάση του ο αυστριακός εμπορικός στόλος. Επιπλέον εκεί βρίσκονταν οι δύο μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες (Austrian Lloyd και Austro-Americana) και πολλά ναυπηγεία. Το k.u.k. Ναυτικό χρησιμοποιούσε τα ναυπηγεία του λιμανιού για να κατασκευάζει τα νέα του πλοία. Αυτό το λιμάνι αναπτυσσόταν καθώς η Βενετία παρήκμαζε. Από το 1815 ως το 1866 η Βενετία ανήκε στη μοναρχία και δεν της επιτρεπόταν να ανταγωνισθεί τα αυστριακά λιμάνια. Η εμπορική ναυτιλία δεν αναπτύχθηκε μέχρι να μειωθεί το ναυτιλιακό ενδιαφέρον της Βενετίας. Το ναυτικό έγινε σημαντικό την εποχή της Αυστροουγγαρία, καθώς η εκβιομηχάνιση και η ανάπτυξη απέφεραν σημαντικά έσοδα για την ανάπτυξή του.

Το σημαντικότερο λιμάνι για το Ουγγρικό τμήμα ήταν το Φιούμε (Ριέκα, σήμερα στην Κροατία), όπου λειτουργούσαν οι ουγγρικές ναυτιλιακές εταιρείες, όπως η Adria. Η μεγαλύτερη ουγγρική ναυπηγική εταιρεία ήταν η Ganz-Danubius. Ένα άλλο σημαντικό λιμάνι ήταν η Πόλα (Πούλα, σήμερα στην Κροατία) - ειδικά για το πολεμικό ναυτικό. Το 1889 ο αυστριακός εμπορικός στόλος αποτελείτο από 10.022 πλοία, με 7.992 αλιευτικά σκάφη. Το ακτοπλοϊκό και θαλάσσιο εμπόριο είχε συνολικά 1.859 ιστιοφόρα με πλήρωμα 6.489 ανδρών και χωρητικότητα φορτίου 140.838 τόνων και 171 ατμόπλοια με χωρητικότητα φορτίου 96.323 τόνων και πλήρωμα 3.199 ανδρών.

Η πρώτη εταιρία ατμοπλοίων του Δούναβη, η Donau-Dampfschiffahrt-Gesellschaft (DDSG), ήταν η μεγαλύτερη μεσόγεια ναυπηγική εταιρεία στον κόσμο μέχρι την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας. Ο Αυστριακός Lloyd ήταν μια από τις μεγαλύτερες ωκεάνιες ναυτιλιακές εταιρείες της εποχής. Πριν από την έναρξη του Α 'Παγκοσμίου Πολέμου η εταιρεία κατείχε 65 μεσαίου μεγέθους και μεγάλα ατμόπλοια. Η Austro-Americana κατείχε το ένα τρίτο από αυτά, μεταξύ αυτών ένα από τα μεγαλύτερα αυστριακά επιβατηγά πλοία, το Kaiser Franz Joseph I. Σε σύγκριση με τον Αυστριακό Lloyd η Austro-American επικεντρωνόταν σε προορισμούς στη Βόρεια και Νότια Αμερική.

Δημογραφικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ακόλουθα δεδομένα βασίζονται στην επίσημη αυστροουγγρική απογραφή του 1910.

Πληθυσμός και έκταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περιοχή Εκταση (τετ. χιλ.) Πληθυσμός
Αυτοκρατορία της Αυστρίας 300.005 (≈48% της Αυστροουγγαρίας) 28.571.934 (≈57.8% της Αυστροουγγαρίας)
Βασίλειο της Ουγγαρίας 325.411 (≈52% της Αυστροουγγαρίας) 20.886.487 (≈42.2% της Αυστροουγγαρίας)
Bοσνια και Ερζεγοβίνη 51.027 1.931.802
Σαντζάκ (υπό κατοχή μέχρι το 1909)[85] 8.403 135.000

Γλώσσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απογραφή του 1910 κατέγραψε την Umgangssprache, καθημερινή γλώσσα. Οι Εβραίοι και όποιοι χρησιμοποιούσαν τα γερμανικά στις υπηρεσίες συνήθως δήλωναν τα γερμανικά ως Umgangssprache, ακόμη και αν είχαν διαφορετική Muttersprache. Στην "κυρίως Ουγγαρία", το 5% του πληθυσμού ήταν Εβραίοι, που συμπεριλήφθηκαν στους ομιλητές της ουγγρικής γλώσσας.[86]

Γλώσσα Αριθμός %
Γερμανικά 12,006,521 23.36
Ουγγρικά 10,056,315 19.57
Τσεχικά 6,442,133 12.54
Σερβοκροατικά 5,621,797 10.94
Πολωνικά 4,976,804 9.68
Ρουθηνικά (Ουκρανικά) 3,997,831 7.78
Ρουμανικά 3,224,147 6.27
Σλοβακικά 1,967,970 3.83
Σλοβενικά 1,255,620 2.44
Ιταλικά 768,422 1.50
Αλλες 1,072,663 2.09
Σύνολο 51,390,223 100.00

Στην Αυτοκρατορία της Αυστρίας το 36,8% του συνολικού πληθυσμού μιλούσε τη γερμανική ως μητρική γλώσσα και πάνω από το 71% των ανθρώπων μιλούσαν λίγο ή πολύ γερμανικά. Στο βασίλειο της Ουγγαρίας το 54,4% του συνολικού πληθυσμού μιλούσε ως μητρική γλώσσα την ουγγρική. Εξαιρούμενης της αυτόνομης Κροατίας περισσότερο από το 64% των κατοίκων του Ουγγρικού Βασιλείου μιλούσαν ουγγρικά.

Γλωσσική κατανομή
στην Αυστροουγγαρία συνολικά
Γερμανικά 24%
Ουγγρικά 20%
Τσεχικά 13%
Πολωνικά 10%
Ρουθηνικά 8%
Ρουμανικά 6%
Κροατικά 5%
Σλοβακικά 4%
Σερβικά 4%
Σλοβενικά 3%
Ιταλικά 3%
Μητρικές γλώσσες στην Αυτοκρατορία της Αυστρίας (απογραφή 1910)
Περιοχή Πλειοψηφούσα γλώσσα Αλλες γλώσσες (πάνω από 2%)
Boημία 63.2% Τσεχικά 36.45% (2,467,724) Γερμανικά
Δαλματία 96.2% Κροατικά  2.8% Italian
Γαλικία 58.6% Πολωνικά 40.2% Ουκρανικά
Κάτω Αυστρία 95.9% Γερμανικά  3.8% Τσεχικά
Άνω Αυστρία 99.7% Γερμανικά
Βουκοβίνα 38.4% Ουκρανικά 34.4% Ρουμανικά 21.2% Γερμανικά  4.6% Πολωνικά
Καρινθία 78.6% Γερμανικά 21.2% Σλοβενικά
Καρνιόλα 94.4% Σλοβενικά  5.4% Γερμανικά
Σάλτσμπουργκ 99.7% Γερμανικά
Σιλεσία 43.9% Γερμανικά 31.7% Πολωνικά 24.3% Τσεχικά
Στυρία 70.5% Γερμανικά 29.4% Σλοβενικά
Moραβία 71.8% Τσεχικά 27.6% Γερμανικά
Τυρόλο 57.3% Γερμανικά 42.1% Iταλικά
Παράκτια 37.3% Σλοβενικά 34.5% Iταλικά 24.4% Κροατικά  2.5% Γερμανικά
Φόραρλμπεργκ 95.4% Γερμανικά  4.4% Iταλικά
Μητρικές γλώσσες στο Βασίλειο της Ουγγαρίας (απογραφή 1910)
Γλώσσα κυρίως Ουγγαρία Κροατία-Σλαβονία
ομιλούντες % του πληθυσμού ομιλούντες % του πληθυσμού
Ουγγρικά 9,944,627 54.5% 105,948 4.1%
Ρουμανικά 2,948,186 16.0% 846 <0.1%
Σλοβακικά 1,946,357 10.7% 21,613 0.8%
Γερμανικά 1,903,657 10.4% 134, 078 5.1%
Σερβικά 461,516 2.5% 644,955 24.6%
Ρουθηνικά 464,270 2.3% 8,317 0.3%
Κροατικά 194,808 1.1% 1,638,354 62.5%
Αλλες και μη δηλώσαντες 401,412 2.2% 65,843 2.6%
Σύνολο 18,264,533 100% 2,621,954 100%

Σημειώνουμε ότι ορισμένες γλώσσες θεωρούνται διάλεκτοι ευρύτερα ομιλούμενων γλωσσών. Για παράδειγμα η Ρουθηνική και η Ουκρανική γλώσσα καταμετρήθηκαν ως Ρουθηνική στην απογραφή και οι Ραιτορομανικές γλώσσες ως Ιταλική..

Ιστορικές περιοχές:

Περιοχή
Κυρίως ομιλούμενη γλώσσα
Ουγγρική γλώσσα
Αλλες γλώσσες
Τρανσυλβανία Ρουμανικά – 2,819,467 (54%) 1,658,045 (31.7%) Γερμανικά – 550,964 (10.5%)
Ανω Ουγγαρία Σλοβακικά – 1,688,413 (55.6%) 881,320 (32.3%) Γερμανικά – 198,405 (6.8%)
Βοϊβοντίνα Σερβοκροατικά – 601,770 (39.8%) 425,672 (28.1%) Γερμανικά – 324,017 (21.4%)
Ζακαρπάτια Ρουθηνικά – 330,010 (54.5%) 185,433 (30.6%) German – 64,257 (10.6%)
Φιούμε Iταλικά – 24,212 (48.6%) 6,493 (13%) Κροατικά και Σερβικά – 13,351 (26.8%)
Σλοβενικά – 2,336 (4.7%)
Γερμανικά – 2,315 (4.6%)
Μπούργκενλαντ Γερμανικά – 217,072 (74.4%) 26,225 (9%) Κροατικά – 43,633 (15%)
Πρεκμούριε Σλοβενικά – 74,199 (80.4%) – in 1921 14,065 (15.2%) – in 1921 Γερμανικά – 2,540 (2.8%) – in 1921

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θρησκείες στην Αυστροουγγαρία, από την έκδοση του 1881 του Andrees Allgemeiner Handatlas. Οι Καθολικοί (τόσο Ρωμαιοκαθολικοί, όσο και Ουνίτες) είναι μπλε, οι Προτεστάντες μωβ, οι Ορθόδοξοι κίτρινο και οι Μουσουλμάνοι πράσινο.
Κηδεία στη Γαλικία του Τέοντορ Αξέντοβιτς, 1882
Θρησκείες στην Αυστροουγγαρία το 1910[87]
Θρησκεία Αυστροουγγαρία Aυστρία
Ουγγαρία
Bοσνία και
Ερζεγοβίνη
Καθολικοί (Ρωμαιοκαθολικοί και Ουνίτες) 76.6 % 90.9 % 61.8 % 22.9 %
Προτεστάντες 8.9 % 2.1 % 19.0 % 0 %
Σέρβοι Ορθόδοξοι 8.7 % 2.3 % 14.3 % 43.5 %
Εβραίοι 4.4 % 4.7 % 4.9 % 0.6 %
Μουσουλμάνοι 1.3 % 0 % 0 % 32.7 %

Μόνο στην Αυτοκρατορία της Αυστρίας:[88]

Θρησκεία Αυστρία
Ρωμαιοκαθολικοί 79.1% (20,661,000)
Ουνίτες 12% (3,134,000)
Εβραίοι 4.7% (1,225,000)
Ορθόδοξοι 2.3% (607,000)
Λουθηρανοί 1.9% (491,000)
Αλλοι ή χωρίς θρησκεία 14,000

Μόνο στο Βασίλειο της Ουγγαρίας:[89]

Θρησκεία Κυρίως Ουγγαρία & Φιούμε Κροατία & Σλαβονία
Ρωμαιοκαθολικοί 49.3% (9,010,305) 71.6% (1,877,833)
Καλβινιστές 14.3% (2,603,381) 0.7% (17,948)
Ορθόδοξοι 12.8% (2,333,979) 24.9% (653,184)
Ουνίτες 11.0% (2,007,916) 0.7% (17,592)
Λουθηρανοί 7.1% (1,306,384) 1.3% (33,759)
Εβραίοι 5.0% (911,227) 0.8% (21,231)
Ουνιταριανιστές 0.4% (74,275) 0.0% (21)
Αλλοι ή χωρίς θρησκεία 0.1% (17,066) 0.0 (386)

Μεγαλύτερες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεδομένα: απογραφή του 1910[90]

Aυστριακή Αυτοκρατορία
Σειρά Σημερινό Ελληνικό Ονομα Επίσημο Ονομα της Εποχής[91] Αλλο Σημερινή Χώρα Πληθυσμός το 1910 Σημερινός Πληθυσμός
1. Βιέννη Wien Bécs, Beč, Dunaj Flag of Austria.svg Αυστρία 2,083,630 (πόλη χωρίς τα προάστια 1,481,970) 1,840,573 (Mητροπολιτική: 2,600,000)
2. Πράγα Prag, Praha Prága Τσεχία Τσεχία 668,000 (πόλη χωρίς τα προάστια 223,741) 1,267,449 (Mητροπολιτική: 2,156,097)
3. Τεργέστη Triest Trieszt, Trst Flag of Italy.svg Ιταλία 229,510 204,420
4. Λβιβ Lemberg, Lwów Ilyvó, Львів, Lvov, Львов Ουκρανία Ουκρανία 206,113 728,545
5. Κρακοβία Krakau, Kraków Krakkó, Krakov Flag of Poland.svg Πολωνία 151,886 762,508
6. Γκρατς Grác, Gradec Flag of Austria.svg Αυστρία 151,781 280,020
7. Μπρνο Brünn, Brno Berén, Börön, Börénvásár Τσεχία Τσεχία 125,737 377,028
8. Τσέρνιβτσι Czernowitz Csernyivci, Cernăuți, Чернівці Ουκρανία Ουκρανία 87,100 242,300
9. Πίλζεν Pilsen, Plzeň Pilzen Τσεχία Τσεχία 80,343 169,858
10. Λιντς Linec Flag of Austria.svg Αυστρία 67,817 200,841
Βασίλειο της Ουγγαρίας
Σειρά Σημερινό Ελληνικό Ονομα Επίσημο Ονομα της Εποχής[91] Αλλο Σημερινη Χώρα Πληθυσμός το 1910 Σημερινός Πληθυσμός
1. Βουδαπέστη Budimpešta Flag of Hungary.svg Ουγγαρία 1,232,026 (πόλη χωρίς τα προάστια 880,371) 1,735,711 (Mητροπολιτική: 3,303,786)
2. Σέγκεντ Szegedin, Segedin Flag of Hungary.svg Ουγγαρία 118,328 170,285
3. Σουμπότιτσα Szabadka Суботица Σερβία Σερβία 94,610 105,681
4. Ντέμπρετσεν Flag of Hungary.svg Ουγγαρία 92,729 208,016
5. Ζάγκρεμπ Zágráb, Agram Κροατία Κροατία 79,038 790,017
6. Μπρατισλάβα Pozsony Pressburg, Prešporok Σλοβακία Σλοβακία 78,223 425,167
7. Τιμισοάρα Temesvár Temeswar Ρουμανία Ρουμανία 72,555 319,279
8. Οράντεα Nagyvárad Großwardein Ρουμανία Ρουμανία 64,169 196,367
9. Αράντ Arad Ρουμανία Ρουμανία 63,166 159,074
10. Κλουζ-Ναπόκα Kolozsvár Klausenburg Ρουμανία Ρουμανία 60,808 324,576

Ενοπλες δυνάμεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

k.u.k. Πεζικό 1898

Η στρατιωτική οργάνωση της Αυστροουγγρικής μοναρχίας ήταν παρόμοιο και στα δύο κράτη και βασίστηκε από το 1868 στην αρχή της καθολικής και προσωπικής υποχρέωσης των πολιτών να φέρουν όπλα. Η στρατιωτική της δύναμη απαρτιζόταν από τον κοινό στρατό, τους ειδικούς στρατούς, ήτοι τον Αυστριακό Landwehr και τον Ουγγρικό Honved, που ήταν ξεχωριστοί εθνικοί θεσμοί, και τη Landsturm ή πολιτοφυλακή. Όπως προαναφέρθηκε ο κοινός στρατός ήταν υπό τη διοίκηση του κοινού υπουργού πολέμου, ενώ οι ειδικοί στρατοί ήταν υπό τη διοίκηση των αντίστοιχων υπουργείων εθνικής άμυνας. Ο ετήσιος αριθμός των επιλεγομένων για το στρατό καθοριζόταν από τα στρατιωτικά νομοσχέδια που ψηφίζονταν από το αυστριακό και το ουγγρικό κοινοβούλιο και υπολογιζόταν γενικά με βάση τον πληθυσμό, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της τελευταίας. Το 1905 ανήλθε σε 103.100 άνδρες, εκ των οποίων η Αυστρία προσέφερε 59.211 άνδρες και η Ουγγαρία 43.889. Εκτός από αυτούς 10.000 άνδρες κατανέμονταν ετησίως στον Αυστριακό Landwehr και 12.500 στον Ουγγρικό Honved. Ο χρόνος της θητείας ήταν δύο χρόνια (τρία χρόνια στο ιππικό) και επτά ή οκτώ στην εφεδρεία και δύο στο Landwehr. Στην περίπτωση ανδρών που δεν εντάσσονταν στον ενεργό στρατό, η ίδια συνολική περίοδος υπηρεσίας γινόταν σε διάφορες βοηθητικές υπηρεσίες.[92]

Ο κοινός υπουργός πολέμου ήταν ο επικεφαλής της διοίκησης όλων των στρατιωτικών εκτός από εκείνους του Αυστριακού Landwehr και του Ουγγρικού Honved, που υπάγονταν στα υπουργεία εθνικής άμυνας των δύο αντίστοιχων κρατών. Αλλά η ανώτατη διοίκηση του στρατού ανήκε στο μονάρχη, ο οποίος είχε την εξουσία να λάβει κάθε μέτρο σε σχέση με το σύνολο του στρατού.[92]

Το Αυστροουγγρικό ναυτικό ήταν κυρίως μια αμυντική δύναμη των ακτών και περιλάμβανε επίσης ένα στολίσκο περιπολικών για το Δούναβη. Διοικείτο από το ναυτικό τμήμα του υπουργείου πολέμου.[93]

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εισαγωγή: Boσνία και Ερζεγοβίνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρωσικές (Πανσλαβιστικές) οργανώσεις έστειλαν βοήθεια στους επαναστάτες των Βαλκανίων και πίεσαν έτσι την κυβέρνηση του Τσάρου να κηρύξει τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1877 στο όνομα της προστασίας των Ορθοδόξων Χριστιανών. [25] Αδυνατώντας να μεσολαβήσει μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ρωσίας για τον έλεγχο της Σερβίας, η Αυστροουγγαρία δήλωσε ουδετερότητα όταν η σύγκρουση μεταξύ των δύο δυνάμεων κλιμακώθηκε σε πόλεμο. Με τη βοήθεια της Ρουμανίας και της Ελλάδας η Ρωσία νίκησε τους Οθωμανούς και με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου προσπάθησε να δημιουργήσει μια μεγάλη ρωσόφιλη Βουλγαρία. Αυτή η συνθήκη πυροδότησε διεθνή ανησυχία που παρά λίγο να προκαλέσει γενικό ευρωπαϊκό πόλεμο. Η Αυστροουγγαρία και η Βρετανία φοβήθηκαν ότι μια μεγάλη Βουλγαρία θα γινόταν δορυφόρος της Ρωσίας, που θα επέτρεπε στον τσάρο να κυριαρχήσει στα Βαλκάνια. Ο Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Μπέντζαμιν Ντισραέλι μετέφερε πολεμικά πλοία να λάβουν θέση εναντίον της Ρωσίας για να ανακόψει την άνοδο της ρωσικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο, εγγύτατα στο διάδρομο της Βρετανίας μέσω της Διώρυγας του Σουέζ..[94]

Στρατεύσιμοι από τη Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, συμπεριλαμβανομένων Βόσνιων Μουσουλμάνων (31%), εντάχθηκαν σε ειδικές μονάδες του Αυστροουγγρικού Στρατού ήδη από το 1879 και επαινέθηκαν για τη γενναιότητά τους στην υπηρεσία του Αυστριακού αυτοκράτορα, κερδίζοντας περισσότερα μετάλλια από οποιαδήποτε άλλη μονάδα. Προς τιμή τους συντέθηκε το πανηγυρικό στρατιωτικό εμβατήριο Die Bosniaken Kommen από τον Εντουαρντ Βάγκνες.[95]

Το Συνέδριο του Βερολίνου ανέτρεψε τη ρωσική νίκη διαιρώντας το μεγάλο Βουλγαρικό κράτος που η Ρωσία είχε αποκόψει από την Οθωμανική επικράτεια και αρνούμενη σε οποιοδήποτε τμήμα της Βουλγαρίας πλήρη ανεξαρτησία από τους Οθωμανούς. Η Αυστρία κατέλαβε τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη για να αποκτήσει επιρροή στα Βαλκάνια. Η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Ρουμανία έγιναν πλήρως ανεξάρτητες. Παρ 'όλα αυτά τα Βαλκάνια παρέμειναν τόπος πολιτικής αναταραχής με μεγάλες φιλοδοξίες για ανεξαρτησία και ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων. Κατά το Συνέδριο του Βερολίνου το 1878 ο Υπουργός Εξωτερικών Γκιούλα Αντράσυ κατάφερε να αναγκάσει τη Ρωσία να αποσυρθεί από περαιτέρω αιτήματα στα Βαλκάνια. Το αποτέλεσμα ήταν να διαλυθεί η Μεγάλη Βουλγαρία και να εγγυηθεί η ανεξαρτησία της Σερβίας.Την ίδια χρονιά, με τη στήριξη της Βρετανίας, η Αυστροουγγαρία τοποθέτησε στρατεύματα στη Βοσνία για να εμποδίσει τους Ρώσους να επεκταθούν στη γειτονική Σερβία. Ως άλλο μέτρο για να κρατήσει τους Ρώσους έξω από τα Βαλκάνια, η Αυστροουγγαρία σχημάτισε μια συμμαχία, τη Μεσόγειο Συμφωνία, με τη Βρετανία και την Ιταλία το 1887 και συνήψε αμοιβαία αμυντικά σύμφωνα με τη Γερμανία το 1879 και τη Ρουμανία το 1883 ενάντια σε πιθανή ρωσική επίθεση. Μετά το Συνέδριο του Βερολίνου οι ευρωπαϊκές δυνάμεις προσπάθησαν να εξασφαλίσουν τη σταθερότητα μέσω μιας σύνθετης σειράς συμμαχιών και συνθηκών.


Ανησυχώντας για την αστάθεια των Βαλκανίων και τη ρωσική επιθετικότητα και για την αντιμετώπιση των γαλλικών συμφερόντων στην Ευρώπη, η Αυστροουγγαρία σφυρηλάτησε μια αμυντική συμμαχία με τη Γερμανία τον Οκτώβριο του 1879 και τον Μάιο του 1882. Τον Οκτώβριο του 1882 η Ιταλία εντάχθηκε σε αυτή δημιουργώντας την Τριπλή Συμμαχία, κυρίως λόγω του ανταγωνισμού της με τη Γαλλία. Οι εντάσεις μεταξύ της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας παρέμειναν ισχυρές, οπότε ο Μπίσμαρκ αντικατέστησε τη Συμμαχία των Τριών Αυτοκρατόρων με τη μυστική Συνθήκη Αντασφάλειας με τη Ρωσία για να εμποδίσει τους Αψβούργους από την απερίσκεπτη έναρξη ενός πολέμου για τον Πανσλαβισμό.[96] Η περιοχή Σαντζάκ-Ράσκα / Νόβι Παζάρ ήταν υπό Αυστροουγγρική κατοχή μεταξύ 1878 και 1909, οπότε επιστράφηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, πριν τελικά χωριστεί μεταξύ των βασιλείων του Μαυροβουνίου και της Σερβίας.[97]

Στο τέλος της Μεγάλης Βαλκανικής Κρίσης οι Αυστροουγγρικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη τον Αύγουστο του 1878 και η μοναρχία προσάρτησε τελικά τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη τον Οκτώβριο του 1908 ως κοινή κτήση της Αυστρίας και της Ουγγαρίας μάλλον υπό τον έλεγχο του Αυτοκρατορικού και Βασιλικού υπουργείου οικονομικών παρά προσαρτημένη σε μια από τις δύο χωρικές κυβερνήσεις. Η προσάρτηση το 1908 οδήγησε ορισμένους στη Βιέννη στη σκέψη να συνδυάσουν τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη με την Κροατία για να σχηματίσουν ένα τρίτο σλαβικό συστατικό στοιχείο της μοναρχίας. Ο θάνατος του αδελφού του Φραγκίσκου Ιωσήφ, Μαξιμιλιανού, (1867) και του μοναχογιού του, Ροδόλφου κατέστησαν τον ανιψιό του αυτοκράτορα, Φραγκίσκο Φερδινάνδο, κληρονόμο του θρόνου. Ο Αρχιδούκας φημολογείται ότι υπήρξε υπέρμαχος αυτού του τριαδισμού ως μέσου περιορισμού της εξουσίας της ουγγρικής αριστοκρατίας[98]

Ο Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 28 Ιουνίου 1914, ο διάδοχος του θρόνου, Αρχιδούκας Φερδινάνδος, επισκέφτηκε το Σαράγεβο, πρωτεύουσα της Βοσνίας, όπου Σερβοβόσνιοι της εθνικιστικής ομάδας Mlada Bosna, σε συνεργασία με την εθνικιστική σερβική οργάνωση Μαύρη Χειρ, έστησαν ενέδρα και δολοφόνησαν το διάδοχο και τη γυναίκα του.

Πρέπει να τονισθεί ότι σε σύγκριση με τις άλλες δυνάμεις της εποχής (και ειδικά με τη Γερμανία), ο αυστροουγγρικός στρατιωτικός προϋπολογισμός ήταν αναλογικά μικρός. Επίσης, η αυτοκρατορία είχε υποστεί σημαντικές απώλειες εδαφών προς όφελος της Ιταλίας. Αυτό δημιούργησε ανασφάλεια σε πολλούς Γερμανούς πολιτικούς της αυτοκρατορίας που φοβόντουσαν την απώλεια εδαφών προς όφελος της Σερβίας. Η ηγεσία της Αυστροουγγαρίας (με την υποστήριξη της συμμάχου Γερμανίας) αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη δολοφονία ως πρόφαση για να κηρύξει πόλεμο στη Σερβία, με τη βεβαιότητα ότι θα τον κέρδιζε. Έτσι, επέδωσε μία λίστα με δέκα ιδιαίτερα σκληρές απαιτήσεις, που έμεινε γνωστή με το όνομα Τελεσίγραφο του Ιουλίου. Προς γενική έκπληξη, η Σερβία αποδέχτηκε πλήρως τις εννιά από τις δέκα απαιτήσεις, ενώ αποδέχτηκε μερικώς τη δέκατη. Παρόλα αυτά, η Αυστροουγγαρία πήρε τη μοιραία απόφαση να κηρύξει πόλεμο, γεγονός που πυροδότησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στην αρχή του πολέμου, ο στρατός χωρίστηκε σε δύο τμήματα. Το μικρότερο ανέλαβε την επίθεση κατά της Σερβίας, ενώ το μεγαλύτερο ανέλαβε να αντιμετωπίσει το ρωσικό στρατό. Η εισβολή στη Σερβία αποδείχτηκε καταστροφική: στο τέλος του 1914 η Αυστροουγγαρία δεν είχε κατακτήσει εδάφη, ενώ είχε χάσει 227.000 άνδρες.

Στο ανατολικό μέτωπο, η κατάσταση ήταν εξίσου άσχημη. Ο αυστροουγγρικός στρατός ηττήθηκε στη μάχη του Λέμπεργκ και η πόλη του Πσέμυσλ πολιορκούνταν από τους Ρώσους.

Το Μάιο του 1915, η Ιταλία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και επιτέθηκε στην Αυστροουγγαρία. Η σύγκρουση με τους Ιταλούς ήταν σκληρή αλλά αμφίρροπη. Μόνο σε αυτό το μέτωπο σημείωσαν οι Αυστροούγγροι σημαντικές επιτυχίες, καθώς κατόρθωσαν να συγκρατήσουν τους αριθμητικά ανώτερους Ιταλούς στις Άλπεις. Το καλοκαίρι του 1915, ο αυστριακός και ο γερμανικός στρατός πραγματοποίησαν την επιτυχημένη επιθετική εκστρατεία Gorlice–Tarnow, ενώ τον ίδιο χρόνο οι Αυστριακοί, με τη βοήθεια των Γερμανών και των Βουλγάρων κατέλαβαν τη Σερβία.

Οι επιτυχίες όμως, τερματίστηκαν το 1916 με την επίθεση Μπρουσίλωφ του ρωσικού στρατού. Ο αυστροουγγρικός στρατός υπέστη τρομακτικές απώλειες (περίπου ένα εκατομμύριο άνδρες) και δεν μπόρεσε ποτέ να ανακάμψει από αυτή την καταστροφή. Σιγά-σιγά, οι Αυστροούγγροι εξαρτώνταν από τους Γερμανούς για τη συνέχιση της πολεμικής προσπάθειας, γεγονός που προκαλούσε δυσαρέσκεια στη Γερμανία. Η έλλειψη πολεμοφοδίων, το χαμηλό ηθικό και οι μεγάλες απώλειες περιόρισαν κατά πολύ τις δυνατότητες του αυστροουγγρικού στρατού, ενώ ορισμένες εθνικότητες όπως οι Τσέχοι προτιμούσαν συχνά να αυτομολήσουν στον εχθρό παρά να συνεχίσουν τον πόλεμο.

Οι δύο τελευταίες επιτυχίες της Αυστροουγγαρίας, η κατάκτηση της Ρουμανίας και η Μάχη του Καπορέττο, ήταν επιχειρήσεις στις οποίες συνεισέφεραν καθοριστικά οι Γερμανοί. Η πλειοψηφία του λαού (με την εξαίρεση των Γερμανών και Ούγγρων) άρχισε πλέον να σκέφτεται την «επόμενη μέρα», μετά την αναμενόμενη αποσύνθεση της αυτοκρατορίας.

Τον Ιούνιο του 1918, ο αυστριακός αρχιστράτηγος Κόνραντ επιχείρησε μία ριψοκίνδυνη επίθεση εναντίον των Ιταλών. Το σχέδιο απέτυχε και τον Οκτώβριο του 1918 ο ιταλικός στρατός αντεπιτέθηκε, κέρδισε τη μάχη του Βιτόριο Βένετo, κατέστρεψε ότι απέμενε από τον αυστροουγγρικό στρατό και έθεσε τέλος στην αυστροουγγρική αυτοκρατορία.

Η διάλυση της αυτοκρατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αυστροουγγαρία πριν από τον πόλεμο, και τα σύνορα των διαδόχων κρατών.

Καθώς γινόταν φανερό ότι η Αντάντ θα κέρδιζε τον πόλεμο, τα εθνικιστικά κινήματα που διεκδικούσαν αυτονομία, άρχισαν να πιέζουν για πλήρη ανεξαρτησία. Στις 28 Οκτωβρίου 1918 η Τσεχοσλοβακία διακήρυξε την ανεξαρτησία της, ενώ την επόμενη ημέρα οι νοτιοσλαβικές περιοχές ίδρυσαν το κράτος των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων. Στις 31 Οκτωβρίου, η ουγγρική κυβέρνηση έθεσε τέλος στην ένωση της με την Αυστρία, τερματίζοντας και επίσημα την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία.

Το Νοέμβριο, τόσο στην Αυστρία όσο και στην Ουγγαρία ανακηρύχθηκαν δημοκρατίες. Η Συνθήκη του Αγίου Γερμανού (ανάμεσα στους νικητές Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την Αυστρία) και η Συνθήκη του Τριανόν (ανάμεσα στους νικητές και την Ουγγαρία) ρύθμισε τη διάδοχη κατάσταση της Αυστροουγγαρίας. Ο τελευταίος Αψβούργος αυτοκράτορας (βασιλιάς για την Ουγγαρία), Κάρολος Α΄, δήλωσε ότι δε θα συμμετάσχει πια στην πολιτική (αλλά δεν αποκήρυξε τα δικαιώματά του στο θρόνο) και έφυγε για την Ελβετία.

Μία αναβίωση των φιλομοναρχικών αισθημάτων στην Ουγγαρία (ως αντίδραση στο κομμουνιστικό καθεστώς του Μπέλα Κουν), οδήγησε στην παλινόρθωση της μοναρχίας (Μάρτιος του 1920) με τον ναύαρχο Μίκλος Χόρτι ως αντιβασιλιά. Ο Κάρολος προσπάθησε να επιστρέψει στον θρόνο της Βουδαπέστης το Μάρτιο του 1921 αλλά οι γειτονικές χώρες και οι νικήτριες δυνάμεις απείλησαν με στρατιωτική επέμβαση. Η τελευταία (και μοναδική) απόπειρα για την παλινόρθωση των Αψβούργων είχε αποτύχει και οι Βρετανοί οδήγησαν τον Κάρολο και την οικογένειά του στο πορτογαλικό νησί Μαδέιρα, όπου πέθανε το 1922.

Σημαίες και εραλδικά σύμβολα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημαίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρ'όλο που η Αυστροουγγαρία δεν είχε κοινή εθνική σημαία, υπήρχε κοινός θυρεός για το πολεμικό ναυτικό και εμπορική σημαία (η οποία θεσπίστηκε το 1869).

Το μαύρο-κίτρινο χρώμα χρησιμοποιήθηκε στη σημαία του αυστριακού τμήματος. Το ουγγρικό τμήμα χρησιμοποίησε σημαία που έφερε τον ουγγρικό θυρεό πάνω σε κόκκινο, άσπρο και πράσινο χρώμα.

Θυρεοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο δικέφαλος αετός της Αψβουργικής δυναστείας χρησιμοποιήθηκε ως θυρεός της Αυστροουγγαρίας από το 1867 έως το 1915. Το 1915 υιοθετήθηκε ένας νέος θυρεός που συνδύαζε το θυρεό των δύο τμημάτων της αυτοκρατορίας και το θυρεό της Αψβουργικής δυναστείας.

Επιπροσθέτως, κάθε ένα από τα δύο τμήματα της Αυστροουγγαρίας είχε το δικό του θυρεό.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "official languages of austria hungary" - Google Search
  2. The Hidden Europe: What Eastern Europeans Can Teach Us - Francis Tapon - Google Books
  3. Austria. (2010). Encyclopædia Britannica. Encyclopædia Britannica Ultimate Reference Suite. Chicago: Encyclopædia Britannica. ("In April 1897 he issued a famous language ordinance that introduced Czech as a language equal to German even in the "inner service"—i.e., for communications within government departments.")
  4. Schulze, Max-Stephan. Engineering and Economic Growth: The Development of Austria-Hungary's Machine-Building Industry in the Late Nineteenth Century, p. 295. Peter Lang (Frankfurt), 1996.
  5. Publishers' Association, Booksellers Association of Great Britain and Ireland (1930). The Publisher, Volume 133, σελ. 355. 
  6. Contributors: Austria. Österreichische konsularische Vertretungsbehörden im Ausland. Austrian Information Service, New York (1965). Austrian information, σελ. 17. 
  7. Minahan, James. Miniature Empires: A Historical Dictionary of the Newly Independent States, p. 48.
  8. " Jayne, Kingsley Garland (1911) «Bosnia and Herzegovina» στο: Chisholm, Hugh, επιμ. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 4 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σσ. 279–286 
  9. Anderson, Frank Maloy and Amos Shartle Hershey, Handbook for the Diplomatic History of Europe, Asia, and Africa 1870–1914.- The Austrian occupation of Novibazar, 1878–1909
  10. «Imperial Gazette −1912». IGGIO Islamische Glaubensgemeinschaft in Osterreich. 2011. http://www.derislam.at/?c=content&cssid=Englisch&navid=886&par=10&navid2=906&par2=886. Ανακτήθηκε στις 4 June 2014. 
  11. Roman, Eric (2009). Austria-Hungary and the Successor States: A Reference Guide from the Renaissance to the Present. Infobase Publishing, σελ. 401. ISBN 9780816074693. https://books.google.com/?id=EvCfTIsTOskC&pg=PA401. Ανακτήθηκε στις 1 Ιανουαρίου 2013. 
  12. The New Encyclopædia Britannica. 2003. ISBN 9780852299616. https://books.google.com/?id=q48xAQAAIAAJ&q=austria-hungary+%22common+citizenship%22. Ανακτήθηκε στις 1 Ιανουαρίου 2013. 
  13. Szávai, Ferenc Tibor. «Könyvszemle (Book review): Kozári Monika: A dualista rendszer (1867–1918): Modern magyar politikai rendszerek» (στα Ουγγρικά). Magyar Tudomány, σ. 1542. http://epa.oszk.hu/00600/00691/00036/15.html. Ανακτήθηκε στις 20 Ιουλίου 2012. 
  14. Szávai, Ferenc (2010) (στα Ουγγρικά). Osztrák–magyar külügyi ingatlanok hovatartozása a Monarchia felbomlása után, σελ. 598. http://tortenelemszak.elte.hu/data/25756/SzavaiFeri.pdf.  [νεκρός σύνδεσμος]
  15. Antun Radić, "Hrvatski pašuši (putnice)" Dom, 15 Ιανουαρίου 1903, σελ. 11)
  16. "In 1804 Emperor Franz assumed the title of Emperor of Austria for all the Erblande of the dynasty and for the other Lands, including Hungary. Thus Hungary formally became part of the Empire of Austria. The Court reassured the diet, however, that the assumption of the monarch’s new title did not in any sense affect the laws and the constitution of Hungary." Laszlo, Péter (2011), Hungary's Long Nineteenth Century: Constitutional and Democratic Traditions, Koninklijke Brill NV, Leiden, the Netherlands, σελ. 6 
  17. Éva H. Balázs: Hungary and the Habsburgs, 1765–1800: An Experiment in Enlightened Absolutism. σελ. 320.
  18. Flandreau, Marc (April 2006). European Review of Economic History. 10. Cambridge University Press, σελ. 3–33. 1361–4916. http://journals.cambridge.org/action/displayAbstract?fromPage=online&aid=431004. 
  19. 19,0 19,1  Μία ή περισσότερες προτάσεις από το προηγούμενο κείμενο ενσωματώνει κείμενο από έκδοση που είναι πλέον κοινό κτήμαBriliant, Oscar (1911) «Hungary» στο: Chisholm, Hugh, επιμ. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 13 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σελ. 900 
  20. Richard L. Rudolph: Banking and Industrialization in Austria-Hungary: The Role of Banks in the Industrialization of the Czech Crownlands, 1873–1914, Cambridge University Press, 2008 (page 17)
  21. 21,0 21,1  Headlam, James Wycliffe (1911) «Austria-Hungary» στο: Chisholm, Hugh, επιμ. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 3 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σσ. 2–39 
  22. Cavallaro, Gaetano (2010). Disaster Ending in Final Victory: The Dissolution of the Austro-Hungarian Empire. Gaetano Cavallaro, σελ. 201. https://books.google.com/?id=5oJ7HpQu4GgC&pg=PA201. 
  23. Higham, Robin D. S.. Showalter, Dennis E. (2003). Researching World War I: A Handbook. Greenwood, σελ. 130. https://books.google.com/?id=AwxMAaCXTfwC&pg=PA130. 
  24. Kann (1974); Sked (1989); Taylor (1964)
  25. 25,0 25,1 25,2 Kann 1974
  26. 26,0 26,1 26,2 26,3 Taylor 1964
  27. Günther Kronenbitter: "Krieg im Frieden". Die Führung der k.u.k. Armee und die Großmachtpolitik Österreich-Ungarns 1906–1914. Verlag Oldenbourg, Munich 2003, (ISBN 3-486-56700-4), σελ. 150
  28. Kann, A History of the Habsburg Empire: 1526–1918 (1974)
  29. 29,0 29,1 Sked 1989
  30. "Austrian Empire" article of Encyclopedia Britannica 1911
  31. «Analysis: Austria's troubled history». BBC News. 3 Φεβρουαρίου 2000. http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/629969.stm. 
  32. Gary B. Cohen (2006). The Politics of Ethnic Survival: Germans in Prague, 1861–1914. Purdue University Press, σελ. 53. https://books.google.com/?id=ydRVnwglOxQC&pg=PA53. 
  33. Aviel Roshwald (2002). Ethnic Nationalism and the Fall of Empires: Central Europe, the Middle East and Russia, 1914–23. Taylor & Francis, σελ. 116. https://books.google.com/?id=Ba97xyhIZDcC&pg=PA116. 
  34. «Slovakia – Hungary Relations in the European Union». Suedosteuropa-gesellschaft.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Μαρτίου 2012. https://web.archive.org/web/20120320202224/http://www.suedosteuropa-gesellschaft.com/pdf_2010/doku/ungarn_slowakei/jan_gabor.pdf. Ανακτήθηκε στις 19 Νοεμβρίου 2013. 
  35. «Staatsgrundgesetz über die allgemeinen Rechte und Staatsbürger für die im Reichsrate vertretenen Königreiche und Länder (1867)». Verfassungen.de. http://www.verfassungen.de/at/at-18/stgg67-2.htm. Ανακτήθηκε στις 24 Μαρτίου 2012. 
  36.  Το παρόν λήμμα ενσωματώνει κείμενο από έκδοση που είναι πλέον κοινό κτήμαHeadlam, James Wycliffe (1911b) «Austria-Hungary» στο: Chisholm, Hugh, επιμ. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 3 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σελ. 39 
  37. Budisavljević, Srđan, Stvaranje-Države-SHS, Creation of the state of SHS, Zagreb, 1958, p. 132.-133.
  38. Vital, David (1999). A People Apart: A Political History of the Jews in Europe 1789-1939. Oxford University Press, σελ. 299. ISBN 0198219806. https://books.google.com/books?id=vZmSV0c0f5MC&pg=PA299. 
  39. David S. Wyman, Charles H. Rosenzveig: The World Reacts to the Holocaust. (page: 474)
  40. «Hungary – Social Changes». Countrystudies.us. http://countrystudies.us/hungary/25.htm. Ανακτήθηκε στις 19 November 2013. 
  41. F.R. Bridge, From Sadowa to Sarajevo: The Foreign Policy of Austria-Hungary 1866–1914 (1972)
  42. Hans A. Schmitt, "Count Beust and Germany, 1866–1870: Reconquest, Realignment, or Resignation?" Central European History (1968) 1#1 p. 20–34 in JSTOR
  43. William L. Langer, European Alliances and Alignments: 1871–1890 (2nd ed. 1950) p. 20
  44. Langer, European Alliances and Alignments: 1871–1890 pp. 138, 155–6, 163
  45. Barcsay, Thomas (1991). «Banking in Hungarian Economic Development, 1867–1919». Ryeson Polytechnical Institute, σ. 216. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 November 2014. https://web.archive.org/web/20141117205044/http://www.thebhc.org/publications/BEHprint/v020/p0216-p0225.pdf. Ανακτήθηκε στις 28 August 2016. 
  46. Peter F. Sugar, Péter Hanák: A History of Hungary (Publisher: Indiana University Press) Page: 262
  47. Good, David. The Economic Rise of the Habsburg Empire
  48. Max-Stephan Schulze (1996). Engineering and Economic Growth: The Development of Austria-Hungary's Machine-Building Industry in the Late Nineteenth Century. Frankfurt am Main: Peter Lang, σελ. 80. 
  49. Commercial Relations of the United States: Reports from the Consuls of the United States on the Commerce, Manufactures, Etc., of Their Consular Districts. Publisher: U.S. Government Printing Office, 1881 (page: 371)
  50. Berend, Iván T. (2013). Case Studies on Modern European Economy: Entrepreneurship, Inventions, and Institutions. Routledge, σελ. 151. https://books.google.com/?id=L_GEE9YDgtYC&pg=PA151&dq=%22Hungary+had+a+better+position+in+the+new+industries+of+the+second+industrial+revolution%22. 
  51. Max-Stephan Schulze (1996). Engineering and Economic Growth: The Development of Austria-Hungary's Machine-Building Industry in the Late Nineteenth Century. Frankfurt am Main: Peter Lang, σελ. 295. 
  52. Erik Eckermann: World History of the Automobile – Page 325
  53. Hans Seper: Die Brüder Gräf: Geschichte der Gräf & Stift-Automobile
  54. «Václav Laurin a Václav Klement» (στα cs). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 June 2004. https://web.archive.org/web/20040601004711/http://www.quido.cz/osobnosti/laurin_klement.htm. 
  55. Kurt Bauer (2003), Faszination des Fahrens: unterwegs mit Fahrrad, Motorrad und Automobil (in German), Böhlau Verlag Wien, Kleine Enzyklopädie des Fahrens, "Lohner", pp. 250–1
  56. Iván Boldizsár: NHQ; the New Hungarian Quarterly – Volume 16, Issue 2; Volume 16, Issues 59–60 – Page 128
  57. Hungarian Technical Abstracts: Magyar Műszaki Lapszemle – Volumes 10–13 – Page 41
  58. Joseph H. Wherry: Automobiles of the World: The Story of the Development of the Automobile, with Many Rare Illustrations from a Score of Nations (Page:443)
  59. «The history of the biggest pre-War Hungarian car maker». http://www.theautochannel.com/vehicles/coll/european/mag.html. 
  60. Commerce Reports Volume 4, page 223 (printed in 1927)
  61. G.N. Georgano: The New Encyclopedia of Motorcars, 1885 to the Present. S. 59.
  62. «Edvard Rusjan, Pioneer of Slovene Aviation». Republic of Slovenia – Government Communication Office. http://www.ukom.gov.si/en/media_room/background_information/science_and_technology/edvard_rusjan_pioneer_of_slovene_aviation/. Ανακτήθηκε στις 13 April 2015. 
  63. http://mek.oszk.hu/02100/02185/html/812.html
  64. The American Institute of Aeronautics and Astronautics (AIAA): History of Flight from Around the World: Hungary article.
  65. Czechoslovak Foreign Trade, Volume 29. Rapid, Czechoslovak Advertising Agency. 1989, σελ. 6. 
  66. Iron Age, Volume 85, Issue 1. Chilton Company. 1910, σελ. 724-725. 
  67. «Hipo Hipo – Kálmán Kandó(1869–1931)». Sztnh.gov.hu. 29 January 2004. http://www.sztnh.gov.hu/English/feltalalok/kando.html. Ανακτήθηκε στις 25 March 2013. 
  68. Stephen Broadberry. Kevin H. O'Rourke (2010). The Cambridge Economic History of Modern Europe: Volume 2, 1870 to the Present. Cambridge University Press, σελ. 80. ISBN 9781139489515. https://books.google.com/books?id=YHk0z-ujS3AC&pg=PA80&dq=Telephone+calls+in+1913&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwiblojRj7bMAhUBKpoKHcFKA0sQ6AEITDAF#v=onepage&q=Telephone%20calls%20in%201913&f=false. 
  69. Mikulas Teich, Roy Porter: The Industrial Revolution in National Context: Europe and the USA (page: 266.)
  70. Iván T. Berend (2003) (στα Hungarian). History Derailed: Central and Eastern Europe in the Long Nineteenth Century. University of California Press, σελ. 152. ISBN 9780520232990. https://books.google.com/?id=a9csmhIT_BQC&pg=PA149&dq=%22steel+output%22+%22austria-hungary%22. 
  71. Tramways in Austria: Book: Buckley, Richard (2000). Tramways and Light Railways of Switzerland and Austria (2nd edition), pp. 129–135 (ISBN 0948106271).
  72. Tramways in Czech Republic: Book: Jan Vinař : Historické krovy (page 351)
  73. Tramways in Poland (including Galicia), Book: Arkadiusz Kołoś, Uniwersytet Jagielloński. Instytut Geografii i Gospodarki Przestrzennej: Rozwój przestrzenny a współczesne funkcjonowanie miejskiego transportu szynowego w Polsce (page: 19)
  74. History of Public Transport in Hungary. Book: Zsuzsa Frisnyák: A magyarországi közlekedés krónikája, 1750–2000
  75. Tramways in Croatia: Book: Vlado Puljiz, Gojko Bežovan, Teo Matković, dr. Zoran Šućur, Siniša Zrinščak: Socijalna politika Hrvatske
  76. «Trams and Tramways in Romania – Timișoara, Arad, Bucharest». beyondtheforest.com. http://www.beyondtheforest.com/Romania/CFR7.html. 
  77. Tramways in Slovakia: Book: Július Bartl: Slovak History: Chronology & Lexicon – p. 112
  78. István Tisza and László Kovács: A magyar állami, magán- és helyiérdekű vasúttársaságok fejlődése 1876–1900 között, Magyar Vasúttörténet 2. kötet. Budapest: Közlekedési Dokumentációs Kft., 58–59, 83–84. o. (ISBN 9635523130) (1996)(English: The development of Hungarian private and state owned commuter railway companies between 1876 – 1900, Hungarian railway History Volume II.
  79. Kogan Page: Europe Review 2003/2004, fifth edition, Wolden Publishing Ltd, 2003, page 174
  80. «The History of BKV, Part 1». Bkv.hu. 22 November 1918. http://www.bkv.hu/en/the_history_of_bkv/the_history_of_bkv_part_1. Ανακτήθηκε στις 25 March 2013. 
  81. UNESCO World Heritage Centre. «UNESCO World Heritage Centre – World Heritage Committee Inscribes 9 New Sites on the World Heritage List». whc.unesco.org. http://whc.unesco.org/en/news/156. 
  82. Žmuc, Irena (2010). «Sustained Interest». Στο: Županek, Bernarda, επιμ. Emona: Myth and Reality. Museum and Galleries of Ljubljana; City Museum of Ljubljana, σελ. 63. ISBN 9789616509206. http://www.mgml.si/media/katalog_9_5.pdf. 
  83. Iván Wisnovszky, Study trip to the Danube Bend, Hydraulic Documentation and Information Centre, 1971, p. 13
  84. Victor-L. Tapie, The Rise and Fall of the Habsburg Monarchy p. 267
  85. «The Austrian Occupation of Novibazar, 1878–1909». Mtholyoke.edu. http://www.mtholyoke.edu/acad/intrel/boshtml/bos128.htm. Ανακτήθηκε στις 2016-04-09. 
  86. A. J. P. Taylor, The Habsburg Monarchy 1809–1918, 1948.
  87. Geographischer Atlas zur Vaterlandskunde, 1911, Tabelle 3.
  88.  Wolfsgruber, Cölestin (1907). «Austro-Hungarian Monarchy». Catholic Encyclopedia. 2. New York: Robert Appleton Company. 
  89. 1910. évi népszámlálás adatai. (Magyar Statisztikai Közlemények, Budapest, 1912. pp 30–33)
  90. Kogutowicz Károly, Hermann Győző: Zsebatlasz: Naptárral és statisztikai adatokkal az 1914. évre. Magyar Földrajzi Intézet R. T., Budapest 1913, S. 69, 105.
  91. 91,0 91,1 «Donaumonarchie Österreich-Ungarn». Donaumonarchie.com. http://www.donaumonarchie.com/. Ανακτήθηκε στις 19 November 2013. 
  92. 92,0 92,1  Μία ή περισσότερες προτάσεις από το προηγούμενο κείμενο ενσωματώνει κείμενο από έκδοση που είναι πλέον κοινό κτήμαHeadlam, James Wycliffe (1911b) «Austria-Hungary» στο: Chisholm, Hugh, επιμ. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 3 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σελ. 3 
  93. Headlam 1911b, σελ. 4.
  94. Rene Albrecht-Carrie, A Diplomatic History of Europe Since the Congress of Vienna (1973) CH 6
  95. Wheatcroft, Andrew. The Enemy at the Gate: Habsburgs, Ottomans and the Battle for Europe, p. 264. https://books.google.com/?id=XkLDVyYZPBYC&pg=PA264. 
  96. Rene Albrecht-Carrie, A Diplomatic History of Europe Since the Congress of Vienna (1973) pp 201–14
  97. «The Austrian Occupation of Novibazar, 1878–1909». Mount HolyOak. http://www.mtholyoke.edu/acad/intrel/boshtml/bos128.htm. Ανακτήθηκε στις 24 March 2012. 
  98. Rene Albrecht-Carrie, A Diplomatic History of Europe Since the Congress of Vienna (1973) ch 8

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Austria-Hungary της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).