Μπούργκενλαντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Συντεταγμένες: 47°30′N 16°25′E / 47.500°N 16.417°E / 47.500; 16.417

Μπούργκενλαντ
Flag of Burgenland.svg
Σημαία
Burgenland Wappen.svg
Έμβλημα
Burgenland in Austria.svg
ΧώραΑυστρία
Διοικητική υπαγωγήΑυστρία
ΠρωτεύουσαΆιζενστατ
Έκταση3.961,8 km²
Υψόμετρο333 μέτρα
Πληθυσμός294.436 (1  Ιανουαρίου 2020)[1]
Γεωγραφικές συντεταγμένες47°30′0″N 16°25′0″E
ΙστότοποςΕπίσημος ιστότοπος

Το Μπούργκενλαντ (γερμανικά: Burgenland, ουγγρικά: Őrvidék) είναι το ανατολικότερο και πιο αραιοκατοικημένο ομόσπονδο κρατίδιο της Αυστρίας. Έχει έκταση 3.966 τ.χλμ. και πληθυσμό 293.433 (1η Ιανουαρίου 2019). Η πρωτεύουσα είναι το Άιζενστατ. Αποτελείται από δύο ανεξάρτητες πόλεις και επτά αγροτικές περιφέρειες, με συνολικά 171 δήμους. Έχει μήκος 166 km από βορρά προς νότο, αλλά είναι πολύ στενότερο από τα δυτικά προς τα ανατολικά (5 km πλάτος στο Ζιγκράμπεν). Η περιοχή είναι μέλος του προγράμματος Centrope.

Η περιοχή του Μπούργκελαντ αποτελούσε γερμανόφωνο κομμάτι του ουγγρικού βασιλείου επί Αυστροουγγαρίας, και μετά την διάλυση της τελευταίας προσαρτήθηκε στις 30 Αυγούστου 1921 στην Αυστρία ως ομόσπονδο κρατίδιο. Η ονομασία Μπούργκενλαντ είναι τεχνητή, λόγω του ότι δεν αποτελούσε ιστορική επαρχία, και σημαίνει «χώρα των κάστρων».

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοπίο του Ούντερβαρτ (Λόφοι της Ανατολικής Στυρίας)

Το Μπούργκενλαντ είναι το τρίτο κατά σειρά μικρότερο από τα εννέα κρατίδια της Αυστρίας, ή Bundesländer, με 3.962 km2. Το υψηλότερο σημείο του βρίσκεται ακριβώς στα σύνορα με την Ουγγαρία, στο Geschriebenstein, 884 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Το υψηλότερο σημείο εξ ολοκλήρου εντός του Μπούργκενλαντ είναι 879 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. το χαμηλότερο σημείο (που είναι και το χαμηλότερο σημείο της Αυστρίας) στα 114 μέτρα, βρίσκεται στη δημοτική περιοχή του Απετλον.

Το Μπούργκενλαντ συνορεύει με το αυστριακό κράτος της Στυρίας στα νοτιοδυτικά και με το κρατίδιο της Κάτω Αυστρίας στα βορειοδυτικά. Στα ανατολικά συνορεύει με την Ουγγαρία (περιφέρειες Βας και Γκιούρ-Mόσον-Σόπρον). Στο βόρειο και το νότιο άκρο υπάρχουν ολιγομήκη σύνορα με τη Σλοβακία (Περιφέρεια Μπρατισλάβας) και τη Σλοβενία (Περιφέρεια Μούρα) αντίστοιχα.

Το Μπούργκενλαντ και η Ουγγαρία μοιράζονται τη Λίμνη Νόιζιντλερ (ουγγρικά: Fertő-tó), μια λίμνη γνωστή για τα καλάμια και τα ρηχά νερά της, καθώς και για το ήπιο κλίμα της όλο το χρόνο. Είναι η μεγαλύτερη λίμνη της Αυστρίας και αποτελεί σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο, προσελκύοντας ορνιθολόγους, ιστιοπλόους και σέρφερς στις βόρειες ακτές της.[2]

Πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βουλή του κρατιδίου του Μπούργκενλαντ (Landtag) έχει 36 έδρες. Στις εκλογές που διεξήχθησαν στις 26 Ιανουαρίου 2020 το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPÖ) κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία 19 εδρών, το Αυστριακό Λαϊκό Κόμμα (ÖVP) 11 έδρες, το Κόμμα Ελευθερίας (FPÖ) 4 και το Κόμμα των Πρασίνων 2. Η ηλικία ψήφου για τις περιφερειακές εκλογές στο Μπούργκενλαντ μειώθηκε στα 16 το 2003.

Ο κυβερνήτης Χανς Πέτερ Ντόσκοτσιλ ορκίστηκε για μία ακόμη θητεία στις 17 Φεβρουαρίου 2020, μαζί με την πρώτη γυναίκα αντικυβερνήτρια, την Άστριντ Άιζενκοπφ.[3].

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) του κρατιδίου ήταν 9 δισεκατομμύρια € το 2018, αντιπροσωπεύοντας το 2,3% του ΑΕΠ της Αυστρίας. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ προσαρμοσμένο ως προς την αγοραστική δύναμη ήταν 27.300 € ή 90% του μέσου όρου της ΕΕ των 27 το ίδιο έτος. Το Μπούργκενλαντ είναι το κρατίδιο με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Αυστρία.[4]

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπούργκενλαντ αποτελείται από εννέα περιφέρειες, δύο θεσμοθετημένες πόλεις και επτά αγροτικές περιφέρειες. Από βορρά προς νότο:

Pεριφέρειες toy Μπούργκενλαντ

Ανεξάρτητες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγροτικές περιφέρειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νόιζιντλ αμ Ζέε (Neusiedl am See)
  • Περίχωρα του Άιζενστατ (Eisenstadt-Umgebung)
  • Μάτερσμπουργκ (Mattersburg)
  • Όμπερπουλενντορφ (Oberpullendorf)
  • Όμπερβαρτ (Oberwart)
  • Γκύσινγκ (Güssing)
  • Γιένερσντορφ (Jennersdorf)

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επικράτεια του σημερινού Μπούργκενλαντ ανήκε διαδοχικά στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στην Αυτοκρατορία των Ούννων, στο Βασίλειο των Οστρογότθων, στο Ιταλικό Βασίλειο του Οδόακρου, στο Βασίλειο των Λομβαρδών, στο Χαγανάτο των Αβάρων, στη Φραγκική Αυτοκρατορία, στην Κτήση Αμπα της ομώνυμης οικογένειας, στο Βασίλειο της Ουγγαρίας, στη Μοναρχία των Αψβούργων, στην Αυστριακή Αυτοκρατορία, στην [[Αυστροουγγαρία] και τέλος στην Αυστρία.

Το Μπούργκενλαντ είναι το μόνο αυστριακό κρατίδιο, που δεν ανήκε ποτέ στο Αρχιδουκάτο της Αυστρίας, στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και στη Γερμανική Συνομοσπονδία.

Προϊστορία και αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτοι Ινδοευρωπαϊκοί λαοί εμφανίστηκαν σε αυτή την περιοχή γύρω στο 3300 π.Χ. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. εκεί κυριαρχούσαν οι Κέλτες και τον 1ο αιώνα μ.Χ. η περιοχή εντάχθηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Κατά τη ρωμαϊκή διοίκηση ανήκε στην επαρχία της Παννονίας, και αργότερα στις επαρχίες της Ανώτερης (το 2ο αιώνα) και της Κάτω Παννονίας (τον 3ο αιώνα). Κατά τη διάρκεια της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η επαρχία της Κάτω Παννονίας ανήκε σε μεγαλύτερες διοικητικές ενότητες, όπως η Επισκοπή της Παννονίας, η Υπαρχία Ιλλυρικού και η Υπαρχία της Ιταλίας.

Πρώιμα Γερμανικά κράτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο Βασίλειο των Οστρογότθων στην Παννονία

Τα πρώτα Γερμανικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ήταν οι Οστρογότθοι, που ήρθαν στην Παννονία το 380 μ.Χ. Οι Οστρογότθοι έγιναν σύμμαχοι της Ρώμης και τους επετράπη να εγκατασταθούν στην Παννονία, με την αποστολή να υπερασπιστούν τα ρωμαϊκά σύνορα. Τον 5ο αιώνα η περιοχή κατακτήθηκε από τους Ούννους, αλλά μετά την ήττα τους δημιουργήθηκε στην Παννονία ένα ανεξάρτητο Βασίλειο των Οστρογότθων. Η επικράτεια του σημερινού Μπούργκενλαντ έγινε μέρος του Ιταλικού Βασιλείου του Οδόακρου, αλλά στα τέλη του 5ου αιώνα ο βασιλιάς των Οστρογότθων Θεοδώριχος κατέκτησε αυτό το βασίλειο και αποκατέστησε την οστρογοτθική διοίκηση στη δυτική Παννονία.

Τον 6ο αιώνα η περιοχή περιλήφθηκε σε ένα άλλο γερμανικό κράτος, το Βασίλειο των Λομβαρδών. Ωστόσο οι Λομβαρδοί στη συνέχεια έφυγαν προς την Ιταλία και η περιοχή τέθηκε υπό τον έλεγχο των Αβάρων. Στη συνέχεια τον 7ο αιώνα η περιοχή ανήκε στο Σλαβικό Κράτους του Σάμο, αλλά στη συνέχεια επέστρεψε στον έλεγχο των Αβάρων. Μετά την ήττα των Αβάρων στα τέλη του 8ου αιώνα η περιοχή έγινε μέρος της |Φραγκικής Αυτοκρατορίας. Μετά τη Μάχη του Λέχφελντ (ή Άουγκσμπουργκ) το 955 ήρθαν στην περιοχή νέοι Γερμανοί έποικοι.[5]

Μεσαιωνικό Βασίλειο της Ουγγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1043 ο Ερρίκος Γ' και ο Βασιλιάς Σαμουήλ Άμπα της Ουγγαρίας υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1058 η Αγνή του Πουατιέ και ο Ανδρέας Α΄ της Ουγγαρίας συναντήθηκαν για να διαπραγματευτούν τα σύνορα.[6] Η περιοχή του Μπούργκενλαντ παρέμεινε το δυτικό σύνορο του μεσαιωνικού Βασιλείου της Ουγγαρίας μέχρι τον 16ο αιώνα.

Η πλειονότητα του πληθυσμού ήταν γερμανική, εκτός από τους Ούγγρους συνοριοφύλακες της συνοριακής Μαρκίας (Gyepű). Η γερμανική μετανάστευση από τη γειτονική Αυστρία ήταν επίσης συνεχής κατά το Μεσαίωνα.

Διοίκηση των Αψβούργων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κτήσεις των Αψβούργων στο Μπούργκενλαντ μεταξύ 15ου και 17ου αιώνα

Από το 1440 η επικράτεια του σημερινού Μπούργκενλαντ ελεγχόταν από τους Αψβούργους της Αυστρίας και το 1463 το βόρειο τμήμα της (με την πόλη Κιόσεγκ) έγινε υποθηκευμένη περιοχή σύμφωνα με τη συνθήκη ειρήνης του Βίνερ Νόιστατ. Το 1477 ο Βασιλιάς Ματθίας Κορβίνος της Ουγγαρίας ανακατέλαβε την περιοχή, αλλά το 1491 υποθηκεύτηκε ξανά από τον Βασιλιά Βλαδίσλαο Β' της Βοημίας και της Ουγγαρίας στον Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό Α'.

Το 16ο αιώνα το μεσαιωνικό Βασίλειο της Ουγγαρίας έχασε την ανεξαρτησία του και το βορειοδυτικό τμήμα του, που δεν κατακτήθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, συμπεριλήφθηκε στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων. Αυτή η κτήση των Αψβούργων ήταν γνωστή ως Βασιλική Ουγγαρία και περιλάμβανε εδάφη του σημερινού Μπούργκενλαντ και της δυτικής Ουγγαρίας. Η Βασιλική Ουγγαρία είχε ακόμη κομητείες. Το σημερινό Μπούργκενλαντ ήταν εκείνη την εποχή οι κομητείες Mόσον, Σόπρον και Βας της Ουγγαρίας.

Το Βασίλειο της Ουγγαρίας όπως χωρίστηκε σε 3 μέρη

Το 16ο και το 17ο αιώνα κατέφυγαν στη Δυτική Βασιλική Ουγγαρία Γερμανοί Προτεστάντες πρόσφυγες, για να προφυλαχθούν από τους θρησκευτικούς πολέμους της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα από την καταστολή της Μεταρρύθμισης στα αυστριακά εδάφη, που τότε κυβερνούσαν οι έντονα Ρωμαιοκαθολικοί Αψβούργοι. Μετά τη νίκη των Αψβούργων επί των Οθωμανών στα τέλη του 17ου αιώνα το Βασίλειο των Αψβούργων της Ουγγαρίας διευρύνθηκε για να συμπεριλάβει μεγάλο μέρος του εδάφους του πρώην μεσαιωνικού Βασιλείου της Ουγγαρίας. Το 17ο και το 18ο αιώνα στην περιοχή της Δυτικής Ουγγαρίας κυριαρχούσαν οι πλούσιες καθολικές οικογένειες γαιοκτημόνων, όπως οι Eστερχάζι και οι Μπαυιάνι. Το 1867 η Αυτοκρατορία των Αψβούργων μετατράπηκε στη δυαδική μοναρχία της Αυστροουγγαρίας.

Διάλυση της Αυστροουγγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την απογραφή του 1910 στην επικράτεια του σημερινού Μπούργκενλαντ ζούσαν 291.800 άνθρωπο. Μεταξύ αυτών 217.072 ήταν γερμανόφωνοι (74%), 43.633 κροατόφωνοι (15%) και 26.225 (9%) ουγγρόφωνοι. Οι Ρομά καταμετρήθηκαν σύμφωνα με τη μητρική τους γλώσσα.

Το Δεκέμβριο του 1918 ο Αυστριακός πολιτικός Χανς Σούχαρντ ανακήρυξε τη Δημοκρατία του Χάιντσλαντ με στόχο να την προσαρτήσει τελικά στην Αυστρία. Ωστόσο την κατέλαβε μέσα σε δύο ημέρες η Ουγγαρία.

Από το Μάρτιο ως τον Αύγουστο του 1919 το Μπούργκενλαντ ήταν τμήμα της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας.

Η περιοχή είχε επίσης συζητηθεί ως ένας Τσεχικός Διάδρομος προς τη Γιουγκοσλαβία. Η απόφαση για τη «Γερμανική Δυτική Ουγγαρία» (Deutsch-Westungarn) καθορίστηκε με τις συνθήκες του Αγίου Γερμανού και του Τριανόν. Παρά τις διπλωματικές προσπάθειες της Ουγγαρίας οι νικητές του Α' Παγκοσμίου Πολέμου όρισαν την ημερομηνία της επίσημης ένωσης του Μπούργκενλαντ με την Αυστρία για τις 28 Αυγούστου 1921. Ωστόσο εκείνη την ημέρα ελεύθεροι σκοπευτές με την υποστήριξη της Ουγγαρίας εμπόδισαν την εγκατάσταση αυστριακού αστυνομικού ελέγχου και τελωνείων. Ο αντισυνταγματάρχης Παλ Πρόναϊ και οι άνδρες του, οι Ρόνγκιος Γκάρντα, προστάτεψαν τη δυτική Ουγγαρία από την κατοχή από Αυστριακούς αξιωματούχους και δυνάμεις της Αυστριακής Χωροφυλακής. Ο Πρόναϊ είχε βοήθεια από Ούγγρους και Κροάτες που δεν ήθελαν να ζήσουν υπό την αυστριακή κυριαρχία και οδήγησε στην Εξέγερση στη Δυτική Ουγγαρία το 1921. Ο Πρόναϊ κατέλαβε ολόκληρη την περιοχή και ίδρυσε το κράτος Lajtabánság. Το 1921 έγιναν γενικές εκλογές στο Σόπρον και σε 8 χωριά, που ψήφισαν υπέρ της παραμονής στην Ουγγαρία. Οι άλλες περιοχές παραδόθηκαν στην Αυστρία για να σχηματιστεί το αυστριακό κρατίδιο του Μπούργκενλαντ.[7]

Ένατο κράτος της Αυστρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Πρωτόκολλο Βενετίας της 13.Οκτ.1921

Με τη βοήθεια της ιταλικής διπλωματικής διαμεσολάβησης στο Πρωτόκολλο της Βενετίας η κρίση σχεδόν επιλύθηκε το φθινόπωρο του 1921, όταν η Ουγγαρία δεσμεύτηκε να αφοπλίσει τους ελεύθερους σκοπευτές μέχρι τις 6 Νοεμβρίου 1921. Αυτό έγινε με αντάλλαγμα ένα δημοψήφισμα για την ενοποίηση ορισμένων εδαφών, μεταξύ των οποίων Εντενμπουργκ (Σόπρον, η πρωτεύουσα του Μπούργκενλαντ, και οκτώ γύρω χωριά. Η ψηφοφορία διεξήχθη από τις 14 ως τις 16 Δεκεμβρίου και οδήγησε σε μια σαφή (αλλά αμφισβητήσιμη από την Αυστρία) ψήφο των κατοίκων της περιοχής του Σόπρον υπέρ της Ουγγαρίας. Κατά συνέπεια η επικράτεια ενσωματώθηκε στην Αυστρία, εκτός από την περιοχή του Σόπρον που ενώθηκε με την Ουγγαρία.[8][9][10]

Μνημείο στο Κρένσντορφ για τους στρατιώτες που σκοτώθηκαν στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους

Σε αντίθεση με όλα τα άλλα σημερινά αυστριακά κρατίδια, που ανήκαν στη Σσλεϊθανία, το Μπούργκενλαντ δεν αποτελούσε μια συγκεκριμένη Χώρα του Στέμματος και όταν σχηματίστηκε δεν είχε δικούς της περιφερειακούς πολιτικούς και διοικητικούς θεσμούς όπως Landtag (αντιπροσωπευτική συνέλευση) και Statthalter (αυτοκρατορικός κυβερνήτης).

Στις 18 Ιουλίου 1922 έγιναν οι πρώτες εκλογές για το κοινοβούλιο του Μπούργκενλαντ. Απαιτήθηκαν διάφορες προσωρινές ρυθμίσεις λόγω της μετάβασης από την ουγγρική στην αυστριακή δικαιοδοσία. Το κοινοβούλιο αποφάσισε το 1925 το Άιζενστατ πρωτεύουσα του Μπούργκενλαντ και μετακόμισε από τα διάφορα προσωρινά σημεία σε όλη τη χώρα στο νεόκτιστο Landhaus το 1929.

Η πρώτη αυστριακή απογραφή το 1923 κατέγραψε 285.600 άτομα στο Μπούργκενλαντ. Η εθνοτική σύνθεση της επαρχίας είχε αλλάξει ελαφρώς: το ποσοστό των γερμανόφωνων αυξήθηκε σε σύγκριση με το 1910 (227.869 άτομα, 80%) ενώ το ποσοστό των ουγγρόφωνων μειώθηκε αρκετά (14.931 άτομα, 5%). Αυτό οφειλόταν κυρίως στη μετανάστευση των Ούγγρων δημοσίων υπαλλήλων και διανοουμένων μετά την παραχώρηση του εδάφους στην Αυστρία.

Το 1923 η μετανάστευση στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα, έφτασε στο αποκορύφωμά της. Από ορισμένα μέρη ως και το ένα τέταρτο του πληθυσμού πήγε στο εξωτερικό.

Μετά το Anschluss της Αυστρίας με τη Ναζιστική Γερμανία η διοικητική ενότητα του Μπούργκενλαντ διαλύθηκε. Το βόρειο και κεντρικό Μπούργκενλαντ εντάχθηκαν στην περιφέρεια Niederdonau (Κάτω Δούναβη) ενώ το νότιο ενώθηκε με τη Στυρία.[10] Οι Εβραίοι του Μπούργκενλαντ αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν αμέσως μετά το Anschluss.[11]

Η πολιτική του εκγερμανισμού επηρέασε και άλλες μειονότητες, ιδιαίτερα τους Κροάτες και τους Ούγγρους του Μπούργκενλαντ. Τα μειονοτικά σχολεία έκλεισαν και η χρήση της μητρικής τους γλώσσας αποθαρρύνθηκε.

Το 1944 οι Ναζί άρχισαν να χτίζουν το Südostwall (νοτιοανατολικό τείχος) κυρίως με την καταναγκαστική εργασία Εβραίων και τη συνεργασία κατοίκων. Τα σοβιετικά στρατεύματα διέσχισαν τα ουγγροαυστριακά σύνορα κατά την επίθεση κατά της Βιέννης και ελάχιστα μόνο καθυστέρησαν από τις ημιτελείς οχυρώσεις. Τις τελευταίες ημέρες του ναζιστικού καθεστώτος πραγματοποιήθηκαν πολλές εκτελέσεις και πορείες θανάτου Εβραίων καταναγκαστικών εργατών.

Πρόσφατη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπούργκενλαντ συμμετέχει στο Centrope, ένα πρόγραμμα σε μια πολυεθνική περιοχή σε τέσσερα κράτη της Κεντρικής Ευρώπης: Σλοβακία, Αυστρία, Ουγγαρία και Τσεχία.

Παρά το γεγονός ότι το Μπούργκενλαντ (ειδικά η περιοχή γύρω από τη Λίμνη Νοϊζίντλερ) παρήγαγε πάντα εξαιρετικό κρασί, ορισμένοι αμπελουργοί πρόσθεταν παράνομες ουσίες στο κρασί τους στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Όταν αυτό, αποκαλύφθηκε οι εξαγωγές κρασιού της Αυστρίας μειώθηκαν δραματικά. Μετά την ανάκαμψη από το σκάνδαλο οι αμπελουργοί στην Αυστρία, και όχι μόνο στο Μπούργκενλαντ, άρχισαν να επικεντρώνονται στην ποιότητα και ως επί το πλείστον σταμάτησαν να παράγουν κρασί χαμηλής ποιότητας.

Στις 27 Ιουλίου 1989 οι υπουργοί Εξωτερικών της Αυστρίας και της Ουγγαρίας Αλοϊς Μοκ και Γκιούλα Χορν έκοψαν το Σιδηρούν Παραπέτασμα (στα γερμανικά: "Eiserner Vorhang") στο χωριό Κλίνγκενμπαχ σε μια συμβολική πράξη με σοβαρές συνέπειες.[12] Ταυτόχρονα η συνοριακή διάβαση Νίκελσντορφ (Αυστρία) / Χέγκιεσαλομ (Ουγγαρία) άνοιξε από την ουγγρική συνοριακή περίπολο και αυτό επέτρεψε τη διαφυγή των Ανατολικογερμανών. Ακριβώς πίσω από τα συρματοπλέγματα τους περίμεναν ειδικές ιατρικές ομάδες του Αυστριακού Ερυθρού Σταυρού και τους παρείχαν τις πρώτες βοήθειες. Χιλιάδες Ανατολικογερμανοί χρησιμοποίησαν αυτή τη δυνατότητα για να καταφύγουν στη Δύση. Και πάλι οι κάτοικοι του Μπούργκενλαντ τους υποδέχθηκαν πολύ φιλόξενα. Αργότερα αυτό αναφέρθηκε συχνά ως η αρχή της επανένωσης της Γερμανίας.

Μετά το 1990 το Μπούργκενλαντ ανέκτησε τον παραδοσιακό του ρόλο ως γέφυρα μεταξύ του δυτικού και του ανατολικού τμήματος της Κεντρικής Ευρώπης. Το 2003 εντάχθηκε στο πρόγραμμα του Interreg Centrope. Οι διασυνοριακοί δεσμοί ενισχύθηκαν περαιτέρω όταν η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Σλοβενία προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004. Και οι τρεις χώρες εντάχθηκαν στη Ζώνη Σένγκεν στα τέλη του 2007 και οι συνοριακοί έλεγχοι σταμάτησαν στην περιοχή.

Το 2021 η έκταση του Μπούργκενλαντ αυξήθηκε κατά περίπου 6.000 m2. Αυτό συνέβη επειδή ο ποταμός Λάφνιτς, που αποτελεί τμήμα των συνόρων μεταξύ Μπούργκενλαντ και Στυρίας, είχε διευθετηθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και έτσι τα σύνορα δεν συνέπιπταν πια με το ποτάμι. Το 2021 τα σύνορα διορθώθηκαν για να συμπέσουν με το ποτάμι και το Μπούργκενλαντ μεγάλωσε.[13]

Δημογραφικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταβολή πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μεταβολή πληθυσμός δίνεται στο παρακάτω διάγραμμα:

Mειονότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπούργκενλαντ έχει σημαντικούς πληθυσμούς Κροατών (29.000–45.000) και Ούγγρων (5.000–15.000).

Κροάτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Κροάτες έφτασαν μετά τον καταστροφικό Οθωμανικό πόλεμο το 1532, όταν ο Οθωμανικός στρατός κατέστρεψε ορισμένους οικισμούς στη χώρα τους. Η πολύ βιαστική μετανάστευση στο Μπούργκενλαντ του εναπομείναντος καθολικού πληθυσμού της δυτικής Σλαβονίας οργανώθηκε – στο μέτρο του δυνατού – από τους ιδιοκτήτες των κτημάτων. Τα αρχεία του Σάμπορ (του Κροατικού κοινοβουλίου) αυτής της περιόδου περιέχουν πολυάριθμες αναφορές σε τέτοιες μετεγκαταστάσεις. Όπως αναφέρθηκε την άνοιξη του 1538 από τον Μπαν της Κροατίας Πέταρ Κέγκλεβιτς, που είχε ο ίδιος μεγάλα κτήματα στη δυτική Σλαβονία, ο πληθυσμός της χώρας στα οθωμανικά σύνορα ετοιμαζόταν να μεταναστεύσει.[14] Η μετεγκατάστασή τους από τους ιδιοκτήτες των κτημάτων ολοκληρώθηκε μόλις το 1584. Διατήρησαν την ισχυρή καθολική τους πίστη και τη γλώσσα τους μέχρι σήμερα και το 19ο αιώνα η εθνική τους ταυτότητα ισχυροποιήθηκε λόγω της επιρροής της Εθνικής Αναγέννησης στην Κροατία. Μεταξύ 1918 και 1921 οι Κροάτες αντιτάχθηκαν στη σχεδιαζόμενη προσάρτηση της Δυτικής Ουγγαρίας στην Αυστρία και το 1923 επτά κροατικά χωριά ψήφισαν υπέρ της επιστροφής στην Ουγγαρία. Ο Κροατικός Πολιτιστικός Σύλλογος του Μπούργκενλαντ ιδρύθηκε το 1934. Κατά τη ναζιστική περίοδο (1938–45) η κροατική γλώσσα απαγορεύτηκε επίσημα και το κράτος ακολούθησε μια επιθετική πολιτική εκγερμανισμού. Η Αυστριακή Κρατική Συνθήκη του 1955 εγγυήθηκε τα δικαιώματα των μειονοτήτων για κάθε γηγενή εθνική μειονότητα στην Αυστρία, αλλά οι Κροάτες έπρεπε να αγωνιστούν για τη χρήση της γλώσσας τους στα σχολεία και τις υπηρεσίες ακόμη και τις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Το 2000 τοποθετήθηκαν στο Μπούργκενλαντ 51 νέες δίγλωσσες πινακίδες ονομάτων χωριών (47 κροατικές και 4 ουγγρικές).

Η κροατική γλώσσα του Μπούργκενλαντ είναι μια διάλεκτος του 16ου αιώνα που είναι διαφορετική από την τυπική κροατική. Στα μειονοτικά σχολεία και τα μέσα ενημέρωσης χρησιμοποιείται η τοπική διάλεκτος και έχει γραπτή μορφή από το 17ο αιώνα (το Ευαγγέλιο μεταφράστηκε για πρώτη φορά σε αυτή τη διάλεκτο το 1711). Σήμερα η γλώσσα κινδυνεύει από την αφομοίωση, σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Γλωσσών της UNESCO. Οι Κροάτες του Μπούργκενλαντ ανήκουν στην ίδια ομάδα με τους ομοεθνείς τους στην άλλη πλευρά των σημερινών συνόρων με την Ουγγαρία.

Ούγγροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ούγγροι ζουν στα χωριά Oμπερβαρτ/Φέλσεερ, Ούντερβαρτ/Aλσοερ και Ζίγκετ ιν ντερ Βαρτ/Ερισιγκετ. Τα τρία χωριά μαζί ονομάζονται Άνω Ερσεγκ (Ουγγρικά Felső-Őrség, Γερμανικά: Wart) και αποτελούν μια γλωσσική νησίδα από τον 11ο αιώνα. Μια άλλη παλιά νησίδα της ουγγρικής γλώσσας στο Ομπερούλεντορφ/Φέλσεπουλια σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Οι Ούγγροι του Μπούργκενλαντ ήταν «őrök», δηλαδή φρουροί των δυτικών συνόρων και η ειδική τους διάλεκτος είναι παρόμοια με εκείνη των Σέκελι στην Τρανσυλβανία. Το πολιτιστικό τους κέντρο είναι το Oμπερβαρτ/Φέλσεερ. Μια άλλη ξεχωριστή ουγγρική ομάδα ήταν οι μισθωτοί εργάτες της γεωργίας που ζούσαν στα τεράστια κτήματα βόρεια της Λίμνης Νοϊζίντλερ. Έφτασαν κυρίως από την περιοχή Ράμπακεζ. Μετά τη διάλυση των φέουδων στα μέσα του 20ου αιώνα αυτή η ομάδα έπαψε να υπάρχει.

Ρομά και Εβραίοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τους Γερμανούς, τους Κροάτες και τους Ούγγρους στο Μπούργκενλαντ παλαιότερα υπήρχαν σημαντικοί πληθυσμοί Ρομά και Εβραίων, που όμως εξαλείφθηκαν από το ναζιστικό καθεστώς. Πριν από την εκτόπισή τους το 1938 οι παραδοσιακά πολύ θρησκευόμενοι Εβραίοι του Μπούργκενλαντ ήταν συγκεντρωμένοι στις περίφημες «Επτά Κοινότητες» (Siebengemeinden/Sheva kehillot) στο Άιζενστατ, το Μάτερσμπουργκ, το Κίτζεε, το Φραουενκίρχεν, το Κόμπερσντορφ, το Λάκενμπαχ και το Ντοίτσκροϊτ, όπου αποτελούσαν σημαντικό μέρος του πληθυσμού: π.χ. στο Λάκενμπαχ το 1869 το 62% του πληθυσμού ήταν Εβραίοι . Μετά τον πόλεμο Εβραίοι από το Μπούργκενλαντ ίδρυσαν τη συνοικία υπερορθόδοξων Εβραίων της Ιερουσαλήμ Κίριατ Μάτερσντορφ, σε ανάμνηση του του Μάτερσμπουργκ, που κάποτε ήταν κέντρο μιας διάσημης Yeshiva (εβραϊκής θρησκευτικής σχολής).

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας της Αυστρίας για το 2021 ο πληθυσμός του Μπούργκενλαντ είναι κυρίως Χριστιανικός (80,3%), με το υψηλότερο ποσοστό Προτεσταντών στην Αυστρία (11,4%). Το 65,5% του πληθυσμού είναι Ρωμαιοκαθολικοί και το 3,4% είναι οπαδοί άλλων χριστιανικών δογμάτων (κυρίως Ορθόδοξοι). Το Ισλάμ ασκείται από το 2,2%, ενώ το 0,7% ομολογεί άλλη θρησκεία. Το 16,8% των κατοίκων του Μπούργκενλαντ δηλώνουν ότι δεν ανήκουν σε καμία θρησκεία ή δόγμα.[15]

Όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα κροατικά το Μπούργκενλαντ είναι γνωστό ως Gradišće. στα ουγγρικά ως Őrvidék, Felsőőrvidék ή 'Várvidék, στα σλοβενικά ως Gradiščanska και στη διάλεκτο Πρεκμούριε ως Gradišče.

Καθώς η περιοχή δεν ήταν εδαφική οντότητα πριν από το 1921, δεν είχε ποτέ επίσημη ονομασία. Μέχρι το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου η γερμανόφωνη δυτική συνοριακή περιοχή του Βασιλείου της Ουγγαρίας ονομαζόταν μερικές φορές ανεπίσημα Deutsch-Westungarn (Γερμανική Δυτική Ουγγαρία). Η ιστορική περιοχή περιλάμβανε τη συνοριακή πόλη Σόπρον στην Ουγγαρία (γνωστή ως Εντενμπουργκ στα γερμανικά).

Το όνομα Vierburgenland (Χώρα των Τεσσάρων Κάστρων) δημιουργήθηκε το 1919 από τον Oντo Ρέτιχ, Βιεννέζο κάτοικο του Σόπρον. Προήλθε από το όνομα των τεσσάρων vármegye του Βασιλείου της Ουγγαρίας (στα γερμανικά Komitate, «κομητεία») γνωστών στα ουγγρικά ως Πόζονι, Mόσον, Σόπρον και Βας ή στα γερμανικά ως Πρέσμπουργκ, Βίζελμπουργκ, Εντενμπουργκ και Αιζενμπουργκ. Οταν η πόλη Πόζονι/Πρέσμπουργκ (Μπρατισλάβα) εκχωρήθηκε στην Τσεχοσλοβακία ο αριθμός vier επρόκειτο να αλλάξει σε drei (=τρεις), αλλά αφού έγινε σαφές ότι κανένα από τα Burgen δεν θα ανήκε στο Μπούργκενλαντ, ο αριθμός απορρίφθηκε εντελώς, αλλά το όνομα Μπούργκενλαντ διατηρήθηκε επειδή κρίθηκε κατάλληλο για μια περιοχή με τόσα πολλά παλιά συνοριακά κάστρα.[16] Το όνομα "Burgenland" υιοθετήθηκε από το πρώτο περιφερειακό Landtag το 1922.

Στα ουγγρικά το γερμανικό όνομα είναι γενικά αποδεκτό, αλλά υπάρχουν τρεις σύγχρονες εναλλακτικές που χρησιμοποιούνται από μικρές ομάδες. Η ουγγρική μετάφραση του γερμανικού ονόματος, «Várvidék», επινοήθηκε από τον Λάζλο Γιύχας, ειδικό της περιοχής τη δεκαετία του 1970, και γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλής ειδικά στις τουριστικές εκδόσεις. Τα άλλα δύο ονόματα "Őrvidék" και "Felső-Őrvidék" προέρχονται από το όνομα του πιο σημαντικού θύλακα της παλιάς γλώσσας των Μαγυάρων, του Felső-Őrség. Αυτή η μικροπεριοχή βρίσκεται γύρω από την πόλη Felsőőr/Oberwart, επομένως αυτά τα νέα ονόματα είναι λίγο παραπλανητικά. ωστόσο μερικές φορές χρησιμοποιούνται.

Τα κροατικά και σλοβενικά ονόματα "Gradišće" και "Gradiščansko" είναι μεταφράσεις του γερμανικού ονόματος. Το χωριό Γένερσντορφ δεν απέχει περισσότερο από 5 χιλιόμετρα από τα σύνορα με τη Σλοβενία και την Ουγγαρίας.

Εναλλακτικά οι Σέρβοι, οι Τσέχοι και οι Σλοβάκοι αποκαλούν τις δυτικές ακτές της Λίμνης Νοϊζίντλερ, που γειτνιάζει με την πόλη Ρουστ, Λούζιτς ή Λούσιτς. Ωστόσο οι απόγονοι των εκεί Σέρβων, Βόσνιων, Κροατών, Τσέχων και Σλοβάκων αφομοιώθηκαν τελικά από τη γερμανική ή την ουγγρική εδώ και πάνω από τέσσερις αιώνες.

Η περιοχή έχει μακρά ιστορία Σλαβικών, καθώς και Αυστρογερμανικών και Ουγγρομαγυαρικών οικισμών. Το ανατολικότερο τμήμα της επαρχίας (οι ακτές της Λίμνης Νοϊζίντλερ) έφερε τον δικό του τοπογραφικό όρο Seewinkel στα αυστριακά-γερμανικά. Αυτή είναι η περιοχή που επηρεάζεται λιγότερο από την Αυστρο-Γερμανική, καθώς τα σύνορα της Ουγγαρίας και της Σλοβακίας απέχουν λιγότερο από 10 χιλιόμετρα.

Σύμβολα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εραλδική περιγραφή του οικόσημου του Μπούργκενλαντ:

Ορθιος πάνω σε ένα βράχο ένας στεφανωμένος αετός, με φτερούγες με σταυρούς, στο στήθος του μια ασπίδα οικοσημοφόρος, με κόκκινο και άσπρη γούνα.

Το οικόσημο εισήχθη το 1922 μετά τη δημιουργία της νέας επαρχίας. Αποτελείτο από εκείνα των δύο σημαντικότερων μεσαιωνικών οικογενειών ευγενών της περιοχής, των κόμητων Νάγκιμαρτον και Φράκνο (Mάτερσντορφ-Φόρχτενσταϊν, αετός στο βράχο) και των κόμητων Νέμετουιβαρ (Γκύσινγκ, τρεις ράβδοι κόκκινης και λευκής γούνας).[17]

Η σημαία της επαρχίας δείχνει δύο λωρίδες κόκκινου και χρυσού, τα χρώματα του οικόσημου. Υιοθετήθηκε επίσημα το 1971.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Seefestspiele Mörbisch

Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις είναι ποικίλες και ιδιαίτερα το καλοκαίρι διάσημες για το Seefestspiele Mörbisch και το Nova Rock Festival με πολυάριθμα διεθνή ροκ συγκροτήματα.

Η μόνιμη έκθεση στο Κάστρο του Φόρχτενσταϊν παρουσιάζει μια εντυπωσιακή συλλογή των δουκών του Eστερχάζι, στην αυλή των οποίων στο ομώνυμο ανάκτορο εργάστηκε ο παγκοσμίου φήμης μουσικός Γιόζεφ Χάυντν, που συνέθεσε από το κροατικό λαϊκό τραγούδι του Μπούργκενλαντ "V jutro rano se ja stanem" (" Το πρωί σηκώνομαι νωρίς»)τ η μελωδία του «Gott erhalte Franz den Kaiser» («Ο Θεός σώζει το Φραγκίσκο τον Αυτοκράτορα»), που έγινε η μελωδία του σημερινού εθνικού ύμνου της Γερμανίας.[18] Υπάρχουν επίσης πολιτιστικές εκδηλώσεις που διοργανώνονται από τις μειονότητες, όπως κροατικές ή ουγγρικές παραδοσιακές βραδιές.

Η διάλεκτος που ομιλείται στο Μπούργκενλαντ ονομάζεται Hianzisch.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Bevölkerung am 1.1.2020 nach detaillierter Staatsangehörigkeit und Bundesland». Statistics Austria. Ανακτήθηκε στις 3  Ιανουαρίου 2021.
  2. Gunnar Strunz (2012). Burgenland: Natur und Kultur zwischen Neusiedler See und Alpen. Trescher Verlag. ISBN 978-3-89794-221-9. 
  3. «Hans Peter Doskozil zum Landeshauptmann des Burgenlandes gewählt». burgenland.spoe.at (στα Γερμανικά). Ανακτήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2020. 
  4. «Regional GDP per capita ranged from 30% to 263% of the EU average in 2018». Eurostat. 
  5. Henry A. Fischer (23 Φεβρουαρίου 2011). Emigrants and Exiles: Book Three, Volume One. Author House. σελίδες 252–. ISBN 978-1-4567-4365-9. 
  6. Landeschronik Niederösterreich: 3000 Jahre in Daten, Dokumenten und Bildern, Seite 104, Karl Gutkas, C. Brandstätter, 1990.
  7. «BURGENLAND PACT SIGNED IN VENICE; Hungary Pledged to Evacuate the District in the New Protocol. SETTLEMENT IS COMPLETE Austria Has Agreed to a Plebiscite for Oedenburg and Several Other Districts». The New York Times Company. 14 Οκτωβρίου 1921. Ανακτήθηκε στις 1 Ιουνίου 2020. 
  8. Wilfried Marxer (27 Φεβρουαρίου 2012). Direct Democracy and Minorities. Springer Science & Business Media. σελίδες 17–. ISBN 978-3-531-94304-6. 
  9. Leonard V. Smith (2018). Sovereignty at the Paris Peace Conference of 1919. Oxford University Press. σελίδες 147–. ISBN 978-0-19-967717-7. 
  10. Günter Bischof (12 Ιουλίου 2017). Quiet Invaders Revisited: Biographies of Twentieth Century Immigrants to the United States. StudienVerlag. σελίδες 126–. ISBN 978-3-7065-5882-2. 
  11. Zalmon, Milka (2003). «Forced Emigration of the Jews of Burgenland». Yad Vashem Studies XXXI: 287–324. https://www.yadvashem.org/odot_pdf/Microsoft%20Word%20-%207002.pdf. 
  12. Linke, Reinhard (27 Ιουνίου 2019). «27. Juni 1989: Ein Foto verändert Europa». noe.ORF.at (στα Γερμανικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Ιουνίου 2019. Ανακτήθηκε στις 15 Αυγούστου 2021. 
  13. «Burgenland ist größer geworden (in German)». burgenland.ORF.at (στα Γερμανικά). 9 Αυγούστου 2021. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 9 Αυγούστου 2021. Ανακτήθηκε στις 15 Αυγούστου 2021. 
  14. Kölner geographische Arbeiten, Ausgaben 15–18, Seite 69, Geographisches Institut der Universität zu Köln, 1963
  15. «Bevölkerung 2021 nach ausgewählter Religion bzw. Kirche und Religionsgesellschaft und Bundesland» (ODS) (στα Γερμανικά). Statistics Austria. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2022. 
  16. «Von den "vier Burgen" blieb nur eine». Die Presse (στα Γερμανικά). 11 Νοεμβρίου 2011. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 12 Ιανουαρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 15 Αυγούστου 2021. 
  17. «Címerhatározó/Burgenland címere – Wikikönyvek». hu.wikibooks.org. 
  18. Slavonic and East European review, Volume 34, page 2, University of London. School of Slavonic and East European Studies, Committee of American Scholars, Sir Bernard Pares, Robert William Seton-Watson, Harold Williams, Norman Brooke Jopson, Published by the Modern Humanities Research Association for the School of Slavonic and East European Studies, University of London, 1955.