Ουκρανική γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Ουκρανικά)
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ουκρανικά
Українська мова
Ταξινόμηση Ινδοευρωπαϊκές
Κατάσταση
Επίσημη γλώσσα Ουκρανία, Υπερδνειστερία
Κώδικες γλώσσας
ISO 639-1 uk
ISO 639-3 ukr
SIL UKR

Η Ουκρανική γλώσσα (ουκρανικά: украї́нська мо́ва, ukrayins'ka mova, [ukrɑˈjinʲsʲkɑ ˈmɔβ̞ɑ]) ανήκει στην ομάδα των ανατολικών από τις Σλαβικές γλώσσες και είναι η επίσημη γλώσσα της Ουκρανίας. Διάλεκτοι όπως η Σουρζίκ και η Μπαλάτσκα μιλιούνται στην Ουκρανία και σε μερικά μέρη της Ρωσίας. Στον γραπτό λόγο χρησιμοποιεί το Κυριλλικό αλφάβητο. Έχει κοινό σε έναν βαθμό λεξιλόγιο με γλώσσες γειτονικών σλαβικών εθνών, ιδιαίτερα με την πολωνική, τη σλοβακική στα δυτικά και την λευκορωσική με την ρωσική στα βόρεια και τα ανατολικά.

Τα ίχνη της Ουκρανικής γλώσσας ανιχνεύονται στην Αρχαία Σλαβική γλώσσα του πρώιμου μεσαιωνικού κράτους των Ρως του Κιέβου. Στην πρώτη φάση της ονομαζόταν Ρουθηνική στην δυτική Ευρώπη. Η Ουκρανική είναι σε ευθεία γραμμή απόγονος της καθομιλουμένης γλώσσας που χρησιμοποιούσαν οι Ρως του Κιέβου από τον 10ο έως τον 13ο αιώνα.[1]

Η γλώσσα έχει επιμείνει παρά τις διάφορες περιόδους απαγορεύσεων και/ή αποθάρρυνσης με το πέρασμα των αιώνων καθώς έχει διατηρήσει πάντα μια επαρκή βάση ανάμεσα στους ανθρώπους της Ουκρανίας, τα λαϊκά τραγούδια τους, τους μουσικούς κομπζάρ και τους εξέχοντες συγγραφείς.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανεξαρτησία και σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ευχέρεια στα Ουκρανικά (μοβ στήλη) και Ρωσικά (μπλε στήλη) το 1989 και 2001.
Οι σύγχρονες πινακίδες στο Μετρό του Κιέβου είναι στα Ουκρανικά. Η εξέλιξη στη γλώσσα τους ακολούθησε τις αλλαγές των γλωσσικών πολιτικών στην μεταπολεμική Ουκρανία. Αρχικά, όλες οι πινακίδες και φωνητικές ανακοινώσεις στο μετρό ήταν στα Ουκρανικά, αλλά η γλώσσα τους άλλαξε στα Ρωσικά στις αρχές της δεκαετίας του 1980, στο απόγειο του σταδιακού εκρωσισμού του Στσερμπίτσκι. Στην φιλελευθεροποίηση περεστρόικα στα τέλη της δεκαετίας του 1980 οι πινακίδες άλλαξαν σε δίγλωσσες. Αυτό συνοδευόταν από δίγλωσσες φωνητικές ανακοινώσεις στα τρένα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι πινακίδες και ανακοινώσεις άλλαξαν από δίγλωσσες σε μόνο στα Ουκρανικά, στην εκστρατεία απορωσισμού που ακολούθησε την ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Από το 2012 οι πινακίδες είναι στα Ουκρανικά και Αγγλικά.

Από το 1991, τα ουκρανικά είναι η επίσημη κρατική γλώσσα στην Ουκρανία, και η κρατική διοίκηση εφάρμοσε κυβερνητικές πολιτικές για τη διεύρυνση της χρήσης της Ουκρανικής. Το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ουκρανία μετασχηματίστηκε κατά την πρώτη δεκαετία της ανεξαρτησίας από ένα σύστημα που είναι εν μέρει στα ουκρανικά σε ένα που είναι συντριπτικά στα Ουκρανικά. Η κυβέρνηση έχει επίσης επιβάλει έναν σταδιακά αυξημένο ρόλο για τα ουκρανικά στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το εμπόριο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απότομη αλλαγή της γλώσσας διδασκαλίας σε ιδρύματα δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης οδήγησε στην κατηγορία της Ουκρανοποίησης, η οποία προήλθε κυρίως από τον ρωσόφωνο πληθυσμό. Αυτή η μετάβαση, εντούτοις, στερήθηκε τις περισσότερες από τις αντιπαραθέσεις που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της απορωσοποίησης των άλλων πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών.

Με την πάροδο του χρόνου, οι περισσότεροι κάτοικοι, συμπεριλαμβανομένων των εθνοτικών Ρώσων, ανθρώπων μικτής προέλευσης και ρωσόφωνων Ουκρανών, άρχισαν να αυτοπροσδιορίζονται ως Ουκρανοί, ακόμη και εκείνοι που παρέμειναν ρωσόφωνοι. Ωστόσο, η ρωσική γλώσσα εξακολουθεί να κυριαρχεί στα έντυπα μέσα ενημέρωσης στην πλειονότητα της Ουκρανίας και στις ιδιωτικές ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές στις ανατολικές, νότιες και, σε μικρότερο βαθμό, κεντρικές περιοχές. Τα κρατικά μέσα ενημέρωσης έχουν γίνει αποκλειστικά ουκρανικά. Υπάρχουν λίγα εμπόδια στη χρήση των ρωσικών στο εμπόριο και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται περιστασιακά στις κυβερνητικές υποθέσεις.

Ρώσοι πολιτικοί των τελών του 20ου αιώνα όπως ο Αλεξάντερ Λεμπέντ και ο Μιχαήλ Γιούργιεφ ισχυρίστηκαν ακόμα ότι τα ουκρανικά είναι μια ρωσική διάλεκτος.[2]

Στην απογραφή του 2001, το 67.5% του πληθυσμού της χώρας ονόμαζε τα ουκρανικά ως μητρική γλώσσα (αύξηση 2.8% από το 1989), ενώ το 29.6% ονόμαζε τα Ρωσικά (μείωση κατά 3.2%). Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι για πολλούς Ουκρανούς (διαφορετικής εθνικής καταγωγής), ο όρος μητρική γλώσσα μπορεί να μην συνδέεται αναγκαστικά με τη γλώσσα που χρησιμοποιούν συχνότερα. Η συντριπτική πλειοψηφία των εθνοτικών Ουκρανών θεωρούν την ουκρανική γλώσσα ως μητρική, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συχνά μιλούν τα ρωσικά. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της απογραφής του 2001[3] περίπου το 75% του πληθυσμού του Κιέβου απάντησε τα "Ουκρανικά" στην ερώτηση απογραφής μητρική γλώσσα (ρίντνα μόβα), και περίπου το 25% απάντησε τα "ρωσικά". Από την άλλη πλευρά, στο ερώτημα "Ποια γλώσσα χρησιμοποιείτε στην καθημερινή ζωή;" που ρωτήθηκε στην κοινωνιολογική έρευνα, οι απαντήσεις του Κιεβιτών διανεμήθηκαν ως εξής:[4] "Κυρίως Ρωσικά": 52%, "Ρωσικά και Ουκρανικά σε ίσες αναλογίες": 32%, "κυρίως Ουκρανικά": 14%, "αποκλειστικά Ουκρανικά 3%.

Οι εθνικές μειονότητες, όπως οι Ρουμάνοι, οι Τάταροι και οι Εβραίοι, συνήθως χρησιμοποιούν τη ρωσική γλώσσα ως λίνγκουα φράνκα. Αλλά εντός αυτών των μειονοτικών ομάδων υπάρχουν τάσεις να χρησιμοποιούν τα ουκρανικά. Ο Εβραίος συγγραφέας Ολεξάντερ Μπεϋντερμάν από την κυρίως Ρωσόφωνη πόλη της Οδησσού γράφει τώρα τα περισσότερα από τα δράματά του στην ουκρανική γλώσσα. Η συναισθηματική σχέση σχετικά με τα ουκρανικά αλλάζει στις νότιες και ανατολικές περιοχές.

Η αντίθεση στη διεύρυνση της διδασκαλίας της ουκρανικής γλώσσας είναι θέμα διαμάχης στις ανατολικές περιφέρειες που βρίσκονται γεωγραφικά πιο κοντά στη Ρωσία. Τον Μάιο του 2008, το δημοτικό συμβούλιο του Ντονέτσκ απαγόρευσε τη δημιουργία νέων σχολείων στην ουκρανική γλώσσα στην πόλη όπου το 80% είναι σχολεία ρωσικής γλώσσας.[5]

Χρήσιμες λέξεις και φράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Грецька (γρέτσ'κα) : Ελληνικά
  • Алло(Αλό) : εμπρός/παρακαλώ (στο τηλέφωνο)
  • До побачення (Ντο πομπάτσεννια) : αντίο
  • Будь ласка (Μπουντ' λάσκα) : παρακαλώ
  • Вибачте (Βίμπατστε) : συγγνώμη
  • Дякую (Ντιάκουγιου) : ευχαριστώ
  • це (τσε) /що (στσο) : αυτό
  • Скільки коштує? (Σκίλ'κι κοστούγιε) : πόσο κάνει;
  • Так (Τακ) : ναι
  • Ні (Νι) : όχι
  • Я не розумію (Για νε ροζουμίγιου) : δεν καταλαβαίνω
  • Де туалет? (Ντε τουαλέτ) : πού είναι η τουαλέτα;
  • сік (σικ) : χυμός
  • вода (βοντά) : νερό
  • вино (βινό) : κρασί
  • пиво (πίβο) : μπύρα
  • молоко (μολοκό) : γάλα
  • Ви говорите/розмовляєте грецькою? (Βι γοβορίτε/ροζμοβλιάγιετε γρέτσ'κοιου) : Μιλάτε Ελληνικά;
  • Я люблю/кохаю тебе (Για λιουμπλιού/κοχάγιου τεμπέ) : σ’ αγαπώ
  • Ти дуже красива (Τι ντούζε κρασίβα) : είσαι πολύ όμορφη
  • Як тебе звати? (Γιάκ τεμπέ ζβάτυ) : Πώς σε λένε;
  • Ти розбила моє серце (Τι ροζμπίλα μογιέ σέρτσε): ράγισες την καρδιά μου;
  • Я змарнувала на тебе найкращі роки мого життя! (Για σμαρνουβάλα να τέμπε ναϊκράσι ρόκι μόγο ζίτια): Σου έδωσα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου;

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]