Δεύτερος Ιταλικός Πόλεμος της Ανεξαρτησίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Δεύτερος Ιταλικός Πόλεμος της Ανεξαρτησίας, επίσης γνωστός ως Γαλλοαυστριακός Πόλεμος, Αυστροσαρδηνικός Πόλεμος, ή Ιταλικός Πόλεμος του 1859 (στη Γαλλία γνωστός ως Εκστρατεία της Ιταλίας), ήταν η ένοπλη σύρραξη της Β΄ Γαλλικής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου της Σαρδηνίας (το βασίλειο κάποιες φορές αναφερόταν ως Σαρδηνία-Πεδεμόντιο, αφού ο ίδιος οίκος, ο Οίκος της Σαβοΐας, κυβερνούσε και το Πεδεμόντιο εναντίον της Αυστριακής Αυτοκρατορίας το 1859, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της ενοποίησης της Ιταλίας.

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Πεδεμόντιοι, μετά την ήττα τους από την Αυστρία στον Πρώτο Ιταλικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, αναγνώρισαν την ανάγκη εξεύρεσης συμμάχων για να επιτύχουν τους σκοπούς τους. Ως αποτέλεσμα, ο πρωθυπουργός του Βασιλείου Πεδεμοντίου-Σαρδηνίας, Καμίλλο Μπένσο, κόμης του Καβούρ, επιχείρησε να συνάψει σχέσεις με άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, μέσω και της συμμετοχής των Πεδεμοντίων στον Κριμαϊκό Πόλεμο. Στη διάσκεψη ειρήνης στο Παρίσι που τερμάτισε τον Κριμαϊκό Πόλεμο, ο κόμης Καβούρ προσπάθησε να προσελκύσει τη διεθνή προσοχή στην ενοποίηση της Ιταλίας. Παρότι η Βρετανία και η Γαλλία διάκειντο ευνοϊκά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ήταν απρόθυμοι στην πράξη να κινηθούν ενάντια στα ζωτικά συμφέροντα και τις επιθυμίες της Αυστρίας, καθώς κάθε κίνηση προς την ενοποίηση της Ιταλίας θα απειλούσε αναγκαστικά την επικράτεια της τελευταίας στην περιοχή της Λομβαρδίας-Βένετου. Ιδιωτικές συζητήσεις μεταξύ του Ναπολέοντα Γ΄ και του κόμη Καβούρ που ακολούθησαν μετά τη διάσκεψη στο Παρίσι καθόρισαν τον Γάλλο αυτοκράτορα ως πρώτο υποψήφιο να συνδράμει στην υπόθεση, αν και η θέση του δεν ήταν ακόμη ξεκάθαρη.

Στις 14 Ιανουαρίου 1858, ένας Ιταλός, ο Φελίτσε Ορσίνι, πραγματοποίησε ανεπιτυχή απόπειρα δολοφονίας του Ναπολέοντα Γ΄. Η απόπειρα αυτή προκάλεσε ευρεία συμπάθεια για την προσπάθεια ενοποίησης της Ιταλίας, ενώ είχε προφανές αποτέλεσμα στον ίδιο τον Ναπολέοντα Γ΄, που πλέον ήταν αποφασισμένος να βοηθήσει το Πεδεμόντιο ενάντια στην Αυστρία, σε μια προσπάθεια να εκτονώσει τις ευρύτερες επαναστατικές ενέργειες που ζυμώνονταν και που οι κυβερνήσεις στην Ιταλία μπορεί να επέτρεπαν να ξεσπάσουν στο μέλλον. Μετά από μια μυστική συνάντηση στη γαλλική λουτρόπολη Πλομπιέρ, ο Ναπολέων Γ΄ και ο κόμης Καβούρ υπέγραψαν μια μυστική συνθήκη συμμαχίας κατά της Αυστρίας: η Γαλλία θα βοηθούσε το Πεδεμόντιο-Σαρδηνία εναντίον των Αυστριακών εάν οι δεύτεροι επιτίθονταν, και το Πεδεμόντιο-Σαρδηνία θα παραχωρούσε την πόλη Νίκαια και την περιοχή της Σαβοΐας στη Γαλλία ως αντάλλαγμα. Η μυστική αυτή συμμαχία χρησίμευε και στις δύο χώρες, καθώς βοηθούσε στο σχέδιο ενοποίησης της ιταλικής χερσονήσου υπό τον Οίκο της Σαβοΐας, αδυνατίζοντας συγχρόνως την Αυστρία, σκληρή αντίπαλο της Β΄ Γαλλικής Αυτοκρατορίας.

Ο κόμης Καβούρ, όντας ανήμπορος να εξασφαλίσει τη γαλλική βοήθεια αν δεν προϋφίστατο επίθεση των Αυστριακών, προκάλεσε τη Βιέννη με μια σειρά στρατιωτικών ελιγμών κοντά στα σύνορα. Τελικώς, στις 23 Απριλίου 1859, η Αυστρία επέδωσε τελεσίγραφο στους Πεδεμόντιους, απαιτώντας την ολοκληρωτική αποστράτευση του στρατού του Βασιλείου του Πεδεμοντίου-Σαρδηνίας, το οποίο δεν ικανοποιήθηκε, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει στις 29 Απριλίου 1859 ο πόλεμος, σύροντας έτσι και τη Γαλλία σε αυτόν.

Στρατιωτικές δυνάμεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γαλλικός Στρατός αποτελείτο κατά την εκστρατεία στην Ιταλία από 170.000 πεζούς, 2.000 ιππείς και 312 πυροβόλα, αποτελώντας το μισό του συνολικού στρατού της Γαλλίας. Το τεράστιο αυτό εκστρατευτικό σώμα ήταν υπό τις διαταγές του ίδιου του αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄, και χωριζόταν σε 5 σώματα στρατού, συν την Αυτοκρατορική Φρουρά: το 1ο Σώμα υπό τον στρατάρχη Ακίλ Μπαράγκ ντ΄ Ιλλιέρ, το 2ο Σώμα υπό τον στρατηγό Πατρίς ΜακΜαόν, το 3ο Σώμα υπό τον στρατάρχη Φρανσουά Σερταίν Κανρομπέρ, το 4ο Σώμα υπό τον στρατηγό Αντόλφ Νιελ και το 5ο Σώμα υπό τον πρίγκηπα Ναπολέοντα, ανηψιό του Μεγάλου Ναπολέοντα. Η Αυτοκρατορική Φρουρά διοικείτο από τον στρατηγό Ωγκύστ Ρενώ ντε Σαιν-Ζαν ντ΄Ανζελύ.

Ο Στρατός του Πεδεμοντίου-Σαρδηνίας αποτελείτο από 70.000 πεζούς, 4.000 ιππείς και 90 πυροβόλα, με αρχιστράτηγο τον βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Β΄ του Οίκου της Σαβοΐας, με κύριο βοηθό του τον στρατηγό Αλφόνσο Φερρέρο Λα Μάρμορα. Ο στρατός χωριζόταν σε 5 μεραρχίες, υπό τους στρατηγούς Καστελμπρούγκο, Μανφρέντο Φάντι, Τζιοβάνι Ντουράντο, Ενρίκο Τσιαλντίνι και Ντομένικο Κουτσιάρι αντίστοιχα. Επιπλέον, τον συνέδραμαν δύο σχηματισμοί εθελοντών, οι Κυνηγοί των Άλπεων και οι Κυνηγοί των Απεννίνων.

Ο Αυστριακός Στρατός αποτελείτο από 220.000 πεζούς, 22.000 ιππείς και 824 πυροβόλα, με αρχιστράτηγο τον στρατάρχη, κόμη Φέρεντς Γκιουλάι.

Επιχειρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την κήρυξη του πολέμου, δεν υπήρχαν γαλλικά στρατεύματα στην Ιταλία, οπότε ο στρατάρχης Κανρομπέρ μετακινήθηκε με τις δυνάμεις του στο Πεδεμόντιο σιδηροδρομικώς, στην πρώτη μαζική στρατιωτική χρήση του μέσου αυτού. Οι αυστριακές δυνάμεις υπολόγιζαν σε μια άμεση νίκη επί του αδύναμου στρατού του Πεδεμοντίου-Σαρδηνίας πριν φτάσουν οι γαλλικές δυνάμεις στο Πεδεμόντιο. Παρόλα αυτά, ο στρατάρχης κόμης Γκιουλάι, διοικητής των Αυστριακών στη Λομβαρδία, ήταν πολύ επιφυλακτικός και προήλαυνε γύρω από τον ποταμό Τιτσίνο χωρίς να ακολουθεί μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, μέχρι που τελικώς τον διέσχισε προκειμένου να επιτεθεί. Δυστυχώς γι΄ αυτόν, ξεκίνησαν πολύ ισχυρές βροχοπτώσεις, που επέτρεψαν στους Πεδεμοντίους να πλημμυρίσουν τα ρυζοχώραφα που βρίσκονταν στην οδό προέλασής του, επιβραδύνοντας τον αυστριακό στρατό και αναγκάζοντάς τον να κινείται με πολύ μεγάλη δυσκολία.

Τελικώς, οι Αυστριακοί υπό τον Γιουλάι έφτασαν στην πόλη Βερτσέλλι, απειλώντας το Τορίνο, αλλά η κίνηση των Γάλλων και Πεδεμοντίων να ενισχύσουν την Αλεσσάντρια και τις γέφυρες του ποταμού Πάδου γύρω από την πόλη Καζάλε Μονφερράτο, τους ανάγκασε να οπισθοχωρήσουν. Στις 14 Μαΐου 1859 ο Ναπολέων Γ΄ έφτασε στην Αλεσσάντρια, αναλαμβάνοντας την ηγεσία των επιχειρήσεων. Η αρχική σύγκρουση του πολέμου έλαβε χώρα στην κοινότητα Μοντεμπέλλο στις 20 Μαΐου, όταν ένα σώμα στρατού των Αυστριακών υπό τον στρατηγό Σταντιόν συγκρούστηκε με μια μόνο μεραρχία του 1ου Σώματος Στρατού των Γάλλων υπό τον στρατηγό Ελί Φρεντερίκ Φοραί. Το αυστριακό τμήμα, αν και τριπλάσιο σε μέγεθος, ηττήθηκε από τους Γάλλους, με αποτέλεσμα ο στρατάρχης Γκιουλάι να γίνει ακόμη πιο επιφυλακτικός. Στις αρχές του Ιουνίου, οι δυνάμεις του Γκιουλάι είχαν προελάσει έως τον σιδηροδρομικό κόμβο της πόλης Ματζέντα, όπου είχαν υπέρμετρα απλωθεί. Ο Ναπολέων Γ΄ επιτέθηκε τότε στον ποταμό Τιτσίνο με τμήμα του στρατού του, ενώ έστειλε ένα άλλο μεγάλο τμήμα στρατού στα βόρεια για να υπερφαλαγγίσει τους Αυστριακούς. Το σχέδιο πέτυχε, αναγκάζοντας τον Γκιουλάι να υποχωρήσει ανατολικά στα χαρακτηριστικά πολυγωνικά (με τέσσερεις γωνίες στη συγκεκριμένη περίπτωση) κάστρα-οχυρά της Λομβαρδίας, όπου και απαλλάχθηκε από τη θέση του διοικητή των αυστριακών δυνάμεων.