Σαντζάκι του Νόβι Παζάρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σαντζάκι του Νόβι Παζάρ
18651912
Sanjak of Novi Pazar, Ottoman Balkans (late 19th century).png
Χώρα Οθωμανική Αυτοκρατορία
Διοικητική υπαγωγή Εγιαλέτι της Βοσνίας και Βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου
Πρωτεύουσα Νόβι Παζάρ

Το Σαντζάκι του Νόβι Παζάρ (σερβοκροατικά : Новопазарски санџак, τουρκικά: Γενί Παζάρ σαντσαγκί) ήταν Οθωμανικό σαντζάκι (διοικητική μονάδα δευτέρου επιπέδου) που δημιουργήθηκε το 1865. Αναδιοργανώθηκε το 1880 και το 1902. Η οθωμανική κυριαρχία στην περιοχή διήρκεσε μέχρι τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο (1912). Το Σαντζάκι του Νόβι Παζάρ περιλάμβανε εδάφη του σημερινού βορειοανατολικού Μαυροβουνίου και της νοτιοδυτικής Σερβίας, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων βόρειων τμημάτων του Κοσσυφοπεδίου. Η περιοχή είναι γνωστή ως Ράσκα και απλώς Σαντζάκ. Διοικητικό κέντρο του ήταν ήταν η πόλη Νόβι Παζάρ, χώριζε εδαφικά τη Σερβία και το Μαυροβούνιο από το 1865 έως το 1913 και ανήκε διοικητικά στο Βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου. Το 1908 πέρασε για λίγο στον έλεγχο της Αυστροουγγαρίας για να το καταλάβει ξανά η Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρελθόν: Οθωμανική κατάκτηση της περιοχής της Ράσκα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το Μεσαίωνα η περιοχή της Ράσκα ήταν μία από τις κεντρικές περιοχές της Μεσαιωνικής Σερβίας. Οι επιδρομές των Οθωμανών Τούρκων σε αυτή την περιοχή ξεκίνησαν στα τέλη του 14ου αιώνα, μετά τη Μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389) και τη δημιουργία της τουρκικής μεθοριακής επαρχίας (σερβοκροατικά: κράιστε) των Σκοπίων (1392). Η οριστική κατάκτηση της περιοχής της Ράσκα έγινε το 1455, όταν ο Ισά-Μπεη Ισάκοβιτς, Τούρκος κυβερνήτης των Σκοπίων, κατέλαβε το νοτιοδυτικό τμήμα του Δεσποτάτο της Σερβίας.[1]

Αρχικά η περιοχή της Ράσκα περιελήφθη στη μεθοριακή επαρχία των Σκοπίων και ο κυβερνήτης Ισά-Μπεη Ισάκοβιτς αποφάσισε να δημιουργήσει ένα νέο φρούριο κοντά στην παλιά αγορά του Στάρο Τργκόβιστε (Τουρκικά: Εσκί Παζάρ, που σημαίνει επί λέξει "παλιά αγορά"). Η νέα θέση (Σερβοκροατικά: Νόβο Τργκόβιστε) ονομάστηκε κατά συνέπεια Νόβι Παζάρ (Τουρκικά: Γενί Παζάρ, που σημαίνει "νέα αγορά"). Ο Ισάκοβιτς έχτισε εκεί ένα τζαμί και επίσης δημόσια λουτρά, ξενώνα και ένα οικιστικό συγκρότημα[2]. Το Νόβι Παζάρ ανήκε αρχικά στο βιλαέτι του Γέλετς, του Σκόπσκο Κράιστε ("Μεθοριακή Επαρχία των Σκοπίων")[3]. Το 1463 η περιοχή ενσωματώθηκε στο νεοσύστατο Σαντζάκι της Βοσνίας. Η έδρα του καδή (δικαστή) μεταφέρθηκε στη συνέχεια από το Γέλετς στο Νόβι Παζάρ λίγο πριν το 1485 και από τότε η πόλη έγινε το σημαντικότερο κέντρο στο νοτιοανατολικό τμήμα του Σαντζακίου της Βοσνίας[4]. Η περιοχή του Νόβι Παζάρ παρέμεινε τμήμα του Σαντζακίου της Βοσνίας μέχρι το 1864.

Ίδρυση του Σαντζακίου του Νόβι Παζάρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη δημοσίευση του Νόμου των Βιλαετίων το 1864 και την αναδιοργάνωση του Εγιαλετίου της Βοσνίας το 1865, η περιοχή του Νόβι Παζάρ έγινε ξεχωριστό Σαντζάκι με την έδρα του στην πόλη του Νόβι Παζάρ. Αρχικά είχε τους "καζάδες" (υποεπαρχίες) Γενίβαρος, Μιτρόβιτσα, Γκούσινιε, Τργκόβιστε, Ακοβα, Κόλασιν, Πρέπολ και Τάσλιτσα. Το Σαντζάκι τηου Νόβι Παζάρ ανήκε στο Βιλαέτι της Βοσνίας, πριν γίνει τμήμα του νεοϊδρυθέντος Βιλαετίου του Κοσσυφοπεδίου το 1878. Περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής περιοχής Σαντζάκ (που ονομάστηκε έτσι από το Σαντζάκι του Νόβι Παζάρ), που ονομάζεται επίσης Ράσκα, καθώς και βορειοανατολικό τμήμα του Μαυροβουνίου και τμήμα του βόρειου Κοσσυφοπεδίου (περιοχή γύρω από την Κόσοβσκα Μιτρόβιτσα).

Συνέδριο του Βερολίνου (1878)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σαντζάκι το 1878

Ο Υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας Γκιούλα Αντράσυ, εκτός από την κατοχή και τη διοίκηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, έλαβε επίσης το δικαίωμα να εγκαταστήσει φρουρές στο Σαντζάκι του Νόβι Παζάρ, που παρέμεινε υπό την οθωμανική κυβέρνηση. Το Σαντζάκι διατήρησε το διαχωρισμό Σερβίας και Μαυροβουνίου και οι εκεί αυστροουγγρικές φρουρές δυνητικά άνοιγαν το δρόμο για μια έφοδο στη Θεσσαλονίκη, που «θα έθετε το δυτικό μισό των Βαλκανίων υπό μόνιμη αυστριακή επιρροή»[5]. "Οι ανώτερες [Αυστροουγγρικές] στρατιωτικές αρχές επιθυμούσαν [μια ...] άμεση σημαντική εκστρατεία με στόχο τη Θεσσαλονίκη".[6]

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1878 ο Υπουργός Οικονομικών, Κόλομαν φον Τσελ, απείλησε να παραιτηθεί αν επιτρεπόταν στο στρατό, πίσω από τον οποίο βρισκόταν ο Αρχιδούκας Αλβέρτος, να προχωρήσει στη Θεσσαλονίκη. Κατά τη σύνοδο του Ουγγρικού Κοινοβουλίου της 5ης Νοεμβρίου 1878 η αντιπολίτευση έκανε πρόταση μομφής κατά του Υπουργού Εξωτερικών για παραβίαση του συντάγματος με την πολιτική του κατά τη διάρκεια της Κρίσης της Εγγύς Ανατολής και την κατοχή της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Η πρόταση απορρίφθηκε με 179 έναντι 95. Με την κατάταξη και τον φάκελο της αντιπολίτευσης οι πιο σοβαρές κατηγορίες έγιναν εναντίον του Αντράσυ[6]

Στις 10 Οκτωβρίου 1878 ο Γάλλος διπλωμάτης Μελχιόρ ντε Βογκέ περιέγραψε την κατάσταση ως εξής:

Ιδιαίτερα στην Ουγγαρία η δυσαρέσκεια που προκλήθηκε από αυτή την «περιπέτεια» είχε φτάσει στο σοβαρότερο βαθμό, από αυτό το έντονο συντηρητικό ένστικτο που εμψυχώνει τη φυλή των Μαγιάρων και είναι το μυστικό των πεπρωμένων του. Αυτό το έντονο και αποκλειστικό ένστικτο εξηγεί το ιστορικό φαινόμενο μιας απομονωμένης ομάδας, ολιγάριθμης, που κυριαρχεί ακόμη σε μια χώρα που κατοικείται από μια πλειοψηφία λαών διαφορετικών φυλών και αντιφατικών προσδοκιών και παίζει ρόλο στις ευρωπαϊκές υποθέσεις πάνω από κάθε αναλογία αριθμητική της σημασίας ή πνευματικού της πολιτισμού. Αυτό το ένστικτο αφυπνίζεται σήμερα και προειδοποιεί ότι θεωρεί ότι η κατοχή της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης αποτελεί απειλή, η οποία, εισάγοντας νέα σλαβικά στοιχεία στον ουγγρικό πολιτικό οργανισμό και παρέχοντας ένα ευρύτερο πεδίο και περαιτέρω στρατολόγηση για την κροατική αντιπολίτευση, θα ανατρέψει την ασταθή ισορροπία στην οποία εδράζεται η ουγγρική κυριαρχία.[7].

Αυτή η αυστροουγγρική επέκταση προς νότο εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σχεδιάστηκε για να αποτρέψει την επέκταση της ρωσικής επιρροής και την ένωση της Σερβίας με το Μαυροβούνιο.

Οθωμανικές διοικητικές αλλαγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διοικητική διαίρεση το 1907: τα σαντζάκια Πλιέβλια και Σιένιτσα στα βορειοδυτικά και η πόλη του Νόβι Παζάρ, που ανήκε στο Σαντζάκι της Πρίστινα

Για να αντισταθμίσει την Αυστροουγγρική επιρροή στην περιοχή της Ράσκα η Οθωμανική κυβέρνηση έκανε μια νέα διοικητική αλλαγή: το Σαντζάκι του Νόβι Παζάρ αποσπάστηκε από το Βιλαέτι της Βοσνίας και εντάχθηκε στο Βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου, που ιδρύθηκε το 1877[8][9] . Λίγο αργότερα έγιναν νέες διοικητικές αλλαγές. Το 1880 ολόκληρο το δυτικό τμήμα του Σαντζακίου του Νόβι Παζάρ αναδιοργανώθηκε και στο έδαφος αυτό δημιουργήθηκε ένα ξεχωριστό Σαντζάκι της Πλιέβλια, που περιλάμβανε τους καζάδες Πλιέβλια (έδρα του), Πριγέπολιε και Πρίμποϊ. Αυτές ήταν οι θέσεις όπου τοπθετήθηκαν οι αυστροουγγρικές φρουρές.

Μια άλλη σημαντική διοικητική αλλαγή έγινε το 1902, όταν ο καζάς του Νόβι Παζάρ μεταφέρθηκε στη δικαιοδοσία του [[Σαντζάκι της Πρίστινα|Σαντζακιού της Πρίστινα και το υπόλοιπο του της Πρίστινα του Νόβι Παζάρ αναδιοργανώθηκε ως Σαντζάκι της Σιένιτσα, που περιλάμβανε τις επαρχίες Σιένιτσα (έδρα του), Nόβα Βάρος, Μπιέλο Πόλιε και Κάτω Κόλασιν (τμήμα των σύγχρονων δήμων Μπιέλο Πόλιε και Mόικοβατς)[8]. Αυτή η κίνηση δεν έγινε ευμενώς δεκτή από τους εκεί Σλάβους Μουσουλμάνους του Νόβι Παζάρ, γιατί την εξέλαβαν ως εκδήλωση έλλειψης σεβασμού και δυσπιστίας των κεντρικών Οθωμανικών αρχών. Μετά την Επανάσταση των Νεοτούρκων του 1908 εισήχθησαν κάποιες δημοκρατικές αλλαγές στην τοπική πολιτική ζωή, επιτρέποντας τη συμμετοχή μη Μουσουλμάνων ηγετών (Χριστιανών και Εβραίων) στα τοπικά διοικητικά όργανα.

Αποχώρηση των αυστροουγγρικών φρουρών το 1908[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 1908 η Αυστροουγγαρία ανακοίνωσε την πρόθεσή της να κατασκευάσει μια σιδηροδρομική γραμμή μέσω του Σαντζάκ προς την Οθωμανική Μακεδονία, γεγονός που προκάλεσε διεθνή αναβρασμό. Ωστόσο κατά τις διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία η Αυστροουγγαρία φάνηκε ότι θα ήταν πρόθυμοι να εκκενώσει τα σαντζάκια Πλιέβλια και Σιένιτσα με αντάλλαγμα για την αναγνώριση της προσάρτησης της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης[10]. Οι αυστροουγγρικές φρουρές απομακρύνθηκαν από την περιοχή το 1908, μετά την επίσημη προσάρτηση από την Αυστροουγγαρία του γειτονικού Οθωμανικού βιλαετίου της Βοσνίας, που ανήκε (de jure) στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι το 1908, αλλά ήταν υπό αυστροουγγρικό στρατό κατοχής μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1878.

Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913) και τέλος της Οθωμανικής κυριαρχίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ήττα των Οθωμανών κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο του 1912-1913 τα εδάφη των οθωμανικών σαντζακίων Πλιέβλια, Σιένιτσα και Πρίστινα τα μοιράστηκαν η Σερβία και το Μαυροβούνιο με τη Συνθήκη του Λονδίνου (1913), η περιοχή Πλιέβλια δόθηκε στο Μαυροβούνιο και οι περιοχές Σιένιτσα και Νόβι Παζάρ με το υπόλοιπο του Σαντζακίου της Πρίστινα δόθηκαν στη Σερβία.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σαντζάκι του Νόβι Παζάρ κατοικείτο κυρίως από Σλάβους Μουσουλμάνους (εξισλαμισμένους Νότιους Σλάβους και εκσλαβισμένους Μουσουλμάνους Αλβανούς), Σέρβους (Ορθόδοξους Χριστιανούς) και μερικούς Αλβανούς Μουσουλμάνους και Τούρκους.

Πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημαντικές πόλεις του σαντζακίου ήταν: (Οθωμανικά ονόματα σε παρένθεση)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Новопазарски санџак της Σερβικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
  1. Ćirković 2004, σελίδες 23, 107, 111.
  2. Mihailo Maletić (1969). Novi Pazar i okolina. Književne novine, σελ. 107. https://books.google.com/books?id=mV48AAAAMAAJ. Ανακτήθηκε στις 24 January 2013. «Ако се (1455) помињу села Поток и Парице, а град не, то би значило да му још тада нису били ударени темељи. Изгледа ца се Иса-бег Исхаковић одлучио на изградњу града-утврђен>а већ 1456. године када имамо прве помене о Новом Пазару» 
  3. Katić, Tatjana (2010), «Vilajet Pastric (Paštrik) 1452/1453 godine», Micelleanea, Belgrade: Istorijski Institut, https://www.scribd.com/doc/86086432/50378999-Tatjana-Kati%C4%87-Vilajet-Pa%C5%A1trik-1452-53-godine 
  4. Hazim Šabanović (1959). Bosanski pašaluk: postanak i upravna podjela. Naučno društvo NR Bosne i Hercegovine, σελ. 118. https://books.google.com/books?id=kkQQAAAAIAAJ. Ανακτήθηκε στις 27 January 2013. «središta iz Jeleča u Novi Pazar izvršeno svakako nešto prije 1485 g., kada je Jeleč već bio izgubio raniji strateški značaj, a Novi Pazar, kome je Isa-beg Ishaković udario temelje još šezdesetih godina XV st. razvio se dotle u veću varoš.» 
  5. Albertini, Luigi (1952). The Origins of the War of 1914. Volume I. Oxford University Press, σελ. 19. 
  6. 6,0 6,1 Albertini, Luigi (1952). The Origins of the War of 1914. Volume I. Oxford University Press, σελ. 33. 
  7. Albertini, Luigi (1952). The Origins of the War of 1914. Volume I. Oxford University Press, σελ. 33–34. 
  8. 8,0 8,1 Milić F. Petrović (1995). Dokumenti o Raškoj oblasti: 1900-1912. Arhiv Srbije, σελ. 8. https://books.google.com/books?id=L1K5AAAAIAAJ. «Да би сузбила аустроугарски утицај у западним крајевима Рашке области, Турска је извршила нову управну поделу. Новопазарски санџак је 1879. год. издвојен из Босанског вилајста и прикључен Косовеком вилајету, који је основан још 1877. год. са седиштем у Приштини а касније у Скопљу. Потом је 1880. године основан пљеваљ- ски санџак — мутесарифлук тј. округ саседиштем у Пљевљима, који је обухватио казе Пљевља, Пријеноље и мундирлук - испоставу у Прибоју. Тосу места у којимасу се налазили аустро-угарски гарнизони. Исте године формиран је Новопазарски, одно- сно Сјенички санџак са седиштем у Сјеници, а који је обухватио казе: сјеничку, нововарошку, бјелопољску и доњоколашинску (територија данашњих општина Би- јело Поље и ...» 
  9. Dragoslav Srejović. Slavko Gavrilović. Sima M. Ćirković (1983). Istorija srpskog naroda: knj. Od Berlinskog kongresa do Ujedinjenja 1878-1918 (2 v.). Srpska književna zadruga, σελ. 263. https://books.google.com/books?id=L75BAAAAYAAJ. «Новопазарски санџак је већ 1879. издвојен из босанског вилајета са седиштем у Сарајеву и припојен косовском вилајету који је основан 30. јануара 1877. са седиштем у Приштини.» 
  10. MacMillan, Margaret (2013). The War That Ended Peace. Random House, σελ. 420–423.