Μετάβαση στο περιεχόμενο

1,3-βουταδιένιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Βουταδιένιο-1,3)
1,3-βουταδιένιο
Γενικά
Όνομα IUPAC1,3-βουταδιένιο
Άλλες ονομασίεςΔιβινύλιο
Χημικά αναγνωριστικά
Χημικός τύποςC4H6
Μοριακή μάζα54.091 amu
Σύντομος
συντακτικός τύπος
CH2=CHCH=CH2
ΣυντομογραφίεςVi2
Αριθμός CAS106-99-0
SMILESC=CC=C
Αριθμός RTECSEI9275000
Αριθμός UN1010
PubChem CID7845
Δομή
Μήκος δεσμούC-H: 106 pm
Είδος δεσμούC-H: σ (2sp2-1s)
Πόλωση δεσμούC--H+: 3%
Μοριακή γεωμετρίαΕπίπεδη
Ισομέρεια
Ισομερή θέσης8
Φυσικές ιδιότητες
Σημείο τήξης-108,9 °C
Σημείο βρασμού-4,4 °C
Πυκνότητα640 kg/m3 (-6 °C)
Διαλυτότητα
στο νερό
735 ppm
Ιξώδες0,25 cP (0 °C)
ΕμφάνισηΆχρωμο αέριο
Χημικές ιδιότητες
Θερμότητα πλήρους
καύσης
2.381 kJ
Ελάχιστη θερμοκρασία
ανάφλεξης
-85 °C
Επικινδυνότητα
Φράσεις κινδύνουR45 R46 R12
Φράσεις ασφαλείαςS45 S53
Εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά, τα δεδομένα αφορούν υλικά υπό κανονικές συνθήκες περιβάλλοντος (25°C, 100 kPa).

Το 1,3-βουταδιένιο[1] ή διβινύλιο είναι μέλος της ομόλογης σειράς των αλκαδιενίων,[2] δηλαδή ένας ακόρεστος, άκυκλος υδρογονάνθρακας με δύο διπλούς δεσμούς. Είναι ταυτόχρονα και το πρώτο μέλος της υπομόλογης σειράς των συζυγιακών αλκαδιενίων, δηλαδή των αλκαδιενίων με τους δυο διπλούς δεσμούς να έχουν ανάμεσα έναν απλό δεσμό. Ο μοριακός του τύπος είναι: C4H6, ενώ ο ημισυντακτικός του τύπος είναι: CH2=CHCH=CH2. Η χημικώς καθαρή ένωση, υπό τις κανονικές συνθήκες περιβάλλοντος, είναι ένα άχρωμο αέριο που χρησιμοποιείται ευρύτατα ως πρόδρομη ύλη σύνθεσης άλλων οργανικών ενώσεων, ιδιαίτερα για την παραγωγή του πολυβινυλίου, του συνθετικού καουτσούκ και του νάιλον. Έχει ένα επίπεδο μόριο, του οποίου όλα τα άτομα άνθρακα βρίσκονται σε sp² υβριδισμό. Έχει οκτώ (8) ισομερή:

  1. Το 1-βουτίνιο, με ημισυντακτικό τύπο: CH3CH2C≡CH. Ένα αλκίνιο.
  2. Το 2-βουτίνιο, με ημισυντακτικό τύπο: CH3C≡CCH3. Ένα αλκίνιο.
  3. Το 1,2-βουταδιένιο, με ημισυντακτικό τύπο: CH3CH=C=CH2. Ένα αλλυλικό αλκαδιένιο.
  4. Το κυκλοβουτένιο, με γραμμικό τύπο: . Ένα κυκλοαλκένιο.
  5. Το 1-μεθυλοκυκλοπροπένιο, με γραμμικό τύπο: . Ένα κυκλοαλκένιο.
  6. Το 3-μεθυλοκυκλοπροπένιο, με γραμμικό τύπο: . Ένα κυκλοαλκένιο.
  7. Το μεθυλενοκυκλοπροπάνιο, με γραμμικό τύπο: . Ένα κυκλοαλκένιο.
  8. Το δικυκλοβουτάνιο, με γραμμικό τύπο: . Ένα δικυκλοαλκάνιο.

Το 1863 ένας Γάλλος χημικός απομόνωσε έναν προηγουμένως άγνωστο υδρογονάνθρακα με πυρόλυση αμυλικής αλκοόλης (C5H11OH)[3]. Αυτός ο υδρογονάνθρακας ταυτοποιήθηκε ως «βουταδιένιο» (εννοώντας το 1,3- ισομερές, αφού το άλλο ήταν ακόμη τελείως άγνωστο) το 1886, αφότου ο Henry Edward Armstrong τον ξανααπομόνωσε, αυτή τη φορά ανάμεσα στα προϊόντα πυρόλυσης του πετρελαίου[4] . Το 1910, ένας Ρώσος χημικός, ο Σεργκέι Βασίλιεβιτς Λέμπεντεφ, πολυμέρισε το 1,3-βουταδιένιο, σχηματίζοντας ένα προϊόν που έμοιαζε με το καουτσούκ. Ωστόσο αυτό το πολυμερές ήταν πολύ μαλακό για να αντικαταστήσει το φυσικό καουτσούκ σε πολλές χρήσεις του, ειδικά στην κατασκευή ελαστικών αυτοκινήτων.

Η βιομηχανία άρχισε να αξιοποιεί το 1,3-βουταδιένιο μερικά χρόνια αργότερα, ιδιαίτερα πριν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολλές χώρες διαπίστωσαν τότε ότι σε περίπτωση πολέμου, κινδύνευαν να αποκοπούν από τις φυτείες του φυσικού καουτσούκ, που ελέγχονταν σε μεγάλο βαθμό άμεσα ή έμμεσα από το Ηνωμένο Βασίλειο. Έτσι άρχισαν να αναζητούν τρόπους περιορισμού της εξάρτησής του απ' αυτό το φυσικό προϊόν. Το 1929, οι Eduard Tschunker και Walter Bock, που εργάζονταν για την IG Farben στη Γερμανία, έφτιαξαν ένα συμπολυμερές 1,3-βουταδιενίου και στυρολίου που μπορούσε να υποκαταστήσει το φυσικό καουτσούκ στα ελαστικά των οχημάτων. Η μέθοδος γρήγορα διαδόθηκε παγκοσμίως. Διέφερε όμως η πρώτη ύλη παραγωγής 1,3-βουταδιένιου: Η ΕΣΣΔ και οι ΗΠΑ χρησιμοποιούσαν αιθανόλη που προέρχονταν από τη ζύμωση δημητριακών, ενώ η Γερμανία προτιμούσε το αιθίνιο, που προέρχονταν από τα κοιτάσματα ασβεστόλιθου και γαιάνθρακά της.

Βιομηχανικές μέθοδοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πυρόλυση κλασμάτων πετρελαίου με ατμό

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις ΗΠΑ, τη Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία, το 1,3-βουταδιένιο παράγονταν ως ένα παραπροϊόν της πυρόλυσης με ατμό κλασμάτων πετρελαίου, δηλαδή αλειφατικών υδρογονανθράκων που θερμαίνονταν σύντομα σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες (συχνά ακόμη και πάνω από 900 °C). Σ' αυτές τις συνθήκες, πολλοί αλειφατικοί υδρογονάνθρακες δίνουν υδρογόνο και ένα πολύπλοκο μίγμα κορεσμένων και ακόρεστων υδρογονανθράκων, που περιλαμβάνουν 1,3-βουταδιένιο. Η ποσότητα παραγωγής του 1,3-βουταδιενίου μ' αυτήν τη μέθοδο εξαρτάται βασικά από το αρχικό μείγμα υδρογονανθράκων που πυρολύεται. Ελαφρά μείγματα, δηλαδή τέτοια που περιέχουν ελαφρούς υδρογονάνθρακες όπως π.χ. το αιθάνιο, παράγουν κυρίως αιθένιο όταν πυρολύονται. Βαρύτερα μείγματα, δηλαδή τέτοια που περιέχουν βαρύτερους υδρογονάνθρακες, δίνουν μεγαλύτερα ποσοστά βαρύτερων ολεφινών (ακόρεστων υδρογονανθράκων, άσχετα από την ομόλογη σειρά που ανήκουν), όπως το 1,3-βουταδιένιο και διάφορους αρωμαρτικούς υδρογονάνθρκες.

Το 1,3-βουταδιένιο τυπικά απομονώνεται από το κλάσμα των υδρογονανθράκων που περιέχουν τέσσερα (4) άτομα άνθρακα που παράγεται με πυρόλυση με ατμό με διάλυση σε έναν πολικό αλλά απρωτικό διαλύτη, όπως το αιθανονιτρίλιο (CH3CN) ή το Ν,Ν-διμεθυλομεθαναμίδιο [HCON(CH3)2], από τα οποία λαμβάνεται μετά με απόσταξη[5].

Καταλυτική αφυδρογόνωση βουτανίου

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1,3-βουταδιένιο μπορεί επίσης να παραχθεί με καταλυτική αφυδρογόνωση δύο (2) μορίων υδρογόνου βουτανίου. Το πρώτο τέτοιο εργοστάσιο άρχισε να λειτουργεί το 1987 στο Χιούστον του Τέξας των ΗΠΑ, παράγοντας 65.000 τόνους 1,3-βουταδιενίου το χρόνο[6]:

Σε άλλα μέρη του κόσμου, που περιλαμβάνουν την Ανατολική Ευρώπη, την Κίνα και την Ινδία το 1,3-βουταδιένιο παράγεται επίσης από αιθανόλη. Αν και οι μέθοδοι αυτές δεν συγκρίνεται οικονομικά με την πυρπόλυση με ατμό για παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων 1,3-βουταδιενίου, είναι βιώσιμη λύση παραγωγής για μικρότερες μονάδες παραγωγής που διαθέτουν πρόσβαση σε χαμηλού κόστους αιθανόλη. Υπάρχουν οι ακόλουθες δύο (2) μέθοδοι για παραγωγή 1,3-βουταδιενίου από αιθανόλη

1. Η μέθοδος που αναπτύχθηκε από τον Σεργκέι Βασίλιεβιτς Λέμπεντεφ, κατά την οποία η αιθανόλη, με θέρμανση στους 400–450 °C πάνω από μια ποικιλία οξείδια μετάλλων (MxOy), ως καταλύτες, μετατρέπεται σε 1,3-βουταδιένιο, νερό και υδρογόνο[7]::

Αυτή η μέθοδος ήταν η βασική για την παραγωγή συνθετικού καουτσούκ από την ΕΣΣΔ κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την περίοδο Ψυχρού Πολέμου, αλλά παραμένει ακόμη σε περιορισμένη χρήση στη Ρωσία και την Ανατολική Ευρώπη.

2. Η μέθοδος αναπτύχθηκε από τον επίσης Ρώσο χημικό Ivan Ostromislensky: Μέρος της αιθανόλης οξειδώνται προς αιθανάλη (CH3CHO), με την οποία αντιδρά η υπόλοιπη αιθανόλη στους 325–350 °C, πάνω από ταντάλιο και πορώδες πυρίτιο ως καταλύτες, παράγοντας βουταδιένιο-1,3 και νερό[7]:

Αυτή η μέθοδος χρησιμοποιήθηκε από τις ΗΠΑ κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και είναι σε χρήση στην Κίνα και την Ινδία.

Από πρώτες ύλες με μικρότερη ανθρακική αλυσίδα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1. Το 1,3-βουταδιένιο είναι συμμετρικό αλκαδιένιο, δηλαδή αποτελείται από δυο συμμετρικά τμήματα βινυλίου: (CH2=CH-). Αυτό επιτρέπει τη παραγωγή του με τη μέθοδο Würtz, από βινυλυλαλογονίδιο (CH2=CHX) και νάτριο (Na)[8]:

  • όπου Χ: F, Cl, Br, I.
  • Το K επίσης δίνει την αντίστοιχη αντίδραση.
  • Η απόδοση είναι αρκετά καλή: ~60%.

2. Μια εναλλακτική μέθοδος είναι η αντίδραση ζεύγους βινυλυλαλογονίδιου (CH2=CHX) - βινυλολιθίου (CH2=CHLi):

Με αφυδάτωση διολών

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με ενδομοριακή αφυδάτωση (δύο μορίων νερού) 1,4-βουτανοδιόλης παράγεται 1,3-βουταδιένιο. Η αντίδραση ευνοείται σε σχετικά υψηλές θερμοκρασίες, >150 °C[9]:

Με απόσπαση υδραλογόνου

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με απόσπαση δύο μορίων υδραλογόνου (HX) από 1,4-διαλοβουτάνιο παράγεται 1,3-βουταδιένιο[10]:

Με απόσπαση αλογόνου

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με απόσπαση δύο μορίων αλογόνου (X2) από 1,1,4,4-τετρααλοβουτάνιο παράγεται 1,3-βουταδιένιο[11]:

Χημικές ιδιότητες και παράγωγα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  • Εμφανίζει όλες τις χαρακτηριστικές ιδιότητες των ακόρεστων υδρογονανθράκων.
  • Επειδή έχει δύο (2) διπλούς δεσμούς, υπάρχει η δυνατότητα για δύο (2) αντιδράσεις προσθήκης. Η προσθήκη που γίνεται (συνήθως) πρώτη είναι η 1,4-. Αυτή θα εφαρμοστεί παρακάτω, ως κυρίαρχη. Ωστόσο είναι δυνατό με χρήση ειδικών συνθηκών και καταλυτών να ευνοηθεί η 1,2- προσθήκη.
  • Με το οξυγόνο του αέρα καίγεται παρέχοντας φλόγα υψηλότατης θερμοκρασίας:

Με επίδραση όζοντος (οζονόλυση) σε 1,3-βουταδιένιο, παράγεται ασταθές οζονίδιο που τελικά διασπάται σε μεθανάλη και γλυοξάλη[12]:

Η διυδροξυλίωση προπενίου, αντιστοιχεί σε προσθήκη H2O2[13]:

1. Επίδραση αραιού διαλύματος υπερμαγγανικού καλίου. Παράγει 2-βουτεν-1,4-διόλη:

2. Επίδραση καρβοξυλικού οξέος και υπεροξείδιου του υδρογόνου. Παράγει 2-βουτεν-1,4-διόλη:

3. Μέθοδος Sharpless. Παράγει 2-βουτεν-1,4-διόλη:

4. Μέθοδος Woodward. Παράγει 2-βουτεν-1,4-διόλη:

5. Υπάρχει ακόμη δυνατότητα για 1,5-διυδροξυλίωση με επίδραση αλδευδών ή κετονών σε παράγωγα της 3-πεντεν-1,5-διόλης, παρουσία νερού. Αντίδραση Prins. Π.χ.:

Επίδραση πυκνού υπερμαγγανικού καλίου

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με επίδραση πυκνού διαλύματος υπερμαγγανικού καλίου (KMnO4) παράγεται μεθανικό οξύ και αιθανοδιικό οξύ[14]:

1. Επίδραση θειικού οξέος και στη συνέχεια νερού (ενυδάτωση), με 1,4-προσθήκη παράγεται 2-βουτεν-1-όλη[15]:

2. Υδροβορίωση και στη συνέχεια επίδραση με υπεροξείδιο του υδρογόνου. Παράγεται τρι(βουτ-2-ενυλο)βοράνιο και στη συνέχεια 2-βουτεν-1-όλη[16]:

3. Αντίδραση με οξικό υδράργυρο και έπειτα αναγωγή. Παράγεται 2-βουτεν-1-όλη:

4. Υπάρχει ακόμη η δυνατότητα αλλυλικής υδροξυλίωσης κατά Prins με επίδραση αλδευδών ή κετονών σε 1,3-βουταδιένιο απουσία νερού. Π.χ. με μεθανάλη προκύπτει 2,4-πενταδιενόλη:

Προσθήκη υποαλογονώδους οξέως

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με επίδραση (προσθήκη) υποαλογονώδους οξέος (HOX) σε 1,3-βουταδιένιο παράγεται 4-αλο-2-βουτεν-1-όλη[17]:

  • Το HOX παράγεται συνήθως επιτόπου με την αντίδραση:

Καταλυτική υδρογόνωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με καταλυτική υδρογόνωση προπαδιενίου σχηματίζεται αρχικά 2Ε-βουτένιο και στη συνέχεια (με περίσσεια υδρογόνου) βουτάνιο[18]:

  • Μπορεί να παραχθεί ειδικά 2Ζ-βουτένιο με λίγο διαφορετική υδρογόνωση:

Με προσθήκη αλογόνου (X2) (αλογόνωση) σε βουταδιένιο-1,3 έχουμε προσθήκη στους διπλούς δεσμούς. Παράγεται αρχικά 1,4-διαλοβουτένιο-2 και στη συνέχεια, με περίσσεια αλογόνου, 1,2,3,4-τετρααλοβουτάνιο. Π.χ.[19]:

Με προσθήκη υδραλογόνων (HX) (υδραλογόνωση) σε 1,3-βουταδιένιο παράγεται αρχικά 1-αλο-2-βουτένιο και στη συνέχεια, με περίσσεια υδραλογόνου, σχεδόν ισομοριακό μίγμα 1,2-διαλοβουτάνιου και 1,3-διαλοβουτάνιου.[20]:

Με προσθήκη υδροκυανίου (HCN) (υδροκυάνωση) σε 1,3-βουταδιένιο παράγεται 3-πεντενονιτρίλιο:

Καταλυτική αμμωνίωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1. Προσθήκη αμμωνίας (NH3). Παράγεται 2-βουτεν-1-αμίνη. Π.χ.:

  • Τα παραπάνω μέταλλα που αναφέρονται στη θέση του καταλύτη χρησιμοποιούνται με τη μορφή συμπλόκων τους και όχι σε μεταλλική μορφή.

2. Προσθήκη πρωτοταγούς αμίνης. Π.χ. με μεθυλαμίνη παράγεται Ν-μεθυλο-2-βουτεν-1-αμίνη:

3. Προσθήκη δευτεροταγούς αμίνης. Π.χ. με διμεθυλαμίνη παράγεται N,N-διμεθυλο-2-βουτεν-1-αμίνη:

Καταλυτική φορμυλίωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με προσθήκη μεθανάλης (CO + H2) σε 1,3-βουταδιένιο παράγεται 3-πεντενάλη. Π.χ.:

  • Τα παραπάνω μέταλλα που αναφέρονται στη θέση του καταλύτη χρησιμοποιούνται με τη μορφή συμπλόκων τους και όχι σε μεταλλική μορφή.

Κατά την επίδραση 1,3-βουταδιένιου (διένιου) π.χ. σε αιθένιο (διενόφιλο) έχουμε την ονομαζόμενη (αντίδραση Diels–Adler) που στην περίπτωση αυτή οδηγεί στην παραγωγή κυκλοεξενίου.[21]:

Παρατηρήσεις και αναφορές

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  1. Πολλές φορές αποκαλείται και σκέτα βουταδιένιο, γιατί ισομερές του βουταδιένιο-1,2 παράγεται βιομηχανικά πιο δύσκολα και έχει λιγότερες παραγωγικέςς εφαρμογές.
  2. The Open University (UK), 2000. T838 Design and Manufacture with Polymers: Introduction to Polymers, page 9. Milton Keynes: The Open University.
  3. Caventou, E. (1863), Annalen der Chemie und Pharmacie 127, 93.
  4. Armstrong, H.E. Miller, A.K. (1886).and an indian scientist sajan sha "The decomposition and genesis of hydrocarbons at high temperatures. I. The products of the manufacture of gas from petroleum." Journal of the Chemical Society 49, 80.
  5. Sun, H.P. Wristers, J.P. (1992). Butadiene. In J.I. Kroschwitz (Ed.), Encyclopedia of Chemical Technology, 4th ed., vol. 4, pp. 663–690. New York: John Wiley & Sons.
  6. Beychok, M.R. and Brack, W.J., "First Postwar Butadiene Plant", Petroleum Refiner, June 1957.
  7. 1 2 Kirshenbaum, I. (1978). Butadiene. In M. Grayson (Ed.), Encyclopedia of Chemical Technology, 3rd ed., vol. 4, pp. 313–337. New York: John Wiley & Sons.
  8. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 152, §6.2.2α, R = CH2=CH
  9. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.153, §6.3.3.
  10. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.153, §6.3.1α.
  11. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.153, §6.3.1β.
  12. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 157, §6.8.10.
  13. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 157, §6.8.9.
  14. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.8.
  15. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 156, §6.8.3.
  16. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 156, §6.8.5.
  17. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 156, §6.8.4.
  18. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 156, §6.8.6.
  19. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 156, §6.8.2.
  20. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 156, §6.8.1.
  21. Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 160, §6.10.2.
  • Speight J. G., “Chemical and Process Design Handbook”, McGraw-Hill, 2002.
  • Γ. Βάρβογλη, Ν. Αλεξάνδρου, Οργανική Χημεία, Αθήνα 1972
  • Α. Βάρβογλη, «Χημεία Οργανικών Ενώσεων», παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991
  • SCHAUM'S OUTLINE SERIES, ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΧΗΜΕΙΑ, Μτφ. Α. Βάρβογλη, 1999
  • Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982