Μάχη του Κοσσυφοπεδίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάχη του Κοσσυφοπεδίου
Μέρος των Οθωμανικών πολέμων στην Ευρώπη
Facial Chronicle - b.10, p.299 - Battle of Kosovo (1389).png
Απεικόνιση της μάχης σε ρωσική μικρογραφία του 16ου αι.
Χρονολογία 28 Ιουνίου 1389
Τόπος Κοσσυφοπέδιο, Σερβία του Μοράβα
Έκβαση Νίκη των Οθωμανών
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Grb Lazarevic.png Πρίγκηπας Λάζαρ
οικόσημο των Μπράνκοβιτς Βουκ Μπράνκοβιτς
Vukovići.png Βλάτκο Βούκοβιτς
Δυνάμεις
27.000-30.000[1]
12.000-20.000
Απώλειες
Ο Σουλτάνος Μουράτ και μεγάλο μέρος των οθωμανικών στρατευμάτων
Ο πρίγκηπας Λάζαρος και ο κύριος όγκος του σερβικού στρατού

Η Μάχη στο Κοσσυφοπέδιο (Σερβικά: Косовска битка, Бој на Косову και Τουρκικά: Kosova Meydan Savaşı) αποτέλεσε κρίσιμη αλλά και πολύνεκρη σύγκρουση των στρατευμάτων της επεκτεινόμενης Οθωμανικής αυτοκρατορίας και της Σερβίας του Μοράβα (όπως αποκαλείται την περίοδο 1373-1402 το ισχυρότερο βασίλειο ανάμεσα σε όσα συνέθεταν τη Σερβική αυτοκρατορία (1346–1371) του Δουσάν). Η σύρραξη έλαβε χώρα στις 15 (με το Ιουλιανό ημερολόγιο) ή 23 (βάσει της προσαρμογής στο Γρηγοριανό ημερολόγιο) Ιουνίου του 1389.

Τους Οθωμανούς οδήγησε επικεφαλής στη μάχη ο Σουλτάνος Μουράτ Α΄, συνοδευόμενος από τους γιους του Βαγιαζήτ και Γιακούμπ. Ο αντίπαλος στρατός υπό τον πρίγκηπα Λάζαρο Χρεμπελιάνοβιτς βασιζόταν στις στρατιωτικές δυνάμεις του τελευταίου, σε άγημα που διηύθυνε ο Σέρβος ευγενής Βουκ Μπράνκοβιτς και ένα άλλο άγημα υπό τον Βόσνιο Βλάτκο Βούκοβιτς, το οποίο έστειλε ο βασιλιάς της Βοσνίας Τβέρτκο. Τη δεδομένη χρονική στιγμή ο Λάζαρος ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης ανάμεσα στους κυβερνήτες των σλαβικών κρατιδίων, ενώ ο Βουκ Μπράνκοβιτς κατείχε την περιοχή του Κοσσυφοπεδίου (και άλλες περιοχές), αναγνωρίζοντας τον πεθερό του, Λάζαρο ως κύριό του. Η μάχη εκτυλίχθηκε στο «πεδίο του κότσυφα», περιοχή που εντοπίζεται μόλις 5 χλμ. από τη σύγχρονη Πρίστινα.

Είναι δυσεύρετες οι αξιόπιστες ιστορικές πηγές που αφορούν το συγκεκριμένο γεγονός, αλλά μέσω της αντιπαραβολής με σύγχρονες περίπου μάχες (λ.χ. Νικόπολη, Άγκυρα) δύναται να έχουμε μια γενικά αποδεκτή εικόνα για τη μάχη[2]. Το έμψυχο δυναμικό των αντιμαχόμενων παρατάξεων σχεδόν εξ ολοκλήρου εξολοθρεύτηκε. Ανάμεσα στους πολυάριθμους νεκρούς κείτονταν οι επικεφαλής των στρατιών, ο σουλτάνος Μουράτ και ο πρίγκηπας Λάζαρος. Συνοπτικά, αν και οι Τούρκοι αφάνισαν τον σερβικό στρατό, εντούτοις είχαν πάρα πολλούς νεκρούς και τραυματίες, ώστε επιβραδύνθηκε προσωρινά η προέλασή τους στη Βαλκανική. Βέβαια, οι Σέρβοι απώλεσαν τον κύριο όγκο του στρατού τους, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να συνεχίσουν τον αμυντικό πόλεμο εναντίον των Οθωμανών Τούρκων, που παρά την «πύρρειο» νίκη (αν θεωρήσουμε ότι η έκβαση της μάχης ήταν θεωρητικά - κι όχι αριθμητικά - λιγότερο καταστροφική για αυτούς), διέθεταν επιπρόσθετα στρατεύματα στην Ανατολή. Συνεπώς, όσοι Σλάβοι ηγεμόνες δεν ήταν ήδη υποτελείς στους Οθωμανούς υποτάχθηκαν μέσα στην επόμενη δεκαπενταετία.

Για την ιστορία, την παράδοση και την εθνική ταυτότητα της Σερβίας η Μάχη στο Κοσσυφοπέδιο απέβη ιδιαίτερης σημασίας[3].

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σερβία του Μοράβα, το πριγκηπάτο του Λάζαρου

Τον Αυτοκράτορα Στέφανο Ούρος Δ΄ Δουσάν "το Μέγα" (1331-55) διαδέχτηκε ο γιος του Στέφανος Ούρος Ε΄ "Ο Αδύνανος" (1355-71), η βασιλεία του οποίου χαρακτηρίστηκε από την παρακμή της κεντρικής εξουσίας και την ανάδειξη πολλών σχεδόν ανεξάρτητων πριγκιπάτων. Αυτή η περίοδος είναι γνωστή ως πτώση της Σερβικής Αυτοκρατορίας. Ο Ούρος Ε΄ δεν μπόρεσε να διατηρήσει τη μεγάλη αυτοκρατορία που δημιούργησε ο πατέρας του ούτε να αποκρούσει τις ξένες απειλές και να περιορίσει την ανεξαρτησία των ευγενών. Πέθανε άτεκνος στις 4 Δεκεμβρίου 1371, αφού μεγάλο μέρος των Σέρβων ευγενών είχε εξοντωθεί από τους Οθωμανούς στη Μάχη του Έβρου νωρίτερα εκείνου του έτους. Ο Πρίγκιπας Λάζαρος, ηγεμόνας του βόρειου τμήματος της πρώην αυτοκρατορίας, της Σερβίας του Μοράβα, γνώριζε την οθωμανική απειλή και ξεκίνησε διπλωματικές και στρατιωτικές προετοιμασίες για μια εκστρατεία εναντίον της.

Ύστερα από τις ήττες του οθωμανικού στρατού σε Πλότσνικ (1387) και Μπιλέτσα (1388), ο Μουράτ, ήδη σουλτάνος από το 1361, μετακίνησε τα στρατεύματά του από τη Φιλιππούπολη, όπου ξεχειμώνιαζε, στο Ιχτιμάν (πόλη στη δυτική Βουλγαρία, περ. 48 χμ. από τη Σόφια). Από εκεί, ο στρατός ταξίδεψε ως το Βελμπάζντ (σήμερα Κιουστεντίλ) και το Κράτοβο (την ομώνυμη σύγχρονη πόλη της ΠΓΔΜ). Παρόλο που ο δρόμος μέσω της Σόφιας και της κοιλάδας του Νισάβα ήταν συντομότερος, η διαδρομή που επέλεξε ο οθωμανικός στρατός οδηγούσε στο Κοσσυφοπέδιο, υψηλής γεωστρατηγικής σημασίας σταυροδρόμι των Βαλκανίων. Έτσι, ο Μουράτ θα βρισκόταν σε θέση να επιτεθεί είτε στα εδάφη του Βουκ Μπράνκοβιτς είτε στην περιοχή του Λάζαρου της Σερβίας. Ο στρατός του Μουράτ προήλασε όπως σχεδίαζε, περνώντας από το Κουμάνοβο, το Πρέσεβο, το Γκνιλάνε και τέλος έφτασε στην Πρίστινα στις 14 Ιουνίου.

Ταυτόχρονα, για τις κινήσεις της σερβικής δύναμης δεν έχουμε τόσο λεπτομερείς πληροφορίες. Τα στρατεύματα του Λάζαρου βρίσκονταν κοντά στη Ναϊσσό, όπου είχαν συγκεντρωθεί συγκεκριμένα στη δεξιά όχθη του ποταμού Γιούζνα Μοράβα. Στο σημείο παρέμειναν πιθανόν ώσπου πληροφορήθηκαν για την πορεία του Μουράτ προς το Βελμπάζντ, μετά το οποίο κατευθύνθηκε μέσω Προκούπλιε στο Κοσσυφοπέδιο. Η τελευταία περιοχή ήταν το ιδανικό για το Λάζαρο πεδίο μάχης, από τη στιγμή που έτσι ήλεγχε οποιονδήποτε δρόμο θα μπορούσε να πάρει ο Μουράτ.

Προοίμιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύνθεση των αντιμαχόμενων στρατών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αντίπαλοι ηγέτες
Σερ
Ο Λάζαρος Χρεμπελιάνοβιτς.  
Εικόνα 2
Ο Σουλτάνος Μουράτ Α΄.  

Ο στρατός του Μουράτ αριθμούσε από 27.000 έως 40.000 μαχητές[4]. Λαμβάνοντας το μέγιστο αριθμό θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε περίπου 2.000 γενίτσαρους, 2.500 ιππείς από τη φρουρά του Μουράτ, άλλους 6.000 σπαχήδες, 20.000 ελαφρούς οπλίτες και ιππείς και 8.000 στρατό από τους υποτελείς του[2] (στους οποίους δε συμπεριλαμβάνονταν[5] οι Δραγάσης και Μάρκος).

Η δύναμη του Λάζαρου αριθμούσε από 12.000 μέχρι 30.000 στρατιώτες.[4] Από τους 30.000 περίπου παρόντες, 12.000 έως 15.000 ήταν υπό τις διαταγές του Λάζαρου, με άλλες 5.000 έως 10.000 υπό τον Βουκ Μπράνκοβιτς και άλλους τόσους υπό τον Βλάτκο Βούκοβιτς. Τα τελευταία στρατεύματα εστάλησαν από τον Βόσνιο βασιλιά Τβέρτκο Κοτρόμανιτς. Με το στρατό του Βούκοβιτς αναμείχθηκε και ένα άγημα των Ιωαννιτών Ιπποτών, τους οποίους ο Κροάτης ιππότης Ιωάννης Παλίσνα είχε οδηγήσει από την πόλη Βράνα στην Κροατία.[6] Αρκετές χιλιάδες ήταν το ιππικό.[7]. Επιπλέον υπήρξαν αρκετές μεταγενέστερες περιγραφέ που ανέφεραν ότι ο «χριστιανικός στρατός» του Λαζάρου ήταν πολύ μεγαλύτερος και ότι περιλάμβανε και τμήματα άλλων εθνών, παρόλο που αυτά δεν μπορούν να επαληθευτούν.

Παράταξη των στρατευμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

[[Image:|200px|alt=|Παράταξη των στρατευμάτων.]]
Παράταξη των στρατευμάτων.

Οι αντίπαλες στρατιές συναντήθηκαν στην πεδιάδα του Κοσσυφοπέδιου. Ο Μουράτ οδηγούσε επικεφαλής το οθωμανικό στράτευμα με τους γιους του στις πτέρυγες, τον Βαγιαζήτ από δεξιά του και τον Γιακούμπ από την αριστερή πλευρά. Περίπου 1.000 τοξότες τοποθετήθηκαν στα μπροστινά μέρη κάθε πτέρυγας, υποστηριζόμενοι από σπαχήδες και ελαφρούς οπλίτες. Στην πρώτη γραμμή της κεντρικής παράταξης βρίσκονταν γενίτσαροι, πίσω από τους οποίους ήταν ο Μουράτ, περιστοιχιζόμενος από τους ιππείς της προσωπικής του φρουράς. Τέλος, η πομπή με τις προμήθειες φυλασσόταν από μικρό αριθμό στρατευμάτων.[7]

Στο κέντρο του σερβικού στρατού παρατάχτηκε ο Λάζαρος, με τον Μπράνκοβιτς από δεξιά και τον Βούκοβιτς από αριστερά. Στο μπροστινό τμήμα του στρατεύματος βρισκόταν το βαρύ ιππικό και στις πτέρυγες οι έφιπποι τοξότες, ενώ το πεζικό ήταν παραταγμένο πίσω. Αν και παράλληλη, η διάταξη των στρατευμάτων δεν ήταν συμμετρική, καθώς το σερβικό κέντρο είχε ένα ευρύτερο μέτωπο από το αντίστοιχο οθωμανικό.[7]

Μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Oι σερβικές και οι τουρκικές περιγραφές της μάχης διαφέρουν, καθιστώντας δύσκολη την αναπαράσταση της πορείας των γεγονότων. Πιστεύεται ότι η μάχη ξεκίνησε με Οθωμανούς τοξότες που έπληξαν το σερβικό ιππικό, που τότε προετοιμαζόταν για την επίθεση. Μετά την τοποθέτηση σε σχηματισμό σφήνας το σερβικό ιππικό πέτυχε να διασπάσει την αριστερή πτέρυγα των Οθωμανών, αλλά δεν είχε την ίδια επιτυχία ενάντια στην κεντρική και τη δεξιά πτέρυγα.

Μάχη του Κοσσυφοπεδίου, του Ανταμ Στεφάνοβιτς (1870).

Οι Σέρβοι είχαν το αρχικό πλεονέκτημα μετά την πρώτη τους επίθεση, που έπληξε σημαντικά την οθωμανική πτέρυγα που διοικούσε ο Γιακούμπ Τσελεμπί. Όταν τελείωσε η επίθεση των ιπποτών, το ελαφρύ οθωμανικό ιππικό και το ελαφρύ πεζικό αντεπιτέθηκαν και η βαριά πανοπλία των Σέρβων κατέστη μειονέκτημα. Στο κέντρο τα σερβικά στρατεύματα κατόρθωσαν να απωθήσουν τις οθωμανικές δυνάμεις, εκτός από την πτέρυγα του Bαγιαζίτ, που με δυσκολία απέκρουσε τις δυνάμεις του Βλάτκο Βούκοβιτς. Ο Βούκοβιτς έτσι προκάλεσε δυσανάλογα μεγάλες απώλειες στους Οθωμανούς. Οι Οθωμανοί, σε μια άγρια ​​αντεπίθεση με επικεφαλής το Bαγιαζίτ, απώθησαν τις σέρβικες δυνάμεις και στη συνέχεια αργότερα επικράτησαν, τρέποντας σε φυγή το σερβικό πεζικό. Και οι δύο όμως πλευρές άντεχαν, με το Βούκοβιτς να κινείται προς το κέντρο για να αντισταθμίσει τις μεγάλες απώλειες που προκλήθηκαν στο σέρβικο πεζικό.

Τα ιστορικά δεδομένα λένε ότι ο Βουκ Μπράνκοβιτς είδε ότι δεν υπήρχε ελπίδα για νίκη και διέφυγε για να σώσει όσο περισσότερους άντρες μπορούσε μετά τη σύλληψη του Λαζάρου. Στα παραδοσιακά τραγούδια, όμως, λέγεται ότι πρόδωσε το Λάζαρο και τον άφησε να πεθάνει εν μέσω της μάχης, και δεν έφυγε μετά σύλληψη του Λαζάρου και τις μεγάλες απώλειες στο κέντρο.

Λίγο μετά την αποχώρηση του Μπράνκοβιτς από τη μάχη, οι υπόλοιπες βοσνιακές και σερβικές δυνάμεις εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης, πιστεύοντας ότι η νίκη δεν ήταν πλέον δυνατή.

Ο Μίλος Όμπιλιτς, ο φερόμενος ως δολοφόνος του Σουλτάνου Μουράτ.

Καθώς η μάχη έγερνε εις βάρος των Σέρβων, λέγεται ότι ένας από τους ιππότες τους, που αργότερα αναγνωρίστηκε ως Μίλος Όμπιλιτς, προσποιήθηκε ότι είχε λιποτακτήσει στις οθωμανικές δυνάμεις. Όταν τον έφεραν μπροστά στο Μουράτ, ο Όμπιλιτς έβγαλε ένα κρυμμένο στιλέτο και σκότωσε το σουλτάνο μαχαιρώνοντάς τον, ενώ τον σκότωσαν αμέσως οι σωματοφύλακες του Σουλτάνου.

Η παλαιότερη σωζόμενη πηγή, μια επιστολή της γερουσίας της Φλωρεντίας προς το βασιλιά Τρβτκο Α΄ της Βοσνίας της 20ής Οκτωβρίου 1389, λέει ότι ο Μουράτ σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της μάχης. Ο δολοφόνος δεν κατονομάζεται, αλλά ήταν ένας από τους 12 Σέρβους ευγενείς που κατάφεραν να διασπάσουν τις οθωμανικές γραμμές:

"Τυχερά, τα πιο τυχερά είναι εκείνα τα χέρια των δώδεκα πιστών αρχόντων που, έχοντας ανοίξει το δρόμο τους με το σπαθί και έχοντας διεισδύσει στις εχθρικές γραμμές και στον κύκλο των αλυσοδεμένων καμηλών, έφτασαν ηρωικά στη σκηνή του ίδιου του Μουράτ. Πιο τυχερός απ 'όλους είναι εκείνος που με τόση δύναμη σκότωσε ένα τόσο ισχυρό ηγεμόνα, μαχαιρώνοντάς τον με ένα σπαθί στο λαιμό και την κοιλιά. Και ευλογημένοι είναι όλοι εκείνοι που έδωσαν τη ζωή και το αίμα τους με τον ένδοξο τρόπο του μαρτυρίου σαν θύματα του νεκρού ηγέτη πάνω από το απαίσιο πτώμα του.

Αλλη ιταλική περιγραφή, το έργο του Mινιανέλι του 1416, υποστηρίζει ότι τον Οθωμανό σουλτάνο σκότωσε ο Λάζαρος.

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Και οι δύο στρατοί εκμηδενίστηκαν στη μάχη. Και ο Λάζαρος και ο Μουράτ έχασαν τη ζωή τους και τα απομεινάρια των στρατευμάτων τους τελικά υποχώρησαν από το πεδίο της μάχης. Ο γιος του Μουράτ Βαγιαζήτ Α΄ στραγγάλισε το μικρότερο αδελφό του Γιάκουμπ Τσελέμπι, όταν άκουσε ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει και έτσι έγινε ο μοναδικός κληρονόμος του Οθωμανικού θρόνου. Οι Σέρβοι έμειναν με λίγους άνδρες, που δεν αρκούσαν για να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τα εδάφη τους, ενώ οι Τούρκοι είχαν πολλά περισσότερα στρατεύματα στην Ανατολή. Κατά συνέπεια τα Σερβικά πριγκιπάτα, που δεν ήταν ήδη, έγιναν υποτελή στους Οθωμανούς, έγιναν έτσι τα επόμενα χρόνια, ενδίδοντας το ένα μετά το άλλο. Επιπλέον, για να αντιμετωπίσουν την οθωμανική πίεση, μερικοί Σέρβοι ευγενείς πρόσφεραν ως νύφες τις κόρες τους, συμπεριλαμβανομένης της κόρης του πρίγκιπα Λαζάρου, στο Βαγιαζήτ. Μετά από αυτούς τους γάμους ο Στέφανος Λαζάρεβιτς έγινε πιστός σύμμαχος του Βαγιαζήτ, συνεισφέροντας σημαντικές δυνάμεις σε πολλές από τις μελλοντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις του, συμπεριλαμβανομένης της Μάχης της Νικόπολης. Τελικά το Δεσποτάτο της Σερβίας θα προσπαθούσε επανειλημμένα να νικήσει τους Οθωμανούς συνεργαζόμενο με τους Ούγγρους μέχρι την τελική του ήττα το 1459.

Τουρκικές πανοπλίες από τις μάχες του Εβρου και του Κοσσυφοπεδίου.

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μάχη του Κοσσυφοπεδίου είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη σερβική ιστορία, παράδοση και εθνική ταυτότητα.

Η ημέρα της μάχης, γνωστή στη Σερβία ως Βίντοβνταν (Ημέρα του Αγίου Βίτου), είναι σημαντικό κομμμάτι της σερβικής εθνοτικής και εθνικής ταυτότητας με σημαντικά γεγονότα της σερβικής ιστορίας που συνέπεσαν εκείνη την ημέρα: το 1876 η Σερβία κήρυξε τον πόλεμο την Οθωμανική Αυτοκρατορία (Σερβοτουρκικοί πόλεμοι 1876-1878. Το 1881 η Αυστρουγγαρία και το Πριγκιπάτο της Σερβίας υπέγραψαν μια μυστική συμμαχία. Το 1914 έγινε η δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου της Αυστρίας από το Σέρβο Γκαβρίλο Πρίντσιπ (αν και συμπτωματικά η επίσκεψή του συνέπεσε εκείνη την ημέρα, το Βίντοβνταν πρόσθεσε εθνικιστικό συμβολισμό στο γεγονός). το 1921 ο Σέρβος Βασιλιάς Αλέξανδρος Α' ενέκρινε το Σύνταγμα του Βίντοβνταν. Το 1989, για την 600η επέτειο της μάχης, ο Σέρβος πολιτικός ηγέτης Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς εκφώνησε την ομιλία του Γκαζίμεσταν στον τόπο της ιστορικής μάχης κλπ.

Ο Τάφος του Σουλτάνου Μουράτ, στο Κόσοβο Πόλιε, όπου έχουν ταφεί τα εσωτερικά όργανα του Μουράτ Α΄, έχει αποκτήσει θρησκευτική σημασία για τους τοπικούς Μουσουλμάνους. Ένα μνημείο χτίστηκε από τον γιο του Μουράτ Α΄, Βαγιαζήτ Α΄, στον τάφο και έγινε το πρώτο παράδειγμα Οθωμανικής αρχιτεκτονικής στην περιοχή του Κοσσυφοπεδίου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. βλ. Jean W. Sedlar, East Central Europe in the Middle Ages, 1000-1500, σελ. 244
  2. 2,0 2,1 Bitka, Vojna Enciklopedija, Βελιγράδι 1972 (στα Σερβοκροατικά) σελ. 659
  3. G. Duijzings, Religion and the Politics of Identity in Kosovo (Λονδίνο: Χαρστ, 2000)
  4. 4,0 4,1 Εκτιμήσεις σύμφωνα με μεταγενέστερους ερευνητές:
    • Σύμφωνα με τον Sedlar: «Nearly the entire Christian fighting force (between 12,000 and 20,000 men) had been present at Kosovo, while the Ottomans (with 27,000 to 30,000 on the battlefield) retained numerous reserves in Anatolia.»
    • Σύμφωνα με τον John K. Cox: «The Ottoman army probably numbered between 30,000 and 40,000. They faced something like 15,000 to 25,000 Eastern Orthodox soldiers». (The History of Serbia, σελ. 30)
    • Σύμφωνα με τον Robert Cowley: «On June 28, 1389, an Ottoman army of between thirty thousand and forty thousand under the command of Sultan Murad I defeated an army of Balkan allies numbering twenty-five thousand to thirty thousand under the command of Prince Lazar of Serbia at Kosovo Polje (Field of Blackbirds) in the central Balkans.» (The Reader's Companion to Military History, σελ.249).
  5. Tatyana Popović, Prince Marko, Νέα Υόρκη (1988) ISBN 0-8156-2444-1. σελ. 21
  6. Hunyadi and Laszlovszky, Zsolt και József (2001). The Crusades and the military orders: expanding the frontiers of medieval Latin Christianity (Οι Σταυροφορίες και τα στρατιωτικά τάγματα: διευρύνοντας τα σύνορα του Λατινικού Χριστιανισμού). Βουδαπέστη: Εκδόσεις Πανεπιστημίου Κεντρικής Ευρώπης, παράρτημα Μεσαιωνικών Σπουδών, σελ. 285–290. ISBN 963-9241-42-3.  (Αγγλικά)
  7. 7,0 7,1 7,2 Kosovska Bitka (βλ. παραπάνω), σελ. 660

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Battle of Kosovo της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).