Στέφανος ο Πρωτόστεπτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Στέφανος ο Πρωτόστεπτος
Prvovencani Ljeviska1.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 1166
Θάνατος 24  Σεπτεμβρίου 1227
Τόπος ταφής Studenica monastery
Εθνικότητα Σέρβοι
Υπηκοότητα Μεγάλο Πριγκιπάτο της Ράσκας
Θρησκεία Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα συγγραφέας
Οικογένεια
Σύζυγος Ευδοκία Αγγελίνα (1186–1198)
Άννα Δάνδολο (από 1217)
Τέκνα Στέφανος Ούρος Α΄
Στέφανος Ράντοσλαβ
Στέφανος Βλάντισλαβ
Άγιος Σάββας Β΄ της Σερβίας
Κομνηνή Νεμάνια
Γονείς Στέφανος Α΄ Νεμάνια και Αναστασία της Σερβίας
Αδέλφια Άγιος Σάββας
Βουκάν Νεμάνια
Οικογένεια Οίκος Νεμάνια
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Ο Στέφανος σε τοιχογραφία στην μονή Μιλέσεβα

Ο Στέφανος Νεμάνιτς (σερβικά: Стефан Немањић) ή Στέφανος ο Πρωτόστεπτος (σερβικά: Стефан Првовенчани, 1166 - 24 Σεπτεμβρίου 1227) ήταν Μεγάλος Πρίγκιπας της Σερβίας από το 1196 και Βασιλιάς της Σερβίας από το 1217 μέχρι το θάνατό του το 1227. Ήταν ο πρώτος βασιλιάς της Ράσκας και με την αναβάθμιση που έκανε το Μεγάλο Ζουπανάτο της Σερβίας σε ρηγάτο/βασίλειο και με την βοήθεια προς τον αδελφό του Αγιο Σάββα για την ίδρυση της Σερβικής Εκκλησίας, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους της δυναστείας των Νεμάνιτς. Έγραψε το έργο "η ζωή του Στέφανου Νεμάνια", μια βιογραφία του πατέρα του.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Στέφανος Νεμάνιτς ήταν ο δεύτερος γιος του Μεγάλου Πρίγκιπα Στέφανου Νεμάνια και της Αναστασίας. Ο μεγαλύτερος αδελφός του και σαν πρώτος γιος και προφανής κληρονόμος Βουκάν κυβερνούσε τη την Ζέτα και τις γειτονικές επαρχίες ενώ ο μικρότερος αδερφός του Ράστκο (αργότερα γνωστός ως Άγιος Σάββας) κυβερνούσε το Χουμ.

Οι Βυζαντινοί επιτέθηκαν τη Σερβία το 1191 με επιδρομές στις όχθες του Νότιου Μοράβα. Ο Νεμάνια έχοντας τακτικό πλεονέκτημα άρχισε να επιτίθεται στο Βυζαντινό στρατό. Ο Ισαάκιο Άγγελο συνήψε συνθήκη ειρήνης, που επικυρώθηκε με το γάμο του Στέφανου, γιου του Νεμάνια, με την Ευδοκία Αγγελίνα, ανηψιά του Ισαάκιου Β΄. Ο Στέφανος Νεμάνιτς έλαβε τον τίτλο του σεβαστοκράτορα.

Σύγκρουση για τη διαδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Στέφανος Νεμάνιτς μεταβιβάζει την εξουσία στο γιο του Στέφανο.

Σε μια επιγραφή χρονολογούμενη από το 1195 στην εκκλησία του Αγίου Λουκά στο Κότορ, ο Βουκάν τιτλοφορείται Βασιλκιάς Διοκλείας, Δαλματίας, Tραβουνίας, Tόπλιτσα και Χβόσνο.[1]

Η Σερβία επί της ηγεσίας του Στέφανου Νεμάνια και του Στέφανου Β'.
Η αναθεώρηση της Χάρτας της Μονής Χιλανδαρίου (1200-1202)

Αν και ο Βουκάν ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Νεμάνια, αυτός προτιμούσε να δει στο Σερβικό θρόνο το Στέφανο Β΄, κυρίως γιατί ήταν παντρεμένος με την πριγκίπισσα του Βυζαντίου Ευδοκία. Ο Βουκάν αντέδρασε σε αυτή την αλλαγή στη διαδοχή ανακηρύσσοντας τον εαυτό του Βασιλιά της Διόκλειας. Αν και υιοθέτησε "κυρίαρχο" βασιλικό τίτλο ο Βουκάν παρέμενε υπό την επικυριαρχία του πατέρα του. Στις 25 Μαρτίου 1196 ο Στέφανος Α΄ συγκάλεσε ένα Συμβούλιο στο Ρας, όπου επίσημα παραιτήθηκε υπέρ του δεύτερου γιου του, Στεφάνου, στον οποίο κληροδότησε όλες τις επίγειες κτήσεις του. Η απόφαση αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το παραδοσιακό δικαίωμα του πρωτότοκου, σύμφωνα με την οποία ο Βουκάν θα κληρονομούσε το θρόνο, και δεν έγινε ευμενώς δεκτή από το Βουκάν. Ο Νεμάνια ορκίστηκε μονασχός στην εκκλησία των Αγίων Πέτρου και Παύλου παίρνοντας το μοναστικό όνομα Συμεών. Στη συνέχεια αποσύρθηκε στο μοναστήρι του Στουντένιτσα και η σύζυγός του Αναστασία αποσύρθηκε και αυτή μοναχή στη Μονή της Παναγίας στην Κουρσούμλιγια. Μετά από επανειλημμένες εκκλήσεις του Σάββα (αρχικά Ράστκο) ο Συμεών πήγε στο Άγιο Όρος και ακολούθησε το Σάββα το 1197 στη Μονή Βατοπεδίου. Το 1199 και οι δύο μαζί ανοικοδόμησαν την κατεστραμμένη Ορθόδοξη Μονή Χιλανδαρίου, που δόθηκε στο Σερβικό λαό από το Βυζαντινό Αυτοκράτορα και έγινε η καρδιά του Σερβικού πνευματικού πολιτισμού. Ο Συμεών πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου 1199.

Ο Βουκάν δεν αντιτάχθηκε στην εξουσία του Στέφανου ενόσω ζούσε ο Νεμάνια , αλλά αμέσως μόλι πέθανε άρχισε να συνωμοτεί εναντίον του αδελφού του Στέφανου προκειμένου να γίνει Μέγας Πρίγκιπας. Βρήκε βοήθεια στο πρόσωπο του Βασιλιά της Ουγγαρίας Έμερικ (1196-1204), που πολεμούσε εναντίον της Β΄ Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας και ήθελε βοήθεια. Με τη βοήθεια των Ουγγρικών στρατευμάτων το 1202 ο Βουκάν κατόρθωσε να ανατρέψει το Στέφανο, που κατέφυγε στη Βουλγαρία αφήνοντας το Βουκάν κυβερνήτη της Σερβίας[2]. Σε μια επιγραφή που χρονολογείται από το 1202-1203, ο Βουκάν ονομάζεται "Μεγάλος Ζουπάνος Βουκάν, ηγεμόνας όλων των Σερβικών εδαφών, της Ζέτα, των παραθαλάσσιων πόλεων και της χώρας του Νίσαβα.

Σε αντάλλαγμα για τη Ουγγρική βοήθεια ο Βουκάν έγινε υποτελής του Ούγγρου βασιλιά και υποσχέθηκε ότι θα αασπαστεί τον καθολικισμό αν ο Πάπας του δώσει τον τίτλο του βασιλιά. Ωστόσο ως υποτελής της Ουγγαρίας ο Βουκάν σύντομα ενεπλάκη στη σύγκρουση με τη Βουλγαρία. Το 1203 ο βουλγαρικός στρατός επιτέθηκε στο Βουκάν καταλαμβάνοντας τη Νις. Στο χάος που ακολούθησε, και χρησιμοποιώντας τη συμπάθεια του Βουκάν προς τον καθολικισμό εναντίον του, ο Στέφανος κατάφερε να επιστρέψει στη Σερβία, να ανατρέψει το Βουκάν το 1204 και να γίνει πάλι ηγεμόνας. Ο Βουκάν απωθήθηκε στις κτήσεις του στη Ζέτα.

Εν τω μεταξύ ο Επίσκοπος Σάββας (ο μικρότερος αδελφός) επέστρεψε στη Σερβία το χειμώνα του 1205-1206 ή του 1206-1207[3] και επενέβη και συμφιλίωσε τους δύο αδελφούς του, φέρνοντας μαζί του τα λείψανα του πατέρα του, που τοποθέτησε στη Μονή Στουντένιτσα. Ο Στέφανος του ζήτησε να παραμείνει στη Σερβία με τους κληρικούς του, όπως και έκανε, ξεκινώντας ένα ευρύ ποιμαντικό και εκπαιδευτικό έργο για το λαό της Σερβίας. Ο Σάββας ιίδρυσε πολλές εκκλησίες και μοναστήρια, μεταξύ των οποίων και η Μονή Ζίτσα[4].

Ο Βουκάν συνέχισε να κυβερνά ως επίτιμος Βασιλιάς στη Ζέτα και παραιτήθηκε από το 1208, οπότε ο γιος του Τζόρτζε αναφέρεται ως επίτιμος Βασιλιάς της Ζέτα, αν και σε διατάγματα από τη Στουντένιτσα του 1209 αναφέρεται μόνο ως Μέγας Πρίγκιπας. Ο Βουκάν φαίνεται να πέθανε το 1209 ή λίγο αργότερα.

Ηγεμόνας στη συνέχεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το θάνατο του Καλογιάν, υπήρξε ένας πόλεμος διαδοχής στη Βουλγαρία. Ο Τσάρος Μπόριλ, ο πιο φιλόδοξος από τους ευγενείς, πήρε το θρόνο και εξόρισε τον Αλέξιο Σλάβο, τον Ιβάν Ασσέν Β΄ και το Στρέζ (της οικογένειας Ασέν). Ο Στρεζ, πρώτος ξάδερφος ή αδελφός του Μπόριλ, κατέφυγε στη Σερβία και έτυχε θερμής υποδοχής στην αυλή του Στέφανου Β΄[5][6]. Αν και ο Μπόριλ ζήτησε την έκδοση του Στρεζ στη Βουλγαρία με δώρα και δωροδοκίες ο Στέφανος Β΄ αρνήθηκε[5]. Την ίδια στιγμή ο Μπόριλ δεν ήταν σε θέση να αναλάβει στρατιωτική δράση εναντίον του Στρεζ και του Σέρβου προστάτη του, καθώς ο ίδιος είχε υποστεί μεγάλη ήττα από τους Λατίνους στην Φιλιππούπολη[6][7][8]. Ο Στέφανος έφτασε στο σημείο να αδελφοποιηθεί με το Στρεζ για να τον διαβεβαιώσει για τη συνέχεια της εύνοιάς του.

Η Μονή Ρεζέβιτσι, κοντά στη Μπόυντβα, που ιδρύθηκε από το Στέφανο

Η κυβέρνηση του Χουμ ανήκε δικαιωματικά στον Αντρέα Μιροσλάβλιεβιτς, κληρονόμος του Μίροσλαβ του Χουμ, θείου του Στέφανου Β΄, αλλά οι ευγενείς του Χουμ επέλεξαν τον αδελφό του Πέτρο ως Πρίγκιπα του Χουμ. Ο Πέτρος εξόρισε τον Αντρέα και τη χήρα του Μίροσλαβ (αδελφή του Μπαν Kούλιν της Βοσνίας), και ο Aντρέας κατέφυγε στη Ράσκα, στην αυλή του Στέφανου Β΄. Εν τω μεταξύ ο Πέτρος αντιμετώπισε επιτυχώς τις γειτονικές Βοσνία και Κροατία. Ο Στέφανος πήρε το μέρος του Αντρέα, επενέβη στον πόλεμο και εξασφάλισε το Χουμ και την πεδιάδα του Πόποβο για τον Αντρέα λίγο μετά την ανάρρησή του. Ο Πέτρος ηττήθηκε και διέσχισε το Νερέτβα, συνεχίζοντας να κυβερνάει δυτικά και βόρεια του ποταμού, που είχαν καταληφθεί το 1203 για λίγο από τον Ανδρέα Β΄ της Ουγγαρίας. Ο Στέφανος έδωσε την επίτιμη και ανώτατη ηγεμονία του Χουμ στο γιο του Ράντοσλαβ, ενώ ο Aντρέας κατείχε την περιοχή του Πόποβο με τις παράκτιες περιοχές του Χουμ, συμπεριλαμβανομένου του Στον. Με τη συμφωνία μετά το θάνατο του Ράντοσλαβ, τα εδάφη θα περιέρχονταν στον Αντρέα.

Ο Τζόρτζε της Ζέτα, προκειμένου να εξασφαλίσει τα εδάφη του από το Στέφανο, αποδέχθηκε τη Βενετική επικυριαρχία πιθανώς το 1208[9]. Ο Τζόρτζε μπορεί να ενήργησε έτσι λόγω των εντάσεων μεταξύ των δύο, αλλά μπορεί και όχι. Η Βενετία, μετά την Δ΄ Σταυροφορία, προσπάθησε να αποκτήσει τον έλεγχο των λιμανιών της Δαλματίας και κατάφερε το 1205 να υποτάξει τη Ραγούσα - ο Τζόρτζε υποτάχθηκε για να αποτρέψει τη Βενετία από το να διεκδικήσει τα λιμάνια του της νότιας Δαλματίας.

Η Μονή Ζίτσα στο Κράλιεβο, που ιδρύθηκε από το Στέφανο

Ο Τζόρτζε υποσχέθηκε στρατιωτική βοήθεια στη Βενετία σε περίπτωση εξέγερσης άλλου θεωρητικά υποτελούς της, του Δημητρίου, Αλβανού Αρχοντα της Κρούγιας. Αυτό πιθανότατα σχετιζόταν με τη σύγκρουση Ράσκας-Zέτα. Ο Στέφανος Β΄ πάντρεψε την κόρη του, Κομνηνή με το Δημήτριο το 1208. Ο γάμος είχε ως αποτέλεσμα στενούς δεσμούς και συμμαχία μεταξύ του Στέφανου και του Δημητρίου εν μέσω αυτών των συγκρούσεων. Η Κρούγια καταλήφθηκε από το Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Α' Κομνηνό Δούκα και ο Δημήτριος δεν αναφέρεται πλέον σε καμία σωζόμενη πηγή. Μετά το θάνατο του Δημητρίου τα εδάφη παρέμειναν στην Κομνηνή, που σύντομα παντρεύτηκε τον Ελληνοαλαβανό Γρηγόριο Καμόνα, που ανέλαβε την εξουσία της Κρούγιας, ενισχύοντας τις σχέσεις της με τη Σερβία, που είχαν αποδυναμωθεί μετά από μια επίθεση της Σερβίας στο Σκόδρα. Ο Τζόρτζε εξαφανίζεται από τις πηγές και ο Στέφανος Β΄ ελέγχει τη Ζέτα από το 1216, πιθανώς μετά από στρατιωτική επέμβαση[9]. Ο Στέφανος είτε έθεσε τη Ζέτα υπό την προσωπική του εξουσία, είτε την ανέθεσε στο γιο του [[Στέφανος Ράντοσλαβ|Στέφανο Ράντοσλαβ. Η Ζέτα από τότε δεν είχε κανένα ειδικό καθεστώς και ανήκε στον προφανή κληρονόμο.

Ο Δεσπότης Μιχαήλ Α της Ηπείρου κατέλαβε τη Σκόδρα και προσπάθησε να επεκταθεί περαιτέρω αλλά ανακόπηκε από τους Σέρβους και από τη δολοφονία του από έναν από τους υπηρέτες του το 1214 ή το 1215. Τον διαδέχθηκε ο ετεροθαλής αδελφός του Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας. Ο Θεόδωρος ανέλαβε μια επεκτατική πολιτική και συμμάχησε με το Στέφανο Β΄. Ο Στέφανος Ράντοσλαβ παντρεύτηκε την Άννα Δούκαινα Αγγελίνα, κόρη του Θεόδωρου.

Στέψη και αυτοκέφαλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στέψη του Στέφανου, του Αναστάς Γιοβάνοβιτς.

Θέλοντας από πολύ καιρό να ονομαστεί βασιλιάς, ο Στέφανος προσπάθησε να αποκτήσει ένα βασιλικό στέμμα από τον Πάπα. Δεν είναι ξεκάθαρο τι υποσχέθηκε ο Στέφανος όσον αφορά το καθεστώς της Καθολικής Εκκλησίας, που είχε πολυάριθμους υποστηρικτές στα δυτικά και παραλιακά τμήματα του βασιλείου του, αλλά ένας παπικός αντιπρόσωπος έφτασε τελικά το 1217 και έστεψε το Στέφανο. Η διείσδυση της Καθολικής Εκκλησίας στη Σερβία δεν κράτησε πολύ, αλλά εξόργισε τους Σέρβους κληρικούς. Πολλοί αντιτάχθηκαν στη στέψη του Στεφάνου, ενώ ο Σάββας διαμαρτυρήθηκε εγκαταλείποντας τη Σερβία και επέστρεψε στο Άγιο Όρος. Στη συνέχεια οι Σέρβοι κληρικοί ενοχλήθηκαν επίσης από τις σχέσεις του Στεφάνου με τον παπισμό, ενώ, αν και ο σύγχρονος του Στέφανου και του Σάββα, Δομεντιανός, έγραψε ότι η στέψη έγινε από παπικό αντιπρόσωπο, έναν αιώνα αργότερα ο Θεοδόσιος ο Χιλανδαρινός ισχυρίστηκε ότι ο Στέφανος εστέφη από τον αδελφό του, [Άγιο] Σάββα. Η αντίφαση οδήγησε μερικούς Σέρβους ιστορικούς να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ο Στέφανος στέφθηκε δύο φορές, πρώτα από τον παπικό αντιπρόσωπο και το 1219 από το Σάββα, αλλά οι σύγχρονοι λόγιοι συμφωνούν ότι μόνον η πρώτη στέψη έλαβε χώρα.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Στέφανος παντρεύτηκε περί το 1186 την Ευδοκία Αγγελίνα, νεότερη κόρη του Αλεξίου Αγγέλου και της Ευφροσύνης Καματηράς. Η Ευδοκία ήταν ανηψιά του τότε Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ισαάκιου Β΄ Άγγελου, που κανόνισε το γάμο. Σύμφωνα με τον Ελληνα ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη ο Στέφανος και η Ευδοκία τσακώνονταν και χώρισαν κατηγορώντας ο ένας τον άλλο για μοιχεία μετά τον Ιούνιο του 1198. Απέκτησαν τρεις γιούς και δύο κόρες:

Ο Στέφανος ξαναπαντρεύτηκε το 1207 ή 1208 και δεύτερη σύζυγός του ήταν η Άννα Δάνδολο, εγγονή του δόγη της Bενετίας Ερρίκου Δάνδολου. Απέκτησαν ένα γιο και μία κόρη:

Φρούριο Μάγκλιτς

Έχτισε πολλά φρούρια, συμπεριλαμβανομένων του Μάγκλιτς. Στο τέλος της ζωής του ορκίστηκε μοναχός με το όνομα Συμεών και πέθανε λίγο μετά. Αγιοποιήθηκε όπως ο πατέρας και η μητέρα του.

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με ένα θρύλο υπήρχε ένας ξενώνας στο δρόμο μεταξύ Μπούντβα και Πέτροβατς και μια στήλη μπροστά του με ένα αγγείο με κρασί για διψασμένους ταξιδιώτες. Σύμφωνα με αυτό το θρύλο ο Στέφανος ήπιε από αυτό το αγγείο κατά την επίσκεψή του στον ξάδερφό του, το Δόγη της Βενετίας Δάνδολο. Αργότερα, το 1223 ή 1226, φέρεται να έχτισε την Εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου (Σέρβικα: Црква Успења Пресвете Богородице), ιδρύοντας έτσι τη Μονή Ρεζέβιτσι.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ćirković 2004, p. 38
  2. Konstantin Jirecek, Geschichte der Serben 1, Gotha 1911,p.289
  3. Fine, Late, p. 79
  4. Đuro Šurmin, Povjest književnosti hrvatske i srpske, 1808, p. 229
  5. 5,0 5,1 Fine, p. 94
  6. 6,0 6,1 Curta, p. 385
  7. Velimirović, p. 61
  8. Андреев 2004, p. 180
  9. 9,0 9,1 Fine, p. 50

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Stefan the First-Crowned της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).