Εθνωνύμιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το εθνωνύμιο ή εθνώνυμο (από το ελληνικό: ἔθνος και -ωνύμιο < ὄνυμα «ὄνομα»)[1] είναι το όνομα που χρησιμοποιείται ήδη από τον ύστερο 19ο αι. για να προσδιορίσει ένα έθνος ή μια εθνότητα.[2] Τα εθνωνύμια χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, τα εξωνύμια ή εξώνυμα (το όνομα της εθνοτικής ομάδας έχει δημιουργηθεί από άλλη ομάδα ανθρώπων) και αυτωνύμια ή αυτώνυμα και ενδώνυμα (αυτοπροσδιορισμοί που δημιουργούνται και χρησιμοποιούνται από την ίδια την εθνική ομάδα)[3].

Ως παράδειγμα, το εθνωνύμιο για την εθνικά κυρίαρχη ομάδα στην Γερμανία είναι Γερμανοί. Πρόκειται για εθνικό εξωνύμιο που χρησιμοποιείται από τον αγγλόφωνο κόσμο, αν και ο ίδιος ο όρος προέρχεται από τη Λατινική. Αντίθετα, οι Γερμανοί χρησιμοποιούν το αυτωνύμιο Deutschen. Στο ίδιο παράδειγμα παρατηρούνται αρκετά εξωνύμια σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, όπως στα Γαλλικά (Allemands), τα Ιταλικά (Tedeschi), τα Σουηδικά (tyskar) και τα Πολωνικά (Niemcy).

Ποικιλίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολυάριθμα εθνωνύμια είναι δυνατόν χρησιμοποιούνται για την ίδια εθνοτική ή φυλετική ομάδα, σε διάφορα επίπεδα αναγνώρισης, αποδοχής και χρήσης. Η Κρατική Βιβλιοθήκη της Νότιας Αυστραλίας αντιμετώπισε το θέμα στην κατηγοριοποίηση της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου σχετικά με τη λογοτεχνία που αφορά σε Αβορίγινες και νησιώτες των Στενών Τόρες. Περίπου 20 διαφορετικά εθνωνύμια θεωρήθηκαν ως πιθανοί τίτλοι για τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, αλλά μόνο ένα μέρος τους είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς της καταλογογράφησης[4].

Παραπομπές-σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα, δεύτερη έκδοση, ανατύπωση, 2005.
  2. «Ethnonym». Oxford Dictionaries. http://www.oxforddictionaries.com/definition/english/ethnonym. Ανακτήθηκε στις 27/12/2015. 
  3. «Autonym vs Ethnonym - What’s the difference?». Τhe difference between. http://wikidiff.com/ethnonym/autonym. Ανακτήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2015. 
  4. Aboriginal Rountable (1995): LCSH for ATSI People.

Περιπτώσεις μελέτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]