Γιάννης Γκούρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιωάννης Γκούρας
Kapetan Gkouras.jpg
Γέννηση1791
Ντρέμισσα, Φωκίδα, Οθωμανική Αυτοκρατορία
Θάνατος1 Οκτωβρίου 1826 (35 ετών)
Αθήνα, Αττική, επαναστατημένα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό τον έλεγχο της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος
ΧώραΕλλάδα
ΒαθμόςΟπλαρχηγός
Μάχες/πόλεμοιΜάχη των Βασιλικών, Μάχη του Ανάλατου
ΣύζυγοςΑσήμω Γκούραινα
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Γιάννης Γκούρας (Πανουργιάς Φωκίδας, 1791 - 1 Οκτωβρίου 1826) ήταν οπλαρχηγός της Στερεάς Ελλάδας. Ανήκε στην ομάδα του αρματολού Πανουργιά και εν συνεχεία του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Πανουργιά. Έδωσε εντολή να σκοτώσουν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο πριν δικαστεί, και να τον πετάξουν από τα βράχια της Ακρόπολης, διαδίδοντας ότι δήθεν προσπάθησε να δραπετεύσει. Ο Ι.Μαμούρης γνωστός ως  «Γιάννης του Γκούρα» ήταν εξάδελφος του στρατηγού Ιωάννη Γκούρα.[1]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε το 1791 στη Ντρέμισσα από φτωχή οικογένεια. Όταν ήταν παιδί έβοσκε τα πρόβατα ενός Τούρκου αγά αλλά στα 17 του προτίμησε το τουφέκι από την ταπεινή εργασία του ραγιά τσοπάνου.[2]Ήταν ξάδερφος του Πανουργιά που αργότερα ακολούθησε στη μάχη . Από παιδί εξασκήθηκε στα όπλα. Με την έναρξη της επανάστασης στρατολογεί αγωνιστές. Λίγα χρόνια πριν από την Ελληνική επανάσταση του 1821 υπηρέτησε ως απλός στρατιώτης στον Οδυσσέα Ανδρούτσο, που τότε ήταν οπλαρχηγός στη Λιβαδειά. Στην αρχή οδηγούσε τον σκύλο του, ονόματι Σαμψόνι, αλλά στη συνέχεια κέρδισε την εμπιστοσύνη του αρχηγού του.[3] Απόχτησε την εκτίμηση του Ανδρούτσου σκοτώνοντας ένα Τούρκο στην Αθήνα και έγινε πρωτοπαλίκαρό του λίγους μήνες πριν από την έκρηξη της επανάστασης.

Δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε συνεργασία με τους Γαλαξιδιώτες και με τον Πανουργιά επιτέθηκε στις 27 Μαρτίου 1821 στα Σάλωνα (σημερινή Άμφισσσα) και κατέλαβε το φρούριό της. Συμμετείχε στο πλάι του Ανδρούτσου στη Μάχη στο Χάνι της Γραβιάς, όπου διακρίθηκε για την τόλμη του.Έχοντας κάνει δύο αποτυχημένες προσπάθειες να καταλάβει το Πατρατζίκι (σημερινή Υπάτη) και τη Λιβαδειά συμμετείχε στη νικηφόρα Μάχη των Βασιλικών (26 Αυγούστου 1821) αν και το δικό του σχέδιο δεν έγινε δεκτό, επέδειξε μέγιστη μαχητικότητα στο πεδίο της μάχης, αναλαμβάνοντας το κρισιμότερο έργο της αναχαίτισης του κύριου κορμού των τουρκικών δυνάμεων, κερδίζοντας τον θαυμασμό των συμπολεμιστών του. Από τότε άρχισε να γίνεται γνωστός μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων.[4]Μετά την πολιορκία της Λιβαδειάς από τον Αλή Πασά κατέφυγε στον ξάδερφό του, τον Πανουργιά, στον οποίο οι Τούρκοι είχαν παραχωρήσει το αρματολίκι της επαρχίας της Άμφισσας. Με τετρακόσιους περίπου, που είχε συγκεντρώσει στα περίχωρα της Άμφισσας, όρμησε το πρωί της 27ης Μαρτίου 1821 κατά της πόλης. Μαζί του κινήθηκαν και ο Πανουργιάς και οι οπλαρχηγοί Παπανδριάς και Μανίκας. Οι Έλληνες κατόρθωσαν να κυριεύσουν την πόλη και να κλείσουν τους Τούρκους στην ακρόπολη. Μετά από πολιορκία δέκα ημερών οι Τούρκοι παραδόθηκαν. Στις 24 Νοεμβρίου 1824 πέρασε τον Ισθμό της Κορίνθου επικεφαλής ισχυρής στρατιωτικής δύναμης για να βοηθήσει τους «Κυβερνητικούς» (Στερεοελλαδίτες και Νησιώτες) στη διαμάχη τους με τους Πελοποννησίους «Αντικυβερνητικούς». Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πελοπόννησο λεηλάτησε χωριά και καταδίωξε επιφανείς «Αντικυβερνητικούς» από την Αχαΐα, Αρκαδία και Ηλεία. Με το ξέσπασμα του δεύτερου Εμφυλίου Πολέμου τον Ιούλιο του 1824, ο Γιάννης Γκούρας προσπάθησε να ξεφύγει από την επιρροή του Ανδρούτσου και να αναπτύξει τις ηγετικές του φιλοδοξίες.[5]

Δύο μήνες που ο Γκούρας βρισκόταν κλεισμένος στην Ακρόπολη, είχε βρει τρόπο να επικοινωνεί με τον Καραϊσκάκη που διοικούσε τις ελληνικές δυνάμεις στην Ελευσίνα που προσπαθούσαν να λύσουν την τουρκική πολιορκία.Κάποιος γενναίος στρατιώτης σκαρφάλωνε νύχτα, προς τα κάτω το τείχος της Ακρόπολης, και έφθανε στο ελληνικό στρατόπεδο, με μηνύματα του Γκούρα για τον Καραϊσκάκη. Αυτά , αν και ήταν γραμμένα με κωδικό, ώστε αν τυχόν έπεφταν στα χέρια των Τούρκων να μην μπορούν να τα διαβάσουν , έφεραν πάντα την υπογραφή του. Ο ταχυδρόμος είχε μαζί του ένα από τα περιστέρια που οι πολιορκημένοι είχαν στην Ακρόπολη, στο πόδι του οποίου ο Καραϊσκάκης έδενε την απάντησή του στον Γκούρα, αφού ήταν αδύνατο για τον ταχυδρόμο να επιστρέψει στην Ακρόπολη και έτσι παρέμεινε με τις δυνάμεις του Καραϊσκάκη.[6]

Διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γιάννης Γκούρας: οπλαρχηγός της Στερεάς Ελλάδας

Στις 15 Νοεμβρίου 1821 έλαβε μέρος στη Συνέλευση της Ανατολικής Χέρσου (Στερεάς) Ελλάδος και στάθηκε στο πλευρό του Οδυσσέα Ανδρούτσου στη σύγκρουσή του με τον Άρειο Πάγο. Μετά την αμνήστευσή του, ο Ανδρούτσος διόρισε τον Γκούρα το 1822 φρούραρχο της Ακρόπολης στην Αθήνα. [7] Το 1825 διορίστηκε γενικός οπλαρχηγός της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας. Ως φρούραρχος ήταν ιδιαίτερα σκληρός. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου εισέβαλε στην Πελοπόννησο και συγκρούστηκε με τους προκρίτους της Κορινθίας, της Αρκαδίας και της Ηλείας. Η ανάδειξη του Γκούρα σε ισχυρό στρατιωτικό παράγοντα συναρτάται με τη δυνατότητα της Διοίκησης να ελέγξει για πρώτη φορά πολιτικά και στρατιωτικά τις επαναστατημένες επαρχίες στην ανατολική Ρούμελη .Μέσω του Γκούρα και χάρη στις ενέργειες του Ιωάννη Κωλέττη , η Διοίκηση κατάφερε , προς το τέλος του 1824 , να αποσπάσει από την επιρροή του Ανδρούτσου τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς της περιοχής δεσμεύοντας υπέρ της τη δράση τους . Λίγους μήνες αργότερα η σύλληψη (7  Απριλίου 1825 )  η φυλάκιση του στην Ακρόπολη και  ο (ανεξιχνίαστος) θάνατος του Οδυσσέα Ανδρούτσου ( Ιούλιος 1825) θα σφραγίσουν και συμβολικά το τέλος μιας αντιπαράθεσης που κράτησε από τις αρχές της Επανάστασης και αφορούσε τη διεύθυνση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην ανατολική Ρούμελη και τους θεσμούς και τις σχέσεις εξουσίας στην περιοχή.[8]

Η πιο σημαντική εξέλιξη ,το διάστημα του δεύτερου εξάμηνου του 1824 ,φαίνεται η προσχώρηση του Γκούρα στην πλευρά της Διοίκησης .Τον Ιούνιο αναγνωρίστηκε επίσημα φρούραρχος της Αθήνας αφού προηγουμένως είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τον Ανδρούτσο ,να μην τον αφήσει να εισέλθει στο κάστρο και γενικά να υπακούει στις στρατηγικές του επιλογές της Διοίκησης .Για πρώτη φορά από τις αρχές της Επανάστασης οι Έλληνες αρχές διέθεταν κάποιο ισχυρό οχυρό στην Ανατολική Ρούμελη εξέλιξη που ενίσχυε την κυριαρχική τους ικανότητα να ορίζουν πολιτικά και στρατιωτικά την περιοχή .Το επόμενο διάστημα ο Γκούρας διαπραγματεύτηκε τη συμμετοχή του στο νέο γύρο των εμφύλιων συγκρούσεων στην Πελοπόννησο , ως επικεφαλής ενός μεγάλου αριθμού ενόπλων .Με τη στήριξη του Κωλέττη αλλά και των χρημάτων από τα δάνεια που είχαν αρχίσει να εκταμιεύονται συσπείρωσε γύρω από την κεντρική διοίκηση πολλούς από τους καπετάνιους που έως τότε ακολουθούσαν τον Ανδρούτσο .Το Νοέμβριο του 1824 τέθηκε επικεφαλής του Ρουμελιωτών ενόπλων που εισέβαλαν στην Πελοπόννησο και στις αρχές του επόμενου έτους (1825) έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του επέστρεψε στην Αθήνα ως επικεφαλής πλέον των όπλων της ανατολικής Ρούμελης. Την ίδια εποχή ο Ανδρούτσος απομονωμένος από τους παλιούς συμμάχους του διαπραγματευόταν εκ νέου με τις οθωμανικές αρχές τους όρους του προσκυνήματος του.[9]

Ο γάμος του με την Ασήμω Λιδωρίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γάμος του Γκούρα με την Ασήμω Λιδωρίκη,τον Φεβρουάριο του 1823 ,ευνόησε την προσέγγιση του με τη Διοίκηση. Η οικογένεια της νύφης ,  προύχοντες από το Λιδωρίκι , που είχαν αποκτήσει κύρος και αξιώματα στην αυλή του Αλή Πασά, συμμετείχαν στην επανάσταση ως πολιτικοί παράγοντες στην Ανατολική Ρούμελη. Το συνοικέσιο προσέφερε στον Γκούρα ερείσματα στην πλευρά της Διοίκησης , ιδίως κατά το 1824 , όταν οι εξ αγχιστείας συγγενείς του συντάχθηκαν με την κυβέρνηση Κουντουριώτη. Η Ασήμω Λιδωρίκη ή Νταλιάνια (από τον νταλιάνη , δηλαδή το μακρύ ιταλικό καριοφίλι) τον Δεκέμβριο του 1823 εγκαταστάθηκε στο Ερεχθείο όπου έως τότε κατοικούσε η οικογένεια του Ανδρούτσου και συμμετείχε οπλισμένη στις δραστηριότητες της φρουράς .Μετά το θάνατο του Γκούρα κατά τη δεκάμηνη πολιορκία από τον Κιουταχή , συμμετείχε στη διοίκηση του φρουρίου. Η γυναίκα του Γκούρα σκοτώθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1827 από βόμβα που έπληξε το Ερεχθείο.[10]

Ο Οδυσσέας και ο Γκούρας καταστρέφουν τους εχθρούς

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 1 Οκτωβρίου 1826 κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως από τον Κιουταχή σκοτώθηκε ο Γκούρας. Λίγες μέρες πριν από το τραγικό γεγονός ο Γκούρας και ο Μακρυγιάννης που ήταν μαλωμένοι, συμφιλιώθηκαν. Σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία ο Μακρυγιάννης πήγε στο Γκούρα και του εξήγησε πως διάφοροι άτιμοι είχαν μπει ανάμεσά τους. Με την ίδια ευκαιρία επέκρινε τον Γκούρα για την υπερβολική φιλοχρηματία και την αρπακτικότητα του και του καταλόγισε τον φόνο του Οδυσσέα .Και ο Μακρυγιάννης γράφει: «Δάκρυσαν τα μάτια του, του καημένου ,τον είπε η συνείδηση του …Μου είπε : ‘’Αν ζήσω και εβγώ έξω, δεν θέλω ματαξέρει από αυτούς τους μπερμπάντηδες .Και τα χρήματά ,μου είπε καταγινομαι να φκιάσω την διαθήκη μου και θα κάμω σκολειά κι άλλα καλά δια την πατρίδα .Και θα αφήσω όλων εσάς το μερίδιον σας’’ ‘’Να ζήσεις και να χαρείς ,αδελφέ, και να κάμεις καλά πράγματα για την πατρίδα ,να βγάλεις αυτόν τον λεκέ από πάνω σου ,ότι όποιος σε έχει φίλο λυπάται. Εγώ δεν θέλω από μέρους μου τίποτας.’’» .Ο Γκούρας είχε πυροβολήσει τους Τούρκους από τη θέση του ,οι Τούρκοι είχαν αντιπυροβολήσει σημαδεύοντας την λάμψη του όπλου του και τον είχαν χτυπήσει στον κρόταφο. Έπεσε νεκρός στο ίδιο σχεδόν σημείο όπου είχε βρεθεί το πτώμα του Ανδρούτσου[11]. Όταν η Κυβέρνηση έμαθε την συμφορά φοβήθηκε μήπως η φρουρά της Ακρόπολης συνθηκολογήσει και για αυτό ζήτησε από τον Φαβιέρο να συνεργαστεί με τις άτακτες δυνάμεις και να χτυπήσουν τη γραμμή ανεφοδιασμού των Τούρκων στη ΒοιωτίαΦαβιέρος γεννημένος πολεμιστής και τίμιος αξιωματικός δεν μπορούσε να αρνηθεί.[12]

Τάφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τάφος του Γκούρα

Ο τάφος του Ιωάννη Γκούρα βρίσκεται μέσα στο χώρο της αυλής της Ιεράς Μονής Φανερωμένης Σαλαμίνος. Βρίσκεται αριστερά καθώς μπαίνει κανείς στην είσοδο της μονής. Η πλάκα που βρίσκεται επάνω στον τάφο γράφει:

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ ΤΑ ΟΣΤΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΚΟΥΡΑ

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ ΤΑ ΟΣΤΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΚΟΥΡΑ

ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΥ ΕΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΙ ΠΕΣΟΝΤΟΣ ΠΡΟ

ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΤΗ 30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1826

ΜΕΤΕΝΕΧΘΕΝΤΑ ΥΠΟ ΤΩΝ ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΩΝ ΤΟΥ.[13]



Ο Γκούρας καταθραύει τους εχθρούς στο Μαραθώνα, Πέτερ φον Ες

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανδρονίκη Π. Χρυσάφη, <<Το '21 και οι πρωταγωνιστές του>>, σελ.114
  2. Σήμερα .gr, Σαν. «Γιάννης Γκούρας». Σαν Σήμερα .gr. Ανακτήθηκε στις 11 Απριλίου 2022. 
  3. Newsroom (30 Σεπτεμβρίου 2015). «Σαν σήμερα το 1826 πέθανε από τουρκικά πυρά ο οπλαρχηγός Γιάννης Γκούρας». Newsbomb. Ανακτήθηκε στις 11 Απριλίου 2022. 
  4. Σήμερα .gr, Σαν. «Γιάννης Γκούρας». Σαν Σήμερα .gr. Ανακτήθηκε στις 11 Απριλίου 2022. 
  5. Newsroom (30 Σεπτεμβρίου 2015). «Σαν σήμερα το 1826 πέθανε από τουρκικά πυρά ο οπλαρχηγός Γιάννης Γκούρας». Newsbomb. Ανακτήθηκε στις 11 Απριλίου 2022. 
  6. «Όταν ο Γκούρας «έστειλε γράμμα από τον άλλο κόσμο» στον Καραϊσκάκη». in.gr. 22 Ιουνίου 2021. Ανακτήθηκε στις 11 Απριλίου 2022. 
  7. Ζαχάρης |, ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Γιώργος (7 Φεβρουαρίου 2021). «1821 Επανάσταση Γκούρας: Μια αμφιλεγόμενη μορφή του Αγώνα». Alphafreepress.gr. Ανακτήθηκε στις 11 Απριλίου 2022. 
  8. Διονύσης Τζάκης, <<3ος τόμος Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000>>, σελ.90
  9. Διονύσης Τζάκης, <<3ος τόμος Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000>>, σελ.95
  10. Διονύσης Τζάκης, <<3ος τόμος Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000>>, σελ.95
  11. ««300 λέξεις για το 1821»: Γιάννης Γκούρας - Χιακός Λαός - XiakosLaos.gr». 18 Φεβρουαρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 11 Απριλίου 2022. 
  12. Douglas Dakin, <<Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833>>, σελ.238
  13. Thrasys (25 Μαρτίου 2021). «ΜουσικόVLOG: Γιάννης Γκούρας (1791-1826)». ΜουσικόVLOG. Ανακτήθηκε στις 11 Απριλίου 2022. 

Βιβλιογραφικές Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αγαπητός Σ. Αγαπητός (1877). «Οι Ένδοξοι Έλληνες του 1821, ή Οι Πρωταγωνισταί της Ελλάδος». Τυπογραφείον Α. Σ. Αγαπητού, Εν Πάτραις. σελίδες 246–251, 394–398. Ανακτήθηκε στις 13 Αυγούστου 2009. 
  • Βιβλίο <Η Εν Σαλαμίνι Ιερά Μονή Φανερωμένης >,Μιχαήλ Χαρ. Γκητάκου.
  • Dakin,D. Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833 , μτφρ. Ρ. Σταυρίδη-Πατρικίου 2η έκδοση, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1989