Κοτζά Μεχμέτ Χιουσρέφ Πασάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Θυρεός των Μεγάλων Βεζίρηδων

Ο Μεχμέτ Χιουσρέφ Πασάς, ή κατά τους Έλληνες Χοσρέφ Πασάς, ο επιλεγόμενος "Τοπάλ" (= χωλός) , ή τουρκικά "Κοτζά Μεχμέτ Χιουσρέφ Πασάς", ήταν αρχιναύαρχος του Οθωμανικού στόλου στη περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και αργότερα πολιτικός, Μέγας Βεζίρης επί βασιλείας Σουλτάνου Αμπντούλ Μετζίτ Α΄. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αναμορφωτές του οθωμανικού στρατού. Ήταν αυτός που κατ΄ εντολή του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ κατάφερε και διέλυσε τα τάγματα των Γενιτσάρων και που καθιέρωσε το φέσι.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε περί το 1769 στη Κιρκασία και πέθανε το 1855. Αρχικά ήταν δούλος που απελευθερώθηκε και στη συνέχεια χάρη στα προσόντα του, τη φιλομάθειά του, κατέλαβε τα ανώτατα αξιώματα. Διακρίνονταν για την ευφυΐα του, την πολιτική του και την ανεξιθρησκεία του. Το 1801, μετά την αποχώρηση των γαλλικών στρατευμάτων από την Αίγυπτο, διορίστηκε διοικητής (Μπέης) της Αιγύπτου με την εντολή να καταπνίξει την επανάσταση των Μαμελούκων οι οποίοι όμως αντίθετα κατάφεραν να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στον Μωχάμετ Άλη, αντίπαλό του και αντιβασιλέα της Αιγύπτου, ο οποίος με τη σειρά του τον έστειλε στη Κωνσταντινούπολη.

Το 1822 διορίστηκε Καπουδαν Πασάς (= αρχιναύαρχος) του οθωμανικού στόλου και εστάλη κατά των ελληνικών νήσων που είχαν στο μεταξύ επαναστατήσει και ειδικότερα κατά της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών. Αρχικά γνωρίζοντας τη ψυχολογία των Ελλήνων ναυτικών μερικούς εκ των οποίων είχε στα πληρώματα των πλοίων του και βασιζόμενος σ΄ αυτό, προσπάθησε με διπλωματία και με την πειθώ να τους υποτάξει. Όταν όμως αντελήφθη την αποφασιστικότητα εκείνων και πείσθηκε ότι ο τρόπος αυτός ήταν πλέον αδύνατος για να τους καταστείλει την άρνησή τους αποφάσισε τη χρήση των όπλων και την καταστροφή των νήσων αυτών που ηγούνταν της επανάστασης. Γεγονός ήταν ότι το μεγαλύτερο μέρος των πληρωμάτων του ήταν κυρίως άτομα ανεκπαίδευτα που είχαν στρατολογηθεί τυχαία και που κατά τις επιχειρήσεις προέβαιναν σε μεγάλες λεηλασίες και σφαγές που φέρονταν τελικά ο ίδιος να μη μπορούσε να τις είχε αποσοβήσει όπως αργότερα ο ίδιος εξιστορούσε.

Ένα φοβερό όπλο που είχαν αναπτύξει την εποχή εκείνη οι Έλληνες στον κατά θάλασσα αγώνα τους ήταν το πυρπολικό που είχε σκορπίσει τόσο φόβο στα τουρκικά πληρώματα που κάθε πλοίο ελληνικό που έβλεπαν το θεωρούσαν πυρπολικό και αυτός ήταν ο λόγος της «εν όψει» αυτού φυγής και όχι ότι διέταζε τούτο ο ναύαρχος. Τελικά μετά τη καταστροφή των Ψαρών ο οθωμανικός στόλος καταδιωκόμενος από τον ελληνικό κατέφυγε στη Λέσβο. Επιχειρώντας στη συνέχεια να καταλάβει τη Σάμο υπέστη μεγάλη ήττα στη ναυμαχία της Σάμου όπου και αργότερα μετά και από τη ναυμαχία του Γέροντα που υπέστη πολύ μεγαλύτερη ήττα, αντικαταστάθηκε.

Στη συνέχεια ο Σουλτάνος τον διόρισε διοικητή στο Βιλαέτι της Τραπεζούντας προκειμένου να καταστείλει αυτονομήσεις τοπικών επάρχων. Μετά τις εκεί επιτυχίες του ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ , το 1826, τον διόρισε στρατηγό με την εντολή της εξόντωσης των γενιτσάρων που ήδη αποτελούσαν κίνδυνο της αυτοκρατορίας, δημιουργώντας στη θέση του ένα νέο στρατιωτικό σώμα με στολή και εκπαίδευση ευρωπαϊκών προτύπων τις λεγόμενες δυνάμεις «Μανσούρ». Μάλιστα λέγεται ότι την πρώτη επιλογή συγκρότησης αυτών είχε κάνει ο ίδιος υιοθετώντας 100 παιδιά προερχόμενα από σκλαβοπάζαρα δίνοντάς τους στη συνέχεια διοικητικές θέσεις. Επίσης στα πλαίσια της γενικότερης εμφάνισης των στρατιωτών αλλά και των ανωτέρων διοικητικών υπαλλήλων ήταν αυτός που κατάργησε το μέχρι τότε φερόμενο τουρμπάνι εισάγοντας το φέσι που ήδη φοριόταν από τους Μπέηδες της Τυνησίας, στην Αλγερία και το Μαρόκο, το οποίο και τελικά καθιερώθηκε απ΄ όλους τους Τούρκους της Αυτοκρατορίας.

Στις 2 Ιουλίου του 1839 επί Σουλτάνου Αμπντουλμετζήτ Α΄ ανέλαβε Μέγας Βεζίρης όπου και βοήθησε τον Σουλτάνο στην εφαρμογή των μεγάλων μεταρρυθμίσεων. Τη θέση του αυτή διατήρησε για ένα έτος μέχρι τον Ιούνιο του 1840. Αργότερα, το 1853 διατηρώντας κάποια άλλη θέση, συμβούλεψε την τότε οθωμανική κυβέρνηση να έλθει σε συμβιβασμό με την Ρωσία για το ζήτημα των Αγίων Τόπων, αλλά όμως δεν εισακούσθηκε λόγω της έκρηξης του Κριμαϊκού Πολέμου.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.18ος, σελ. 706.