Πολιορκία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μια τυπική πολιορκία κατά τον 17ο Αιώνα

Με τον στρατιωτικό όρο πολιορκία[1] χαρακτηρίζεται γενικά ο οποιοσδήποτε επιχειρούμενος δια των όπλων αποκλεισμός περίτειχης πόλης, καστροπολιτείας. ακρόπολης, κάστρου ή φρουρίου, ή τέλος οχυρού ή οχυρωματικής θέσης. Αντικειμενικός σκοπός (ΑΝΣΚ) της πολιορκίας, που αποτελεί ιδιαίτερη πολεμική επιχείρηση προσβολής, είναι ο εξαναγκασμός σε παράδοση, κατόπιν ανακωχής, ένεκα ελλείψεως τροφίμων και εφοδίων, ή η δι΄ εκπόρθησης κατάληψη με ιδιαίτερα καταλυτικές και δυσάρεστες συνέπειες[2].

Γενικοί όροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πολιορκία επιχειρείται είτε με χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις, είτε με ναυτικές δυνάμεις, παρουσία στόλου, είτε με αμφότερες αυτές. Οι επιχειρούντες πολιορκία χαρακτηρίζονται γενικά πολιορκητές, οι δε αμυνόμενοι αυτής πολιορκούμενοι. ή υπερασπιστές. Τα δε μέσα που χρησιμοποιούνται στην πολιορκία καλούνται γενικά πολιορκητικά μέσα και στην αρχαιότητα πολιορκητικές μηχανές. Η εξ οποιασδήποτε αιτίας άρση του επιχειρούμενου αποκλεισμού χαρακτηρίζεται λύση πολιορκίας. Προκαταρκτικό στάδιο της πολιορκίας είναι η λεγόμενη περίσχεση που ακολουθεί κατ΄ έννοια γραμμής την εδαφική μορφολογία του ευρύτερου χώρου. Γενικά η τέχνη τόσο της άσκησης πολιορκίας, όσο και της άμυνας έναντι αυτής καλείται πολιορκητική, διακρινόμενη αντίστοιχα σε "επιθετική" και "αμυντική".

Στη σύγχρονη εποχή με την εξέλιξη των όπλων το είδος αυτό της πολεμικής επιχείρησης τείνει να εκλείψει. Σημειώνεται ότι από τον Α' Π.Π. καμία οχυρωματική θέση δεν μπόρεσε να διατηρηθεί σε παρατεινόμενη πολιορκία. Παρά ταύτα η λήψη απόφασης για οποιαδήποτε πολιορκία, στην οποία μπορεί να συμμετέχουν και αεροπορικές δυνάμεις αποτελεί πλέον αντικείμενο της στρατηγικής, και όχι της άλλοτε οχυρωτικής, ή δε εκτέλεσή της, της στρατιωτικής, ναυτικής ή αεροπορικής τακτικής. Τέλος σημειώνεται ότι ο όρος "πολιορκία" στο Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα στο Δίκαιο Πολέμου έχει ιδιαίτερη σημασία, διάφορης του αποκλεισμού, όπου φέρεται να συμπίπτει περισσότερο με την έννοια του βομβαρδισμού.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορικά οι πολιορκίες κάνουν την εμφάνισή τους από την εποχή που εκδηλώθηκε η ανάγκη δημιουργίας οχυρωματικών έργων για την προστασία οικισμών και πόλεων έναντι επιδρομέων, δηλαδή από την απώτατη αρχαιότητα και που βεβαίως διαφέρει χρονολογικά από λαό σε λαό, ανάλογα με το στάδιο της ανάπτυξης και της μέγιστης ακμής του, αναπτύσσοντας αντίστοιχα και τα αναγκαία πολιορκητικά μέσα. Από τις αρχαιολογικές έρευνες, τα σχετικά ευρήματα και τις αναπαραστάσεις που έχουν εντοπιστεί τέτοιοι αρχαίοι, σαφώς καταδρομικοί, λαοί ήταν οι Ασσύριοι, οι Βαβυλώνιοι, οι Πέρσες, οι Αιγύπτιοι καθώς και κάποιες κινεζικές δυναστείες. Πρώτα οχυρωματικά έργα έναντι επιδρομών αποκαλύφθηκαν κάποια αναχώματα από πηλό και πέτρες που όμως σε ορισμένες των περιπτώσεων, όπως στη Μεσοποταμία, Αίγυπτο ή ακόμα και σε ινδικές κοιλάδες παραμένει άγνωστη η σκοπιμότητά τους, αν δηλαδή ήταν μόνο οχυρωματικά ή μόνο αντιπλημμυρικά έργα, ή συνδύαζαν και τα δύο. Όπως και να έχει όμως με το πέρασμα των αιώνων άρχισε να γενικεύεται η περιτείχιση οικισμών και πόλεων με βασικό δομικό υλικό την πέτρα.
Στον ελλαδικό χώρο και κατ΄ ουσία στον ευρωπαϊκό, η περιτείχιση οικισμών και πόλεων εντοπίζεται λίγο πριν την ανάπτυξη του μυκηναϊκού πολιτισμού όπου και συνδυάζεται με την λεγόμενη κάθοδο των Δωριέων, ή επιστροφή των Ηρακλειδών δηλαδή πριν το 1800 π.Χ.. Στην περίοδο αυτή ανάγονται και τα περίφημα κυκλώπεια τείχη, Κατά το πρώτο αυτό στάδιο της περιτείχισης των πόλεων οι πολιορκίες περιορίζονταν σε απλές επισχέσεις στον πέριξ χώρο, η δε εκπόρθηση βασίζονταν κυρίως σε δόλο, (δόλιες υποσχέσεις, ή τεχνάσματα), ή σε προδοσία εκ χρηματισμού, ή σε ευκαιριακή κατάσταση αδυναμίας των υπερασπιστών, ή τέλος στις αντοχές αμφοτέρων των πλευρών (πολιορκητών, πολιορκημένων). Συνέπεια αυτών ήταν η χρονική διάρκεια των πολιορκιών αυτής της περιόδου να ποικίλει από μερικές ημέρες μέχρι και χρόνια.

Με το πέρασμα των χρόνων οι περιτειχίσεις γίνονταν ισχυρότερες. καθ΄ ύψος και κατ΄ εύρος, με πυργωτές ενισχύσεις εκατέρωθεν των πυλών και κυρίως των ακροπόλεων, εμφανιζόμενες έτσι πολύ σύντομα οι διπλές περιτειχίσεις. Στο στάδιο αυτό φυσικό επόμενο ήταν η αναζήτηση νέων μέσων προσβολής και μεθόδων εκπόρθησης εκ μέρους των πολιορκητών. Έτσι δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα πολιορκητικά μέσα και να αναδειχθούν στη συνέχεια σε ευφυέστατες κατασκευές - μηχανισμούς, ενώ παράλληλα κάνουν την εμφάνισή τους και τα πρώτα πολιορκητικά έργα, όπως η κατασκευή διορυγμάτων και υπονόμων. Πρώτοι που φέρονται να προέβησαν σε τέτοια έργα, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο ήταν οι Πέρσες, στην πολιορκία της Βάρκης. Σύμφωνα με τον Πολύβιο παρόμοια έργα κατασκεύαζαν και οι αρχαίοι Έλληνες όπως στις αρχαίες πόλεις της Κεφαληνίας και στην αρχαία Θήβα. Κατά τις αρχαιολογικές ανασκαφές των συγκεκριμένων περιοχών, που διενήργησαν σπουδαίοι αρχαιολόγοι Έλληνες και ξένοι αποκαλύφθηκε ότι οι περιτειχίσεις αυτών, πρώιμης πολυγωνικής μορφής και κατά Πολύβιο "δυσπολιόρκητα πολίσματα" ανάγονται στην τρίτη χιλιετία π.Χ., συνεπώς πολύ προγενέστερα της μυκηναϊκής περιόδου.

Κατά τους κλασικούς χρόνους η ισοδομική πολυγωνική περιτείχιση, με επαύξηση του αριθμού των πυλών, είναι πλέον διαδεδομένη. Το είδος αυτό της περιτείχισης επέφερε πρόσθετες δυσκολίες και βραδύτητα στους πολιορκητές αφού έπρεπε να κατανεμηθούν σε ισάριθμες πλευρές μετώπου που σε εγγύτατη απόσταση περιόριζε την ορατότητα των παρακείμενων πλευρών. Αντίθετα στους υπερασπιστές παρέχονταν δυνατότητες αντιπερισπασμών, ασφαλέστερων εξορμήσεων αλλά και τον αποσυνωστισμό τους από ένα σημείο άμυνας. Την ίδια ιστορική εποχή η περιτείχιση επεκτείνεται και σε λιμένες, σε μικρές χερσονήσους καθώς και σε ζωτικούς δρόμους όπως π.χ. τα Μακρά Τείχη, ενώ ακραία μικρά φρούρια κάνουν την πρώτη τους εμφάνιση.
Υπό τις νέες αυτές εξελίξεις η αναζήτηση και ανάπτυξη πολιορκητικών μέσων που ήδη είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν ανατολικοί λαοί, όπως κλίμακες, ικριώματα, βαλλιστικοί γερανοί κ.ά. έγινε περισσότερο επιτακτική. Σημειώνεται ότι κατά τους Περσικούς πολέμους πουθενά δεν γίνεται αναφορά για χρήση πολιορκητικών μηχανών. Πρώτη χρήση τέτοιας μηχανής στον ελλαδικό χώρο αναφέρεται ο πολιορκητικός κριός που χρησιμοποίησε ο βασιλεύς των Σπαρτιατών Αρχίδαμος στην πολιορκία των Πλαταιών το 429 π.Χ.. Έκτοτε σπουδαίοι αρχαίοι Έλληνες μηχανικοί, φυσικοί και ναυπηγοί ανέδειξαν εκπληκτικές κατασκευές και μέσα όπως του τυράννου των Συρακουσών Διονυσίου, του Φιλίππου των Μακεδόνων καθώς και των υπό του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του. Τις μηχανές αυτές τελειοποίησαν στη συνέχεια οι Ρωμαίοι από τους οποίους και παρέλαβαν στη συνέχεια οι μεσαιωνικοί λαοί της Ευρώπης καθώς και οι Βυζαντινοί. Σημαντικότεροι επινοητές - εφευρέτες τέτοιων μέσων ήταν ο Αρχιμήδης, ο Δημήτριος ο Πολιορκητής και αργότερα ο Λεονάρντο ντα Βίντσι. Παράλληλα όμως με τις πολιορκητικές μηχανές, κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, αναπτύσσονται και τα πολιορκητικά έργα όπως η περιτάφρευση, η επιχωμάτωση, η κατασκευή κεκλιμένων επιπέδων κ.ά. ενώ εμφανίζονται νέες τακτικές, όπως η κατά πλάτος ανάπτυξη, (π.χ. η μακεδονική φάλαγγα), η εμπροσθοφυλακή ελεφάντων, και η καταδρομική τακτική του ιππικού, παρέχοντας έτσι δυνατότητες αιφνιδιασμού, αλλά και πανικού.
Έναντι αυτών των εξελίξεων οι περιτειχίσεις λαμβάνουν ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις ενισχυόμενες με μεσοπύργια, επάλξεις, προμαχώνες δημιουργώντας έτσι προμαχωνικά μέτωπα, για την πλάγια προσβολή των πολιορκητών από τους υπερασπιστές, ενώ γενικεύεται η οχύρωση των στενών διαβάσεων, όπως οι Κιλίκιες Πύλες, η ανέγερση ιδιαίτερων οχυρών - πύργων (καταφυγίων), που επεκτάθηκαν κατά τον μεσαίωνα σ΄ όλη την Ευρώπη, καθώς και οι μεγάλου μήκους οχυρώσεις της υπαίθρου, όπως το Μέγα Σινικό Τείχος, το Αλεξάνδρειο Τείχος κ.ά. Σπουδαίο αμυντικό, αλλά και επιθετικό όπλο κατά των πολιορκητών υπήρξε το υγρό πυρ που επινόησαν στη συνέχεια οι Βυζαντινοί.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ivy A. Corfis, Michael Wolfe (1995). The Medieval City Under Siege. Λονδίνο: The Boydell Press, σελ. 5-10. 
  2. ΜΕΕ τ.Κ΄, σ.436

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τ.Κ΄, σ.436-437
  • Sellman, R. R. (1954). Castles and Fortresses. Methuen.