Αχαϊκόν Διευθυντήριον

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αχαϊκό Διευθυντήριο
Ἀχαϊκό Διευθυντήριον
1821 – 1822
Πρωτεύουσα Πάτρα
Γλώσσες Ελληνικά
Πολίτευμα Άμεση δημοκρατία[1]
Ιστορία
 -  Ίδρυση 21 Μαρτίου 1821
 -  Κατάλυση Νοέμβριος 1821

Το Αχαϊκό ΔιευθυντήριοΕπαναστατικόν ή Αχαϊκόν Διευθυντήριο, ή Διευθυντήριο των Πατρών, ή Αχαϊκή Εταιρία ή Πολεμικόν Γραφείον της Αχαΐας) ήταν μια μορφή τοπικής διοίκησης που λειτούργησε στην Αχαΐα τους πρώτους μήνες της Ελληνικής Επανάστασης.

Σφραγίδα - Πάτρα, Μάρτιος 1821. Σφραγίδες Ελευθερίας, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συγκρότηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης προέκυψαν πολλαπλά προβλήματα στρατιωτικά, διοικητικά και πολιτικά. Η ανάγκη για την άμεση αντιμετώπισή τους οδήγησε στη δημιουργία άτυπων πολιτικών πυρήνων κρατικής οργάνωσης.[2] Κατά τη διάρκεια λοιπόν των τριών πρώτων μηνών της Επανάστασης του 1821 συγκροτήθηκε ένα πλήθος τοπικών Αρχών και εξουσιών, επαρχιακής κυρίως ισχύος μεταξύ των οποίων το Αχαϊκό Διευθυντήριο.[3][4] Δημιουργήθηκε μετά την έναρξη των πρώτων πολεμικών συγκρούσεων στην Πάτρα, σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη Μονή Ομπλού, μετά από πρόσκληση των Χριστόδουλου Λόντου και Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου. Στη σύσκεψη συμμετείχαν αρκετοί από τους θρησκευτικούς πολιτικούς και στρατιωτικούς παράγοντες της Αχαΐας.[5] Στη συνάντηση αποφασίστηκε αφενός η εντατικοποίηση της πολιορκίας της Πάτρας, αφετέρου η συγκρότηση ενός άτυπου συλλογικού οργάνου διοίκησης που θα φρόντιζε για τον συντονισμό των στρατιωτικών, πολιτικών και διοικητικών υποθέσεων που είχαν προκύψει με το ξέσπασμα της Επανάστασης στην περιοχή.[6] Το Αχαϊκό Διευθυντήριο, του οποίου «ταμίας ήταν ο φιλικός Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος», με μέλη τους Ανδρέα Ζαΐμη, Ανδρέα Λόντο, Νικόλαο Λόντο, Σωτήριο Θεοχαρόπουλο, Μπενιζέλο Ρούφο, και τον Κερνίτσης Προκόπιο, «τέθηκε τιμητικά υπό την ηγεσία του μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανού»[7] Το διοικητικό όργανο, αν και δεν ονοματίστηκε στη συγκεκριμένη σύσκεψη, απαντάται στη συνέχεια με τα ονόματα: Επαναστατικόν ή Αχαϊκόν Διευθυντήριο, Διευθυντήριο των Πατρών, Αχαϊκή Εταιρία ή Πολεμικόν Γραφείον της Αχαΐας. Σύμφωνα με τους κάποιους ιστορικούς η ηγετική ομάδα του Αχαϊκού Διευθυντηρίου αποτελούταν από πέντε άτομα (Π. Πατρών Γερμανός, Κερνίτσης Προκόπιος, Ανδρέας Ζαΐμης, Ανδρέας Λόντος, Μπ. Ρούφος), ενώ σύμφωνα με άλλους από εφτά άτομα (Π. Πατρών Γερμανός, Κερνίτσης Προκόπιος, Ανδρέας Ζαΐμης, Ανδρέας Λόντος, Μπ. Ρούφος, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, Σωτήριος Θεοχαρόπουλος).[8] Το Αχαϊκό Διευθυντήριο στη μικρή διάρκεια λειτουργίας του, τους πρώτους μήνες της Επανάστασης, ανέλαβε στρατιωτικές, πολιτικές και διοικητικές δράσεις.

Δράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια από τις πρώτες στρατιωτικές δράσεις του Αχαϊκού Διευθυντηρίου ήταν η οργάνωση της πολιορκίας της Πάτρας με τη συμβολή του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου, του Ανδρέα Ζαΐμη, του Ανδρέα Λόντου και του Νικόλαου Λόντου,[9] οι οποίοι οργάνωσαν τους πρόχειρα οπλισμένους χωρικούς που αποτελούσαν το στρατιωτικό δυναμικό, διέταξαν να στηθούν ναυτικά κανόνια κατά του φρουρίου, κατασκεύασαν λαγούμι στα θεμέλια του τείχους[10] και διέκοψαν την ύδρευση του φρουρίου ώστε να πιέσουν τους εγκλεισμένους να παραδοθούν γρήγορα, λόγω λειψυδρίας. Παράλληλα, έστειλαν τον Νικόλαο Γερακάρη στη Ναύπακτο, με αποστολή την επέκταση της Επανάστασης στη Δυτική Στερεά Ελλάδα. Ο Γερακάρης πέτυχε το στόχο του και το αποτέλεσμα ήταν η έναρξη της πολιορκίας του κάστρου της Ναυπάκτου.[8] Ωστόσο, η έλευση του Γιουσούφ Πασά στην Αχαΐα στις αρχές Απριλίου του 1821 ανάγκασε τους Έλληνες να λύσουν την πολιορκία του φρουρίου της Πάτρας και την ηγεσία του Αχαϊκού Διευθυντηρίου να αποσυρθεί στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων. Μετά τη μάχη του Βαλτετσίου το Διευθυντήριο επιχείρησε εκ νέου την πολιορκία του φρουρίου της Πάτρας, όμως οι ελλείψεις σε πολεμοφόδια και τρόφιμα τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν γρήγορα τα σχέδιά τους.

Στη συνέχεια η ηγεσία του Αχαϊκού Διευθυντηρίου αντιτάχθηκε σθεναρά στην πρόθεση του Κολοκοτρώνη να αναλάβει ο ίδιος την πολιορκία του φρουρίου της Πάτρας, τον Οκτώβριο του 1821, απειλώντας μάλιστα με εμφύλιο πόλεμο, όπως αναφέρεται σε επιστολή των ηγετών του προς τη Γερουσία. Την ίδια στιγμή οι ηγέτες του Διευθυντηρίου, A. Ζαΐμης, A. Λόντος, Θ. Κανακάρης, I. Παπαδιαμαντόπουλος, Γ. Τσέρτος ζήτησαν δύναμη 300 ανδρών για να επαναστήσουν την πολιορκία της Πάτρας, απορρίπτοντας παράλληλα τη βοήθεια του Βασίλη Πετιμεζά τον Νοέμβριο του ίδιου έτους. Τελικά μέσα στο χειμώνα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν και πάλι τις προσπάθειές τους και να λύσουν την πολιορκία της Πάτρας. Σε ό,τι αφορά στις πολιτικές δράσεις του Διευθυντηρίου ξεχωρίζει η επιστολή/διακήρυξη που έστειλε η ηγετική ομάδα του, στις 26 Μαρτίου 1821[11] στους πρόξενους των ευρωπαϊκών δυνάμεων που βρίσκονταν στην Πάτρα. Η σύντομη επιστολή ανέφερε:

«Ἡμεῖς τό Ἑλληνικόν ἔθνος τῶν Χριστιανῶν, βλέποντες ὅτι ἀπό καιρόν εἰς καιρόν καταφρονοῦν ἡμᾶς τό ὀθωμανικόν γένος καί σκοπεύει ὄλεθρον ἐναντίον μας πότε μέ ἕνα, πότε μέ ἄλλον τρόπον, ἀπεφασίσαμεν σταθερῶς ἤ νά ἀποθάνωμεν ὅλοι, ἤ νά ἐλευθερωθῶμεν, καί τούτου ἕνεκα βαστοῦμεν τά ὅπλα εἰς χεῖρας, ζητοῦντες τά δικαιώματά μας. ὄντες λοιπόν βέβαιοι, ὅτι ὅλα τά χριστιανικά βασίλεια γνωρίζουν τά δίκαιά μας, καί ὄχι μόνον δέν θέλουν μᾶς ἐναντιωθῆ, ἀλλά καί θέλουν μᾶς συνδράμει, καί ὅτι ἔχουν εἰς μνήμην, ὅτι οἱ ἔνδοξοι πρόγονοί μας ἐφάνησαν ποτέ ὠφέλιμοι εἰς τήν ἀνθρωπότητα διά τοῦτο εἰδοποιοῦμεν τήν ἐκλαμπρότητά σας, καί σᾶς παρακαλοῦμεν νά προσπαθήσετε νά εἴμεθα ὑπό τήν εὔνοιαν, καί προστασίαν τοῦ μεγάλου κράτους τούτου. ἔρρωσο, οἱ εἰλικρινεῖς φίλοι σας».

Με αυτήν την επιστολή το Αχαϊκό Διευθυντήριο εξέθετε τις επιδιώξεις των επαναστατημένων Ελλήνων, αλλά και υπογράμμιζε την αποφασιστικότητα και τη βούληση τους να απαλλαγούν οριστικά από τον οθωμανικό ζυγό. Μέσα από το ολιγόλογο κείμενο οι ηγέτες του Διευθυντηρίου επιχειρούν να παρουσιάσουν στα δυτικά κράτη και τους προξένους τους, τους εξεγερμένους Έλληνες ως ένα έθνος με μακρά ιστορική και πολιτισμική παράδοση που πήρε τα όπλα έναντι ενός τυράννου αλλόθρησκου και απολίτιστου.[12] Μια άλλη σημαντική επιστολή του Διευθυντηρίου είναι αυτή που στάλθηκε από τα Νεζερά στον Βρετανό πρόξενο Ph. J. Green τον Απρίλιο του 1821. Σε αυτήν κατηγορούν τους Άγγλους για φιλοοθωμανική πολιτική και ενέργειες που βλάπτουν καταφανώς τα δικαιώματα των Ελλήνων.[13] Η επιστολή δημοσιοποιήθηκε και στον Γάλλο πρόξενο F.C.H.L. Pouqueville που βρισκόταν στη Ζάκυνθο, με αποτέλεσμα να γίνει ευρύτερα γνωστή στους Ζακυνθινούς να τους ενεργοποιήσει και να τους ωθήσει να συγκεντρώσουν χρήματα, πολεμοφόδια και τρόφιμα που εστάλησαν στην Πάτρα. Επιστολές από το Διευθυντήριο εστάλησαν και στους οπλαρχηγούς της δυτικής Στερεάς Ελλάδας που τους καλούσαν σε γενικό ξεσηκωμό, αλλά και στους Οθωμανούς[14] που τους γνωστοποιούσαν τις προθέσεις τους για την πολιορκία της Πάτρας, γενικευμένη εξέγερση των Ελλήνων, κ.ά. Παράλληλα προέτρεπε, με επιστολές που έστελνε σε όλες τις περιοχές που δεν είχαν επαναστατήσει, να εξεγερθούν άμεσα. Οργάνωσε συστηματικά τη πολιορκία του Κάστρου, «κατασκευάστηκε οπλοπωλείο»,[15] φρόντισε να μεταφερθούν από τους Επτανησίους επτά κανόνια από το λιμάνι στο κανονιοστάσιο που «κατασκεύασε ο Ευάγγελος Λιβαδάς» και συστήθηκε νοσοκομείο από τον φαρμακοποιό Νικόλαο Γερακάρη».[15]

Διάρκεια ζωής και λειτουργίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Αχαϊκό Διευθυντήριο ξεκίνησε τη λειτουργία του στις 21 ή 23 Μαρτίου 1821 με τη σύναξη των οπλαρχηγών στη Μονή Ομπλού και αποτέλεσε «ένα είδος εμβρυακής ελληνικής κυβερνήσεως».[16] Σταδιακά όμως επισκιάστηκε από την Πελοποννησιακή Γερουσία και στα τέλη Μαΐου του 1821 σταμάτησε κάθε δράση, πολιτική ή διπλωματική, καθώς και η παραγωγή αλληλογραφίας. Η τελευταία στρατιωτική δράση του εντοπίζεται τον Νοέμβριο του 1821, στο τέλος της πρώτης φάσης της πολιορκίας της Πάτρας, αφού τον Ιανουάριο του 1822 όταν η πολιορκία επαναλήφθηκε αρχηγός της ήταν πλέον ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και όχι η ηγετική ομάδα του Αχαϊκού Διευθυντηρίου.

Σημαίες – Εμβλήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο πλαίσιο των προσπαθειών της ηγεσίας του Διευθυντηρίου να στοιχειοθετήσει ταυτότητα και να νομιμοποιηθεί, δημιουργήθηκαν σημαία, έμβλημα και σφραγίδα. Έτσι εμφανιζόταν ως ένας πολιτικός φορέας με δομή και οργάνωση, αν και λειτουργούσε άτυπα. Η σημαία που κατασκεύασε το Διευθυντήριο ήταν λευκή και έφερε το Σύμβολο του Εφοδιαστικού των Ιερέων της Φιλικής Εταιρείας. Επίσης, κατασκευάστηκε εθνόσημο, από κομμάτι κόκκινου υφάσματος που έφερε «σταυρόν κυανόχρουν».[17]

Η σφραγίδα του Αχαϊκού Διευθυντηρίου ήταν στρογγυλή, έφερε το σημείο του σταυρού στο πάνω μέρος, ενώ κάτω έγραφε «Σφραγίς Ελευθερίας 1821». Τα δύο αυτά στοιχεία πλαισίωνε κλαδί δάφνης.[17] Επίσης μοιράστηκαν «λευκές σημαίες με το σύμβολο του Εφοδιαστικού των Ιερέων της Φιλικής Εταιρείας και κατασκευάστηκε σφραγίδα με το σημείο του σταυρού και κυκλικά φύλλο δάφνης και επιγραφή Σφραγίς Ελευθερίας»[18]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Π.Β. Πετρίδης, Σύγχρονη Ελληνική Πολιτική Ιστορία, Γκοβόστης, Αθήνα 1994, σ. 24
  2. Χρ. Κλειώσης, Ιστορία της τοπικής αυτοδιοικήσεως, Αθήνα 1977, σσ. 195-196
  3. Απ. Βακαλόπουλος, Τα ελληνικά στρατεύματα του 1821. Οργάνωση, ηγεσία, τακτική, ήθη, ψυχολογία, Θεσσαλονίκη 1948, σ. 21
  4. Στ. Παπαγεωργίου, «Πρώτο έτος της Ελευθερίας. Από τις Παρίστριες Ηγεμονίες στην Επίδαυρο», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τομ. 3, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σ. 68
  5. Γ. Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Πρόλογος Γ. Κορδάτος, Επιμέλεια-Σχόλια Τ. Βουρνάς, τόμ. Α΄, Κόσμος, Αθήνα 1954, σ. 224.
  6. Ι. Διαμαντούρου, «Εξάπλωση της Επαναστάσεως κατά τον Απρίλιο και τον Μάιο. Επέκταση και ένταση των πολεμικών συγκρούσεων», Ι.Ε.Ε, τόμ. ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σ. 128.
  7. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. ΙΒ΄. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών. 1975. σελ. 86. ISBN 960-213-095-4. 
  8. 8,0 8,1 Νίκος Τόμπρος, Διερευνώντας την πολιτική διοίκηση των Αχαιών στην Επανάσταση, σελ. 365-366
  9. Κ. Σιμόπουλος, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα το 1821, τόμ. Α΄, σ. 199
  10. Σ. Καργάκος, Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, τόμος Α΄, σ. 30
  11. Απ. Δασκαλάκης, Κείμενα-Πηγαί της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α΄, Αθήνα 1966, σσ. 145-146.
  12. Ν. Τόμπρος, Από τον Νέο Ελληνισμό στο ανεξάρτητο Ελληνικό Κράτος (1453-1832), Σ.Σ.Ε., Αθήνα 2013, σ. 244.
  13. Ν. Τόμπρος, Διερευνώντας την πολιτική συγκρότηση των Αχαιών στην Επανάσταση, σελ. 379
  14. Δ. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Α΄, σ. 179
  15. 15,0 15,1 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σ.87
  16. Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Ε΄, σ. 335
  17. 17,0 17,1 Νίκος Τόμπρος, Διερευνώντας την πολιτική διοίκηση των Αχαιών στην Επανάσταση, σελ. 386-387
  18. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σ.86

Βιβλιογραφικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Χρ. Κλειώσης, Ιστορία της τοπικής αυτοδιοικήσεως, Αθήνα 1977, σσ. 195-196
  • Απ. Βακαλόπουλος, Τα ελληνικά στρατεύματα του 1821. Οργάνωση, ηγεσία, τακτική, ήθη, ψυχολογία, Θεσσαλονίκη 1948, σ. 21
  • Στ. Παπαγεωργίου, «Πρώτο έτος της Ελευθερίας. Από τις Παρίστριες Ηγεμονίες στην Επίδαυρο», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τομ. 3, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σ. 68
  • Γ. Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Πρόλογος Γ. Κορδάτος, Επιμέλεια-Σχόλια Τ. Βουρνάς, τόμ. Α΄, Κόσμος, Αθήνα 1954, σ. 224.
  • Ι. Διαμαντούρου, «Εξάπλωση της Επαναστάσεως κατά τον Απρίλιο και τον Μάιο. Επέκταση και ένταση των πολεμικών συγκρούσεων», Ι.Ε.Ε, τόμ. ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σ. 128.
  • Νίκος Τόμπρος, Διερευνώντας την πολιτική διοίκηση των Αχαιών στην Επανάσταση, σελ. 365-366
  • Κ. Σιμόπουλος, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα το 1821, τόμ. Α΄, σ. 199
  • Σ. Καργάκος, Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, τόμος Α΄, σ. 30
  • Απ. Δασκαλάκης, Κείμενα-Πηγαί της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α΄, Αθήνα 1966, σσ. 145-146.
  • Ν. Τόμπρος, Από τον Νέο Ελληνισμό στο ανεξάρτητο Ελληνικό Κράτος (1453-1832), Σ.Σ.Ε., Αθήνα 2013, σ. 244.
  • Δ. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Α΄, σ. 179.
  • Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Ε΄, σ. 335