Ναυμαχία της Πάτρας (1822)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ναυμαχία της Πάτρας
Ελληνική Επανάσταση του 1821
Patras gulf.jpg
Ο Πατραϊκός κόλπος όπου διεξήχθη η ναυμαχία.
Χρονολογία20 Φεβρουαρίου 1822
ΤόποςΠατραϊκός κόλπος
ΈκβασηΝίκη των Ελλήνων
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
63 πλοία
72 πλοία
Απώλειες
Σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή μίας φρεγάτας, αρκετές ζημιές σε άλλα πλοία και αρκετοί νεκροί ή τραυματίες[1]

Η Ναυμαχία της Πάτρας (20 Φεβρουαρίου 1822), ήταν μία από τις πολεμικές εμπλοκές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, με νικηφόρα έκβαση για τους Έλληνες.

Έξοδος του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο και δράση του στην Πελοπόννησο (Ιανουάριος 1822)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 24 Ιανουαρίου 1822, αρμάδα αποτελούμενη από 72 τουρκικά και αιγυπτιακά πολεμικά, υπό τον ναύαρχο Καρά Πεπέ Αλή, και τον Αιγύπτιο υποναύαρχο Ισμαήλ Γιβραλτάρ, πέρασε τον Ελλήσποντο, κατευθυνόμενη προς την επαναστατημένη Πελοπόννησο. Είχαν προηγηθεί δύο ανεπιτυχείς προσπάθειες των Ψαριανών να τη σταματήσουν, χρησιμοποιώντας πυρπολικά.[2]

Το τουρκικό σχέδιο υπαγόρευε πρώτα την κατάληψη της Μονεμβασιάς, η οποία θα επιτυγχανόταν με δωροδοκία του φρουράρχου της, Τζανετάκη. Καθώς τα σχέδιο δεν ευοδώθηκε, ο στόλος παρέκαμψε το κάστρο και προσπάθησε να ανεφοδιάσει την πολιορκημένη Κορώνη. Εκεί όμως τους εμπόδισε η κακοκαιρία. Η προσπάθειά τους, όμως, την 29η Ιανουαρίου, να ανεφοδιάσουν το επίσης πολιορκημένο φρούριο της Μεθώνης με τρόφιμα και πολεμοφόδια, στέφθηκε αυτή τη φορά με επιτυχία.[2]

Στις 30 Ιανουαρίου, οι Τούρκοι αποβίβασαν 800 περίπου άνδρες έξω από το Νεόκαστρο, με σκοπό να το καταλάβουν. Η ελληνική φρουρά ήταν ολιγάριθμη και χωρίς εφόδια. Ορισμένα μέλη της λιποτάκτησαν και οι υπόλοιποι βρέθηκαν σε εξαιρετικά κρίσιμη θέση, ζητώντας απελπισμένα βοήθεια. Η δυσάρεστη αυτή κατάσταση ανατράπηκε σε λίγες μόλις ώρες, όταν κατέφθασε στο κάστρο ο Γερμανός στρατηγός, Καρλ φον Νόρμαν-Έρενφελς, με πενήντα το πολύ Ευρωπαίους φιλέλληνες. Ο Νόρμαν χρησιμοποίησε επιτυχημένα τα λίγα κανόνια του φρουρίου, χτυπώντας με αυτά τα τουρκικά πλοία και αναγκάζοντάς τα να καταφύγουν στη Ζάκυνθο. Εκεί, η βρετανική διοίκηση επέτρεψε στους Τούρκους να παραμείνουν για επισκευές και ανεφοδιασμό, παρά τη στάση ουδετερότητας που είχε διακηρύξει πιο πριν.[3]

Στη συνέχεια, οι Τούρκοι κατέπλευσαν στην, πολιορκημένη από τους Έλληνες, Πάτρα, όπου αποβίβασαν 4.000 πολεμιστές. Κατόπιν ο στόλος τους αγκυροβόλησε στη Ναύπακτο.[4]

Οι Ψαριανοί εν τω μεταξύ είχαν ειδοποιήσει τους Υδραίους. Έτσι, μετά από μεγάλη προσπάθεια των νησιωτών, και χωρίς οικονομική υποστήριξη από την επαναστατική κυβέρνηση, τα τρία νησιά, Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, σχημάτισαν, στις 8 Φεβρουαρίου, στόλο εξηντατριών πλοίων (27 υδραίικα, 20 σπετσιώτικα, 16 ψαριανά)[2] προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους. Τον στόλο διοικούσαν οι Υδραίοι Ανδρέας Μιαούλης, Λάζαρος Πινότσης, Ιωάννης Βούλγαρης, ο Ψαριανός Νικολής Αποστόλης και ο Σπετσιώτης Γκίκας Τσούπας.[3]

Η σύγκρουση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πλοία του ελληνικού στόλου συναντήθηκαν πρώτα στο νησάκι Πρώτη, όπου ο Γκίκας πληροφόρησε τους άλλους Έλληνες αρχηγούς πως οι Τούρκοι βρίσκονταν στον Κορινθιακό κόλπο. Έτσι τα ελληνικά πλοία απέπλευσαν, με επόμενο σημείο συνάντησής τους την περιοχή μεταξύ Ζακύνθου και Ηλείας, στις 15 Φεβρουαρίου. Εκεί ο Μιαούλης πρότεινε να επιτεθούν κατά του τουρκικού στόλου ενώ αυτός ήταν προσορμισμένος στη Ναύπακτο. Το σχέδιο του Μιαούλη έγινε αποδεκτό από όλους. Ήταν η πρώτη φορά που τόσα πολλά ελληνικά πλοία θα αντιμετίπιζαν τον εχθρό κατά παράταξη. Επειδή όμως είχε ξεσπάσει τρικυμία, τα ελληνικά πλοία αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, στις 16 Φεβρουαρίου 1822.

Στις 20 Φεβρουαρίου, και παρόλο που συνεχιζόταν η τρικυμία, ο Μιαούλης, ο οποίος εν τω μεταξύ αναγνωριζόταν από όλους ως γενικός αρχηγός της επιχείρησης, διέταξε επίθεση κατά του λιμανιού της Πάτρας, στο οποίο είχαν καταφύγει 36 τουρκικά πλοία. Τα ελληνικά πλοία, με πρώτα αυτά του Μιαούλη, άρχισαν να κανονιοβολούν εναντίον του τουρκικού στόλου. Οι Οθωμανοί αιφνιδιάστηκαν, καθώς δεν περίμεναν πως οι Έλληνες θα έκαναν επίθεση με τα μικρά τους πλοία, με τέτοια κακοκαιρία.[4] Προσπάθησαν, πανικοβλημένοι, να εκπλεύσουν αλλά κατέφθασαν και άλλα ελληνικά πλοία, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει λυσσαλέα ναυμαχία, για πεντέμισι ώρες. Τελικά οι Έλληνες κατάφεραν να καταστρέψουν σχεδόν ολοκληρωτικά μία φρεγάτα, άλλα πλοία του εχθρού υπέστησαν σημαντικές ζημιές και αρκετοί Τούρκοι τραυματίστηκαν ή σκοτώθηκαν. Ο τουρκικός στόλος αναγκάστηκε να διαφύγει στη Ζάκυνθο. Το αποτέλεσμα της μάχης δεν ικανοποίησε απόλυτα τους Έλληνες αρχηγούς, καθώς λόγω της τρικυμίας δεν μπόρεσαν να λάβουν μέρος όλα τα πλοία ενώ απέτυχαν περισσότερες από μία απόπειρες να χρησιμοποιηθούν πυρπολικά. Σε ένα από αυτά τα πυρπολικά, διακρίθηκε ο Ψαριανός Ιωάννης Θεοφιλόπουλος.[1]

Λεπτομέρειες για αυτά τα γεγονότα παρέχονται από την αλληλογραφία των Ελλήνων ναυάρχων με τη Βουλή και τα νησιά τους, καθώς και από το ημερολόγιο του Αναστάσιου Τσαμαδού, ο οποίος συμμετείχε με το πλοίο του, Αγαμέμνων[1].

Σημασία της ναυμαχίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και οι ζημιές στον τουρκικό στόλο δεν ήταν εντυπωσιακές, το αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήταν τεράστιας σημασίας για το ηθικό των Ελλήνων, οι οποίοι κατάλαβαν τότε ότι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τον εχθρό όχι μόνο με επιθέσεις πυρπολικών αλλά και κατά παράταξη.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, σελ. 243.
  2. 2,0 2,1 2,2 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, σελ. 241.
  3. 3,0 3,1 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, σσ. 241-242.
  4. 4,0 4,1 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, σελ. 242.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. ΙΒ΄. Εκδοτική Αθηνών. 1975. σελ. 241-243.