Μάχη των Μύλων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάχη των Μύλων
Ελληνική Επανάσταση του 1821
Maxi ton Milon tis Nafplias.jpg
"Μάχη στους Μύλους της Ναυπλίας"
Χρονολογία 13 Ιουνίου 1825
Τόπος Μύλοι του Άργους
Έκβαση Νίκη των Ελλήνων
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
Περί τους 600 άνδρες
5-6.000 πεζοί,
600 ιππείς[1]
Απώλειες
7 νεκροί και 21 τραυματίες
50 νεκροί και 100 τραυματίες

Συντεταγμένες: 37°33′17″N 22°43′06″E / 37.554626°N 22.718320°E / 37.554626; 22.718320Η Μάχη των Μύλων (13 Ιουνίου 1825) ήταν πολεμική συμπλοκή της επανάστασης του 1821 κατά την οποία οι Έλληνες απέκρουσαν δύναμη του αιγυπτιακού στρατού του Ιμπραήμ πασά. Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη τους εναντίον του και έσωσε το Ναύπλιο από την απειλή του Ιμπραήμ.

Τα γεγονότα πριν τη μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την αποφασιστική ήττα των Ελλήνων επαναστατών, υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, στη μάχη της Τραμπάλας, την 7η Ιουνίου 1825, άνοιξε ο δρόμος για την κατάληψη της Τριπολιτσάς από τον Ιμπραήμ. Στη συνέχεια, ο Αιγύπτιος πασάς κατευθύνθηκε προς το Ναύπλιο.

Στο Ναύπλιο μόνο οι τακτικοί και πολλοί φιλλέληνες αποτελούσαν συντεταγμένη στρατιωτική δύναμη με ακμαίο ηθικό. Κατά τα άλλα η πόλη ήταν απροετοίμαστη για πολιορκία καθώς τα τείχη της είχαν ζημιές από τις προηγούμενες συγκρούσεις, οι δεξαμενές νερού ήταν άδειες, τα κανόνια πεσμένα από τους κιλλίβαντές τους και δεν επαρκούσαν τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά. Στους δρόμους ήταν κατασκηνωμένοι παντού πρόσφυγες και υπήρχαν προβλήματα υγείας και εφοδιασμού. Επίσης κυκλοφορούσαν άτακτοι οι οποίοι είχαν έλθει για να πάρουν τους καθυστερημένους μισθούς τους και προέβαιναν σε αυθαιρεσίες και αρπαγές ενώ οι έμποροι προσπαθούσαν να μεταφέρουν τις οικογένειές τους και τα εμπορεύματά τους σε ασφαλή μέρη στα νησιά. Επιπλέον, κυκλοφορούσαν φήμες ότι ο Ιμπραήμ είχε έλθει σε συνεννόηση με τον Κωλέττη, τον Μαυροκορδάτο και άλλους για να του παραδώσουν την πόλη.[2] Μέσα σε αυτό το χάος, μόνο το νεοϊδρυθέν νοσοκομείο, υπό τον Γερμανό φιλέλληνα Έρικ Τράιμπερ, λειτουργούσε με τάξη. Τελικά η κυβέρνηση, παρά τα κομματικά πάθη μεταξύ γαλλοφίλων και αγγλοφίλων, έδρασε με ενεργητικότητα και επέβαλλε την τάξη στην πόλη, προχωρώντας και σε προετοιμασίες για την άμυνά της. Τη γενική επιστασία όλης αυτής της προσπάθειας είχε ο υπουργός Πολέμου, Ανδρέας Μεταξάς.[3]

Στους Μύλους, χωριό με 30 σπίτια κοντά στη λίμνη Λέρνης, 7 χλμ νότια του Άργους, υπήρχαν μεγάλα αποθέματα δημητριακών τα οποία είχε συγκεντρώσει εκεί η κυβέρνηση για τον εφοδιασμό του στρατού του Κολοκοτρώνη. Οι Μύλοι λειτουργούσαν ως επίνειο (σκάλα) των χωριών της Τριπολιτσάς και, καθώς περιβαλλόταν από ελώδη περιοχή, προσφερόταν ως εξαιρετική θέση για την υπεράσπιση του Ναυπλίου. Η σπουδαιότητα των Μύλων οφειλόταν επίσης στο ότι από εκεί θα μετέφεραν νερό στο Ναύπλιο, στην περίπτωση που ο Ιμπραήμ κατέστρεφε το υδραγωγείο της πόλης. Παρ' όλη όμως τη σπουδαιότητά τους, οι Μύλοι ήταν ανοχύρωτοι. Τότε ο Ανδρέας Μεταξάς με τον Γιάννη Μακρυγιάννη αποφάσισαν την οχύρωση των Μύλων. Στο χωριό, στην παραλία, βρίσκονταν οι αποθήκες με το αλεύρι και πίσω από αυτές και το κτήριο του μύλου, υπήρχε περιτοιχισμένος κήπος και πέτρινος πύργος (κούλια) του άλλοτε αγά της Λέρνας. Ο Μακρυγιάννης, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του, άρχισε να οχυρώνει τη θέση αυτή δημιουργώντας πολεμίστρες (μασγάλια) για τα τουφέκια, στον περίβολο του κήπου και την κούλια. Επίσης επισκεύασε τα κτήρια από όπου θα αμύνονταν και έφερε νερό από τον μύλο ώστε να μην υποφέρουν οι άνδρες από λειψυδρία όπως στην πολιορκία του Νεοκάστρου. Ήταν σίγουρος πως ο Ιμπραήμ θα κατευθυνόταν από εκεί για το Ναύπλιο.[1]

Κατά τη διάρκεια αυτών των πρόχειρων αμυντικών μέτρων, επισκέφθηκε τον Μακρυγιάννη ο Γάλλος ναύαρχος Δεριγνύ (Ανρί ντε Ρινί). Στην παρατήρηση του Δεριγνύ για την αδυναμία των ελληνικών θέσεων, ο Μακρυγιάννης απάντησε με τη χαρακτηριστική φράση «Είναι αδύνατες οι θέσεις κι εμείς, όμως είναι δυνατός ο Θεός οπού μας προστατεύει και θα δείξωμεν την τύχη μας σ' αυτές τις θέσεις τις αδύνατες».[1]

Μετά από μια-δύο ημέρες από την άφιξη του Μακρυγιάννη, κατέφθασαν ενισχύσεις υπό τον Χατζημιχάλη, τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη με λίγους άνδρες, τον Δημήτριο Υψηλάντη με 15 άνδρες, τους αδελφούς Χατζηστεφανή και Χατζηγιώργη, καθώς και 33 πλοία με τα κανόνια τους. Ως τις 12 Ιουνίου, η δύναμη των Ελλήνων είχε φτάσει τους 480 άνδρες. Αρχηγός των Ελλήνων ορίστηκε ο Υψηλάντης και υπαρχηγός ο Κ. Μαυρομιχάλης αν και στην πράξη κάθε οπλαρχηγός ενεργούσε αυτόνομα, σε συνεργασία όμως με τους υπόλοιπους.[1]

Οι δύο αρχηγοί του αγγλικού και του γαλλικού στόλου, Χάμιλτον (Gawen William Hamilton, 1748 - 1838) και Δεριγνύ αγκυροβόλησαν μπροστά στο Ναύπλιο και τους Μύλους αντίστοιχα, παρακολουθώντας την εξέλιξη των γεγονότων.

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μακρυγιάννης χαρακτηρίστηκε ως ήρωας της μάχης των Μύλων.

Εν τω μεταξύ, ο στρατός του Ιμπραήμ, αφού αναπαύθηκε για λίγο στην Τριπολιτσά, έφτασε, την αυγή της 13ης Ιουνίου, στους Μύλους χωρίς να συναντήσει αντίσταση από τον Κολοκοτρώνη ο οποίος είχε αποσυρθεί στο Χρυσοβίτσι. Οι Έλληνες παραλίγο να αιφνιδιαστούν από τις αιγυπτιακές προφυλακές, καθώς οι φρουροί είχαν πάει να κοιμηθούν, εγκαταλείποντας τις θέσεις τους. Τότε τους έσωσε ο Μακρυγιάννης που είδε δύο φορές στον ύπνο του έναν άνθρωπο που τον πρόσταζε να σηκωθεί. Με 50 περίπου συντρόφους του επιτέθηκε στα νώτα των Αιγυπτίων, οι οποίοι είχαν μπει στον οχυρωμένο περίβολο, σκότωσε αρκετούς και τους ανάκασε να αποσυρθούν.[1] Αργότερα έφτασε και το κύριο σώμα του αιγυπτιακού στρατού, με τον Ιμπραήμ, το οποίο αφού κατέλαβε το Άργος, απλώθηκε στην πεδιάδα. Την ίδια στιγμή αποβιβάστηκαν στους Μύλους, από δύο ψαριανά μίστικα, κάμποσοι Κρητικοί. Μέχρι το απόγευμα δεν υπήρξε κάποια σύγκρουση και από την ανάπαυλα αυτή επωφελήθηκαν οι ¨Έλληνες, συμπληρώνοντας τις οχυρώσεις τους και συνεννοούμενοι για την τακτική που θα ακολουθούσαν.[1] Οι Έλληνες είχαν καταλάβει τις εξής θέσεις: ο Μακρυγιάννης το κέντρο, δηλαδή τον περιτοιχισμένο κήπο και τις γύρω θέσεις, ο Υψηλάντης το δεξί άκρο, δηλαδή έναν μικρό μύλο στα δυτικά του περιβολιού και ο Χατζημιχάλης με τον Μαυρομιχάλη θα υπερασπίζονταν το μονοπάτι που οδηγούσε προς το Κυβέρι, στα νότια. Επίσης, ο Μακρυγιάννης θα συνέδραμε σε οποιοδήποτε σημείο της ελληνικής παράταξης εμφανιζόταν κίνδυνος από την εχθρική επίθεση. Έτσι το μόνο στήριγμα της ελληνικής παράταξης ήταν η θάλασσα στα νώτα τους. Επειδή όμως φοβόταν υποχώρηση των ανδρών των άλλων καπετάνιων προς τα ελληνικά πλοία, έδωσε διαταγή σε αυτά να απομακρυνθούν, ώστε οι πολεμιστές να μη μπορούν να εγκαταλείψουν τις οχυρώσεις. Πραγματικά, όπως το είχε προβλέψει, οι απείθαρχοι στρατιώτες των άλλων οπλαρχηγών, μη έχοντας άλλη διέξοδο, άρχισαν να προετοιμάζονται για άμυνα, κατασκευάζοντας ταμπούρια.[4]

Υπαρχηγός των Ελλήνων στη μάχη αυτή ήταν ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης.

Οι Αιγύπτιοι χώρισαν τον στρατό τους σε τρία μέρη, κύκλωσαν τους Έλληνες και άρχισαν σφοδρή επίθεση στις 4:30 το απόγευμα. Η πλευρά του Μαυρομιχάλη δέχθηκε τρεις διαδοχικές εφόδους καθώς οι άνδρες του Ιμπραήμ προσπάθησαν να διεισδύσουν στους Μύλους από το μονοπάτι μέσα από τα έλη. Οι άνδρες του Μαυρομιχάλη απέκρουσαν αυτές τις επιθέσεις, βοηθούμενοι και από τα κανόνια των ελληνικών πλοίων. Στο κέντρο όμως, οι πολυάριθμοι Αιγύπτιοι κατόρθωσαν να εξαναγκάσουν τους άνδρες του Μακρυγιάννη σε υποχώρηση ως τον ανατολικό τοίχο του περιβόλου, κοντά στην ακτή, φέρνοντά τους σε απελπιστική θέση. Τότε οι Έλληνες κατάλαβαν ότι η ορμητικότητα των Αιγυπτίων οφειλόταν στις απειλές των αξιωματικών τους και άρχισαν να σκοπεύουν και να σκοτώνουν τους δεύτερους. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν να ανακοπεί η αιγυπτιακή ορμητικότητα και να αντεπιτεθούν οι Έλληνες, διώχνοντας τους αντιπάλους τους από το περιβόλι. Ο Ιμπραήμ παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα από μακριά, με το τηλεσκόπιο. Βλέποντας την εξέλιξη αυτή, έστειλε ενισχύσεις οι οποίες ανάγκασαν τους Έλληνες να υποχωρήσουν και πάλι. Στη συνέχεια οι Έλληνες αντεπιτέθηκαν ξανά, απωθώντας τους εχθρούς τους, ώσπου νέο κύμα Αιγυπτίων τους γύρισε στις πάλι στις τελευταίες θέσεις τους. Σε εκείνο το σημείο της μάχης κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί ο Μακρυγιάννης.[4]

Σε εκέινο το σημείο οι αντίπαλοι σταμάτησαν για λίγο τη μάχη και έφθασαν ενισχύσεις από το Ναύπλιο. Τελευταίος ήρθε ο καπετάνιος του Ολύμπου, Μήτρος Λιακόπουλος, με 50 έμπειρους πολεμιστές. Οι Έλληνες που, κατά τον Μακρυγιάννη, αριθμούσαν πια περίπου 600 πολεμιστές[5], αποφάσισαν να πάρουν αυτοί την πρωτοβουλία και επιτέθηκαν και από τις τρεις πλευρές, εκδιώκοντας οριστικά τους Αιγυπτίους. Στο σημείο αυτό της μάχης τραυματίστηκε στο δεξί χέρι ο Μακρυγιάννης αλλά απέκρυψε το τραύμα για να μην επηρεαστούν οι σύντροφοί του. Το βράδι οι Αιγύπτιοι αποσύρθηκαν στο Κεφαλάρι.[4] Στο πεδίο της μάχης εγκατέλειψαν 50 νεκρούς και αποκόμισαν διπλάσιους τραυματίες ενώ οι Έλληνες είχαν 7 νεκρούς και 21 τραυματίες.[6]

Τη μεθεπόμενη ημέρα, 15 Ιουνίου, το ιππικό του Ιμπραήμ επιχείρησε και πέτυχε να κόψει την υδροδότηση του Ναυπλίου που γινόταν από την Άρεια. Τελικά όμως, η φρουρά της τελευταίας, συνεπικουρούμενη από δυνάμεις από το Ναύπλιο και τα κανόνια του Παλαμηδίου, έδιωξε τους Αιγυπτίους οι οποίοι αποσύρθηκαν στο Άργος το οποίο λεηλάτησαν και έκαψαν, μαζί με τα γύρω χωριά. Στη συνέχεια αποσύρθηκε στην Τριπολιτσά, αφού πέρασε από το Παρθένι το οποίο φρουρούσαν 2.500 Έλληνες του Κολοκοτρώνη οι οποίοι αιφνιδιάστηκαν και δεν μπόρεσαν να προβάλλουν αντίσταση.

Σημασία της μάχης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μάχη των Μύλων ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη των Ελλήνων έπειτα από μια σειρά από ήττες, και απέτρεψε την κατάληψη του Ναυπλίου. Με πρόταση του Δ. Υψηλάντη, οι Χατζημιχάλης, Λιακόπουλος, και ο Γάλλος φιλέλληνας Γκραγιάρ (Francois Graillard) τιμήθηκαν από την κυβέρνηση με προαγωγές, όπως και ο Μακρυγιάννης. Η μάχη αυτή απέδειξε πόσο σημαντική ήταν, για την αντιμετώπιση του τακτικού στρατού του Ιμπραήμ, η επιλογή του κατάλληλου σημείου άμυνας. Οι Έλληνες συνειδητοποίησαν πως οι μόνες επιλογές τους ήταν οι τακτικές ανταρτοπολέμου εναντίον απομονωμένων μικρών εχθρικών δυνάμεων είτε με κλείσιμο σε οχυρές φυσικές θέσεις χάρη στις οποίες θα αντισταθμίζονταν τα πλεονεκτήματα που ο τακτικός στρατός του αντιπάλου διέθετε στη μάχη κατά παράταξη.[4]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 Βακαλόπουλος 1975, σελ. 389.
  2. Βακαλόπουλος 1975, σελ. 387.
  3. Βακαλόπουλος 1975, σσ.387-388.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 Βακαλόπουλος 1975, σελ. 390.
  5. Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, κεφάλαιο 8
  6. Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια (Κ - Μ). Αθήναι: Έκδοσις Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαιδείας, σελ. 639.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]