Καρλ φον Νόρμαν-Έρενφελς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καρλ φον Νόρμαν-Έρενφελς
Karl von Normann-Ehrenfels.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Karl Friedrich Lebrecht von Normann-Ehrenfels (Γερμανικά)
Γέννηση 14  Σεπτεμβρίου 1784
Στουτγκάρδη
Θάνατος 15  Νοεμβρίου 1822
Μεσολόγγι
Υπηκοότητα Βασίλειο της Βυρτεμβέργης
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα στρατιωτικός
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Καρλ Φρίντριχ Λέμπερεχτ Γκραφ φον Νόρμαν-Έρενφελς (γερμ.: Karl Friedrich Lebrecht von Normann-Ehrenfels, εξελληνισμένα: Κάρολος Νόρμαν, Στουτγκάρδη, 14 Σεπτεμβρίου 1784Μεσολόγγι, 15 Νοεμβρίου 1822) ήταν Γερμανός στρατιωτικός από την Βυρτεμβέργη ο οποίος πολέμησε στους Ναπολεόντιους Πολέμους. Ως φιλέλληνας μετέβη στην Ελλάδα, προκειμένου να ενισχύσει των αγώνα των Επαναστατών κατά την Επανάσταση του 1821, όπου και απεβίωσε έπειτα από τραύματα που είχε υποστεί στην Μάχη του Πέτα.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καρλ φον Νόρμαν-Έρενφελς ήταν εκ των υιών του δικαστικού Φίλιπ Κρίστιαν φον Νόρμαν-Έρενφελς, ο οποίος υπηρέτησε ως πρωθυπουργός του Βασιλείου της Βυρτεμβέγης την περίοδο 1806–1812. Το 1799, εντάχθηκε σε ένα σύνταγμα Αυστριακών θωρακοφόρων. Σύντομα, έλαβε τίτλο διοικητή και πολέμησε μαζί με τους Αυστριακούς ως την υπογραφή της Ειρήνης της Λυνεβίλ. Με την βοήθεια του πατέρα του, στη συνέχεια, μετατοπίστηκε στο στρατό της Βυρτεμβέργης, φτάνοντας ως το αξίωμα του Αντισυνταγματάρχη και διοικητή του συντάγματος των ελαφρών ιππέων της βασιλικής φρουράς το 1810. Το 1812, ηγήθηκε του συντάγματός του στην Γαλλική εισβολή στη Ρωσία. Το 1813, ως υποστράτηγος, οργάνωσε και ηγήθηκε μιας ταξιαρχίας ιππικού, αρχικά με το μέρος των Γάλλων, αν και στις 18 Οκτωβρίου προτίμησε να ταχθεί με το μέρος των Συμμαχικών Δυνάμεων, κι αυτό παρά το γεγονός ότι η Βυρτεμβέργη εξακολουθούσε να είναι σύμμαχος δύναμη του Ναπολέοντα. Η πράξη αυτή οδήγησε τον Βασιλιά Φρειδερίκο Α΄ της Βυρτεμβέργης να απαγορεύσει στον Νόρμαν την επιστροφή στη Βυρτεμβέργη. Δεν ήταν παρά μονάχα μετά τον θάνατο του Βασιλιά, τον Μάρτιο του 1817, που του επετράπη η επιστροφή του στην πατρίδα του, αν και η απαγόρευση εισόδου παρέμενε όσον αφορά την πρωτεύουσα του κρατιδίου, Στουτγκάρδη.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, τον διαδέχτηκε ως κύριος των γαιών που διέθετε αυτός στο Έρενφελς, αλλά στις αρχές του 1822, μαζί με άλλους Φιλέλληνες, αναχώρησε για την Ελλάδα για να συμπαρασταθεί στους Έλληνες Επαναστάτες κατά τον ξεσηκωμό τους ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Υπηρέτησε ως αρχηγός του επιτελείου του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου στην καταστροφική Μάχη του Πέτα στις 4 Ιουλίου 1822, και απεβίωσε από το τραύματά του λίγους μήνες αργότερα στο Μεσολόγγι.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]